Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Χ. Ζιν και Ντάριο Φο

Xoward Zinn
Από την Ιστορία στην πράξη
Εκδόσεις Αιώρα

Το βιβλίο περιλαμβάνει την ομιλία του Χ. Ζιν στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο και δύο συνεντεύξεις. Στην ομιλία ο Ζιν αναφέρεται στην «ταραγμένη σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και στα δικαιώματα και καθήκοντα του πολίτη». Με παράδειγμα δε τη χώρα του τις ΗΠΑ διερωτάται αν αυτές είναι δημοκρατικές ή όχι. Κοντολογίς, στις ΗΠΑ συμβαίνει ότι και με την αρχαία Ελλάδα, όπου τονίζουμε τη Δημοκρατία αλλά ξεχνούμε τη δουλεία. Και επειδή στον Ντάριο Φο μιλήσαμε για τους ξεχωριστούς, για εκείνους που είναι εκτός του κανόνα, εδώ ο Ζιν μιλάει για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, για την υπακοή στο κράτος μέχρι θανάτου. Μόνο που το κράτος αντιμετωπίζει διαφορετικά, άνισα και χωρίς ισονομία τους πλούσιους και τους φτωχούς. Με άλλα λόγια η αμερικανική δημοκρατία βασίζεται στους τύπους, στην ύπαρξη των νόμιμων θεσμών και διαδικασιών και όχι στην ουσία των αποφάσεων. Συνεπώς, δεν μπορείς να διαμαρτύρεσαι για την άδικη απόφαση γιατί όλα έγιναν με νόμιμο τρόπο. Η αδικία άρα ενδύεται το μανδύα της νομιμότητας κι έτσι κάποιος δικάζεται όχι γι’ αυτό που έκανε αλλά γι’ αυτό που είναι(φτωχός ή αμφισβητίας του καθεστώτος). «Έχουμε λοιπόν τους θεσμούς της δημοκρατίας, έχουμε τις νόμιμες διαδικασίες, θα προσθέσουμε στο Σύνταγμα μία Χάρτα Δικαιωμάτων που θα μιλάει για ελευθερία του λόγου και για το δικαίωμα να δικάζεσαι από ενόρκους και το δικαίωμα να έχεις νομική εκπροσώπηση, οπότε αυτό είναι δημοκρατία». Τελικά, στις ΗΠΑ υπάρχει δημοκρατία, αλλά μία δημοκρατία της Γουόλ Στριτ, για τη Γουόλ Στριτ, της Γουόλ Στριτ». Μόνο σε δύο περιπτώσεις έχουμε στις ΗΠΑ στιγμές δημοκρατίας, οπότε ψηφίζονται και νόμοι υπέρ των μη προνομιούχων. Πρόκειται για τη δεκαετία του 1930 μετά το κραχ και τη δεκαετία του 1960. Αλλά για περισσότερα στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του ακτιβιστή και ακαδημαϊκού.


Ντάριο Φο

«Ο έρωτας και η ειρωνεία» του Ντάριο Φο κυκλοφόρησε το 2007 στην Ιταλία και περιλαμβάνει τέσσερις ιστορίες. Η πρώτη ιστορία τιτλοφορείται «Ελοΐζα». Πρόκειται για τη σχέση της ορφανής, δεκαεξάχρονης Ελοΐζας, ανηψιάς του αβά της Νοτρ Νταμ, με τον πανεπιστημιακό καθηγητή της θεολογίας και παιδαγωγό της Αμπελάρντο. Ο τελευταίος μαθαίνει στη νεαρή τον βαρύ συμβολισμό του ονόματός της, καθώς «Ελοΐζα είναι το όνομα μιας περίφημης βασίλισσας της Αστουρίας, για την οποία λένε πως ερωτεύτηκε τον αδελφό της χωρίς να ξέρει ποιος είναι». Η Ελοΐζα του Ντάριο Φο θαυμάζει την εκπληκτική διδασκαλία του Αμπελάρτνο και την ικανότητά του να αποδεικνύει ότι «υπήρχε πάντα αντίλογος σε κάθε κανόνα, μια άλλη αλήθεια κι ύστερα μια άλλη ακόμα… και ότι η κάθε λογική μπορούσε να αποδειχθεί παράλογη και η τρέλα, λογική». Ο δάσκαλος αναστάτωνε τη μαθήτρια μιλώντας της «για τη διδυμοτοκία του αρσενικού και του θηλυκού», για το αρρενοθήλυ, που ο Θεός έκοψε τους αόρατους δεσμούς, ξεχωρίζοντάς τους σε άρρεν και θήλυ. Η κίνηση αυτή του Θεού αποκλήθηκε «τομή της λησμονιάς», αφού τα ξεχωριστά φύλλα ένιωθαν ότι τους έλλειπε κάτι αλλά δεν μπορούσαν να το προσδιορίσουν. Μάλιστα, για να γεμίσουν το μεγάλο κενό άρχισαν να εργάζονται με ζήλο. Συνεπώς, η εργασία, η εκτροφή ζώων ου μην και… αιχμαλώτων, η καλλιέργεια της γης, το κτίσιμο υποδομών, εργαλείων παραγωγής και μεταφορικών μέσων συνδέονται σύμφωνα με τον Ντάριο Φο με το μεγάλο σεξουαλικό κενό, που ο Φρόυντ αποκάλεσε λίμπιντο! Ώσπου τα δύο φύλλα ξανασυναντήθηκαν, ακυρώνοντας την τομή της λησμονιάς. Η γοητεία που ασκούσε ο δάσκαλος στη μαθήτρια οφειλόταν στο γεγονός ότι της αποκάλυπτε «την άγνωστη μαγεία των πραγμάτων». Το μεγάλο σοκ όμως προέκυψε όταν της είπε πως ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, «ακόμα και την αμαρτία». Ο Θεός συνεπώς είναι ο δημιουργός του διαβόλου. Σύμφωνα δε με τη διαλεκτική του Αμπελάρντο «μόνο του το καλό δεν μπορεί να αποκαλυφθεί παρά μονάχα στο σκότος του κακού»(το καλό αποκαλύπτεται χάρη στο κακό). Ομοίως, σύμφωνα με τον Ευκλείδη «το κάθε πράγμα, για να υπάρξει, έχει ανάγκη από το αντίθετό του… οι σκιές… καταφέρνουν να αναδείξουν τη λαμπερή παρουσία των πραγμάτων και το ίδιο το φως».
Ο Ντάριο Φο μιλάει για τους «αυθεντικούς ήρωες», όπως ο Βόνεγκατ για τους «υποδειγματικούς» και ο Ζίζεκ για τις εξαιρέσεις(de l’ un). Πρόκειται για εκείνους που αντιστέκονται στο πνεύμα και τις συμβάσεις της εποχής, που υπερβαίνουν τα όρια(Χάιντεγκερ) και πηγαίνουν την ανθρωπότητα μπροστά. Στην τελευταία ιστορία οι «ξεχωριστοί», οι ήρωες είναι αυτοί που έχουν ως πρώτο κανόνα να είναι «εκτός κανόνα», να χαίρεσαι τη ζωή, να οργανώνεις μεγάλες γιορτές, να τραγουδάς, να χορεύεις, να κάνεις έρωτα(Ρεμπώ) και να γελάς, «Κι ύστερα να μάθεις να βλέπεις ειρωνικά κάθε γελοιότητα…». Προπάντων, να είσαι ικανός να γελάς και να κάνεις τους άλλους να γελούν. Για τον Ντάριο Φο(όπως και για τον Καμί) οι Έλληνες ήταν ξεχωριστοί χάρη στην «απελπισμένη πάλη τους», την ξεροκεφαλιά τους. Αντίθετα, οι χριστιανοί τα εναπέθεσαν όλα στο Θεό, που προβλέπει τα πάντα(ντερμινισμός και μοιρολατρεία).
Θαυμασμός, σαγήνη, ομορφιά κι ο έρωτας, που γεννιέται, καταλήγει στο κλάμα ενός μωρού! Η Ελοΐζα και ο Αμπελάρντο παντρεύονται. Αλλά οι ανταγωνιστές θα εκμεταλλευτούν το γάμο για να επιτεθούν στον Αμπελάρντο(αυτό αποκαλεί ο Φο «ειρωνεία»). Ακόμη χειρότερα, «Μια νύχτα τέσσερα καθάρματα(όργανα του θείου της Ελοΐζα, που ήταν αποδέκτης της φρικτής κοινωνικής ειρωνείας) μπήκαν στο δωμάτιο όπου ο Αμπελάρντο κοιμόταν μόνος…» και τον ευνούχισαν, κρεμώντας τον από τους όρχεις. Το μωρό του έρωτα Αμπελάρντου και Ελοΐζας, άρα, δεν θα έλθει ποτέ. Πάνω απ’ όλα όμως, για τους δύο άντρες τον αβά-θείο και τον σύζυγο-καθηγητή οι όρχεις ήταν το σύμβολο του εγωισμού και του αντρισμού! Το τελικό θύμα όμως θα είναι το κορίτσι, αφού ο ευνουχισμένος Αμπελάρντο, ο γοητευτικός δάσκαλος θα αποδειχθεί απάνθρωπα εγωιστής, αφού θα ζητήσει τη θυσία του κοριτσιού με τον εγκλεισμό της σε μοναστήρι. Στο μοναστήρι η Ελοΐζα θα γράφει αλλά θα κατατρύχεται από τις ερωτικές της φαντασιώσεις: «Ακόμα και στη μέση μιας Θείας Λειτουργίας, όταν η προσευχή πρέπει να είναι εντελώς καθάρια, τα πρόστυχα φαντάσματα της ηδονής κυριεύουν βίαια τη μελαγχολία μου και την κάνουν να παραπαίει σε ένα ηδονικό παιχνίδι, έτσι ώστε τελικά να αφιερώνομαι περισσότερο στην ποταπότητα παρά στην προσευχή»! Στις άλλες τρεις ιστορίες δεν «παίζει» τόσο ο έρωτας όσο το γεγονός ότι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτές είναι ξεχωριστά, δηλαδή ήρωες, συνειδητοί ή όχι.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Τριανταφύλλου Σώτη: Άλμπατρος

Η κριτική για το Άλμπατρος που πολύ όψιμα δεν άρεσε στη φίλη μας τη Σώτη.

«Ο λογικός άνθρωπος προσαρμόζεται στον κόσμο. Ο παράλογος επιμένει να προσαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Άρα, η πρόοδος εξαρτάται από τον παράλογο άνθρωπο. Αυτή είναι μία από μόνο από τις αιτίες που ο θάνατος του Έντμουντ Γιάρροου μου προξενεί βαθειά θλίψη...», έγραψε στο συλυπητήριο σημείωμα που έστειλε στη Μόλλυ Γιάρροου ο Μπέρναρντ Σω, επανεντάσσοντας το παράλογο, πριν από τον Φουκώ, στο «λογικό» σύστημα της κοινωνίας. Τα όρια της λογικής και του παραλόγου, όπως καθορίζονται από τον συσχετισμό δύναμης των κοινωνικών τάξεων και όπως αυτά υπερβαίνονται από τα μέλη τους, είναι το μοτίβο του νέου μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ-Γιάρροου, ο αποστάτης της τάξης του, το «άλμπατρος» της Μόλλυς Γιάρροου, πραγματοποίησε επιτέλους το «βυρωνικό του ταξίδι» του και πέθανε, όπως ο ήρωάς του, στο Μεσολόγγι. Ο Έντμουντ θα μπορούσε να είναι ο Μπέρτραντ Ράσελ, θα μπορούσε να είναι ένας ακτιβιστής Μαρξ, μα πιο πολύ θα μπορούσε να είναι ένας εξωστρεφής Βίτγκενσταϊν της Πράξης.
Βρισκόμαστε στο 1880, την «εποχή μεταξύ των εποχών»: Η αυτοκρατορική Βρετανία της Βασίλισσας Βικτωρίας βρίσκεται στα όρια της ακμής και της παρακμής της· οι βικτωριανές, πουριτανικές αξίες κυριαρχούν· την ίδια στιγμή, όμως, το εργατικό και το γυναικείο κίνημα καθώς και το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας εισέρχονται στην πολιτική ημερήσια διάταξη. Η πρόβλεψη του Μαρξ ότι η επανάσταση θα επισυμβεί στην αναπτυγμένη βιομηχανικά Αγγλία καταδεικνύει την «ωρίμανση των αντιφάσεών» της. Οι νέοι διανοούμενοι του Λονδίνου αρνούνται την «κενή πόζα» τόσο της παρηκμασμένης κουλτούρας της αυλής της Βασίλισσας Βικτωρίας όσο και το νεοπλουτίστικο κιτς της ανερχόμενης αστικής τάξης. Πολλά μέλη της νεότερης γενιάς, υποφέρουν τρομερά από την ασυμφωνία του κόσμου όπως είναι και του κόσμου όπως θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τις δικές τους αρχές, και μεταξύ της νεύρωσης και της άρνησης προτιμούν τη δεύτερη. Ένας απ’ αυτούς ο Έντμουντ Μάθιουσελντ θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Καίημπριτζ, την προδιαγραμμένη στο «όνομα του πατρός» πορεία του, και θα μετουσιώσει την άρνησή του, αφού ξεφτιλίσει τους κανόνες και την κυρίαρχη «πολιτική ορθότητα» που εκπροσωπεί η τάξη του, σε ριζοσπαστική πολιτική αντίδραση, γι’ αυτό και θα αποκληρωθεί από τον πατέρα του. Όσοι από την τάξη του δεν επιτυγχάνουν αυτό το passage a l’ acte καταλήγουν στη νεύρωση των ροδόκηπων ή της ιππασίας, στην ηθική ακαμψία, που αντιστοιχεί και ενισχύεται από τις πουριτανικές αξίες, και στην αποχαύνωση. Απέναντι στις βικτωριανές αξίες θα βρεθεί ο μύθος και η πράξη του λόρδου Μπάυρον, πραγματικό ευαγγέλιο για τους αποστάτες της αστικής τάξης· απέναντι στη συντηρητική πολιτική θα σταθεί η ποίηση και ο παράφορος ρομαντισμός. Ανάλογες καταστάσεις λαμβάνουν, εξάλλου, χώρα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η jung wien αντιδρά το ίδιο στην αυλή των Αψβούργων και ο Βίτγκενστάιν χαρίζει την τεράστια πατρική του περιουσία στις αδελφές του, ενώ πηγαίνει εθελοντής στο στρατό, όταν ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ αντίθετα αποφεύγει τη στράτευσή του, καθώς ήδη είναι στρατευμένος στην πολιτική, αλλά το άλτερ έγκο του, ο ομοφυλόφιλος μαρκήσιος Νέλσον Τζαίημς αναγκάζεται να γίνει στρατιωτικός· συμμετέχει στον πόλεμο των Μπόερς· λιποτακτεί και εκτελείται.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει «η ένδεια του καιρού» που αδυνατεί να ενδυθεί την «ορεινή πορεία» των ερωτημάτων και από την άλλη υπάρχει η νέα γνώση, η έλλογη διαύγαση των συμβαινόντων και η προσφυής ενθυμική βίωση, η εμπειρία. Στη Βρετανία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, που είναι ο κεντρικός «τόπος» του μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου, ένα μέρος των νέων μεγαλοαστικής προέλευσης θα προσπαθήσει να γεμίσει το «διψαλέο κενό του», ακολουθώντας τον παράφορο ρομαντισμό του Μπάυρον. Στόχος της ζωής και του αχαλίνωτου Εγώ θα γίνει η αίσθηση της ύπαρξης μέσω της διακινδύνευσης του ταξιδιού και της περιπέτειας καθώς και των ακόλαστων επιδιώξεων κάθε είδους. Αυτή θα είναι η απάντηση στον βικτωριανό πουριτανισμό και των πέντε Π της βρετανικής αυτοκρατορίας που είναι: «Περιέργεια, Πολιτική, Περιπέτεια, Πατριωτισμός, Πολιτισμός».
Η συγγραφέας, παράλληλα με τους «επάνω», ακτινογραφεί και τους «κάτω», τους ανθρώπους της απέναντι όχθης. Η Μόλλυ Γιάρροου καταφέρνει, από τη δική της πλευρά, να ξεφύγει από την τάξη των εξαθλιωμένων· μορφώνεται και λαμβάνει μέρος στο κίνημα για την ψήφο των γυναικών. Αλλά μεταξύ των ασυμφιλίωτων κομματιών, που χωρίζει ο Τάμεσης, υπάρχει ένας κοινός τόπος, η καρδιά του Λονδίνου, η χοάνη των ιδεών και του πολιτικού ακτιβισμού, το Σίτυ. Εκεί η Μόλλυ θα συναντηθεί με τον Έντμουντ Μάθιουσελντ, και θα παντρευτούν. Η «αβύθιστη» Μόλλυ είναι εξοικειωμένη με το θάνατο, ο ναρκισσισμός της είναι μηδενικός: «Δεν ήθελε να γίνει τίποτα, ήθελε να είναι αυτό που ήταν». Γι’ αυτό αγαπάει βαθιά, σαν τον Home Generique (τον Καθολικό Άνθρωπο) του Μαρξ (Ιρλανδικό ζήτημα). Αντίθετα, ο ναρκισσισμός του Έντμουντ, που σιχαίνεται τους μαρξιστές, επιθυμεί τον μισαλλόδοξο, «εκστατικό έρωτα» που θα είναι μόνο γι’ αυτόν· αποζητά την αποκλειστικότητα. Η Μόλλυ το μόνο που επιθυμεί είναι ότι «πρέπει να κάνει την απελπισία ανίκητη ελπίδα» και έτσι κάνει τον Έντμουντ, δίκην Τζ. Τζόυς, να παραληρεί από «έρωτα» και ζήλεια! Ο αποστάτης της τάξης του, ο Έντμουντ, παρά τους τροπισμούς του στέκεται απολιθωμένος, σαν τη νάγια την ορχούμενη, μπροστά στη ναρκισσιστική τελειότητα της νιότης του. Γι’ αυτό, τελικά, θα πεθάνει ματαιόδοξα σαν τον Μπάυρον στο Μεσολόγγι, «στο κέντρο της σιωπής και της βραδύτητας», γιατί ήθελε «ν’ αφήσει ένα γλυκό σημάδι πίσω του...».
Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι άφθαστος τεχνίτης, και δομεί μ’ εκπληκτικό τρόπο ένα σύνθετο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας άρεσε ιδιαιτέρως η άρνησή της να υπακούσει στην «επίσημη ορθογραφία» που έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Και μια διόρθωση: Το «άλμπατρος» μπορεί να είναι και ποίημα του Μπωντλαίρ, αλλά η συγγραφέας, όπως γράφει, το «δανείστηκε» από τον Κόουλριτζ

