Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Κουνενής Νίκος

Τι ήταν ο αρχαίος Ηρακλής; Ένας άνθρωπος της κατεστημένης εξουσίας, ένας υπηρέτης της, ο οποίος στις μέρες μας θα μπορούσε να αντιστοιχεί σ’ έναν μεγαλοδημοσιογράφο. Αυτό όμως είναι μία ερμηνεία του μύθου και όπως κάθε ερμηνεία απομυθοποιεί. Αλλά γιατί ο άνθρωπος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει ανάγκη να παράγει μύθους; Γιατί μπορεί να δει τα πράγματα μόνο διαμεσολαβημένα. Η σπηλιά του Πλάτωνα αυτό δηλοί. Άρα τα media(από το medium), αυτοί που κατέχουν τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης, τους μηχανισμούς παραγωγής των μύθων κατέχουν και τα κλειδιά της εξουσίας. Πρώτα βέβαια ο μηχανισμός παραγωγής μύθων (και ιδεολογίας) ήταν η γλώσσα(πρώτα προφορική και μετά γραπτή), σήμερα είναι η εικόνα. Ο βεμπεριανός «βιρτουόζος του πνεύματος», αυτός που ανακάλυπτε την περιοδικότητα με την οποία πλημμύριζε ο Νείλος όφειλε να βρει και τον τρόπο(φόρμα, μύθο) με τον οποίο θα επικοινωνούσε την ανακάλυψή του. Μόνο μέσα από αυτή τη διαμεσολάβηση και τα αποτελέσματά της κατάφερνε να αποκτήσει την εξουσία του μάγου(το medium, ο διαμεσολαβητής με τη φύση) ή του ιερέα(ο προνομιακός διάμεσος, συνομιλητής με το θεό). Ο τρόπος σήμερα είναι η τηλεοπτική εικόνα και ο άνθρωπός της, ο μάγος ή ιερέας της είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος.
Ξεκίνησα έτσι γιατί ο Νίκος Κουνενής στο νέο του βιβλίο (Μεταίχμιο) στρεψοδικεί αντίκρυ στη μυθολογία για να αποκαλύψει την πραγματικότητα. Ο Ηρακλής σήμερα είναι ένας Σπίλος(κατά κόσμον Γαρυφαλλίδης), ένας δηλαδή που σπιλώνει. Κι αυτός είχε την τύχη του αρχαίου. Δεν πέθανε βέβαια από ένα δηλητηριασμένο πουκάμισο, αλλά από μία σφαίρα. Γιατί και η Διηάνειρα εκσυγχρονίστηκε. Ο Κουνενής πραγματεύεται μία σημερινή πραγματικότητα με αντίστροφη αναγωγή στον αρχαίο μύθο. Ξεσκίζει το σελοφάν του μύθου, σκάει με χιούμορ και οίστρο τη φούσκα για να καταδείξει το κενό. Εδώ η ιστορία επανεγγράφεται με έμφαση όχι στο φανταστικό αλλά στο φανταστικό-πραγματικό(ειρωνεία του ριζοσπαστικού μεταμοντερνισμού). Υπό μία άλλη οπτική θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «διακειμενική ειρωνεία»(double coding), σ’ ένα παλίμψηστο σημασιών και νοημάτων όπου όμως τονίζεται η ειρωνεία και η κενότητα(συνδυασμός ανεστραμμένων ή επικαιροποιημένων αρχαίων ποιητικών-Αριστοφάνης- και ρητορικών τρόπων, με αυθαίρετες αναπλάσεις κειμένων και ονομάτων -Ηρακλής Σπίλος). Όμως εδώ έχουν μεγάλη σημασία και οι αποχρώσεις. Οι «ήρωες» και οι μάγοι (μέντιουμ-διαμεσολαβητής) έχουν τους τρόπους τους για να επικοινωνήσουν κάτι. Οι τρόποι αυτοί καθορίζονται τόσο από το μέσο –τηλεόραση- όσο και από τους ίδιους. Γι’ αυτό και οι ίδιοι έχουν τους κριτές τους, που είναι οι διαμεσολαβητές των διαμεσολαβητών. Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
