Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Σκαλίδη Σταυρούλα: Κρέας από σταφύλι

Μετά το βραβευμένο μυθιστόρημα «Προδοσία και εγκατάλειψη», η Σταυρούλα Σκαλίδη κάνει τη δεύτερη εμφάνισή της με το μυθιστόρημα «Κρέας από σταφύλι»(εκδόσεις Πόλις). «Μια ιστορία ωμοφαγίας» και «ομοφαγίας» όπως σημειώνει η ίδια. Αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που μου αρέσει στα κείμενα της Σκαλίδη; Πρωτίστως μου αρέσει η διαχείριση των λέξεων, ο τρόπος γραφής που χωρίς να είναι μελό προκαλεί βαθιά συγκίνηση. Πάνω απ’ όλα μου αρέσει ο τρόπος προσέγγισης των θεμάτων της. Στο «Κρέας από σταφύλι» αποτυπώνεται ο κανιβαλισμός που επισυμβαίνει στο όνομα της αγάπης. Ένας κανιβαλισμός που ξεκινάει από την εποχή του Οιδίποδα, περνάει από την Ηλέκτρα, τη φόνισσα του Παπαδιαμάντη και καταλήγει στη σύγχρονη αθηναϊκή κοινωνία, όπου επέρχεται η συμφιλίωση. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, αλλά και η προσπάθεια απελευθέρωσης του γιου από τη μάνα του δια της φυγής. Ο άλλος τρόπος ήταν ο φόνος της Μαγδαληνής, της Μαγδάλως, της μάνας του Θεόφιλου: «Φεύγα, πριν κάνεις μεγαλύτερο κακό. Φεύγα» του είπε η καλαμιά. Κι έφυγε. Η ελευθερία του όμως θα έχει ως συνέπεια την «αναμονή δίχως τέλος» της γυναίκας του της Φρόσως και το έλλειμμα των δύο θυγατέρων, που θα μεγαλώσουν χωρίς πατέρα(σύνδρομο της Ηλέκτρας και αδυναμία αγαπητικής επικοινωνίας με τους άντρες). Όλα εκκινούν από την «τρελή». Έτσι αποκάλεσαν στο χωριό τη Μαγδάλω. «Της βάλανε την ταμπελίτσα και καθάρισαν». Κι όπως λέει η Φρ. Ντολτό αρκεί να σε βλέπουν οι άλλοι σαν τρελό για να τρελαθείς. Αλλά εδώ η τρέλα ήταν κανονική, αυθύπαρκτη και αγιάτρευτη, δηλαδή βιολογική. Σύμφωνα με τον Φουκό η «αληθινή» τρέλα συμβαίνει όταν «όλες οι εκκεντρικότητές μας, όλες οι αυταπάτες της φιλαυτίας και όλα τα πάθη μας φθάνουν μέχρι την Τύφλωση». Η τύφλωση είναι «το διακριτικό χαρακτηριστικό της τρέλας» είναι «όλο το υπόβαθρο από πλάνες που είναι αχώριστο από την τρέλα». Η Μαγδάλω ήταν τρελή με τον τρόπο του Φουκό, τυφλώνονταν, ήταν δολοφονικά επιθετική, αφού θα μπορούσε να σκοτώσει ακόμα και το παιδί της. Μάλιστα, ο γιος της ο Θεόφιλος την είδε να πνίγει ένα κορίτσι κι αυτή η συνενοχή τους συνέδεσε. Ώσπου ο γιος έφυγε, αφήνοντας γυναίκα και δύο κόρες έρμαια στις διαθέσεις της μάνας-πεθεράς. «Δεν έχω δει πιο αδίσταχτη ματιά από της μάνας μου. Θα με έχωνε μέσα στη γης, άμα το μπορούσε. Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί. Ξέρεις τι είναι πατέρας στα τριάντα εφτά σου να παρατάς τις κορούλες σου, εφτά και κάτι η μία, χρονιάρικο μωρό η άλλη, για να γλιτώσεις από τη μάνα σου; Δυο μέτρα άντρας; Και πως ν’ αντικρίσεις τη γυναίκα που τις γέννησε και σ’ αγάπησε τόσο;» λέει ο Θεόφιλος στο Νικηφόρο, που διαπιστώνει: «Μέσα σε τριάντα χρόνια η Ελλάδα πέρασε από τα διάσελα στα άσυλα… Έτοιμους για τα ιδρύματα μας έχουνε. Φύγαμε από τους τόπους μας. Βασανιστήκαμε βουβά. Φαλιρίσαμε. Κι είμαστε τώρα βάρος… Α, κοίτα ποιοι φέρνουν εδώ τα’ αμάξια τους εδώ και τα αράζουνε. Χρυσά τα πλερώνουμε. Οι τίποτα…». Ο Θεόφιλος έχει πλέον καταστεί κλοσάρ, αφήνοντας τη σήψη να νεκρώνει αργά αργά το σώμα και την ψυχή του. Ώσπου στο δρόμο του θα έρθει η δεκάχρονη Μαριάννα για να του σώσει ό,τι απέμεινε απ’ την ψυχή.