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Ισμήνη Καπάνταη

Μια ολόκληρη εποχή (20ος αιώνας) μας προσφέρει η Ισμήνη Καπάνταη μέσα από μία σάγκα, την ιστορία μιας οικογένειας μέλος της οποίας είναι και η συγγραφέας (η Σοφία) η οποία περισσότερο θεάται, παρατηρεί παρά ζει. Εν προκειμένω, ισχύει η άποψη του Πιραντέλο για τη γραφή(κάποιος ή ζει ή γράφει) όχι τόσο ως επιλογή αλλά ως μία έξι που προκλήθηκε από την αντιμετώπιση των άλλων: «ήταν θεατής, εκείνη δεν μετείχε, η άποψή της ήταν προαποφασισμένη, για κείνην άλλοι αποφάσιζαν για όλα, πάντοτε». Προπάντων, η συγγραφέας-Σοφία στιγματίζεται από έναν ιδιότυπο οικογενειακό αποκλεισμό λόγω της «επιλεκτικής μνήμης» της(στην πραγματικότητα παραχωρεί το δικαίωμα του αποφασίζειν στους άλλους με αντάλλαγμα την ασφάλειά της)!
Αναφέρομαι στο νέο μυθιστόρημα της Ισμήνης Καπάνταη «Με θέα τη ζωή» (εκδόσεις Καστανιώτη). Το πρώτο μέρος του βιβλίου («βιβλίο πρώτο») αναφέρεται και μας πληροφορεί για την οικογένεια της συγγραφέα(η πρόσληψη του έργου είναι καλύτερη αν γνωρίζουμε τη συγγραφέα). Όλα ξεκινούν στην ανάγνωση της διαθήκης του πλούσιου θείου. Εκεί αρχίζουν οι μνήμες να ανακαλούνται συμπυκνωμένες. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται για να αρχίσει η περιπέτεια της γραφής. Να, λοιπόν, που εν προκειμένω η γραφή δεν είναι παρά η παράθεση και κατάθεση των «ταγικών υπολειμμάτων»(ταγικών όχι τραγικών), αυτών των «σκουπιδιών» που αποκλείστηκαν από την επιλεκτική μνήμη, αλλά που εντούτοις δεν είναι σκουπίδια. Από εδώ ο ένας θείος, ο αδερφός του πατέρα, άκληρος, με μόνο σκοπό και νόημα στη ζωή του τη συσσώρευση χρήματος και δύναμης. Στην αντίπερα όχθη, η θεία Ελπίδα, η αριστερή, η πραγματική μάνα, αφού αυτή μεγάλωσε τα παιδιά. Βέβαια, η σύγκρουση δεν αναπτύσσεται εντός της οικογένειας με πολιτικούς όρους. Αντιθέτως, η Καπάνταη προκρίνει την πολιτιστική σύγκρουση όπως εκφράζεται και βιώνεται μεταξύ της φυσικής μάνας, της «μικροαστής» Δήμητρας ή Ντιντής και της διανοούμενης, αριστερής Ελπίδας. Έτσι, το θέμα των Ελλήνων προσφύγων και των σχέσεών τους με τους γηγενείς θα λάβει διάφορα χαρακτηριστικά, όπως δυσπιστία, απαξίωση αλλά και δαιμονοποίηση. Ο μόνος τρόπος εξάλειψης του ρατσισμού απέναντι στους «-ογλου» ή «τουρκόσπορους» ήταν το χρήμα των τελευταίων. Συνεπώς η οικονομική επιτυχία ήταν όρος για την ένταξη των προσφύγων, ακριβώς όπως και στη χώρα των μεταναστών την Αμερική. Άλλη κορυφαία, προγενέστερη, αλλά διαρκέστερη αντίθεση ήταν αυτή μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών. Όμως, εκτός από τις αντιθέσεις που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία υπάρχουν και οι ιδιότυπες συνθέσεις, όπου «και οι κομμουνιστές τα ίδια πάνω κάτω διδάσκουν με τον Χριστούλη, που ’διωξε τους εμπόρους απ’ το ναό… Ο Χριστός δεν είπε ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον άλλον στον πιο φτωχό;…». Έτσι, εδώ η θρησκεία δεν λειτουργεί σαν όπιο του λαού(Μαρξ) αλλά σαν κάτι «παρηγορητικό»(Βόνεγκατ), σαν αυτό που απαλύνει ή ανακουφίζει από τον πόνο. Ή για να το πούμε αλλιώς, αυτή η σύνθεση οδηγεί στον «αγαθοκομμουνισμό», όπως άκουσα κάποτε τον Σωτήρη Δημητρίου να τον αποκαλεί! Στην Καπάνταη, όμως, όλα απαιτούν το μέτρο. Ακόμα και η καλοσύνη χρειάζεται μέτρο, αφού «τα αιμοβόρα θηρία που παραμονεύουν κρυμμένα, έτοιμα να κατασπαράξουν τους αγαθούς». Συνεπώς άλλο καλός, άλλο πρόβατο.
Ακολουθεί το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο «Πόλεμος». Εδώ παρατίθενται οι βιωμένες ιστορίες των μελών της οικογένειας(κυρίως της μάνας), όπως τις αφηγούνται στην μελλοντική συγγραφέα, αυτή τη συλλέκτρια λέξεων και αφηγήσεων. Οι ιστορίες της Ελπίδας που μιλούσαν για το άδικο του πολέμου, για τους ήρωες και τους σακατεμένους ή για τι «ζαλωμένες» γυναίκες της Ηπείρου, ήταν αυτές που γοήτευαν περισσότερο τη Σοφία. Η μεταπολεμική περίοδος θα σημάνει κι έναν άλλο βιασμό, αυτόν της χώρας από τους Άγγλους και τους Αμερικανούς με τη συγκατάθεση της ξενομανούς Ντιντής που δημιουργεί σχέση με τον Τέρυ, βιάζοντας την ψυχή της μικρής κόρης της Σοφίας που «τους βλέπει».
Το «βιβλίο τρίτο» είναι «Τα ‘’νομίσματα’’ της Σοφίας», είναι οι σκέψεις της. Εδώ παρουσιάζεται κα πάλι το θέμα της επιλεκτικής μνήμης. Για την ακρίβεια, η απώθηση ή η άρνηση «να θυμηθώ» είναι ένα πρώτο επίπεδο, ενώ η γραφή είναι, τελικά, για τη συγγραφέα μία δευτερογενής βίωση των γεγονότων, ένας μηρυκασμός. Ό,τι δηλαδή είναι η λογοτεχνική γραφή. Θεματικά το μυθιστόρημα, σύμφωνα με τη δηλωμένη πρόθεση της συγγραφέα, είναι η αποτύπωση της σημασίας της «οικογένειας και τι επίδραση μπορεί να έχει στα μέλη της». Και η πρώτη μεγάλη αλυσίδα που φορτώνει η οικογένεια στα παιδιά της-διαφορετικά στα αγόρια και τα κορίτσια- είναι το περίφημο «Τι θα πει ο κόσμος;». Ο «κόσμος» είναι με λακανικούς όρους «ο μεγάλος Άλλος» που τα πανθ’ ορά, που μας ακολουθεί, μας παρακολουθεί, μας ακούει και στο όνομα του οποίου (για την εκ μέρους του αναγνώριση) ενεργούμε, παθαίνουμε, δυστυχούμε ή χαιρόμαστε. Βλέποντας εμάς, ο κόσμος βλέπει ολόκληρη την οικογένεια, γι’ αυτό οι πράξεις μας εκθέτουν τους πάντες, αδέρφια, γονείς, παππούδες και θείους. Συνεπώς, τα άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι όμηροι μέσω των οποίων μας εκβιάζει και μας βιάζει ο «μεγάλος Άλλος», ο κόσμος, κάνοντάς μας να προσαρμόσουμε σ’ αυτόν την αποκλίνουσα λογική μας. Ένας τρόπος να αποφύγεις αυτό τον εκ-βιασμό, αυτό το όνειδος και την οδύνη, είναι να κρυφτείς εντός της οικογένειας, εκχωρώντας τις ενέργειες που συνεπάγονται ευθύνη και έκθεση στο «μεγάλο Άλλο», στον κόσμο, στα μέλη της οικογένειας. Έτσι «η οικογένεια ποτέ δεν μου επέτρεψε να είμαι μόνο ο εαυτός μου, να ’μια μονάχα εγώ…» σημειώνει η συγγραφέας-Σοφία. Άρα η σύσταση του Εγώ δεν επισυμβαίνει. Ώσπου να έλθει ο πρόωρα λήξας γάμος αλλά κυρίως η τρέλα του αγαπημένου ετεροθαλούς αδελφού, του προικισμένου Ορέστη(το καμάρι του πατέρα και της αριστερής Ελπίδας). Εδώ η τρέλα παρουσιάζεται ως αναχώρηση όχι εντός αλλά εκτός του κόσμου(«κλείστηκε σ’ έναν κόσμο δικό του»). Η ίδια η συγγραφέας παρουσιάζεται κι αυτή σαν αναχωρητής, αλλάς εντός του κόσμου. Για την ακρίβεια κινείται στα όρια, καθώς η δικής της λογική διαφέρει από την «κρατούσα»(εξ ου και η αφόρητη μοναξιά). Όσο για τους άλλους, εκείνοι είναι «ο εαυτός τους» ανάλογα με το συσχετισμό δύναμης. Η αριστοκράτης Δαπόντε είχε λόγω της δύναμης της οικογένειάς της τη δυνατότητα να είναι ο εαυτός της. Αντίθετα, η Δήμητρα ή Ντιντή έπρεπε «να βρίσκει τρόπους για να εξευμενίζει τους γύρω της». Η συγγραφέας είναι η διαφορετική, η δακτυλοδειχτούμενη, που θα συμφιλιωθεί με τη μητέρας της μόνο όταν εκείνη πεθάνει. Αλλά η διαπίστωση που σοκάρει είναι ότι «σαν λαός δεν έχουμε ταυτότητα πια, κι αν είχαμε, σιγά σιγά τη χάνουμε… ξενιτεμένοι όλοι στον ίδιο τους τον τόπο… δεν ανήκουν πια πουθενά, δεν ανήκουν, είναι μονάδες, λειτουργούν σαν μονάδες…». Οι «αριστεροί εκ του ασφαλούς», οι προδότες της τάξης τους είναι τίποτα μπροστά στην προηγούμενη διαπίστωση αλλά και μπροστά στον αριστερό εργάτη της Κοκκινιάς. Ύστερα η ανάγκη του να πιστεύεις, να ανήκεις κάπου σαν αντίδοτο στην αφόρητη μοναξιά. Αλλά να, η νέα εποχή έρχεται, είναι η εποχή της μεγάλης «απληστίας» των γιάπις. Η πραγματική οικονομία (πατέρας-μηχανουργείο) θα συγκρουσθεί με τα παιδιά(εικονική οικονομία-χρηματιστήριο) που εντέλει θα καταστραφούν(όχι όλα, όχι εντελώς). Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη σκηνή της διαθήκης, έτσι δηλαδή όπως άρχισε, και τη ρήση «μια οικογένεια είμαστε»! Ο ειρωνικός τόνος δείχνει την παρακμή του θεσμού της ευρείας οικογένειας αλλά και ενδεχομένως ότι έχει απομείνει, δηλαδή της πυρηνικής οικογένειας.
Συμπέρασμα: Αντικειμενικά το μυθιστόρημα είναι αξιοδιάβαστο. Υποκειμενικά, η Ισμήνη Καπάνταη είναι από τις αγαπημένες μου συγγραφείς.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Δάνδολος Στέφανος: Ο τελευταίος κύκνος

«Η εφηβεία είναι παράδεισος» λέει ο καθηγητής Στάππας, στο νέο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου «Ο τελευταίος κύκνος»(εκδόσεις Καστανιώτη). Όμως, «Ακόμα και η πιο ολόχρυση φαινομενικά εφηβεία είναι σφαγή» θα αντιτείνει ο Ζήνων Παλαιολόγος, κεντρικός ήρωας προηγούμενου βιβλίου. Με την τελευταία άποψη θα συμφωνήσει και η Ιόλη, η αφηγήτρια του «κύκνου». Σφαγή ή παράδεισος; Γιατί η ιστορία μιας παρέας (σχολικής), ενός κλασικού θεσμού κοινωνικής κοινωνικοποίησης, είναι γεμάτη από ακραία βία; Είναι η βία εγγενής στον άνθρωπο, όπως πιστεύουν πολλοί; Όχι λέει ο συγγραφέας. Και μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Παραδόξως, μάλιστα, το λογοτεχνικό κείμενο του Στέφανου Δάνδολου έρχεται σαν συνέχεια της παρουσίασης του βιβλίου του Χ. Ζιν το προηγούμενο Σάββατο, που απαντούσε στο ερώτημα της σχέσης του ανθρώπου με τη βία. Ο Χ. Ζιν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι κακός αλλά γίνεται. «Απ’ όλες τις πρόστυχες μεθόδους, τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να αποφύγουν να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν οι κοινωνικές και ηθικές επιδράσεις στο μυαλό των ανθρώπων, χειρότερη είναι η απόδοση της ποικιλίας των ανθρώπινων συμπεριφορών και χαρακτήρων σε έμφυτες, βιολογικές διαφορές» έλεγε και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η θέση του ψυχολόγου Έρικ Έρικσον που αποδίδει την ανθρώπινη συμπεριφορά στη «μάθηση και τον πολιτισμικό καθορισμό». Ακριβώς αυτό το πολιτιστικό περιβάλλον των νέων της γενιάς του 1980, μιας συγκεκριμένης σχολικής παρέας -χώρος (σχολείο, νότια προάστια), ανθρώπινες σχέσεις(τα «προάστια της μοιχείας» και η μεγάλη πληγή των διαζυγίων), ο ελεύθερος χρόνος, οι μουσικές(κυρίως αυτές)- και κυρίως η βίωσή του από τους νέους, για την ακρίβεια από τους έφηβους περιγράφονται θαυμάσια από τον Στέφανο Δάνδολο στον «Τελευταίο κύκνο». Πρωταγωνιστές: Μία πανέμορφη συμμαθήτρια, η βασίλισσα της τάξης, η Σου που έγινε Λολίτα(τελικά στα ψέματα) για να μοιάσει στην άφθαστη και μακρινή μητέρα της(η«μητέρα της Σου, που δεν είναι τόσο τρομερή μητέρα, αλλά σίγουρα είναι απ’ τις πιο τρομερές γυναίκες στον κόσμο –στη μητέρα της Σου λοιπόν χρωστάμε τον παράδεισο που ζούμε φέτος… Στη μητέρα της Σου χρωστάμε μόνο την κόλαση που γεννήθηκε στο μυαλό μας» σημειώνει ο Δάνδολος). Ο άλλος πρωταγωνιστής είναι ο Σμαρ, ο σκοτεινός πρίγκιπας, αυτός που αυτοκτόνησε, ένα απόγευμα, σταμπάροντας την ψυχή όλων των παιδιών. Και η «κακιά», η Μάγκυ και το φοβερό μίσος της. Αυτή που θα εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα. Τέλος, η Έστερ, ο τελευταίος κύκνος, καρπός του παθιασμένου έρωτα της Σου και του Σμαρ. Όλοι, όλες κι όλα(γιατί υπάρχουν και τα ουδέτερα) στροβιλίζονται σε συνεχείς κύκλους βίας (μέσα από συνεχείς ανατροπές κι αφηγηματικές επινοήσεις) που άλλοτε είναι εξωστρεφείς, στρέφονται εναντίον του άλλου και άλλοτε ενδοβάλλονται, καταλήγοντας ή στον μοναχισμό ή στην αυτοχειρία. Η Ιόλη, η αφηγήτρια(εδώ έχουμε μία ακόμα «ανατροπή») θα μιλήσει στο τέλος του μυθιστορήματος για «όλη την παθογένεια της βίας που σημάδεψε τη γενιά μου και κατέληξα στο ότι η αθωότητά μας απέπνεε μια άγρια ομορφιά απ’ την αρχή κιόλας, προτού μας σπαράξουν οι σκιές ανάμεσα στους γονείς μας κι οι σκιές ανάμεσα σ’ εμάς τους ίδιους. Ακόμα και τα παιγνίδια μας ήταν βίαια… είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα». Η περιπέτεια λοιπόν χωρίς όρια και φρένα, το πάθος και το κυνήγι της ηδονής, διακινδυνεύοντας ακόμη και το χαμό, όπως ταιριάζει στην εφηβεία και τον περιπετειώδη ρομαντισμό της. Και οι σκιές, οι πεθαμένοι μας, όσους σκοτώσαμε κι όσοι μας πλήγωσαν θανάσιμα, μα κυρίως οι πρώτοι, θα βαραίνουν σαν βραχνάς στα μυαλά και την ψυχή μας. Εδώ ο Δάνδολος κάνει μια δική του διαπίστωση, λέγοντας ότι «Είχαμε ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό τα βιώσαμε όλα με τέτοια υπερβολή. Επειδή όσο παθιασμένα είχαμε δεθεί, τόσο παθιασμένα θα χωρίζαμε». Αντίθετα, σήμερα, η Έστερ, το παιδί των δύο χαμένων κύκνων, έχει «πλέι στέισον, νιντέντο, υπολογιστές, ίντερνετ και ογδόντα τηλεοπτικά κανάλια…». Συνεπώς, εκείνο που κάνει πιο σκληρή τη βία είναι το αδιαμεσολάβητο, είναι η αμεσότητα, είναι όταν παιγνίδια γίνονται οι ίδιοι οι φίλοι μας(υποκείμενα και αντικείμενα συγχρόνως) κι εμείς μαζί. Γι’ αυτό και η αγάπη γίνεται βίαιη. Αυτό που σοκάρει είναι αυτή η βιαιότητα της αγάπης, για την ακρίβεια του έρωτα. Ο Δάνδολος διερωτάται γιατί συμβαίνει αυτό και καταλήγει στην απάντηση ότι ο παθιασμένος έρωτας θέλει τετ-α-τετ, θέλει γυμνή σάρκα, θέλει ίλιγγο και χάος, δεν θέλει φρένα και ενδιάμεσους απορροφητές των κραδασμών, θέλει τη γυμνή αλήθεια, σαν γυμνό μαχαίρι, που δεν μπήγετε στην καρδιά αλλά κατευθείαν στην ψυχή. Ο έρωτας είναι αιμοβόρος. Κι εδώ ο Δάνδολος συναντά τον Αξελό, που συνιστά τη φιλία αντί του έρωτα. Εκτός από αιμοχαρής, ο έρωτας και πιο συγκεκριμένα ο ανταγωνισμός παραμορφώνει τα πάντα. Γι’ αυτό εκείνο που όλοι νόμιζαν ως αλήθεια και υπέφεραν γι’ αυτό, δεν ήταν αλήθεια. Ο ανταγωνισμός κυριαρχεί παντού. Ο ανταγωνισμός και η διαμόρφωση των μεγάλων Εγώ είναι το πολιτιστικό περιβάλλον νέων και ενήλικων που διαμορφώνει τις ψυχές και τις ζωές τους. Ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών, ανταγωνισμός μεταξύ παιδιών και γονιών, ανταγωνισμός στις συζυγικές σχέσεις, στις κοινωνικές σχέσεις, προπάντων στις ερωτικές σχέσεις, ο κανιβαλικός ανταγωνισμός παντού, η βία παντού, σαν το σκουλήκι μες στο μήλο. Γι’ αυτό απέναντι στην μνησίκακη και μισερή αγάπη, απέναντι στον ανταγωνιστικό έρωτα των άκρων, ο Δάνδολος προτείνει «να ζήσεις την πιο όμορφη συντροφική αγάπη του κόσμου και να μείνεις μακριά από ακραία ένστικτα». Ναι, στη συντροφική αγάπη, όχι στον έρωτα, ο οποίος αντιμετωπίζεται με λακανικούς όρους, ήτοι ως ψυχική ασθένεια. Δεν αναφέρεται ανοιχτά ότι πρέπει να αλλάξει και το πολιτιστικό περιβάλλον, απλώς υπονοείται. Γιατί το μυθιστόρημα δεν είναι άμεσα πολιτικό. Για την ακρίβεια, ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για το εδώ και τώρα, γι’ αυτό προκρίνει τις λεγόμενες ομόλογες καταστάσεις, αυτές που λειτουργούν θεραπευτικά. Οι ομόλογες καταστάσεις, όπως είναι η αγάπη και η αφοσίωση στην Έστερ ως αγάπη και εξιλέωση για την αδικία προς τους γονείς της Σου και Σμαρ οδηγούν στη γιατρειά των τραυμάτων. Μια τέτοια κατάσταση είναι και το γράψιμο, ως εξωτερίκευση αυτών που κατατρώνε σαν σαράκι την ψυχή, το ίδιο και η μουσική(«μόνο στα τραγούδια μπορούμε να πνίξουμε κάθε σκέψη που μας σκοτώνει»).
Στο αξιοδιάβαστο αυτό βιβλίο, ο Στέφανος Δάνδαλος κινείται στα όρια, σχοινοβατεί, ανάμεσα στην εκλαΐκευση και την εμβάθυνση. Κατά τη γνώμη μας τα κατάφερε.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ζιν Χάουαρντ, διακηρύξεις ελευθερίας

Γνωρίσαμε τον Χάουαρντ Ζιν ως ιστορικό και θεατρικό συγγραφέα, σήμερα μας δίνεται η δυνατότητα να τον γνωρίσουμε και ως δοκιμιογράφο μέσα από το βιβλίο του «Διακηρύξεις ανεξαρτησίας» (Εκδόσεις Εξάρχεια). Ο Ζιν απομυθοποιεί και αποδομεί μια σειρά από κυρίαρχες αρχές και ιδέες, όπως αυτές συστηματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ συστήνοντας την αποκαλούμενη «κυρίαρχη αμερικανική ιδεολογία». Ο Ζιν γράφει με τον τρόπο του Νόαμ Τσόμσκι. Μας παρέχει δηλαδή αποδείξεις των θέσεών του μέσα από γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας αλλά (δεν κάνει μόνο ρεπορτάζ όπως ο Τσόμσκι) πηγαίνει ακόμη πιο πέρα, αναλύοντας το αμερικανικό πολιτικό σύστημα(κράτος, θεσμοί), όπου η διάκριση των εξουσιών δεν υφίσταται, αλλά και τις εδραιωμένες πεποιθήσεις και πολιτικές αντιλήψεις. Με άλλα λόγια και πάντα από την οπτική γωνία των «κάτω», προσφεύγει στη θεωρία και στους Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Μακιαβέλι, Χομπς, Λοκ, Μάντισον, Ρουσώ, Τζέφερσον, Φρόιντ και Μαρξ, άλλοτε για να τους ανατρέψει κι άλλοτε για την ενίσχυση των απόψεών του. Πριν αρχίσουμε να παρουσιάζουμε τη διαπραγμάτευση των θέσεων του Ζιν για τον Μακιαβέλι, οφείλουμε να καταγράψουμε μία θέση του που θεωρούμε σημαντική καθώς εισάγει τον διαρκή αναστοχασμό: «Οι εμπειρίες που βιώσαμε αυτόν τον αιώνα(σ.σ. ο Ζιν αναφέρεται στον 20ο αι.) μας διδάσκουν ότι οι παλιές κατεστημένες αντιλήψεις, οι παραδοσιακές πεποιθήσεις, με άλλα λόγια ο συστηματοποιημένος σωρός των ιδεολογιών –καπιταλισμός, σοσιαλισμός, δημοκρατία- πρέπει να αποδιαρθρωθεί, έτσι ώστε να μπορέσουμε να παίξουμε και να πειραματιστούμε με τα υλικά ραφής, να προσθέσουμε καινούργια στοιχεία και να δημιουργήσουμε νέους συνδυασμούς με χαλαρότερους δεσμούς. Είναι γεγονός, καθώς οδεύουμε στον 21ο αιώνα, ότι χρειαζόμαστε απεγνωσμένα νέες, ευρηματικές προσεγγίσεις στα ανθρώπινα προβλήματα του καιρού μας. Όταν οι πολίτες οι ίδιοι λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, όταν ακούν με σκεπτικισμό τους σπουδαίους διανοούμενους και τους ειδικούς, και όταν επεξεργάζονται οι ίδιοι τα μεγάλα ζητήματα του σημερινού κόσμου, τότε γεννιέται η δημοκρατία». Ακολουθεί η εξέταση του Μακιαβέλι μέσα από το βιβλίο «ο Πρίγκιπας»(ή «Ο ηγεμόνας»). Εδώ ο Ζιν θα αποδοκιμάσει τον «πολιτικό τυφλοσούρτη» που αποκαλείται «ρεαλισμός» (ή μακιαβελισμός), την ιδέα ότι ο σκοπός (η κυριαρχία) αγιάζει τα μέσα(τη βία). Ομοίως, διακρίνει την «αλήθεια» του Μακιαβέλι από τη δική μας αλήθεια, την πραγματικότητά του από τη δική μας πραγματικότητα. Γιατί τίποτα δεν είναι απόλυτο, καμία πραγματικότητα και καμία αλήθεια δεν είναι αντικειμενική, κανείς δεν έχει τα ίδια συμφέροντα με τον άλλο. Βέβαια, ο Μακιαβέλι ήταν ειλικρινής. Δεν αναφερόταν, όπως οι σύγχρονοι φαρισαίοι και μακιαβελίσκοι οπαδοί του, σε γενικά και κοινά συμφέροντα αλλά σ’ αυτό που «συμφέρει έναν πρίγκηπα». Εξάλλου το βιβλίο του ήταν αφιερωμένο στον Λορέντζο ντι Μέντιτσι, του οποίου η οικογένεια κυβερνούσε τη Φλωρεντία. Ο πρίγκιπας σύμφωνα με τον Μακιαβέλι πρέπει να μιμείται «και το λιοντάρι και την αλεπού». Το λιοντάρι χρησιμοποιεί τη δύναμη(όταν η πειθώ δεν μπορεί να λειτουργήσει). Και η αλεπού την παραπλάνηση: «Οι πρίγκιπες που δεν λάμβαναν υπόψη την καλή πίστη πέτυχαν σπουδαία πράγματα και κατάφεραν με πανουργία να μπερδέψουν τα μυαλά των ανθρώπων». Αυτά λέει ο Μακιαβέλι, νομιμοποιώντας την ιδέα του με τη θέση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως κακοί. Γι’ αυτό όλοι οι δικτάτορες και οι βοναπαρτίσκοι υιοθέτησαν αυτή την άποψη. Εδώ ο Ζιν παραθέτει μια σειρά παραδείγματα, όπως του Ρούσβελτ (μια βιογραφία του τιτλοφορήθηκε: Ρούσβελτ: Το λιοντάρι και η αλεπού), που επανειλημμένα εξαπάτησε τους Αμερικανούς την περίοδο πριν το Περλ Χάρμπορ. Το ίδιο έκανε και ο Γούντροου Ουίλσον που εξελέγει με το σύνθημα της μη εμπλοκής των Αμερικανών στον Α παγκόσμιο πόλεμο κι όταν κέρδισε τις εκλογές έβαλε τις ΗΠΑ στον πόλεμο! «Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον Ζιν, ο μακιαβελισμός κυριαρχεί στην εξωτερική πολιτική…». Αλλά όπως προείπαμε ο μακιαβελισμός ταυτίζεται με τον ρεαλισμό κι αυτός με την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κακός, γεγονός που αναγκάζει τον ηγεμόνα να γίνει κακός, αν θέλει να επιτύχει μέσα σ’ έναν κόσμο κακών. Ο Ζιν παραθέτει μια σειρά φιλοσόφους και παραδείγματα για να δείξει ότι ο άνθρωπος δεν είναι κακός αλλά γίνεται. Έτσι, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ έλεγε πως «Απ’ όλες τις πρόστυχες μεθόδους, τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να αποφύγουν να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν οι κοινωνικές και ηθικές επιδράσεις στο μυαλό των ανθρώπων, χειρότερη είναι η απόδοση της ποικιλίας των ανθρώπινων συμπεριφορών και χαρακτήρων σε έμφυτες, βιολογικές διαφορές». Ακόμα και η σύγχρονη αμερικανική σχολή της κοινωνιο-βιολογίας που ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι είναι «εγγενώς επιθετικοί», δεν εννοεί σύμφωνα με τον Ζιν ότι «όλοι έχουμε γεννηθεί με ένα ακαταμάχητο ορμέμφυτο επιθετικότητας, αλλά ότι η ύπαρξή της εξαρτάται από το περιβάλλον μας». Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ επιθετικότητας και βιαιότητας (όπως έχουμε δει αλλού, η Χάνα Άρεντ κάνει τη διάκριση μεταξύ βίας και δύναμης). Επίσης χρησιμοποιείται η μελέτη του ανθρωπολόγου Κόλιν Τέρνμπελ(The Forest People) όπου περιγράφεται η ζωή των Πυγμαίων του δάσους Ίτουρι στην κεντρική Αφρική, «οι οποίοι τιμωρούσαν κάποιον που έτυχε να σφάλει, στέλνοντάς τον στο δάσος για να στεναχωρηθεί»! Βρήκε όμως και φυλές που ήταν επιθετικές και τα μέλη τους εγωιστικά. Εξ αυτού τεκμαίρεται ότι τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά οφείλονται στο περιβάλλον και τις συνθήκες διαβίωσης: «Η σχετικά εύκολη ζωή των ανθρώπων του δάσους καλλιέργησε την καλή θέληση και τη γενναιοδωρία». Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η θέση του ψυχολόγου Έρικ Έρικσον που αποδίδει την ανθρώπινη συμπεριφορά στη «μάθηση και τον πολιτισμικό καθορισμό». Στη συνέχεια ο Ζιν μιλάει για τον πόλεμο, χωρίς όμως να διακρίνει την συστηματική και οργανωμένη κρατική βία από την ατομική βία. Απλώς θεωρεί τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, τους Ιδρυτές-Πατέρες, το Θείο Σαμ, τη σημαία, τον εθνικό ύμνο ιδεολογία και εργαλεία μάθησης στη βία καθώς και στην υποταγή. Πρόκειται με άλλα λόγια για κοινά ιδεολογικά ψεύδη με σκοπό την υποταγή. Όχι λοιπόν στην απόλυτη και άκριτη υπακοή. Ένα άλλο ψεύδος είναι αυτό της ελευθερίας. Ο Αμερικανο-ιάπωνας πατέρας του Πίτερ Ότα συνελήφθη το 1941, τη μέρα του γάμου του, και κατέληξε μαζί με άλλους καλεσμένους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μισούλα της Μοντάνα… Το σχολείο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν γελοίο… Ένα από τα βασικά μαθήματά μας ήταν η αμερικάνικη ιστορία. Μας μιλούσαν για ελευθερία συνεχώς(γέλια)»!
Ένα άλλο ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι ο «νόμος και δικαιοσύνη» και η πολιτική ανυπακοή. Μπορεί κάποιος να μην υπακούει στο νόμο; Ναι, λέει ο Ζιν, αρκεί η πράξη του να συνάδει με τη δικαιοσύνη. Άρα όταν ο νόμος υπηρετεί την αδικία μπορεί να τον παραβαίνει κανείς. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν έχουμε παραβίαση του νόμου για κοινωνικούς σκοπούς. Το ανώτατο κριτήριο δεν είναι ο νόμος αλλά η δικαιοσύνη(υπ’ αυτή την οπτική ότι «είναι νόμιμο δεν είναι και ηθικό»).
Αλλά το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι ότι ο αντίπαλος των εργαζομένων είναι αόρατος. Όπως στα «Σταφύλια της Οργής» του Τζον Στάιμπεκ, όπου ένας αγρότης που έχασε τη γη του έρχεται αντιμέτωπος με τον οδηγό της μπουλντόζας που γκρέμιζε το σπίτι του, τον σημαδεύει με το όπλο, αλλά ο οδηγός του λέει ότι εκτελεί διαταγές ενός τραπεζίτη από την Οκλαχόμα, που ομοίως εκτελεί διαταγές ενός τραπεζίτη της Ν. Υόρκης. Ο αγρότης χτυπιέται: «Τότε εγώ ποιον να πυροβολήσω;»!

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

HOMO AMERICANUS(εκδόσεις Καστανιώτη)

Απόσπασμα από τον Επίλογο


Το πρόβλημα σήμερα των ΗΠΑ είναι η απώλεια του κύρους τους ως υπόδειγμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και η κρίση των νομιμοποιητικών όρων της πολιτικής τους. Γι’ αυτό οι επιστροφές, η ανάγκη για νέα αρχή. Η δεκαετία του 1920 είναι η στιγμή της ενηλικίωσης των ΗΠΑ, της απεξάρτησης από τα ευρωπαϊκά «δάνεια», της εκκίνησης του αμερικανικού οχήματος, που με καύσιμο την μεγάλη φαντασιακή κατασκευή και την «τεράστια ζωτικότητα των ψευδαισθήσεων» (το αμερικανικό όνειρο και η πίστη ότι «ο κόσμος στηριζόταν στο φτερό της νεράιδας») θα σπάσει όλα τα όρια ταχύτητας, δημιουργώντας τον σημερινό ίλιγγο του κενού. Τότε υπήρχαν «μόνο οι κυνηγημένοι, (και) αυτοί που κυνηγούν», «οι πλούσιοι (που) γίνονται πιο πλούσιοι» σημειώνει ο Φιτζέραλντ. Ακριβώς όπως και σήμερα. Ο υπέροχος Γκάτσμπι ήθελε να φέρει «πίσω το παρελθόν», να ξαναβιώσει την παιδικότητά του, που ήταν άθλια, ανασυστήνοντάς την μέσω του χρήματος. Ανάλογες επιστροφές στην «καθαρότητα», ή στη βίωση εκείνου που δεν βιώθηκε ή διέλαθε παρατηρούνται συνεχώς στις ΗΠΑ. Αλλά, ενώ ο Κρούγκμαν μιλάει για μία επιστροφή στη δεκαετία του 1920(ο ίδιος όπως και ο Ρίφκιν θα ήθελαν την επιστροφή στο 1960), ο Βόννεγκατ μιλάει για την επιστροφή στην εποχή με τα «ματζούνια»[40]!

ΟΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ

Στις ΗΠΑ «οι θυμωμένοι άνθρωποι» σαν τον Λεπέν βρίσκονται ήδη στην εξουσία, γράφει σε άρθρο του στους «The New York Times» o γνωστός οικονομολόγος του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης Πώλ Κρούγκμαν και αναφέρει την περίπτωση του πολιτικά ακραίου αμερικανού υπουργού Δικαιοσύνης, Τζον Άσκροφτ. Ο Κρούγκμαν, κάνοντας μία σύγκριση μεταξύ της Γαλλίας και των ΗΠΑ θεωρεί ότι ο Λιονέλ Ζοσπέν κατά το ανάλογο του Αλ Γκορ, αν και θαυμάσιος άνθρωπος, ήταν «άχρωμος» στην προεκλογική του εκστρατεία και έπεσε θύμα του εφησυχασμού και της απάθειας των «μετριοπαθών ψηφοφόρων». Το πρόβλημα του μεγάλου ποσοστού των «θυμωμένων ανθρώπων» και στις δύο χώρες οφείλεται στην ανασφάλεια και την επιθυμία τους να επιστρέψουν σε μια μορφή «καθαρότητας», σε παλαιότερες, δηλαδή, εποχές και παραδοσιακές αξίες στις οποίες δεν υπήρχε το ενοχλητικό μείγμα ανθρώπων και ιδεών που υπάρχει σήμερα.

Πολλοί αναλυτές στις ΗΠΑ, όπως και ο Π. Κρούγκμαν, εκδηλώνουν την αγωνία και το φόβο ότι η δυσαρέσκεια και η δυσανεξία τείνουν να μεταφερθούν πλέον από την περιφέρεια και τις φτωχές χώρες στην κοινωνική βάση των μητροπολιτικών κέντρων. Μόνο που αυτό συνέβαινε πάντα. Οι ΗΠΑ ως χώρα έχει δεχτεί τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα στην ιστορία. Και γι’ αυτό ανέπτυξε μία ποικιλότροπη πολιτική συμπεριλήψεων (ενσωμάτωσης) και αποκλεισμών. Κυρίως ανέπτυξε τις τεχνικές μετάθεσης της κεντρικής σύγκρουσης στην περιφέρεια μέσω της διόγκωσης των πολιτισμικών διαφορών των «κάτω», των γηγενών και των ξένων (νέων μεταναστών). Αλλά αυτοί που βλέπουν τη μετανάστευση ως σημερινό φαινόμενο, ισχυρίζονται πως επειδή τα παλαιά πολιτικά μορφώματα (τα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά και η Εκκλησία) και το εργατικό κίνημα έχουν αποσυντεθεί πλήρως, ο κίνδυνος της σύγκρουσης «κοινωνίας και αγοράς» φαίνεται να προέρχεται όχι πλέον από την αριστερά αλλά από την πλευρά του φασισμού. Θεωρούν μάλιστα ότι οι μεγαλύτερες βιομηχανικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν σήμερα μια τέτοια σύγκρουση, που αν εδραιωθεί και σκληρυνθεί μέσα στο πολιτικό αδιέξοδο, τότε το έδαφος θα είναι και πάλι έτοιμο για την πολιτική παρόρμηση που είναι γνωστή ως φασισμός. «Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν μπει σε μια προ-φασιστική κοινωνική κατάσταση που θα ωριμάσει με άσχημο τρόπο εάν επικρατήσουν οι επιταγές της αγοράς, εάν το εμπόριο και η χρηματοπιστωτική οικονομία αρνηθούν να υιοθετήσουν διαλλακτικότερες επιδιώξεις» γράφει ο Ουίλιαμ Γκρέιντερ, αρχισυντάκτης του περιοδικού Rolling Stone[41]. Η περίπτωση Χάιντερ στην Αυστρία και του Λεπέν στη Γαλλία φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις θέσεις αυτές που επαληθεύονται ακόμα περισσότερο στις ΗΠΑ όπου οι ομοϊδεάτες του Λεπέν, όπως σημειώνει ο Κρούγκμαν, βρίσκονται ήδη στην εξουσία εκ του γεγονότος ότι είναι ενσωματωμένοι στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Όμως, ο Λεπέν καταποντίστηκε από τον Σαρκοζί, καθώς ο δεύτερος ενσωμάτωσε το λόγο του πρώτου. Σημαίνει άραγε αυτό ότι και στην Ευρώπη οι φασίστες είναι πλέον στην εξουσία; Αλλά το πιο σημαντικό δεν είναι ότι ο φασισμός και ο ρατσισμός είναι στην εξουσία. Το σημαντικότερο είναι πως ο φασισμός και ο ρατσισμός έχουν ενσταλαχθεί στην «καρδιά» των «κάτω» της Ευρώπης, στους οποίους έχει επιβληθεί μια ξενοφοβική ανασφάλεια, που έχει αντικειμενική αφετηρία, αφού οι μετανάστες απειλούν τους «γηγενείς» στην εργασία (και υποστηρίζονται από τους «πάνω» ως φτηνή και απεργοσπαστική εργατική δύναμη). Εδώ φαίνεται η υπεροχή της πολιτικής δεξιάς από την αριστερά, καθώς η πρώτη επιβάλλει τη δική της πολιτισμική, ρατσιστική εξήγηση (φταίνε οι «κακοί» από την φυλετική τους κούνια μετανάστες), ενώ η δεύτερη αδυνατεί να αντιπαραθέσει τη δική της πολιτική εξήγηση, αποκαλύπτοντας το ψεύδος ό,τι για όλα φταίει η δήθεν παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, που δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη ακολουθεί τα βήματα και τις πολιτικές των έμπειρων Αμερικανών στα ζητήματα αντιμετώπισης όχι μόνο των μεταναστών αλλά και των «κάτω» συνολικά. Κοντολογίς, ο ρατσισμός έχει μία καίρια πολιτική διάσταση που είναι ο διαρκής «εμφύλιος των κάτω» καθώς μεταθέτει τη σύγκρουση στην περιφέρεια(σε δευτερεύοντα ζητήματα), δημιουργώντας συνθήκες αποσυσσωμάτωσης και ελέγχου.

Μερικοί θεωρούν πως το κεντρικό οικονομικό πρόβλημα στην εποχή μας, η οποία δεν είναι και τόσο διαφορετικής φύσεως από την προηγούμενη βιομηχανική επανάσταση, είναι η υπερβολική προσφορά, «η συσσώρευση πλεοναζόντων εργοστασίων, καθώς χτίζονται συγχρόνως και νέα στις αναδυόμενες αγορές, η μαζική ανεργία και οι φθίνοντες μισθοί, οι αρρύθμιστοι εμπορικοί αγώνες για είσοδο στην αγορά και τα μερίδια στη βιομηχανική βάση, ο κορεσμός της αγοράς που ρίχνει τιμές και κέρδη, οι ανελέητοι ανταγωνισμοί που οδηγούν στη δημιουργία καρτέλ...» (Ουίλιαμ Γκρέιντερ: «Ο Μανιακός Καπιταλισμός»). Η υπερβολική λοιπόν προσφορά δεν μπορεί να απορροφηθεί ούτε από τον άνεργο καταναλωτή ούτε από το συνεχώς μειούμενο μισθό του εργαζόμενου. Η υπερσυσσώρευση λειτουργεί σαν ένα «πανωσήκωμα» που απειλεί να γκρεμίσει όλο το οικοδόμημα. Και είναι ψευδαίσθηση ότι το σύστημα μπορεί να αυτορυθμιστεί επιτυγχάνοντας μία ισορροπία μεταξύ προσφοράς-ζήτησης και χαλιναγωγώντας την τάση του κεφαλαίου για γρήγορη και υψηλότερη απόδοση. Η καταστροφή θα είναι βέβαιη αν δεν υπάρξουν άμεσα μέτρα ελέγχου του κεφαλαίου και στήριξης του «χαμένου της επανάστασης» που είναι η εργασία. Ο αντι-Ροβεσπιέρος δε αυτής της «επανάστασης», ο τρομοκράτης είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που επιβάλλει την ύψιστη αρχή «της μεγέθυνσης των αποδόσεων του κεφαλαίου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εθνική ταυτότητα ή οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες». Η σχετική αυτονόμηση μάλιστα του συστήματος οδηγεί και στη θυσία ακόμα και των μεγάλων παικτών, δηλαδή των «παιδιών» του συστήματος, πρωτίστως όμως οδηγεί στην αναντιστοιχία πραγματικής και εικονικής οικονομίας. Οι σκεπτικιστές αυτοί έχουν την πεποίθηση ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη, αρκεί οι όροι της μεγέθυνσης να επανακαθοριστούν με στόχο την επίτευξη μιας σταθερής ισορροπίας τόσο με την εργασία όσο και το φυσικό κόσμο. Η μεγέθυνση μ’ αυτούς τους όρους σημαίνει βελτίωση της «γενικής ευημερίας». Επισημαίνεται, όμως, η άμεση ανάγκη της επαναρρύθμισης της παγκόσμιας αγοράς, όσο είναι νωρίς, μέσω της επιβράδυνσης της κινητικότητας των κεφαλαίων και τον περιορισμό των αμιγώς κερδοσκοπικών εγχειρημάτων, με στόχο τη σταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος. Με άλλα λόγια, να υπάρξει μια λογική, αναλογική και ελεγχόμενη απόκλιση της «μη πραγματικής»-χρηματιστικής οικονομίας από την πραγματική οικονομία και να βοηθηθούν «οι περιφερειακές χώρες» να επιβιώσουν. Όλα αυτά, όμως, πρέπει να γίνουν αποδεκτά απ’ όλες τις χώρες και κυρίως απ’ αυτές που ωφελούνται σήμερα, όπως οι ΗΠΑ. Αλλά οι μεγάλες χρηματιστικές επιχειρήσεις αντιδρούν εντονότατα σε μια τέτοια προοπτική. Το ίδιο και οι μεγάλοι βιομηχανικοί κολοσσοί, καθώς βλέπουν ότι η ελεύθερη ροή κεφαλαίων μειώνει το κόστος εργασίας και δεν επιτρέπει τις κοινωνικές πολιτικές. Γι’ αυτό προτείνουν ρυθμίσεις στις οποίες θα δεσμεύονται μόνο οι άλλοι, όπως π.χ. η επιβολή de facto κανόνων στις διάφορες χώρες, μέσω της «βοήθειας» που θα παρέχει σ’ αυτές το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όμως, όλη αυτή η συλλογιστική που βασίζεται στη διάκριση προσφοράς-ζήτησης και την υποτιθέμενη δύναμη του καταναλωτή είναι ψευδής, όπως λέει ο Γκαλμπρέηθ. Το οικονομικό και πολιτικό μάρκετινγκ ελέγχει τους πάντες και τα πάντα.

Τέλος, η προτεινόμενη νέα ιδεολογία ενός «παγκόσμιου ουμανισμού» και ακόμα «ο συγκερασμός της αγοράς και της δημοκρατίας», «η επιβολή διεθνών κανόνων για ελάχιστα ημερομίσθια», «ο ιδιοκτήτης εργαζόμενος», «ο εθνικός έλεγχος πάνω στο παγκόσμιο κεφάλαιο» θεωρούνται υλοποιήσιμες μόνο μετά από μία καταστροφική κρίση, πολιτική ή οικονομική, αφού για την ώρα κανείς δεν σκέφτεται τέτοιου είδους διευθετήσεις. Ήδη, η καταστροφική επιστροφή σ’ ένα «φαιό» πολιτικό παρελθόν είναι ήδη ορατή...

ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΙΣΤΗ και η ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

Οι νέες τεχνολογίες ως πίστη και λατρεία είναι μία ακόμη προσπάθεια μεταφυσικής νομιμοποίησης του status quo. Η αντίληψη ότι το μέσο είναι το μήνυμα είναι μία ιδεοληπτική υπερβολή, προερχόμενη από τη λατρεία των νέων τεχνολογιών, και για να ισχύσει απαιτεί την πίστη σε μία… πίστη είτε αυτή είναι ο προτεσταντικός φονταμενταλισμός είτε ο νέο-θετικισμός είτε ακόμη ο καλτ καταναλωτισμός είτε η νέα civil religion, η νέα πολιτική θρησκεία του αμερικάνικού πατριωτισμού (με την έννοια ενός κατασκευασμένου και προσαρμοσμένου «πολυπολιτισμού»), που καθιστά «ιερή» και απαραβίαστη την Αμερική. Χρειάζεται δηλαδή ένα νέο «ιδεολογικό» περιεχόμενο που παραδόξως περικλύει το μέσο και το οποίο δήθεν μεταδίδεται… κληρονομικά από μηχανή σε μηχανή! Αυτή είναι η συνέπεια μιας σχετικά νέας πίστης, που είναι η λατρεία της μηχανής και των νέων τεχνολογιών. Μια λατρεία η οποία εμφυλοχώρησε ακόμη και στην Αριστερά, δημιουργώντας έναν ακόμη ιδιότυπο μυστικισμό, που έχει ως αφετηρία την προτεσταντική παράδοση και συνδέθηκε με τον Θετικισμό (τη λατρεία της γραμμικής Προόδου μέσω των νέων τεχνολογιών) και τον καταναλωτισμό, για να καταλήξει στη σημερινή προσπάθεια δημιουργίας μιας civil religion της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, τη «νέα πολυθρησκευτική», ή «πολυπολιτισμική» θρησκεία, τη νέα πολύ-πίστη, που περιλαμβάνει όλους όσους πιστεύουν σ’ ένα Θεό (εκτός βρίσκονται μόνο οι άθεοι-άπιστοι) και έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας νέας «εμπνέουσας αξίας» (ή πολύ-αξίας), ενοποιώντας πνευματικά και πολιτικά (το ομοσπονδιακό Σύνταγμα παραμένει υπεράνω όλων) την αμερικανική αυτοκρατορία, όπως ο χριστιανισμός ενοποίησε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Έχουμε, δηλαδή, μία Civitas Dei που χρειάζεται συνεχώς νέες πίστεις και γιατί όχι νέους θεούς (καλτ πρόσωπα). Αυτή η χύτρα που θα χωράει τα πάντα, συμφύροντάς τα αδιακρίτως θα είναι η αντίληψη της «μετανεωτερικότητας».

Στη μετανεωτερική οπτική του κόσμου «όλα παίζουν» και «όλα παίζονται», αλλά και όλα είναι σχετικά μέσα στη γενικευμένη αβεβαιότητα. Γι’ αυτό ο ενδεικνυόμενος τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων είναι η «θεωρία των παιγνίων», οι θεωρίες του χάους και ο περίφημος νόμος της Τύχης, δηλαδή της απροσδιοριστίας. Μόνο που η μετανεωτερικότητα εμπεριέχει μια σοβαρή αντίφαση, αρνείται το απόλυτο, αρνείται τους νόμους (ακόμη και αυτός της απροσδιοριστίας είναι ένας «νόμος») και συνεπώς τις «ταυτότητες» και τις απόλυτες βεβαιότητες-πίστεις. Είναι δηλαδή μία πίστη που αρνείται την πίστη. Ή, διαφορετικά, είναι μία πίστη που ενσωματώνει και τη μη πίστη. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να παράσχει μια νέα «ταυτότητα» ειμή μόνο αυτή του χαμαιλέοντα που, όμως, τρελαίνεται σαν τον Άμλετ από την πληθώρα (πραγματικών ή ψευδαισθησιακών) επιλογών καθώς δεν ξέρει ποιο χρώμα να διαλέξει, όταν βρίσκεται πάνω σε μια πολύχρωμη σκωτσέζικη φούστα. Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε τις ΗΠΑ παρουσίασε πολλές δυσκολίες διότι τα παλαιά δίπολα «εσωτερικό-εξωτερικό», «δημόσιο-ιδιωτικό», «πόλεμος-ειρήνη» και ακόμη «παγκόσμιο-τοπικό» έχουν και δεν έχουν καταργηθεί, είναι και δεν είναι, αλλά προπάντων δεν έχουν αποσαφηνιστεί οι νέες αντιθέσεις. Αυτό οφείλεται στην μεταιχμιακή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε (σε μια εποχή μεταξύ των εποχών) και όπου η μεταβατικότητα διαπερνά τα πάντα, ενώ άλλοτε αποδυναμώνει και άλλοτε ενισχύει τις παλιές αντιθέσεις. Η πολιτιστική ομογενοποίηση ενισχύει μεν τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση αλλά συγχρόνως ενισχύει την τοπικότητα και τις ιδιαίτερες, εθνικές κουλτούρες, που αντιστέκονται στην εξαφάνιση. Ο πόλεμος, ή η βία αλλού γίνονται αποδεκτές ως εγγεγραμμένες στη… φύση των πραγμάτων (δημιουργική βία, δημιουργική καταστροφή κ.ά.) και αλλού λογίζονται ως παραλογισμός, τροφοδοτώντας ένα ογκούμενο παγκόσμιο φιλειρηνικό κίνημα. Η τέχνη και κυρίως η θρησκεία, παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ[42] είχε προδιαγράψει εδώ και δύο αιώνες ότι όσο και αν τις θαυμάζουμε δεν κλίνουμε πια το γόνυ μπροστά τους, λειτουργούν ακόμη λατρευτικά, διαμορφώνοντας ένα ακόμη δίπολο, δύο κόσμους: έναν που χρειάζεται τη θρησκεία για να τονώνει τη φαντασία των μαζών, νομιμοποιώντας τους σκοπούς της ηθικής και πολιτικής τάξης του και έναν άλλον, πιο περιορισμένο κόσμο που έχει αντικαταστήσει τη θρησκεία με την επιστήμη και την τεχνολογική επανάσταση χωρίς όμως τις μεταφυσικές και τις δήθεν ουδέτερες ιδεολογικά διαστάσεις τους. Τα μέλη του δεύτερου κόσμου δεν είναι άθρησκοι, αλλά μη-θρήσκοι, που αντιμετωπίζουν τη θρησκεία ως μέρος της «παράδοσης» και ακολουθούν το τελετουργικό της κατά τις σημαντικές γιορτές. Για να το θέσουμε αλλιώς, σήμερα υπάρχει ένας κόσμος που «κάνει ότι πιστεύει», ακολουθώντας ορισμένα θρησκευτικά τελετουργικά και ήθη, δίκην σεβασμού στην παράδοση και σ’ έναν τρόπο ζωής (lifestyle), όπως συμβαίνει στην Ευρώπη κι ένα μικρό μέρος των πολιτών των ΗΠΑ και σε εκείνους που «πιστεύουν πραγματικά», τους οποίους αποκαλούμε φονταμενταλιστές. Άρα το νέο δίπολο είναι «φονταμενταλιστές-μη φονταμενταλιστές»[43]. Υπ’ αυτή τη διάκριση, η Ευρώπη (χαμηλός αριθμός θρησκευόμενων) είναι «μη φονταμενταλιστική» ενώ οι ΗΠΑ καθώς και ένα σημαντικό μέρος του ισλαμικού κόσμου είναι φονταμενταλιστικό καθώς ο αριθμός των θρησκευόμενων εκεί (όπου η θρησκεία βιώνεται ως «ριζική εμπειρία») είναι τεράστιος. Παραδόξως, δεν έχουμε μία σύγκρουση της Ευρώπης με την Αμερική (τουλάχιστον όχι ακόμα), αλλά μία σύγκρουση των φονταμενταλισμών Δύσης και Ανατολής. Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε μία ταυτότητα, η οποία, όμως, παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη αντίθεση. Εδώ δεν έχουμε την ενότητα των αντιθέτων, αλλά την αντίθεση των ομοίων. Αυτό δεν είναι τόσο διακριτό λόγω της απόκρυψης της ύπαρξης του αμερικανικού φονταμενταλισμού. Ο Λευκός Οίκος οργανώνει βομβαρδισμούς άλλων φονταμενταλισμών, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που οι φανατικοί δεξιοί πολέμιοι της ανδρικής ομοφυλοφιλίας στις ΗΠΑ οργανώνουν τα «ξυλοφορτώματα των γκέι» κατά τη διάρκεια των οποίων τους βιάζουν, αποδεικνύοντας ότι πίσω από το φανατισμό τους κρύβεται η δική τους ομοφυλοφιλία! Όπως ο γκέι συναντά στον φανατικό αντι-γκέι τον εγελιανό «αντιθετικό προσδιορισμό» του, το ίδιο και ο αμερικανικός φονταμενταλισμός συναντά τον όμοιό του, ή καλύτερα ικανοποιείται με τη μορφή του αντιθέτου του που είναι ο ίδιος, δηλαδή το βιασμό του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Βλέπουμε ότι δίπλα στα «παλαιά» δίπολα παρά την ανακήρυξη του «τέλους» τους έχουμε και νέα δίπολα, αλλά όχι νέες αντιθέσεις, καθώς τα κυρίαρχα δίπολα σήμερα (ΗΠΑ-Ισλάμ) είναι ταυτολογικά (δηλαδή ψευδοδίπολα)! Και κάτω από το σεντόνι των «ψευδο-αντιθέσεων» βρίσκονται τα πραγματικά και κυνικά οικονικο-γεωπολιτικά συμφέροντα. Αλλά το γεγονός και μόνο ότι η επίκληση των «ψευδο-αντιθέσεων» λειτουργεί στις ΗΠΑ και αλλού σημαίνει την ύπαρξη ενός πολιτιστικού «εδάφους» που τις αποδέχεται, νομιμοποιώντας τις πραγματικές δραστηριότητες και σκοπιμότητες.