Ο μεγαλοδημοσιογράφος Ηρακλής Σπίλος, το τηλεοπτικό ίνδαλμα εκατομμυρίων ανθρώπων, αυτός που ξεκαθάρισε μία σειρά υποθέσεις, που αποκάλυψε μια σειρά κομπίνες και νίκησε στο γήπεδο των αντιπάλων, δολοφονείται. Η σύγχρονη πραγματικότητα, από το Χρηματιστήριο, τους μαφιόζικους εκβιασμούς, τη νύχτα με όλη την παρα-οικονομία και τον «πολιτισμό» της, τη δαιμονοληψία, τη δεισιδαιμονία, την αμάθεια της απομονωμένης επαρχίας, αυτά και άλλα είναι εδώ εν ισορροπία, που όταν χάνεται, παρεμβαίνει ο τηλεοπτικός ήρωας Ηρακλής Σπίλος για να αποκαταστήσει το status quo. Όμως ο Σπίλος δολοφονείται. Ποιος τον σκότωσε; Ένα αριστοκρατικό ζεύγος τύπου Σέρλοκ Χολμς –Γουότσον(Ιεροκλής Χλομός-Βίσων), επιχειρεί με εγκεφαλικό τρόπο να λύσει το αίνιγμα. Και αποτυγχάνει. Εδώ κρίνεται και διακωμωδείται ο τρόπος ανάλυσης της πραγματικότητας και των μύθων. Ο καθηγητής φερ’ ειπείν Αριστοτέλης Ιντελιγένσιος σημειώνει σε άρθρο του στη «Λινοτυπία»: «Ο Γαρυφαλλίδης υπήρξε η πλέον πετυχημένη ενσάρκωση της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας, αυτής τουλάχιστον που προβάλλεται ακατάπαυστα και ηγεμονεύει σε αξιοσημείωτο βαθμό επάνω στο στατιστικό εξάβλωμα που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται κοινή γνώμη». Και αμέσως η σύγχυση του κοινού αλλά και η αλώβητη, η μη αλλοτριωμένη ακόμη λογική του πιτσιρικά: «δεν ξέρω αν ήταν φοβεός που λέει ο μπαμπάκας, ή μαλάκας που λέει η μαμάκα. Ζεν καταλαβαίνω γιατί τσακώνονται αφού μποεί να ήταν τσαι τα ζυο μαζί»!
Εδώ οφείλουμε να κάνουμε μία παρέκβαση για να εξετάσουμε την ειρωνεία και το ανατρεπτικό χιούμορ του Κουνενή. Ο Σλαβόι Ζίζεκ διακρίνει σαφώς την «κυνική θέση» (ότι ο άνθρωπος γνωρίζει το ψεύδος, αλλά δεν το αποποιείται) από αυτό που ο Πέτερ Σλότερνταϊκ αποκαλεί «Κυνισμό» και που είναι «η λαϊκή, πληβειακή απόρριψη της επίσημης κουλτούρας μέσω της ειρωνείας και του σαρκασμού…». Αυτός ο «κυνικός λόγος» (που απαντάται στον Μπρεχτ, αλλά κατά τη γνώμη μας και στον Τσόμσκι) λειτουργεί ad hominem –με τα όπλα του αντιπάλου. Όταν δηλαδή ένας πολιτικός κηρύττει το καθήκον της πατριωτικής θυσίας, ο κυνικός λόγος αποκαλύπτει και εκθέτει το προσωπικό κέρδος που ο πολιτικός αποκομίζει από τη θυσία των άλλων. Αυτή η διαδικασία σύμφωνα με τον Ζίζεκ είναι «μάλλον πραγματολογική παρά επιχειρηματολογική: ανατρέπει την επίσημη πρόταση φέρνοντάς την αντιμέτωπη με την κατάσταση εκφοράς της…». Όμως, αντιμέτωπη μ’ έναν τέτοιο κυνικό λόγο, η παραδοσιακή κριτική της ιδεολογίας (που εστιάζει στην ψευδή συνείδηση) χάνει την αποτελεσματικότητά της, οδηγώντας στη δήθεν μετα-ιδεολογία. Και τούτο συμβαίνει διότι ο κυνικός λόγος αφήνει ανέγγιχτο το θεμελιώδες επίπεδο της ιδεολογικής φαντασίωσης, το επίπεδο όπου η ιδεολογία δομεί την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί δηλαδή ο πατέρας του παιδιού χαρακτηρίζει τον Ηρακλή Σπίλο «φοβερό» και η μαμά «μαλάκα»; Γιατί κάνουν και οι δύο λάθος, αφού μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο; Πως επισυμβαίνει η αλλοτρίωση;
Γενικά, ο Ζίζεκ διαφωνεί με τον Ουμπέρτο Έκο σχετικά με την «απελευθερωτική, αντιολοκληρωτική δύναμη του γέλιου, της ειρωνικής αποστασιοποίησης…» καθώς θεωρεί ότι στις σύγχρονες κοινωνίες το γέλιο και η ειρωνεία αποτελούν «μέρος του παιχνιδιού». Η κυνική αποστασιοποίηση είναι απλώς ένας από τους πολλούς τρόπους να εθελοτυφλούμε απέναντι στη δύναμη δόμησης που διαθέτει η ιδεολογική φαντασίωση και να θεωρούμε ότι οι άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις ιδεολογικές προτάσεις (μετα-ιδεολογία).