Στη συνέχεια έχουμε τη διαπραγμάτευση της ερωτικής ζωής των δύο κοριτσιών του Θεόφιλου, που μεγάλωσαν χωρίς τον πατέρα τους. Η μία κόρη θα τον αναζητεί στους πάμπολλους σεξουαλικούς συντρόφους, η άλλη θα απορρίπτει τον έρωτα, όπως και τον άντρα. Εξάλλου, δεν ήταν μόνο η απουσία του πατέρα αλλά και η λάθος συμβουλή της μητέρας που νουθετεί εξ ιδίων: «Να μην αγαπήσετε ποτέ κανέναν. Όποιον παντρευτείτε να είναι μόνο από συμφέρον δικό σας. Από τίποτα άλλο». Ούτε έρωτας ούτε αγάπη, μόνο συμφέρον. Το υλικό συμφέρον ενώνει πλέον τα ζευγάρια, όπως η ξενότητα ενώνει τους ξένους της Αθήνας, τις διάφορες εθνότητες, τις φυλές, τον Θεόφιλο και τη μικρή Μαριάννα. Όλες οι ενώσεις είναι αποτέλεσμα της ανάγκης, δηλαδή της βίας αλλά και της έγνοιας: «Την ανάγκη να έχεις κάποιον να νοιάζεσαι και να σε νοιάζεται κι εκείνος, άμα γίνεται».
Οι ήρωες της Σκαλίδη, δηλαδή η ίδια, δεν σκέφτονται μανιχαϊστικά, δεν σκέφτονται με βάση την απόλυτη αντίθεση σε καλό και σε κακό: «Δεν θα μιλάμε με καλό και με κακό, παιδί μου. Θα μιλάμε αλλιώς, πια», λέει ο Θεόφιλος στη Μαριάννα. Όχι γιατί βρίσκεται με νιτσεϊκό τρόπο πέραν του καλού και του κακού αλλά γιατί έχει συμφιλιωθεί με το κακό, με την κακότητα της μάνας του, βλέποντας και το κακό που προξένησε ο ίδιος ως πατέρας στις κόρες του. Η συγγραφέας με άλλα λόγια αρνείται τόσο τον Νίτσε όσο και τον Φουκό, που διατείνονται ότι τίποτα, καμία επιθυμία «δεν είναι παρά φύσιν» ούτε καν ο φόνος(!), αφού ακόμη και αυτή την φονική επιθυμία «την έχει βάλει στον άνθρωπο η ίδια η φύση». Η Σκαλίδη περιορίζεται στην απλή, την ειρηνική συμφιλίωση, όπως η Γιουρσενάρ. Και το φάρμακο για όλα είναι η αγάπη: «Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι όσο πληγωμένος και να ’σαι από το σπίτι σου, όσο κι αν σε μαραζώσανε παιδάκι, μόλις έρθει η αγάπη, αφήνεσαι σ’ αυτή με θάρρος για να γίνεις καλύτερος, να νιώσεις μια στάλα πιο ολόκληρος. Αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής σου. Η μόνη ευκαιρία να είσαι άνθρωπος…»!
Ένα πραγματικά αξιοδιάβαστο βιβλίο.