Πάντως, καθώς η μεταβατικότητα καθιστά τα πάντα ρευστά, η προσπάθεια να καταγράψει κανείς το «νέο» εν κινήσει είναι αφόρητα δύσκολη και ανάγεται περισσότερο στην φιλοσοφική ενατένιση ή την ποιητική διαίσθηση. Όμως, μπορεί κανείς να προσδιορίσει πιο ορθολογικά γιατί φθάσαμε ως εδώ και όχι αλλού. Μπορούμε να διακρίνουμε γιατί σκεφτόμαστε έτσι και όχι αλλιώς και κυρίως να δούμε τις διαγραφόμενες τάσεις σ’ ένα πάντα ρευστό και συγκρουσιακό περιβάλλον. Αυτό προσπαθήσαμε εδώ.

Ενίοτε οι ιστορικές αναλογίες βοηθούν να «δούμε» το μέλλον. Αλλά πάντα οι αναγωγές είναι επικίνδυνες όταν πρόκειται για ριζικές αλλαγές. Πάντως, όλα είναι ανοιχτά. Και αυτή ή η άλλη έκβαση θα εξαρτηθεί από το συσχετισμό δυνάμεων, που αυτή τη στιγμή είναι καταφανώς υπέρ των «πλανητικών πάνω». Οι τελευταίοι δρουν χωρίς αντίπαλο αφού ένα κίνημα των «πλανητικών κάτω» δεν υφίσταται ούτε είναι ορατό ακόμη. Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός εξακολουθούν να δημιουργούν της αποσσυσωματώσεις και τις πολυδιασπάσεις των «κάτω» σε εθνικό επίπεδο. Στο πλανητικό πεδίο δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο εκτός από το «φόρουμ» στο οποίο επενδύει ο Νόαμ Τσόμσκι και που μέχρι στιγμής είναι η «σκιά» του G8, εξαντλούμενο σ’ ένα αντίπαλο θέαμα, που αποκτάει νόημα και διαφεύγει από τον έλεγχο μόνο όταν έχει νεκρούς. Καμία νέα «πίστη», κανένα νέο ιδεολογικό όχημα των «κάτω» δεν υπάρχει που να αντιπαρατίθεται ισχυρά στο αξιακό σύστημα των «πάνω», που είναι το Εγώ και το Χρήμα. Η ισορροπία μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας με τη διαμόρφωση «ορίων συσσώρευσης» είναι μία πλάνη, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, καθώς η προσπάθεια διαμόρφωσης κάτι τέτοιου σε εθνικό επίπεδο είναι σαν να προσπαθεί κανείς να ξεφύγει μόνος του από την παγκόσμια μαφία. Συνεπώς, ή θα υπάρξει ένα παγκόσμιο κίνημα που δεν θα αμύνεται απλώς αλλά και θα προτείνει, αντιπαραθέτοντας ένα νέο είδος ανθρώπου στο σημερινό εγωτικό κανίβαλο, ένα είδος που θα βρίσκει τον εαυτό του και την πλήρωσή του στο Εμείς, στη συλλογικότητα, που θα επανεφεύρει την Αγάπη ως αρμό των διυποκειμενικών σχέσεων σε βάρος της δύναμης και της απληστίας, που θα προτείνει μία προοπτική της εργασίας που δεν θα είναι άχθος αλλά δημιουργία, ή η σημερινή κίνηση με ιλιγγιώδη ταχύτητα του κανιβαλικού καπιταλισμού, που ήδη έχει στρατιωτικοποιήσει τις οικονομικές σχέσεις και σαρώνει το κράτος πρόνοιας, προς την άβυσσο θα συνεχιστεί αδιατάρακτα. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένα παγκόσμιο κίνημα της διευρυμένης πολιτικής και κοινωνικής «οικολογίας», που θα περιλαμβάνει τη σχέση μας με τη φύση (που σημαίνει επίσης ένα οικονομικό όριο στη συσσώρευση αλλά και να ξαναγίνουμε «φυσικοί») αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του «οίκου» που λέγεται Γη, των ανθρώπων ως μερών της φύσης. Αυτό σημαίνει επανένταξη του ανθρώπου και του πνεύματός του στη φύση και τη φύση του. Σημαίνει μια νέα φιλοσοφία και στάση ζωής, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν είναι εκτός αλλά εντός της φύσης. Σημαίνει εξάλειψη του ρατσισμού και σε πολιτικό επίπεδο απάλειψη της δυνατότητας των «πάνω» να μεταθέτουν τις συγκρούσεις στην περιφέρεια, δημιουργώντας τους εμφυλίους των «κάτω». Όλοι οι «κάτω» είμαστε μετανάστες στο σπίτι μας, ακόμη και στον εαυτό μας. Γι’ αυτό όλοι «οι άλλοι (δεν είμαστε αλλά αντικειμενικά) είναι εμείς». Ο πλούτος του μείγματος που θα δημιουργηθεί από αυτή τη συνάντηση ανθρώπων και πολιτισμών θα είναι εκρηκτικό και θα παράσχει ένα νέο πλούσιο νόημα ζωής όχι μόνο για τους «κάτω» αλλά και για τους «πάνω». Με άλλα λόγια, οι «κάτω», όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα, θα εκφράσουν και τα υπαρξιακά και οντολογικά αιτήματα των «πάνω». Βέβαια, «το μέλλον διαρκεί πολύ», όπως κάθε μεταβατική περίοδος, όπως κάθε εποχή μεταξύ των εποχών, όπως κάθε μεσαίωνας, όπου το παλιό έχει ξεθυμάνει τελείως αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμη εμφανιστεί…

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Κακουλίδης Γιώργος

Ο Νίκος Εμμανουηλίδης είναι ποινικός κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού. Μία 25η Μαρτίου μπαίνει στο κελί του ο ανακριτής και του ανακοινώνει ότι την επόμενη εβδομάδα μπορεί να κάνει χρήση της επταήμερης άδειάς του. Ο κρατούμενος αδιαφορεί αρχικά, αλλά τελικά κάνει χρήση της άδειας καθώς μαθαίνει ότι ένας παιδικός του φίλος, ο Έκτορας, ο τυφλός στοχαστής, συμβουλάτορας και συμπαραστάτης του στα δύσκολα, αυτοκτόνησε. Όταν ο Νίκος αρρώσταινε, ο Έκτορας του έλεγε ιστορίες «μαγικού ρεαλισμού», αφού παρότι ξεπηδούσαν από έναν κόσμο μαγικό «έβγαιναν αληθινές». Έτσι, το αφήγημα του Κακουλίδη: η λέσχη της στιγμής(εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη) κινείται μεταξύ πραγματικών ονείρων και ονειρικής πραγματικότητας. Οι ήρωες ζουν στα όρια, στα σύνορα, συγκεκριμένα στον ορίζοντα, εκεί όπου συναντάται η θάλασσα με τον ουρανό, ο χρόνος με τη στιγμή. Εκείνο, εξάλλου, που έδεσε τον Νίκο, τον Έκτορα και τους άλλους της παρέας τους ήταν η συνείδηση αυτής της συνάντησης που οδήγησε στη σύσταση της «Λέσχης της Στιγμής». Η ιστορία της Στιγμής και της «Λέσχης της Στιγμής» καταγράφηκε σ’ ένα «κίτρινο σχολικό τετράδιο» και παραδόθηκε δίκην πολιτικής παρακαταθήκης στον συγγραφέα και αφηγητή που μετέχει της παρέας και μας πληροφορεί πως «Η Λέσχη(της Στιγμής) γεννήθηκε στο καφενείο του Πρόγια, στην πλατεία Πλαστήρα» και είχε ως καταστατικό στόχο της την υπεράσπιση των στιγμών, αφού η ζωή είναι οι στιγμές της, αυτές «είναι οι μόνες που μας οδηγούν». Έτσι το «φάντασμα της στιγμής» άρχισε τη δεκαετία του ’60 να πλανάται πάνω από την Αθήνα!
Ο τυφλός Έκτορας μεγάλωσε ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Λέσχης της Στιγμής και αφού σπούδασε δημιούργησε ένα δικό του κύκλο όπου δίδασκε την «ελευθερία της στιγμής». Η αποδοχή στη Λέσχη είχε ως αναγκαίο όρο να μπορείς «να νιώθεις πως κάθε στιγμή, που είναι η μητέρα της ευγένειας, είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να υπερασπιστείς αυτή την έρημη ζωή. Ο κόσμος αγνοεί τις στιγμές του, τις πετά, νομίζει πως δεν είναι τίποτα…». Η σπείρα των διαδοχικών στιγμών παράγει «φύση», αυτή που όταν «έρχεται η τρομερή τελευταία ώρα του καθενός, του δίνει τη δύναμη να χαθεί». Εδώ βλέπουμε ότι η βίωση των στιγμών επανασυνδέει τον άνθρωπο με τη φύση (από την οποία αποσπάστηκε κατά την Αναγέννηση σύμφωνα με τον Κώστα Παπαϊωάννου). Υπό μία άλλη οπτική, τη λογοτεχνική της Ισμήνης Καπάνταη, ο ου-τόπος της δικαιοσύνης, της αγάπης και του θεωμένου έρωτα για τον Άλλον υπάρχει και βιώνεται για μια στιγμή, εκείνη τη στιγμή της άρσης, της μεγάλης άρνησης, του ξεσηκωμού, τότε που συστήνονται οι βιογραφίες και συντελείται η Ιστορία, τότε που η ζωή, όπως και ο θάνατος, αποκτούν το νόημά τους. Έτσι, περίπου, καταλήγει η ηρωίδα της Ισμήνης Καπάνταη, όταν προτρέπει τον αναζητητή της ιστορικής αλήθειας να δει με «χριστιανική αρετή» και «ευσπλαχνία» τους ήρωες των ηττημένων, τους τρελούς και τους αλαφροϊσκιωτους (Ζηλωτές), αυτούς στους οποίους όλοι οι αδικημένοι που εξανέστησαν χρωστούν τη βίωση της ανεπανάληπτης στιγμής του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» και γι’ αυτό το λόγο τους απονέμουν τον τίτλο του «άλατος της Γης». Η διαφορά στον Κακουλίδη είναι ότι αυτός δεν μιλάει μόνο για τη μία, τη μοναδική ενδεχομένως Μεγάλη Στιγμή της Καπάνταη, αλλά για όλες τις στιγμές(κυρίως τις μικρές), που είναι ιερές και τους αξίζει ένας λατρευτικός χώρος, όπως η εκκλησία στο Μπουένος Άιρες, όπου η ιεροτελεστία είναι ο χορός, το τάνγκο. Για να καταλάβετε ακόμα και ο καρκίνος οφείλεται σ’ ένα «κύτταρο που δε βρίσκει ούτε μια στιγμή δική του για ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί…». «Ζήστε όπως θέλετε…» λέει το καταστατικό της Λέσχης της Στιγμής, ή «Ζήστε όπως σας ταιριάζει» που θα έλεγε κι ο παλιός ποιητής Τζιάκομο Λεοπάρντι, αλλιώς θα είστε ένας «πεθαμένος εν ζωή».
Οι αλκοολικοί εργάτες, οι μητέρες που είναι τιναγμένες στον αέρα, γενικώς οι τρελοί είναι οι απελπισμένοι που θέλησαν να ζήσουν τις στιγμές τους και δεν τα κατάφεραν. Γι’ αυτό ο χημικός ζουρλομανδύας, τα χάπια επιχειρούν την αναχαίτιση των στιγμών. Η «γιορτή της στιγμής» (στο εστιατόριο του Φιλίπο) μοιάζει με την «τρελίτσα», που οι Άγγλοι θα ονομάσουν moral insanity και ο Φουκό «ηθική τρέλα: «Τρέλα που καθιστά οιονεί αόρατη την απουσία κάθε αλογίας» (κρυφή τρέλα).
Η «τρελίτσα» ή η κρυφή τρέλα είναι η αντιπυρά που σώζει από την πυρά, από την τρέλα και δεν είναι παρά το τελετουργικό βύθισμα στις φαντασιώσεις, εκεί όπου το τραγικό πρόσωπο, που είμαστε, βρίσκει «μέσα στην νύχτα τη σκοτεινή αλήθεια της μέρας» (στη μανιο-κατάθλιψη που κατά τον Γουίλλις δεν είναι ασθένεια), είναι «κρυφή φωτιά, που εντός της μάχονται φλόγες (μανία) και καπνός(μελαγχολία), είναι ο φορέας αυτού του φωτός και αυτής της σκιάς». Αλλά τι σημαίνει τρελίτσα και σε τι διαφέρει από την «αντικειμενική», μη συνειδητή τρέλα; Αν ο μη τρελός μέσω της συνειδητής «τρέλας» επιχειρεί μέσω του λυρισμού και της τελετουργίας να βρει μέσα στη νύχτα το σκοτάδι της ημέρας. Ο τρελός και ο τραγικός δεν διαλέγονται, δεν έχουν κοινή γλώσσα, όπως παλιότερα(κλασική εποχή). Τώρα η τρέλα δεν είναι το σημάδι ενός άλλου κόσμου αλλά σημάδι του τίποτε, κάτι που δεν υπάρχει. Γι’ αυτό ο εγκλεισμός είναι «μια πράξη εκμηδενισμού του μηδενός». Όλη αυτή η παρέκβαση για να υποστηρίξουμε ότι οι ήρωες του Κακουλίδη δεν είναι τρελοί(όπως πιθανόν να εκληφθούν) αλλά τραγικοί.
Οι ήρωες εδώ είναι έξ-υπνοι (εκτός ύπνου), αλλά σκέφτονται με όρους ονείρου. Εκείνο που τους σώζει από το θάμπωμα και τη νοητική νύχτα το καταμεσήμερο είναι η τρελίτσα και δη η συλλογική(η παρέα της Λέσχης), τουτέστιν η πράξη. Κανείς εδώ δεν είναι μόνος. Αυτή η συλλογικότητα είναι η ασπίδα μπροστά στο ρίσκο να κοιτάξεις τον ήλιο, τη Μέδουσα χωρίς να μαρμαρώσεις. Εδώ συμβαίνει ότι με τον Ντεκάρτ που «κλείνει τα μάτια και βουλώνει τα αυτιά του»(Φουκό) και προστατεύεται για να μην τυφλωθεί από τη γητειά, όπως τυφλώνεται ο τρελός, που κοιτάζοντας τον ήλιο και όντας τυφλωμένος «βλέπει» ό,τι φαντάζεται για να βλέπει καλύτερα την αληθινή διαύγεια του ουσιώδους φωτός. Η μαθηματική επιστήμη και η καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- θα γίνει «μία μάθηση του φωτός», που ό,τι περισσεύει θα το κόβει, θεωρώντας το παράλογο, σκοτεινό, μεταφυσικό, τρελό. Αυτό που κόβει ο χασάπης ο Προκρούστης, δηλαδή οι στιγμές μας, αρνούνται οι ήρωες του Κακουλίδη.
Τελικά η στιγμή είναι ο ψίθυρος του υπόρρητου, του χρόνου που ανασυντίθεται μέσα σε μια σιωπή που διασχίζεται από κραυγές. Εδώ η τρέλα είναι η κραυγή του τέλους και η δυνατότητα για μια νέα αρχή, είναι το διφορούμενο του χάους και της αποκάλυψης. Αλλά είναι και η επανακάλυψη της ελευθερίας που έχει λησμονηθεί. Εδώ, στις στιγμές, απελευθερώνονται όλα αυτά που η ηθική, η θρησκεία, η κοινωνία έχουν καταπνίξει. Η τρέλα της επιθυμίας, τα πιο αλόγιστα πάθη και οι παράλογοι φόνοι νομιμοποιούνται, είναι «σωφροσύνη και λόγος, αφού ανήκουν στην τάξη της φύσης». Εδώ ο άνθρωπος συντονίζεται με τη φύση του.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Οικονομίδου Χριστίνα, ποίηση

Η Χριστίνα Οικονομίδου στη συλλογή ποιημάτων της με τον τίτλο «Matthew και Shirley» (εκδόσεις Απόπειρα) επιλέγει κείμενα και τα βάζει να συνομιλούν μεταξύ τους, καθιστώντας τα διακείμενα, τα οποία με τη δική της ποιητική παρεμβολή τα αρμολογεί, δημιουργώντας ένα αυθεντικό, κατάδικό της ποιητικό οικοδόμημα. Η Μνήμη, ο Έρωτας, ο Χρόνος, το Γήρας, ο Θάνατος, Αρσενικά και Θηλυκά, είναι τα κεντρικά θέματα διαπραγμάτευσης. Μόνο που η οπτική γωνία θέασης όλων αυτών είναι ένας ου-τόπος, καθώς δεν υπάρχει πατρίδα, δεν υπάρχει τόπος, καθώς ένας Heimatlos, ένας άπατρις, ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα θεάται μόνο από τη θέση του τίποτα, του πουθενά, του ουδενός και του μηδενός, θεάται από την μεριά του χάους και του Χάους(με την έννοια του τίποτα αλλά και της καζαντζακικής «αναδημιουργίας»). Η Οικονομίδου ενεργοποιείται με την ποίηση και κάνει ποίηση. Ξεκινάει με Νίκο Καρούζο: «…Ψηλά η νύχτα μοιάζει έρωτας/αυτοκτονεί ο διάττων./ Είμ’ ένας άνθρωπος φανταστικός». «Είμαι Εγώ, είμαι τεράστιος, τα περικλείω όλα…»(Ουίτμαν). Όχι. Ο Καρούζος και η Οικονομίδου, που τον παραθέτει, δεν αναφέρονται στα τεράστια, τα μεγάλα και ηρωικά Εγώ του Ουίτμαν, αλλά σ’ έναν «άνθρωπο φανταστικό», όπως εκείνη η γυναίκα που «καταπίνει έντομα/την ώρα που αναπνέει…», γιατί «τα έντομα τη βοηθούν να τραγουδήσει…»! Αυτός ο άνθρωπος της καθημερινότητας, ο φανταστικός, κατοικεί στις «λαϊκές γειτονιές», εκεί όπου όλα τα «κατοικίδια υλικά, λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο σχηματίζοντας ένα απέραντο κοινόβιο..». Κι ύστερα τα «Παπούτσια Νο 43». Εκείνος «…ριγεί και συρρικνώνεται, μες στο κοστούμι του που ανασυνθέτεται. (Για να ταιριάζει με τα καλογυαλισμένα του παπούτσια)… Ο πόθος έχει πια χαθεί. Τα πάντα μοιάζουν πεθαμένα». Ο φόβος συρρικνώνει, όπως στον Κάφκα. Εδώ ο κύριος «Παπούτσια Νο 43» δεν κρίνεται αλλά αυτοκρίνεται ως λίγος. Ο φόβος του λογοκρίνει την επιθυμία κι ο πόθος πεθαίνει. Παραδόξως, τα παπούτσια του Άλλου υπό μία άλλη οπτική, αυτή της Ρεμπέκας Μίλλερ(Πορτρέτα γυναικών) έχουν την ίδια κατάληξη. Την απόρριψη. «Ένα πρωί η Γκρέκα Χέρσκοβιτς κοίταξε τα παπούτσια του άντρα της και συνειδητοποίησε, με συνταρακτική βεβαιότητα, ότι ήταν έτοιμη να τον εγκαταλείψει. Τα παπούτσια του ήταν απλά, φτηνά και ανθεκτικά, με καφέ ενισχυμένες μύτες. Η Γκρέτα φορούσε ένα ζευγάρι μυτερά ίσια παπούτσια από δέρμα αλιγάτορα»(Μίλλερ). Αυτή η φαινομενικά παράδοξη, αλλά στην πραγματικότητα... μέγιστη συμβολική (ταξική) διαφορά του ζεύγους στο θέμα των παπουτσιών τους ήταν η αιτία του χωρισμού, ή καλύτερα της «εγκατάλειψης» του «αόρατου» αρσενικού από το επιτυχημένο πλέον επαγγελματικά και κατά συνέπεια «ορατού» θήλεως. Αλλά και τα επιτυχημένα. «καλογυαλισμένα παπούτσια Νο 43» την ίδια τύχη έχουν. Και τούτο διότι η Οικονομίδου θεάται τα πράγματα από την αριστερή όχθη. Στην πραγματικότητα τα πιτσιλισμένα με χρυσόσκονη παπούτσια του Άντι Γουόρχολ νίκησαν κατά κράτος τόσο τα παπούτσια του Βαν Γκογκ όσο και τα παπούτσια εργασίας του Φλόιντ Μπάροουζ. Στη Ρεμπέκα Μίλλερ, μάλιστα, το δέρμα αλιγάτορα των παπουτσιών της κακάσχημης, αλλήθωρης, αλλά επιτυχημένης Γκρέτας «νίκησε» το φτηνό δέρμα του πανέμορφου αλλά άσημου Λι. Η κυριαρχία της μεταμοντέρνας τέχνης σημαίνει την πλήρη επικράτηση του φαίνεσθαι επί του είναι και εκφράζει το μαρασμό της εσωτερικότητας και του θυμικού. Δεν πρόκειται βέβαια για πλήρη εξαφάνιση κάθε είδους συγκίνησης, αισθήματος ή συναισθήματος αλλά μάλλον για την επιστροφή του απωθημένου, κάποιας περίεργης ενόρμησης, μιας διακοσμητικής ευφροσύνης και μιας αλλόκοτης ανακούφισης. Όπως ακριβώς κατά την πρωινή επίσκεψή μας στην τουαλέτα. Το επισημαίνει η Οικονομίδου: «Τρέχεις στην τουαλέτα ν’ ανακουφιστείς. (Φιλήδονα απορρίμματα: οι άνθρωποι που έφερες κοντά σου…)». Αλλά τα απορρίμματα, τα φροϋδικά «ταγικά υπολείμματα»(ταγικά κύριε διορθωτά κι όχι τραγικά) αργούν ακόμη να δημιουργηθούν. Πρώτα έρχεται η φθορά στη «Γριά γυναίκα (που) λούζεται γυμνή και δεν τη νοιάζει αν τη βλέπουν». Πρόκειται για τη συμφιλίωση με την Ώρα(εποχή, χρόνο) που καθιστά τη γριά Ωραία, αλλά η οποία δεν είναι πάντοτε δεδομένη, αντιθέτως μάλιστα. Αλλά να, φθάνουμε στον Jacques Hassoun και την «απέραντη σκληρότητα» που «ασκεί στον εαυτό του και στους άλλους» ο χωρίς πατρίδα, ο άπατρις, ο ξεριζωμένος σύμφωνα με τη Σιμόν Βέηλ, ο άρριζος.
Αλλά ποια είναι η Shirley και ποιος ο Matthew; Η ταυτότητα του αρσενικού και του θηλυκού αναζητείται μέσω της σεξουαλικότητας αλλά και της συμβολικής ή ουσιαστικής εξουσίας, αυτής της «συνήθειας χρόνων» που «σου επιτρέπει να επιβάλλεσαι, δια της απουσίας σου, στην καθημερινότητά της». Η ηδονή πάει κι έρχεται ατσαλάκωτη. Όλα είναι απλοί αντικατοπτρισμοί καθρεπτών. Κανείς δεν ξοδεύεται. Κανείς δεν χάνει. Γι’ αυτό κανείς δεν κερδίζει. Όλα μια ηδονή αυτεπίστροφη. Σαν αυνανισμός εις διπλούν(όρος θρησκευτικός). Κι ύστερα η «γλώσσα των δακρύων». Το «είδα στον ύπνο μου/μια ολόκληρη σειρά/ από δάκρυα μου θυμίζουν εκείνο το ερώτημα του Πετράρχη αλλά και του Τζιάκομο Λεοπάρντι: «γιατί μια στιγμή ηδονής να ισοδυναμεί με χίλιες οδύνες;». Η «γλώσσα των δακρύων», το πληγωμένο Εγώ που αγορεύει, τι καταπληκτικό ποίημα. Γιατί τα διακείμενα ενίοτε είναι ένα καινούργιο κείμενο, ένα νέο ποίημα(«Λες πως δεν γράφω/Πια συνθήματα/Στον χάρτη/Της αφής/Σου… Σε πλένω θλιμμένα/Προσπαθώ να ξεβάψω/Εμένα/Απ’ το χείλι του νόστου/Σου…».
Ακολουθούν οι «Ταυτότητες»: «Κάποιες φορές το πλήθος σού παραχωρεί ένα πρόσωπο, του δίνεις όνομα, μπολιάζοντας το μύθο στην πραγματικότητα...»(Carol Ann Duffy). Έτσι, άλλοτε «ντύνεσαι» Shirley, άλλοτε γίνεσαι Matthew κι άλλοτε θέλεις να φύγεις: «…να γίνω άγαλμα/μακριά από τον πόθο και την ενοχή/να ξεμπερδέψω με την υστεροφημία μου/σ’ ένα μουσείο λαϊκής πορνογραφίας,/να ξεπαστρέψω τους έρωτες και τα μελλούμενα/σ’ ένα συκώτι μουλιασμένο στο αλκοόλ». Να πάλι ο Λεοπάρντι και το μέγα πρόβλημα(αντίφαση) των διανοουμένων που δεν μπορούν να αντέξουν τη ματαιότητα σε συνδυασμό με το τεράστιο Εγώ τους και την αγάπη για ΖΩΗ. Γι’ αυτό «σβήνουν» το πάθος τους μες σε ηδονές-υποκατάστατα και τα λογής ψυχοτρόπα. Και να τα «Σπασμένα κόκκαλα ανθίζουν/στο μπακόνι στου». Γιατί όλα είναι «Ζήτα Ωμέγα Ήτα», δηλαδή ΖΩΗ, «ή μήπως Ήττα». Να, η ματαίωση που φεύγει από το παράθυρο του διανοούμενου και επιστρέφει από την πίσω πόρτα. Παρακάμπτουμε, λόγω χώρου, το «σπίτι»-σώμα και προχωράμε στον «επίλογο». Εδώ η ύπαρξη συνυφαίνεται με τη βιο-ιστορία καθώς «δεν θα ήμασταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν κάποιοι να αφηγηθούν την ιστορία μας…». Θαυμάσια ποίηση.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Βέιλ Σιμόν

Στη Γαλλία γιορτάζουν τα εκατό χρόνια από τη γέννηση μιας ξεχωριστής φιλοσόφου, της Σιμόν Βέιλ(1909-1943). Πρόκειται για μία άγνωστη διανοούμενη εκτός Γαλλίας, που είχε ιδιαίτερη σχέση με τη φιλοσοφία και τη ζωή, καθώς ήταν και χριστιανή και μαρξίστρια, αλλά πέθανε νωρίς, μόλις τα 33 της χρόνια, το 1943, κάνοντας ουσιαστικά απεργία πείνας σε ένδειξη συμπαράστασης στους Γάλλους που λιμοκτονούσαν λόγω του πολέμου. Η Βέιλ σταμάτησε την από καθέδρας διδασκαλία της και πήγε δύο χρόνια (1934-35) ως απλή εργάτρια στα μεγάλα εργοστάσια(Ρενώ) για να γνωρίσει στο πετσί της την κατάσταση της εργατικής τάξης(συνδυασμός της κουλτούρας της εργατικής τάξης και της φιλοσοφίας). Ακολούθησε η συμμετοχή της στις διεθνείς ταξιαρχίες στον ισπανικό εμφύλιο το 1936. Το 1941 θα εργαστεί στους αγρούς, ενώ το 1942 θα εγκαταλείψει τη Γαλλία και θα πάει στη Νέα Υόρκη και ακολούθως στο Λονδίνο, όπου θα γίνει συναγωνίστρια του στρατηγού ντε Γκωλ. Για την Βέιλ, ο σεβασμός προς τον άλλον, προς τον άνθρωπο είναι η μόνη υποχρέωση. Κι αυτή πληρούται όταν ο σεβασμός είναι πραγματικός και όχι υπερβατικός. Και ο πραγματικός σεβασμός είναι αυτός που καλύπτει τις γήινες ανάγκες του ανθρώπου, που είναι φυσικές(τροφή, στέγη, ζεστασιά κ.ά.) αλλά κυρίως αυτός που ικανοποιεί τις ανάγκες για τη ζωή της ψυχής. Η συνονόματή της, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ την άκουγε να λέει στους διαδρόμους της Σορβόνης, πως «Ένα μόνο πράγμα αξίζει σήμερα στον κόσμο, η επανάσταση που θα δώσει τροφή σ’ όλο τον κόσμο». Αλλά είπαμε, αυτός ο «σεβασμός», αυτή η επανάσταση δεν είναι ολοκληρωμένη, αν δεν συνοδεύεται από ένα νόημα, που θα τρέφει και την ψυχή.
Στο βιβλίο της «το ρίζωμα» η Σιμόν Βέιλ(L’ enracinement, folio essays, Gallimard, 1949) επισημαίνει πως «το ρίζωμα» είναι η πιο σπουδαία και η πιο παραγνωρισμένη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής. Μία ανθρώπινη ύπαρξη έχει μία ρίζα από την πραγματική, ενεργητική και φυσική συμμετοχή της στην ύπαρξη μιας συλλογικότητας, που κρατάει ζωντανούς κάποιους θησαυρούς του παρελθόντος και κάποια προαισθήματα του μέλλοντος. Η φυσική συμμετοχή σημαίνει αυτόματα τον τόπο, τη γέννηση, το επάγγελμα, το ανθρώπινο περιβάλλον. Αλλά κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από ποικίλες ρίζες, όπως η ηθική, η πνευματική και διανοητική ζωή, διαμέσου των πεδίων των οποίων είναι φυσικό μέρος. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου(«οι ανάγκες της ψυχής») η Σιμόν Βέιλ σημειώνει ότι η υποχρέωση (obligation) κατισχύει του δικαίου. Διότι ένα δικαίωμα δεν είναι αφ’ εαυτού του αποτελεσματικό, αλλά από την υποχρέωση στην οποία αντιστοιχεί. Η πραγματική πλήρωση ενός δικαιώματος δεν προκύπτει από εκείνον που το κατέχει, αλλά από όλους εκείνους τους ανθρώπους που αναγνωρίζουν ότι είναι υποχρεωμένοι κατά ένα τρόπο σχετικά μ’ αυτό. Η υποχρέωση συνεπώς είναι αποτελεσματική όταν αναγνωρίζεται. Το ίδιο και το δικαίωμα, δεν είναι τίποτα όταν δεν αναγνωρίζεται. Μόνο η υποχρέωση συνδέει τις ανθρώπινες υπάρξεις. Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ύπαρξη έχει έναν αιώνιο προορισμό(πίστη), επιβάλλει μία και μόνο υποχρέωση, αυτή του «σεβασμού». Η υποχρέωση δεν επιτελείται παρά εάν είναι πραγματικά εκφρασμένη μ’ έναν τρόπο πραγματικό κι όχι φανταστικό. Επιτελείται δηλαδή μέσω των επίγειων αναγκών του ανθρώπου. Παραδείγματα: Οι Αιγύπτιοι σκέφτονταν ότι μία ψυχή δεν μπορεί να δικαιωθεί μετά θάνατον εάν δεν μπορεί να πει: «Δεν άφησα κανέναν να υποφέρει από πείνα». Το ίδιο ισχύει και για τους χριστιανούς. Οι ανάγκες που όταν δεν ικανοποιούνται αναλογούν σε «θάνατο», χωρίζονται σε φυσικές όπως η πείνα, η προστασία από τη βία, η κατοικία, η ένδυση, η ζεστασιά, η υγιεινή και η φροντίδα σε περίπτωση ασθένειας. Και σε ανάγκες της «ηθικής ζωής», που αφορούν την «τροφή της ψυχής», όπως ο σεβασμός σε μία συλλογικότητα, την πατρίδα, την οικογένεια κ.ά.
Ένα σακί σιτάρι μπορεί να αντικατασταθεί από ένα σακί σιτάρι, αλλά η τροφή που προσφέρει μία συλλογικότητα στην ψυχή των μελών της, δεν έχει ισοδύναμο μέσα στο σύμπαν ολόκληρο. Δεν πρέπει να συγχέουμε τις ανάγκες της ψυχής με τις επιθυμίες, τα καπρίτσια, τις φαντασιώσεις, τα βίτσια. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη το ρύζι ή τις πατάτες αλλά την τροφή. Ομοίως δεν έχει ανάγκη το κάρβουνο ή το ξύλο αλλά τη ζεστασιά(ή τη δροσιά, την εργασία και την ανάπαυση). Γι’ αυτό πρέπει να αναγνωρίζουμε τις διαφορετικές ικανοποιήσεις των αναγκών της ψυχής, που είναι ισοδύναμες και απαντούν στις ίδιες ανάγκες. Μία άλλη ανάγκη της ψυχής είναι η ελευθερία επιλογής. Η κοινή ζωή περιορίζει τις επιλογές. Η υποταγή στους κανόνες αλλά και η υποταγή σε ανθρώπινες υπάρξεις, θεωρούμενες ηγετικές είναι μία ακόμα ανάγκη. Ακόμη, η πρωτοβουλία και η υπευθυνότητα, το να αισθάνεται κανείς χρήσιμος και συγχρόνως απαραίτητος είναι ζωτικές ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής. Το παράδειγμα της πλήρους στέρησης των αναγκών αυτών είναι ο Άνεργος, ακόμα και αν βοηθούμενος έχει να φάει, να έχει στέγη και να ντυθεί(κανείς δεν μπορεί να δημιουργεί το φόβο της ανεργίας σε κανέναν). Η ισότητα, επίσης, είναι ζωτική ανάγκη και συνίσταται στο σεβασμό και στην πραγματική δημόσια αναγνώριση, εκφραζόμενη μέσω των θεσμών και των ηθών. Απαιτείται μια ορισμένη ισορροπία μεταξύ ισότητας και ανισότητας. Αλλά σε κάθε περίπτωση ο καθένας πρέπει να είναι ίσος με κάθε άλλον στην ελπίδα τόσο τη δική του όσο και τον παιδιών του. Παράδειγμα: Στο μέτρο που είναι πραγματικά δυνατό για ένα παιδί, γιο ενός εργάτη γης, να γίνει μια μέρα υπουργός, το ίδιο και ο γιος του υπουργού μπορεί να γίνει μια μέρα εργάτης γης.
Σε ό,τι αφορά στη συλλογικότητα, αυτή εισχωρεί ήδη στο μέλλον και συντηρείται όχι μόνο από τους ζωντανούς αλλά και από τα παιδιά που θα έρθουν στον κόσμο στους αιώνες που έρχονται. Η συλλογικότητα έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και συνιστά το μοναδικό όργανο διατήρησης των πνευματικών θησαυρών που συγκέντρωσαν οι νεκροί μας, το μοναδικό όργανο της μεταβίβασης-παράδοσης μέσω του οποίου οι νεκροί μπορούν να μιλήσουν στους ζωντανούς. Είναι το μοναδικό εγκόσμιο πράγμα που αποτελεί έναν άμεσο σύνδεσμο με τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου. Γι’ αυτό η υποχρέωση απέναντι σε μία συλλογικότητα μπορεί να συναρτάται με την ολοκληρωτική θυσία. Όμως μερικές συλλογικότητες αντί να προσφέρουν τροφή, κανιβαλίζουν τις ψυχές. Εδώ έχουμε μία «κοινωνική ασθένεια»(σ.σ. υπαινίσσεται τους ναζί), και η πρώτη υποχρέωση είναι να επιχειρήσουμε τη θεραπεία της, ίσως και χειρουργικά. Τέλος υπάρχουν νεκρές συλλογικότητες, που χωρίς να καταβροχθίζουν ψυχές, δεν προσφέρουν τίποτα. Αυτές οφείλουμε να τις αναζωογονήσουμε, ξαναζωντανεύοντας τις ρίζες. Προσοχή, όμως, στο Χρήμα, γιατί καταστρέφει τις ρίζες παντού όπου εισχωρεί, αντικαθιστώντας όλα τα κίνητρα με την επιθυμία του «νικάν»(gagner). Επίσης, η αγάπη για το παρελθόν, την παράδοση θεωρείται πολλές φορές αντιδραστική. Η παράδοση, όμως, δεν είναι αντιδραστική αφ’ εαυτής. Εξάλλου η επανάσταση βασίζει όλο το σφρίγος της στην παράδοση. Μάλιστα, κάθε πολιτικός, δικαιοδοτικός και τεχνικός νεωτερισμός οφείλει να επιτρέπει στους ανθρώπους να ξαναβρούν τις ρίζες τους. Γι’ αυτό η καταστροφή του παρελθόντος είναι ίσως το πιο μεγάλο έγκλημα. Γι’ αυτό σήμερα η δηλητηρίαση της κοινωνίας έχει φθάσει μέχρι τη διαφθορά της δυστυχίας! Τελικά, το ξερίζωμα γεννά την ειδωλολατρία. Ή αλλιώς, το ξερίζωμα είναι μακράν η πιο επικίνδυνη ασθένεια των ανθρώπινων κοινωνιών. Οι ξεριζωμένες ψυχές περιπίπτουν σε μαρασμό που μοιάζει με θάνατο, άλλοτε μέσω του λήθαργου και άλλοτε της βίας, όπως συνέβη με τους σκλάβους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η έννοια του ξεριζώματος της Βέιλ παραπέμπει στην έννοια της αλλοτρίωσης και της ξένωσης, αλλά εκείνο που αξίζει πάνω απ’ όλα είναι ο πρωτότυπος και ιδιότυπος τρόπος σκέψης της.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Delecroix Vincent