Η ολοκληρωτική ιδεολογία, σήμερα, δεν έχει την απαίτηση να την πάρουμε στα σοβαρά –σύμφωνα πάντα με τον Ζίζεκ-, έχει απλώς το καθεστώς ενός καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού μέσου χειραγώγησης, ενώ η κυριαρχία της δεν οφείλεται στην αξία της αλήθειας της, αλλά στη βία και την υπόσχεση οφέλους.
Το «όφελος» (και η βία) σε κοινωνικό επίπεδο είναι αυτό που συνέχει την κοινωνική πραγματικότητα, είναι το «κομβικό σημείο», η κόκκινη κλωστή που συνέχει τα «αιωρούμενα σημαίνοντα» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Διαφωνώ με τον Ζίζεκ γιατί παρακάμπτει εντελώς την ψευδή συνείδηση. Ο μικρός του Κουνενή θα έλεγε ότι ισχύει και η ψευδής συνείδηση αλλά και η μη ψευδής συνείδηση του «ως εάν», καθώς και οι δύο συνειδήσεις σκέφτονται με τελικό κριτήριο το όφελος.
Κλείνοντας την παρέκβαση, οφείλω να πω ότι ο Κουνενής ασχολείται με τα καίρια ζητήματα με πρωτότυπο τρόπο. Κάθε λέξη της πρόζας προικίζεται όχι με τη μοναδικότητα που έχει η λέξη στην ποίηση(ποιητική πρόζα) αλλά με τις διάφορες ποικιλίες της, με τις μορφές που λαμβάνει στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα. Κυρίως καταδεικνύονται οι περιπτώσεις όπου χάνεται η ισορροπία και το σημαίνον, η μορφή δηλαδή τείνει να εξουδετερώσει την έννοια. Η κενότητα του σύγχρονου ιδεολογικού (μυθοποιητικού) λόγου αναδύεται με το τράβηγμα στα άκρα των κυρίαρχων γλωσσικών συμβάσεων, εκεί όπου τα νοήματα αλέθονται μέχρι την ολοσχερή μεταστοιχείωσή τους. Το χιούμορ, εντέλει, μπορεί να εμποδίσει αυτή τη μετατροπή του ψεύδους σε αλήθεια, του σημαίνοντος(μορφής-μέσου) σε σημαινόμενο(το μέσο είναι το μήνυμα); Η «γλώσσα» αυτή μπορεί να «νικήσει» την εικόνα, την τηλεοπτική μεταγλώσσα; Αυτό κατά τη γνώμη μου μπορεί να συμβεί με τη διαμόρφωση μιας σφαιρικής αντι-κουλτούρας, που θα αποκαλύπτει παντού και θα καταδεικνύει την κενότητα της ιριδίζουσας κυρίαρχης κουλτούρας -«φούσκας». Ο Κουνενής το επιτελεί αυτό στο λογοτεχνικό πεδίο. Εκεί δηλαδή όπου η γραφή είναι το μέσο. Αλλά χρειάζεται μια αντι-κουλτούρα που θα συνθέτει προφορική, γραπτή και τη γλώσσα της εικόνας στο μοναδικό ίσως ελεύθερο χώρο το «δρόμο»(ως επικοινωνιακό πεδίο-μέσο). Χρειάζεται ένα πολύπλευρο πολιτιστικό κίνημα που θα φέρει νέες μορφές, μια νέα γλώσσα κι ένα νέο, ριζοτόμο πολιτικό λόγο. Για να συμβεί αυτό ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Την ανατροπή φερ’ ειπείν του κατεστημένου στην ΕΣΗΕΑ, στην Εταιρία Συγγραφέων, στη ΓΣΕΕ και αλλού.

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: