Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Σταμάτης Αλέξης

«Στο φίλο Γιώργο, με όλη μου την αγάπη-Αλέξης». Διαβάζω την αφιέρωση του Αλέξη Σταμάτη στο βιβλίο του «Σκότωσε ό,τι αγαπάς»(Καστανιώτης) και ως πολύ αγαπώμενος, τουτέστιν υποψήφιο θύμα, ανατριχιάζω! Ο πρώτος «πυροβολισμός» ακούγεται κατά την ανάγνωση των πρώτων σειρών: «ΤΥΦΛΗ βία, τα δικαιώματα των πολιτών, κούφια συνθήματα, ξύλινη γλώσσα αντι-εξουσιαστών, παραστάσεις που διακόπτονται, ενοχικοί μεσήλικες, το οργισμένο ξυπνητήρι… το κατεστημένο, η εξουσία, ενοχικοί μεσήλικες». Σαφής παραπομπή στον Δεκέμβρη του 2008. Στη διακοπή της θεατρικής παράστασης του Φάις για την Κούνεβα. Στην τυφλή βία. Όλα αυτά παρατίθενται, λες, για να προσδιορισθεί ο γενέθλιος χρόνος του Άρη Μανιάτη(μισός αιώνας ζωής) αλλά συγχρόνως και ο χρόνος της συνάντησης με τους φίλους του σ’ ένα εξοχικό όπου θα τους διαβάσει το τελευταίο του αυτοβιογραφικό σενάριο. Ο ταραχώδης Δεκέμβρης του 2008 θα συναντηθεί τελικά με τη δίδυμη χρονιά του, το 1980, κλείνοντας τον κύκλο. Γιατί όλα, μια ολόκληρη ζωή, οι κινηματογραφικές ταινίες, οι έρωτες, όλα σφραγίστηκαν από εκείνη την στιγμιαία πράξη, εκείνη την ενοχή και την απώθησή της στα κουάρκ της ψυχής, τη φυγή και την εγκατάλειψη του αδελφικού φίλου, που σκότωσαν οι ματατζήδες στην οδό Ρώμα. Γιατί οι νεκροί της πορείας του Πολυτεχνείου του 1980 δεν ήταν δύο αλλά τρεις.
Ο Μανιάτης φεύγει από το πάρτι των γενεθλίων του και της ανάγνωσης του σεναρίου, αλλά επιστρέφοντας τρακάρει και καταλήγει σ’ ένα περίεργο σπίτι όπου τον υποδέχονται και εν τέλει περιθάλπουν την ψυχή και το μυαλό του η Δάφνη και ο «γιατρός». Η γυναίκα ως «μαγική αρχή της ζωής»(Μπαχτίν) και ο ανοιχτομάτης τυφλός! Εκεί θα αποκαλύψει το κρυμμένο του μυστικό, εκεί θα συμφιλιωθεί με τη φύση και τη φύση του, με την εντός του ξενότητα.
Αλλά μαζί με την αναζήτηση της ταυτότητάς του ως προς τον τρόπο του ζην, ο καλλιτέχνης αναζητά και την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Έτσι, προτείνει το Δεικνύναι του Βιτγκενστάιν, τη λογοτεχνία ως μεταφορά, «χωρίς εξηγήσεις». Προτείνει επίσης τη συνεχή διακινδύνευση, ό,τι δηλαδή προτείνει ο Ρομαντισμός. Και το γράψιμο με καρδιά, η κένωση του εγώ. Αλλά ποιο είναι το δράμα του Άρη Μανιάτη; Η απελπισία. «Ουσιαστικά καθρεφτίζεστε νοσταλγικά στο αυτοείδωλό σας(η μελαγχολία απλώς καλύπτει την απελπισία). Αν μπορούσατε να εκφράσετε αυτό που πραγματικά αισθάνεστε, θα ήταν απλώς μια κραυγή…» αποφαίνεται ο γιατρός. Τελικά «Απελπισμένος είναι εκείνος που κρύβει τα πραγματικά του συναισθήματα στο υπόγειο της ψυχής του». Ένας άνθρωπος σαν τους ήρωες του Κάφκα, που συστέλλουν τον εαυτό τους. Ώσπου φθάνουμε στην «αντιδικία με την πραγματικότητα». Την αντιδικία που έχει ο κλέφτης, ο αλήτης κι ο επαναστάτης. Ο μικρός Άλλος και ο μεγάλος Άλλος, ο μικρός και ο μέγας κριτής, είναι εκεί απέναντι. Ποιος τους έχει κατασκευάσει; Εμείς οι ίδιοι απαντά ο συγγραφέας.
Ο άνθρωπος πλέον τίθεται πέρα και πάνω (ως επιθυμία) από τη φύση και σε λίγο και από τη φύση του (κλωνοποίηση, ρομποτ με συνείδηση κ.ά.). Η ιστορία του στο εξής θα είναι μια ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, μια ιστορία κατάκτησης της φύσης (μέσω της επινόησης της «προόδου») και της επιθυμίας των άλλων. Και τούτο συνέβη λόγω της διάκρισης των πραγμάτων και του πνεύματος, των δύο πόλων της πραγματικότητας, του υποκειμένου που είναι ο άνθρωπος και του αντικειμένου που είναι όλα τα άλλα καθώς επίσης και ο υφιστάμενος την κατάκτηση άνθρωπος-αντικείμενο (ο άνθρωπος ως δούλος, ως εξάρτημα, αλλά και ως μεγάλος Άλλος, ως θεός).
«Το χάρτινο σπίτι» του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες (εκδόσεις Πατάκη) παρατίθεται στο βιβλίο του Σταμάτη. Η καθηγήτρια της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας Μπλούμα Λέννον σκοτώνεται από ένα αυτοκίνητο, ενώ διάβαζε ένα ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον. Και το ερώτημα είναι αν τη σκότωσε το αυτοκίνητο ή το ποίημα, αν τη σκότωσε το πνεύμα ή το πράγμα. Ο Λεοπάρντι μας μιλάει για τη δυστυχία των διανοουμένων από την εποχή που το πνεύμα αποκόπηκε από τα πράγματα, ενώ ο Σέλερ μας μιλάει για την κατάσταση του συγγραφέα, που ζώντας συνέχεια στο φαντασιακό, χάνει εντέλει το πραγματικό. Έτσι, ό,τι απέμεινε από την τεράστια βιβλιοθήκη του Μπράουερ, που χάθηκε σε μια πυρκαγιά, του εραστή της μιας νύχτας της Λέννον, θα αποτελέσει το υλικό για την κατασκευή του χάρτινου σπιτιού. Πριν, τα βιβλία είχαν υποκαταστήσει όλες τις ανάγκες ακόμη και για σεξ. Γιατί η πνευματικότητα, ή το φαντασιακό, όταν καταλαμβάνει τη θέση της πραγματικότητας, αρνείται από ένα σημείο και μετά ότι «ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει αρκετά θαύματα και μυστήρια∙ θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και στη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους, που θα ‘χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση». Εδώ ισχύει και ο ακρωτηριασμός που έχει επιφέρει η Λογική του Καντ, όπως επισημαίνει τόσο ο Κώστας Παπαϊωάννου όσο και ο Ερνέστο Σάμπατο. Δεν είναι τυχαίο ότι το «χάρτινο σπίτι» διαλύεται από το αίτημα της αγάπης (έστω και της μιας νύχτας) για επιστροφή του δώρου υπό τη μορφή ενός βιβλίου του Κόνραντ.
Άραγε, το νόημα της ζωής είναι ο θάνατος, δηλαδή η λήθη; Όχι λέει ο Σταμάτης, το νόημα είναι η μνήμη. Τελικά, η διάκριση των δύο πόλων της πραγματικότητας: του πνεύματος και των πραγμάτων, η βύθιση σ’ αυτή την πνευματικότητα, η προϊούσα πνευματικοποίηση, η συμβολικοποίηση της πρόσληψης του υπαρκτού κόσμου και των ανθρώπων, ως αντικειμένων νέων μυθιστορημάτων-κόσμων, οδηγεί στην εκτράχυνση των αισθήσεων, στην αναισθητοποίηση με συνέπεια η χαρά να γίνεται εγκεφαλική, τα ίδια τα όργανα των αισθήσεων να γίνονται άτονα κι αδύναμα, ενώ το συμβολικό καταλαμβάνει όλο και περισσότερο τη θέση του υπαρκτού. Αλλά έτσι χάνονται τόσο οι πηγές του πραγματικού κόσμου όσο και τα μέσα-τρόποι απόλαυσης του φανταστικού κόσμου της τέχνης. Η ελπίδα τότε γίνεται απελπισία, η ευφωνία αφωνία και μελαγχολία, το νόημα αποκτά τη ματαιότητά του και όλα γίνονται μονότονα. Η καθήλωση θα εισπραχθεί ως «φαντασιακή κατάρρευση» και θα είναι περισσότερο οδυνηρή, λόγω της υπερεπένδυσης των συμβόλων, από εκείνη του αποτυχημένου Μπράουερ που προσπάθησε να αποεπενδύσει τα «σημεία-βιβλία» του, δίνοντάς τους τις φυσικές-υλικές διαστάσεις των τούβλων! Συνεπώς, όπως και με την αισθητική του Ρομαντισμού, το ρομαντικό απόλυτο, η επιχείρηση της άρθρωσης του ανείπωτου θα συστήσει το νεωτερικό θέαμα των συγγραφέων που παραλύουν σαν τη Νάγια την ορχούμενη μπροστά στις απόλυτες διαστάσεις της δημιουργίας και την αδυναμία τους να γίνουν πραγματικοί θεοί, όπως στα λογοτεχνήματά τους, ή έστω να κατανοήσουν την αδυναμία τους. Αξιοδιάβαστο βιβλίο