Ένας γηραιός καθηγητής φιλοσοφίας ξεπροβοδίζει μια Κυριακή ένα νεαρό φοιτητή του αλλά αίφνης η πόρτα του σπιτιού του μετά από μία αδέξια κίνηση του επισκέπτη κλείνει, μένοντας κι ο ίδιος εκτός, αφού τα κλειδιά είναι μέσα. Αυτό το κοινό συμβάν είναι το εναρκτήριο γεγονός της νουβέλας-μονολόγου του Vincent Delecroix «Έξω από την πόρτα» (μετάφραση Νίκη Κατακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Γκοβόστης, 2008). Ο σχεδόν 80χρονος καθηγητής διαπιστώνει ότι έμεινε απ’ έξω, ότι εξορίσθηκε από το σπίτι του, από τον προσωπικό του στεγανό κόσμο, από τον αδιαπέραστο κλειστό κύκλο που είναι ο Εαυτός. Τότε σκέφτεται αυτούς που δεν έχουν σπίτι. Πως νιώθουν οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι ανέστιοι; Θεωρεί ότι αυτοί ακόμη κι αν έχουν ένα χαρτόκουτο, ένα τσαντίρι, ένα δωμάτιο όσο άθλιο και να είναι, αποκτούν «μία θέση», οριοθετώντας το «σπίτι τους». «Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι πουθενά, δεν είναι σε κανέναν τόπο, κανένας τόπος δεν είναι δικός τους, δεν έχουν καμία θέση, δεν κατέχουν πια ούτε το ίδιο τους το σώμα, που είναι διαβρωμένο, παραμορφωμένο, τσακισμένο και τελικά εκτός ελέγχου. Ακόμα και μέσα τους… δεν κατοικούν πουθενά. Δεν έχουν κατοικία», είναι χωρίς ρίζες, στον αέρα.
Αλλά το χειρότερο θα συμβεί στον καθηγητή όταν θα περιπλανηθεί στον «έξω», στον μεγάλο κόσμο, όπου θα διαπιστώσει ότι βρίσκεται εξόριστος κι απ’ αυτόν, πριν εξοριστεί από τη ζωή. Κι όσοι νομίζουν ότι είναι στο σπίτι τους, δεν είναι ποτέ. Η παγκόσμια κοινότητα είναι «κολοκύθια νερόβραστα», που πλασάρουν οι «αβυσσαλέα επιφανειακοί» δημοσιογράφοι(οι τιποτένιοι «εκπαιδευτές της ανθρωπότητας»). Αυτοί που «αποκαλούν επικοινωνία αυτό που είναι ανεπανόρθωτη διάσπαση (μια διάσπαση που φτάνει ακριβώς μέχρι το έσχατο όριό της…)». Κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη. Ο κόσμος μάλιστα «είναι ακόμα πιο σκληρός για όποιον ισχυρίζεται ότι μπορεί πράγματι να κάνει κάτι: η μανία του να τον γελοιοποιεί και να τον υποβιβάζει είναι ανάλογη με την ευαισθησία και την εξυπνάδα που εκείνος χρησιμοποιεί γι’ αυτό, έτσι ώστε κάθε του προσπάθεια να στρέφεται εναντίον του…». Αυτός είναι «ο ατσάλινος νόμος της βλακείας».
Όλοι οι άνθρωποι είναι εξόριστοι από την ίδια την ουσία της ζωής, είναι άδειοι, είναι ήδη νεκροί πριν πεθάνουν. Ο κόσμος των ανθρώπων είναι ένα βασίλειο νεκρών, νεκρο-ζώντανων, απέθαντων, ζόμπι. Ακόμη και ο πόνος έχει εξοριστεί. Παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ στην «Αισθητική» του μιλούσε για την αναγκαιότητα των εκδηλώσεων του πόνου μας με δάκρυα και πόσο ωραίος θεσμός ήταν οι μοιρολογίστρες, τώρα κανείς δεν κλαίει. Στη κηδεία των δύο παιδιών του αφηγητή που σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό(παροξυσμός της αδιαφορίας των περαστικών, που προσπερνούσαν) «κανείς δεν τόλμησε να εκδηλώσει τον πόνο του με θόρυβο». Κανείς δεν πονά, κανείς δεν συμπονά, κανείς δεν συμπάσχει πια. Μόνο οι νεκροί μας λυπούνται( στην οραματική συνάντηση με τον νεκρό πατέρα).
Η Κυριακή είναι η πιο δύσκολη μέρα των μοναχικών, είναι η μέρα που η αδιαφορία των άλλων οξύνει τη μοναξιά τους, πολύ περισσότερο αν η χρεία των άλλων τους αναγκάσει κάποιον να προσφύγει στη βοήθειά τους. Γι’ αυτό η μοναξιά τρομοκρατεί περισσότερο κι από το θάνατο. Γι’ αυτό ο κόσμος θα χαθεί από αδιαφορία και θα είναι μέρα Κυριακή. Ο αφηγητής, «εξόριστος» από το σπίτι του θα περιδιαβεί τον κόσμο για να διαπιστώσει ότι είναι εξόριστος κι απ’ αυτόν. Πρώτα θα γνωρίσει την κουτοπόνηρη αδιαφορία των μικροαστών: Ο θυρωρός δεν ανοίγει γιατί είναι μέρα Κυριακή, γιατί έχει στην τηλεόραση φόρμουλα1 και γιατί δεν είναι διατεθειμένος με τίποτα να χαλάσει την ιερότητα του μεσημεριανού φαγητού. «Τίποτα πια δεν διεισδύει σε τούτες τις τρύπες(σ.σ. τα διαμερίσματα, τα σπίτια) εκτός από αυτό που δεν έχει σχήμα, όπως το βουητό της τηλεόρασης…». Το χειρότερο είναι όμως ότι «οι ιδέες, τα λόγια, δεν έχουν πλέον καμιά, μα καμιά πυκνότητα. Είναι όλα διαλυμένα, δίχως ουσία, δίχως δύναμη, στο χαμηλότερο βαθμό πυκνότητας ώστε να μπορούν να περάσουν μονάχα μέσα από τις κλειδαρότρυπες…». Παραδόξως και ο ίδιος αφηγητής σέβεται τον πολιτισμό της Κυριακής, ανέχεται μ’ έναν τρόπο την αδιαφορία, αφού δεν τηλεφωνεί στην αδερφή του για να μην «την ενοχλήσω μεσημέρι Κυριακής»! Σειρά, όμως, έχει το γκαρσόνι που θα αρνηθεί την ανθρωπιά του, ή μάλλον που θα υποκριθεί την ανθρωπιά μέσα στη «γενική υποκρισία». Παριστάνουμε ό,τι είμαστε, ενώ δεν είμαστε παρά μία συγκέντρωση ηλιθίων. «Το να ζούμε σε τούτον τον κόσμο είναι πολύ χειρότερο και μας σκοτώνει πιο ριζικά και πιο βρώμικα». Οι ιδέες (γι’ αυτό και η φιλοσοφία) είναι ξένες. Γι’ αυτό όσο περισσότερο ο άνθρωπος νομίζει ότι ελέγχει τον κόσμο μέσω των επιστημών, τόσο περισσότερο του είναι ξένος, ακατανόητος(φιλοσοφώ σημαίνει καταλαβαίνω). Κανείς δεν θέτει διερωτήσεις, όλοι είναι έξω από τον κόσμο. Οι επιστήμες δεν ενδιαφέρονται για τις ερωτήσεις αλλά για τις απαντήσεις. Η φιλοσοφία «θέλει να κατανοήσει, να συλλάβει το νόημα του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε, όχι να ελέγξει ή να εξηγήσει αυτόν τον κόσμο. Το νόημα δημιουργείται μέσα από τις ερωτήσεις που θέτουμε. Αλλά η εξορία μας από τη φιλοσοφία οδηγεί στην «απόλυτη απελπισία» αφού αγνοούμε τι είναι αυτό «που μας συντρίβει», την ιλιγγιώδη υπερκόπωσή μας. Όσοι αντιλαμβάνονται κενό τρελαίνονται. Η προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θεωρείται αδυναμία, έλλειψη προσαρμογής. Γι’ αυτό η πραγματική τέχνη σήμερα έχει εξοριστεί στους απόπατους. Το κενό γεμίζει με «λατρείες». «Ο καθένας με τη λατρεία του. Τώρα για να ζήσουμε πρέπει να λατρεύουμε, να λατρεύουμε, να λατρεύουμε ό,τι να ‘ναι. Ζούμε σ’ έναν αιώνα γεμάτο λάτρεις» που λατρεύουν τον Ζιντάν και κάποιοι τον Τιτσιάνο. Κι όμως στο σταθμό μας περιμένει το τρένο για το τελευταίο μας ταξίδι.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Ροβεσπιέρος και Ζίζεκ

Ο κομμουνισμός τελείωσε το 1989; «Όχι» απαντά ο Σλαβόι Ζίζεκ (Ροβεσπιέρος: Αρετή και τρομοκρατία, παρουσίαση Σλαβόι Ζίζεκ (Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου), επικρίνοντας τους «φιλελεύθερους αναθεωρητές» που υποστήριξαν ότι το 1989 «σημείωνε το τέλος μιας εποχής η οποία άρχισε το 1789, την τελική αποτυχία του κρατικιστικού-επαναστατικού μοντέλου που εμφανίστηκε αρχικά στο προσκήνιο με τους Ιακωβίνους». Ούτε το τέλος της Ιστορίας επήλθε το 1989(Φουκουγιάμα) ούτε το τέλος της επανάστασης. Ο Ζίζεκ θεωρεί ότι όλα αυτά είναι μία προσπάθεια για «να εξαλείψουμε τα ίχνη (σ.σ. της επανάστασης) όσο το δυνατό πιο εξονυχιστικά». Και ότι οι «ευαίσθητοι φιλελεύθεροι» επιζητούν «μια επανάσταση χωρίς καφεΐνη, μια επανάσταση που να μη μυρίζει επανάσταση». Αλλά ποια είναι η «καφεΐνη» της Γαλλικής Επανάστασης σύμφωνα με τον Ζίζεκ; Το 1793, η Τρομοκρατία. Το πρώτο συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε το 1789 από το 1793. Γιατί η τρομοκρατία του 1793 ήταν απαραίτητη για την προάσπιση της επανάστασης (της «αρετής») του 1789 και τις αρχές της, την ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες.
Πως τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η Αριστερά σήμερα; Μετά το 1990 η Αριστερά αισθάνεται μια «ορισμένη ντροπή» για τον κρατικό συγκεντρωτισμό και την ιακωβίνικη κληρονομιά της επανάστασης και επιζητεί να επαναπροσδιοριστεί, απαλλαγμένη από το «ιακωβίνικο πρότυπο». Αυτό είναι το «πνεύμα της εποχής», το οποίο ο Ζίζεκ υποβιβάζει στην έννοια του «γούστου», στην οποία όμως προσδίδει συγχρόνως την ιστορική βαρύτητα μιας «θεμελιώδους ιδεολογικής διάθεσης». Στην σημερινή εποχή της απροσδιοριστίας και των πολλαπλών «αληθειών», η μία και μοναδική Αλήθεια(το πεπρωμένο της ελευθερίας) του Ροβεσπιέρου δεν υφίσταται. «Η τελευταία μπορεί να πραγματωθεί μόνο με τρομοκρατικά μέσα». Πιο συγκεκριμένα, σε κατάσταση ειρήνης, η αρετή πρέπει να είναι σύμφωνα με τον Ροβεσπιέρο το χαρακτηριστικό της «λαϊκής κυβέρνησης». Όταν, όμως η κατάσταση είναι επαναστατική(έκτακτη ανάγκη), τότε η «λαϊκή κυβέρνηση» οφείλει να κινείται συγχρόνως με αρετή και τρόμο(άτεγκτη δικαιοσύνη). Ο τρόμος χωρίς την αρετή είναι ολέθριος. Στις έκτακτες καταστάσεις η επιείκεια και η συγχώρεση ισοδυναμούν με βαρβαρότητα. Σ’ αυτές τις περιστάσεις το έγκλημα πρέπει να τρομοκρατείται(«Για να προσφέρεις ασφάλεια στην αθωότητα πρέπει να τρομοκρατήσεις το έγκλημα»). Ποια όμως είναι η Αρετή; Τι είναι αυτό που προασπίζεται η τρομοκρατία; Πρέπει κανείς να διαβάσει τους λόγους του Ροβεσπιέρου, που παραθέτει ο Ζίζεκ, για να γίνει αυτό αντιληπτό. Να διαβάσει τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» που πρότεινε ο Ροβεσπιέρος και τυπώθηκε με εντολή της Εθνικής Συμβατικής. Μόνο έτσι θα γίνει κατανοητό ότι η τρομοκρατία δεν αφορούσε ένα «πουκάμισο αδειανό» ή τα πάθη ενός ανθρώπου.
Υπ’ αυτή την οπτική ο Ζίζεκ προτείνει ειδικά στη ριζοσπαστική Αριστερά να αποδεχτεί το «τρομοκρατικό», το ιακωβίνικο παρελθόν της, με κριτικό τρόπο. Τι σημαίνει με κριτικό τρόπο; Να αποδεχτούμε τον «ορθολογικό πυρήνα» της ιακωβίνικης τρομοκρατίας(που είναι φιλειρηνική σε διεθνές επίπεδο). Αυτή η τρομοκρατία αποκαλείται «χειραφετητική τρομοκρατία». Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να αποδεχτούμε την τρομοκρατία ως «θεϊκή βία»(Μπένγιαμιν), χωρίς, όμως, τη σκοταδιστική της μυθοποίηση. Η τελευταία συμβαίνει όταν δεν συνδέουμε τη βία με ένα «υπαρκτό ιστορικό φαινόμενο»(εδώ ισχύει το ιστορικά «συγκεκριμένο»). Με άλλα λόγια, «όταν αυτοί που βρίσκονται έξω από το δομημένο κοινωνικό πεδίο χτυπούν ‘’τυφλά’’ (σ.σ. όπως το Δεκέμβριο στην Αθήνα), απαιτώντας και εφαρμόζοντας μια άμεση δικαιοσύνη/εκδίκηση, αυτό είναι ‘’θεϊκή βία’’… (το πλήθος) Σαν τις βιβλικές ακρίδες… χτυπά απ’ το πουθενά, ένα μέσο δίχως σκοπό…». Εδώ ισχύει το vox populi, vox dei(φωνή λαού, φωνή θεού). Ή με τα λόγια του Ροβεσπιέρου «Η αλήθεια, αναμφίβολα, έχει τη δύναμή της, έχει την οργή της, τον δεσποτισμό της…». Γι’ αυτό μια επανάσταση χωρίς την υπερβολή της, αν είναι ενταγμένη σε κανόνες και θεσμίσεις, είναι μία «επανάσταση χωρίς επανάσταση», μια «επανάσταση» που έχει περιορισμένους στόχους.
Η ιακωβίνικη τρομοκρατία(έστω με κριτικό τρόπο-χειραφετητική τρομοκρατία) μπορεί να «επαναληφθεί» στο σημερινό διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον; Ναι, απαντά ο Ζίζεκ, αρκεί «να περάσουμε από την ανθρωπιστική τρομοκρατία (του Ροβεσπιέρου) στην αντιανθρωπιστική (ή μάλλον απάνθρωπη) τρομοκρατία». Η τελευταία (όπως και η πρώτη) δικαιώνεται «αν η κοινωνία που θα αναδυθεί μέσα απ’ αυτήν αποδειχθεί αληθινά ανθρώπινη». Για τον Ζίζεκ ισχύει το «ανθρωπισμός ή τρομοκρατία», όπου ο θετικός όρος δεν είναι ο ανθρωπισμός αλλά η τρομοκρατία. Ο ανθρωπισμός θεμελιωμένος στο «αγάπα τον πλησίον σου» απορρίπτεται, καθώς αναδύεται ο λακανικός «απάνθρωπος πυρήνας του πλησίον». Γιατί, εντάξει, να είμαστε ανθρωπιστές αλλά να μην ξεχνούμε ότι τα άτομα δεν είναι αυτόνομα υποκείμενα, αλλά στοιχεία μιας δομής που έχει τους νόμους της(ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Αλτουσέρ). Ακόμη χειρότερα ο πυρήνας της ανθρώπινης φύσης είναι απάνθρωπος(αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει). Αυτή «η απάνθρωπη διάσταση αποτελεί συγχρόνως το έσχατο στήριγμα της ηθικής»(Λακάν). Με άλλα λόγια, έχουμε την απάνθρωπη διάσταση όταν από ένα άτομο αφαιρείται η «προσωπικότητα». Δεν θα αναφερθώ στην ανάλυση του Εγώ του Ροβεσπιέρου (παρέκβαση Ζίζεκ) που ουσιαστικά μιλάει για τον de l’ un, την εξαίρεση, τον Αφέντη, αυτόν που δεν φοβάται να πεθάνει, και αυτό ακριβώς τον κάνει ξεχωριστό(εκτενής αναφορά σε παλιότερο βιβλίο του Ζίζεκ όπου αναλύει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Ο αυθεντικός επαναστάτης πρέπει να είναι ο de l’ un, να σιχαίνεται «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά»(Σαιν-Ζυστ). Αυτή είναι μία «απάνθρωπη» διάσταση του ζεύγους Αρετή-Τρομοκρατία. Μια άλλη είναι η απόρριψη της συνήθειας. Η «συνήθεια» είναι οι τυπικοί και κυρίως οι άτυποι κανόνες μιας κοινωνίας. Η αλήθεια της συνήθειας με βάση την οποία κρίνουμε το σωστό ή το λάθος, το δίκαιο και το άδικο πρέπει να υπερκεραστεί. Κάθε τι, όπως η ισότητα, πρέπει να αντιμετωπίζεται συγκεκριμένα. Με άλλα λόγια, κάθε τι πρέπει να κρίνεται ανατρέχοντας «στα θεμέλια της οικονομική τάξεως(ιδιωτική ιδιοκτησία κλπ)», ότι το πρόβλημα της ελευθερίας εμπεριέχεται στις κοινωνικές σχέσεις, που δεν είναι καθόλου «απολίτικες» και πολύ περισσότερο δεν είναι «φυσικές». Η κριτική συνεπώς του Ζίζεκ στην ιακωβίνικη τρομοκρατία είναι ότι δεν εδράζονταν στις οικονομικές σχέσεις και την αλλαγή της υλικής βάσης τους.
Εδώ λαμβάνονται αποστάσεις και επικρίνεται το «σταλινικό φαινόμενο» που αναγάγει τα πάντα στον «μεγάλο Άλλο», που εν προκειμένω είναι η «γενική βούληση» μέσω της πλειοψηφίας. Η «γενική βούληση» έρχεται να δικαιώσει μια μετα-απόφαση, τον «κομμουνιστικό παράδεισο», με βάση τον οποίο (αποτέλεσμα) κρίνεται ο καθένας. Εδώ έχουμε μία αντιστροφή, ενώ ο προτεσταντικός ντερμινισμός(προορισμός) είναι μία προαπόφαση του Θεού, στον σταλινικό κομμουνισμό έχουμε τον ίδιο ντετερμινισμό αλλά από το «αποτέλεσμα». Έτσι, η ενδεχομενικότητα γίνεται αναγκαιότητα. Η νίκη των Μπολσεβίκων εμφανίστηκε ως αναγκαιότητα. Στην περίπτωση του Στάλιν η κρίση με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή την «προοπτική της τελικής κρίσεως», του κομμουνισμού, δημιουργεί την «αντικειμενική ενοχή», το «αντικειμενικό νόημα» των πράξεων ενός ατόμου, που μπορεί να είναι έντιμο αλλά παρά ταύτα «αντικειμενικά ένοχος», αφού αντικειμενικά οι πράξεις του εξυπηρετούν τις αντιδραστικές δυνάμεις. Ποιος θα κρίνει τι σημαίνουν «αντικειμενικά» οι πράξεις κάποιου; Το Κόμμα. Η πίστη στην προοπτική του κομμουνισμού γίνεται έτσι ο «μεγάλος Άλλος» που είναι ο γνώμονας κρίσης των πάντων. Επίσης, ο Ζίζεκ επικρίνει την επίκληση του καθήκοντος προς τον «μεγάλο Άλλο» είτε είναι Θεός είτε το Κόμμα είτε η Πατρίδα για την απόσειση των ατομικών ευθυνών. Αντίθετα, το υποκείμενο είναι υπεύθυνο γιατί «πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να μεταφράσει το αφηρημένο παράγγελμα του ηθικού Νόμου(σ.σ. Καντ) σε μία σειρά συγκεκριμένων υποχρεώσεων». Άρα δεν είναι δικαιολογία η εκπλήρωση του καθήκοντος. Αντιθέτως, φορές πρέπει να μην εκπληρούται, όπως στην περίπτωση της επανάστασης, που αλλιώς, σύμφωνα με τον Λένιν, θα έπρεπε να είναι μία επανάσταση κατ’ εξουσιοδότηση, που θα πάρει δηλαδή άδεια προς τούτο. Αλλά η επανάσταση εξουσιοδοτείται μόνο από τον εαυτό της. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας πραγματικά χειραφετητικής πολιτικής και μία πολιτικής του στάτους κβο και του φόβου(που ζητάει εγγυήσεις για την επανάσταση). Απέναντι σ’ αυτή τη «βιοπολιτική» του φόβου, ο Ζίζεκ επαναπροτείνει τη «δικτατορία του προλεταριάτου» σαν τη μόνη ηθική επιλογή σήμερα. Εδώ έχουμε μια ερμηνεία του Λένιν σύμφωνα με την οποία η δικτατορία του προλεταριάτου(των εκτός της κοινωνικής δομής, των απόκληρων, των υπεράριθμων, της καθολικότητας) στρέφεται εναντίον της «αστικής λογικής» και της δημοκρατικής της ψευδαίσθησης. Η «δικτατορία του προλεταριάτου», του Όλου, της καθολικότητας είναι «ένα άλλο όνομα για τη βία της ίδιας της δημοκρατικής έκρηξης», το σημείο όπου η κρατική εξουσία γίνεται παράνομη. Η τρομοκρατική αυτή διάσταση της δημοκρατίας είναι η βίαιη εξισωτική επιβολή των «τίποτα», των «πουθενά», η βίαιη επιβολή μιας νέας τάξης τόσο πολιτικά όσο και στην καθημερινή ζωή(στο δεύτερο απέτυχε και η ιακωβίνικη και η σοβιετική και η κινέζικη επανάσταση). Εδώ ο λαός εκλαμβάνεται μόνο στην έκρηξή του, ήτοι ως «το συμβάν του γίγνεσθαι-Λαός».
Μετά απ’ όλα αυτά και μ’ ένα άλμα ο Ζίζεκ θέτει ως στόχο την «απειλή της οικολογικής καταστροφής» και προτείνει τα τέσσερα επίπεδα του Μπαντιού(αυστηρή εξισωτική δικαιοσύνη, τρομοκρατία όσων παραβιάζουν τα μέτρα, βολονταρισμός-ενάντια στη λογική της καπιταλιστικής ανάπτυξης- και η εμπιστοσύνη στο λαό. Εντέλει, ο Ζίζεκ επαναφέρει έναντι του ισχύοντος «καιροσκοπικού ρεαλισμού» την απλή πίστη στην Ιδέα της ελευθερίας, όπως αυτή του Ροβεσπιέρου στην εποχή του. Επιχείρησα αρχικά να συστηματοποιήσω τη δαιδαλώδη σκέψη του Ζίζεκ, αποφεύγοντας την όποια κριτική μου. Αυτή έπεται…

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Κουνενής Νίκος

Τι ήταν ο αρχαίος Ηρακλής; Ένας άνθρωπος της κατεστημένης εξουσίας, ένας υπηρέτης της, ο οποίος στις μέρες μας θα μπορούσε να αντιστοιχεί σ’ έναν μεγαλοδημοσιογράφο. Αυτό όμως είναι μία ερμηνεία του μύθου και όπως κάθε ερμηνεία απομυθοποιεί. Αλλά γιατί ο άνθρωπος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει ανάγκη να παράγει μύθους; Γιατί μπορεί να δει τα πράγματα μόνο διαμεσολαβημένα. Η σπηλιά του Πλάτωνα αυτό δηλοί. Άρα τα media(από το medium), αυτοί που κατέχουν τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης, τους μηχανισμούς παραγωγής των μύθων κατέχουν και τα κλειδιά της εξουσίας. Πρώτα βέβαια ο μηχανισμός παραγωγής μύθων (και ιδεολογίας) ήταν η γλώσσα(πρώτα προφορική και μετά γραπτή), σήμερα είναι η εικόνα. Ο βεμπεριανός «βιρτουόζος του πνεύματος», αυτός που ανακάλυπτε την περιοδικότητα με την οποία πλημμύριζε ο Νείλος όφειλε να βρει και τον τρόπο(φόρμα, μύθο) με τον οποίο θα επικοινωνούσε την ανακάλυψή του. Μόνο μέσα από αυτή τη διαμεσολάβηση και τα αποτελέσματά της κατάφερνε να αποκτήσει την εξουσία του μάγου(το medium, ο διαμεσολαβητής με τη φύση) ή του ιερέα(ο προνομιακός διάμεσος, συνομιλητής με το θεό). Ο τρόπος σήμερα είναι η τηλεοπτική εικόνα και ο άνθρωπός της, ο μάγος ή ιερέας της είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος.
Ξεκίνησα έτσι γιατί ο Νίκος Κουνενής στο νέο του βιβλίο (Μεταίχμιο) στρεψοδικεί αντίκρυ στη μυθολογία για να αποκαλύψει την πραγματικότητα. Ο Ηρακλής σήμερα είναι ένας Σπίλος(κατά κόσμον Γαρυφαλλίδης), ένας δηλαδή που σπιλώνει. Κι αυτός είχε την τύχη του αρχαίου. Δεν πέθανε βέβαια από ένα δηλητηριασμένο πουκάμισο, αλλά από μία σφαίρα. Γιατί και η Διηάνειρα εκσυγχρονίστηκε. Ο Κουνενής πραγματεύεται μία σημερινή πραγματικότητα με αντίστροφη αναγωγή στον αρχαίο μύθο. Ξεσκίζει το σελοφάν του μύθου, σκάει με χιούμορ και οίστρο τη φούσκα για να καταδείξει το κενό. Εδώ η ιστορία επανεγγράφεται με έμφαση όχι στο φανταστικό αλλά στο φανταστικό-πραγματικό(ειρωνεία του ριζοσπαστικού μεταμοντερνισμού). Υπό μία άλλη οπτική θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «διακειμενική ειρωνεία»(double coding), σ’ ένα παλίμψηστο σημασιών και νοημάτων όπου όμως τονίζεται η ειρωνεία και η κενότητα(συνδυασμός ανεστραμμένων ή επικαιροποιημένων αρχαίων ποιητικών-Αριστοφάνης- και ρητορικών τρόπων, με αυθαίρετες αναπλάσεις κειμένων και ονομάτων -Ηρακλής Σπίλος). Όμως εδώ έχουν μεγάλη σημασία και οι αποχρώσεις. Οι «ήρωες» και οι μάγοι (μέντιουμ-διαμεσολαβητής) έχουν τους τρόπους τους για να επικοινωνήσουν κάτι. Οι τρόποι αυτοί καθορίζονται τόσο από το μέσο –τηλεόραση- όσο και από τους ίδιους. Γι’ αυτό και οι ίδιοι έχουν τους κριτές τους, που είναι οι διαμεσολαβητές των διαμεσολαβητών. Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
Ο μεγαλοδημοσιογράφος Ηρακλής Σπίλος, το τηλεοπτικό ίνδαλμα εκατομμυρίων ανθρώπων, αυτός που ξεκαθάρισε μία σειρά υποθέσεις, που αποκάλυψε μια σειρά κομπίνες και νίκησε στο γήπεδο των αντιπάλων, δολοφονείται. Η σύγχρονη πραγματικότητα, από το Χρηματιστήριο, τους μαφιόζικους εκβιασμούς, τη νύχτα με όλη την παρα-οικονομία και τον «πολιτισμό» της, τη δαιμονοληψία, τη δεισιδαιμονία, την αμάθεια της απομονωμένης επαρχίας, αυτά και άλλα είναι εδώ εν ισορροπία, που όταν χάνεται, παρεμβαίνει ο τηλεοπτικός ήρωας Ηρακλής Σπίλος για να αποκαταστήσει το status quo. Όμως ο Σπίλος δολοφονείται. Ποιος τον σκότωσε; Ένα αριστοκρατικό ζεύγος τύπου Σέρλοκ Χολμς –Γουότσον(Ιεροκλής Χλομός-Βίσων), επιχειρεί με εγκεφαλικό τρόπο να λύσει το αίνιγμα. Και αποτυγχάνει. Εδώ κρίνεται και διακωμωδείται ο τρόπος ανάλυσης της πραγματικότητας και των μύθων. Ο καθηγητής φερ’ ειπείν Αριστοτέλης Ιντελιγένσιος σημειώνει σε άρθρο του στη «Λινοτυπία»: «Ο Γαρυφαλλίδης υπήρξε η πλέον πετυχημένη ενσάρκωση της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας, αυτής τουλάχιστον που προβάλλεται ακατάπαυστα και ηγεμονεύει σε αξιοσημείωτο βαθμό επάνω στο στατιστικό εξάβλωμα που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται κοινή γνώμη». Και αμέσως η σύγχυση του κοινού αλλά και η αλώβητη, η μη αλλοτριωμένη ακόμη λογική του πιτσιρικά: «δεν ξέρω αν ήταν φοβεός που λέει ο μπαμπάκας, ή μαλάκας που λέει η μαμάκα. Ζεν καταλαβαίνω γιατί τσακώνονται αφού μποεί να ήταν τσαι τα ζυο μαζί»!
Εδώ οφείλουμε να κάνουμε μία παρέκβαση για να εξετάσουμε την ειρωνεία και το ανατρεπτικό χιούμορ του Κουνενή. Ο Σλαβόι Ζίζεκ διακρίνει σαφώς την «κυνική θέση» (ότι ο άνθρωπος γνωρίζει το ψεύδος, αλλά δεν το αποποιείται) από αυτό που ο Πέτερ Σλότερνταϊκ αποκαλεί «Κυνισμό» και που είναι «η λαϊκή, πληβειακή απόρριψη της επίσημης κουλτούρας μέσω της ειρωνείας και του σαρκασμού…». Αυτός ο «κυνικός λόγος» (που απαντάται στον Μπρεχτ, αλλά κατά τη γνώμη μας και στον Τσόμσκι) λειτουργεί ad hominem –με τα όπλα του αντιπάλου. Όταν δηλαδή ένας πολιτικός κηρύττει το καθήκον της πατριωτικής θυσίας, ο κυνικός λόγος αποκαλύπτει και εκθέτει το προσωπικό κέρδος που ο πολιτικός αποκομίζει από τη θυσία των άλλων. Αυτή η διαδικασία σύμφωνα με τον Ζίζεκ είναι «μάλλον πραγματολογική παρά επιχειρηματολογική: ανατρέπει την επίσημη πρόταση φέρνοντάς την αντιμέτωπη με την κατάσταση εκφοράς της…». Όμως, αντιμέτωπη μ’ έναν τέτοιο κυνικό λόγο, η παραδοσιακή κριτική της ιδεολογίας (που εστιάζει στην ψευδή συνείδηση) χάνει την αποτελεσματικότητά της, οδηγώντας στη δήθεν μετα-ιδεολογία. Και τούτο συμβαίνει διότι ο κυνικός λόγος αφήνει ανέγγιχτο το θεμελιώδες επίπεδο της ιδεολογικής φαντασίωσης, το επίπεδο όπου η ιδεολογία δομεί την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί δηλαδή ο πατέρας του παιδιού χαρακτηρίζει τον Ηρακλή Σπίλο «φοβερό» και η μαμά «μαλάκα»; Γιατί κάνουν και οι δύο λάθος, αφού μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο; Πως επισυμβαίνει η αλλοτρίωση;
Γενικά, ο Ζίζεκ διαφωνεί με τον Ουμπέρτο Έκο σχετικά με την «απελευθερωτική, αντιολοκληρωτική δύναμη του γέλιου, της ειρωνικής αποστασιοποίησης…» καθώς θεωρεί ότι στις σύγχρονες κοινωνίες το γέλιο και η ειρωνεία αποτελούν «μέρος του παιχνιδιού». Η κυνική αποστασιοποίηση είναι απλώς ένας από τους πολλούς τρόπους να εθελοτυφλούμε απέναντι στη δύναμη δόμησης που διαθέτει η ιδεολογική φαντασίωση και να θεωρούμε ότι οι άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις ιδεολογικές προτάσεις (μετα-ιδεολογία).
Η ολοκληρωτική ιδεολογία, σήμερα, δεν έχει την απαίτηση να την πάρουμε στα σοβαρά –σύμφωνα πάντα με τον Ζίζεκ-, έχει απλώς το καθεστώς ενός καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού μέσου χειραγώγησης, ενώ η κυριαρχία της δεν οφείλεται στην αξία της αλήθειας της, αλλά στη βία και την υπόσχεση οφέλους.
Το «όφελος» (και η βία) σε κοινωνικό επίπεδο είναι αυτό που συνέχει την κοινωνική πραγματικότητα, είναι το «κομβικό σημείο», η κόκκινη κλωστή που συνέχει τα «αιωρούμενα σημαίνοντα» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Διαφωνώ με τον Ζίζεκ γιατί παρακάμπτει εντελώς την ψευδή συνείδηση. Ο μικρός του Κουνενή θα έλεγε ότι ισχύει και η ψευδής συνείδηση αλλά και η μη ψευδής συνείδηση του «ως εάν», καθώς και οι δύο συνειδήσεις σκέφτονται με τελικό κριτήριο το όφελος.
Κλείνοντας την παρέκβαση, οφείλω να πω ότι ο Κουνενής ασχολείται με τα καίρια ζητήματα με πρωτότυπο τρόπο. Κάθε λέξη της πρόζας προικίζεται όχι με τη μοναδικότητα που έχει η λέξη στην ποίηση(ποιητική πρόζα) αλλά με τις διάφορες ποικιλίες της, με τις μορφές που λαμβάνει στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα. Κυρίως καταδεικνύονται οι περιπτώσεις όπου χάνεται η ισορροπία και το σημαίνον, η μορφή δηλαδή τείνει να εξουδετερώσει την έννοια. Η κενότητα του σύγχρονου ιδεολογικού (μυθοποιητικού) λόγου αναδύεται με το τράβηγμα στα άκρα των κυρίαρχων γλωσσικών συμβάσεων, εκεί όπου τα νοήματα αλέθονται μέχρι την ολοσχερή μεταστοιχείωσή τους. Το χιούμορ, εντέλει, μπορεί να εμποδίσει αυτή τη μετατροπή του ψεύδους σε αλήθεια, του σημαίνοντος(μορφής-μέσου) σε σημαινόμενο(το μέσο είναι το μήνυμα); Η «γλώσσα» αυτή μπορεί να «νικήσει» την εικόνα, την τηλεοπτική μεταγλώσσα; Αυτό κατά τη γνώμη μου μπορεί να συμβεί με τη διαμόρφωση μιας σφαιρικής αντι-κουλτούρας, που θα αποκαλύπτει παντού και θα καταδεικνύει την κενότητα της ιριδίζουσας κυρίαρχης κουλτούρας -«φούσκας». Ο Κουνενής το επιτελεί αυτό στο λογοτεχνικό πεδίο. Εκεί δηλαδή όπου η γραφή είναι το μέσο. Αλλά χρειάζεται μια αντι-κουλτούρα που θα συνθέτει προφορική, γραπτή και τη γλώσσα της εικόνας στο μοναδικό ίσως ελεύθερο χώρο το «δρόμο»(ως επικοινωνιακό πεδίο-μέσο). Χρειάζεται ένα πολύπλευρο πολιτιστικό κίνημα που θα φέρει νέες μορφές, μια νέα γλώσσα κι ένα νέο, ριζοτόμο πολιτικό λόγο. Για να συμβεί αυτό ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Την ανατροπή φερ’ ειπείν του κατεστημένου στην ΕΣΗΕΑ, στην Εταιρία Συγγραφέων, στη ΓΣΕΕ και αλλού.

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου