Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Δέκα αφηγήσεις κι ένα παραμύθι

Διαβάζω το βιβλίο που περιλαμβάνει τρεις νουβέλες και εφτά διηγήματα με τον τίτλο «Δίψα» (Καστανιώτης, 2009) του νομπελίστα Ίβο Άντριτς και θυμάμαι την κραυγή σ’ ένα συνέδριο συγγραφέων πριν χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία της Σέρβας Gaga Rositz όταν διαμαρτυρόταν γιατί οι πρώην συμπατριώτες της από τη Λιουμπλιάνα δεν της απηύθυναν ούτε ένα βλέμμα χαιρετισμού: «Κάποτε ήμασταν συμπατριώτες, τώρα δεν λέμε καλημέρα… Όταν τη χώρα μου τη βομβάρδιζαν «γενναία» οι χώρες των μεγάλων γλωσσών… φοβόμουν μη σκοτώσουν το «Λόγο»… πρέπει να σηκώσουμε πάλι τις γέφυρες που μας ενώνουν» έλεγε με δάκρυα, ακριβώς όπως οι ήρωες του Άντριτς ζύμωναν με δάκρυα και σάλιο τα πάθη τους. Παραδόξως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ένας άνθρωπος γεννημένος από Κροάτες, ο Άντριτς έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Σερβίας, ενώ ο Σελίμοβιτς, ένας Σέρβος μουσουλμάνος, έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Βοσνίας. Και των δύο συγγραφέων τα αγάλματα βρίσκονται σήμερα σε μία πλατεία του Σαράγεβο, χωρίς να κοιτάζονται, όπως παρατηρεί ένας Έλληνας ταξιδιώτης! Ποιος ξέρει αν αύριο θα χτιστεί μια νέα «γέφυρα του Δρίνου» για να γεφυρώσει τις χωρισμένες ψυχές; Στις νουβέλες του, πάντως, ο Άντριτς αναφέρεται στη Βοσνία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής και της αυστριακής κατοχής. Ο χρόνος προσδιορίζεται λίγο πριν και λίγο μετά τη συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1878) και συμφωνηθείσα προσάρτηση της Βοσνίας στην Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας(μέχρι το 1908). Στη νουβέλα «Η Μάρα η αγαπητικιά» γίνεται εκτενής περιγραφή της πολιτικής, θρησκευτικοκοινωνικής και εθνοτικής δομής της Βοσνίας. Εδώ αν και ήδη έχει διαμορφωθεί η αντίθεση μεταξύ «Τούρκων» (η επιβολή του δυτικοευρωπαϊκού βλέμματος είναι γεγονός) και χριστιανών, τα πράγματα μπερδεύονται είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα είτε από τη μετάφραση καθώς χάνονται οι αποχρώσεις. Ποιοι είναι οι χριστιανοί; Οι Ορθόδοξοι(Σέρβοι) ή οι Καθολικοί(Κροάτες); Ως γνωστόν το ορθόδοξο και το καθολικό ήταν δύο διαφορετικά αναγνωρισμένα «μιλέτ» στη δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμη, ποιοι ήταν Τούρκοι; Οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί(Οσμανλήδες) και Τούρκοι ή οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι; Οι διακρίσεις αυτές δεν υφίστανται στις αφηγήσεις. Πάντως, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η εθνότητα ήταν υποδεέστερης σημασίας από τη θρησκεία (οι Τούρκοι δεν ήταν πολλοί στην Οθωμανική Δυναστεία. Ως εθνότητα ήταν παραγκωνισμένη και οι Τούρκοι θεωρούνταν «χωριάτες και άξεστοι»). Επίσης, μέλη της άρχουσας τάξης («δούλοι σουλτάνου», όπως ο Βελής) ήταν όσοι δήλωναν πίστη στο σουλτάνο και είχαν γνώση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κώδικα και πρωτοκόλλου συμπεριφοράς(ήθη και έθιμα) και γνώριζαν την οθωμανική γλώσσα της άρχουσας τάξης. Οι υπόδουλοι-ραγιάδες ήταν οι χριστιανοί, οι εβραίοι αλλά και οι μουσουλμάνοι που μιλούσαν αραβικά( οι ραγιάδες μπορεί να ήταν και πλούσιοι, αλλά δεν γινόταν Οθωμανοί αν αποκτούσαν τους κώδικες της άρχουσας τάξης των Οσμανλήδων). Μετά από τις διευκρινίσεις αυτές, επιστρέφοντας στο βιβλίο του Άντριτς διαπιστώνουμε την αυτονόμηση του στρατού του Σουλτάνου από τον υπόλοιπο πληθυσμό καθώς ο στρατός αρπάζει το χορτάρι ακόμη και από τα χωράφια μπέηδων(13). Ομοίως, η αντίθεση των τοπικών μουσουλμάνων(Βόσνιων και Τούρκων) και των υπόλοιπων «ραγιάδων» δεν υφίσταται καθώς «εδώ δεν υπάρχουν πια άνθρωποι, μόνο πεινασμένοι φουκαράδες κι ακόμα πιο πεινασμένοι μπέηδες» (σελ. 39)! Όλοι, μα πιο πολύ οι φανατικοί μουσουλμάνοι είναι εναντίον των Σταμπολήδων (κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, την άρχουσα τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) αλλά και ενάντια στους «μουρτάτες», τους εξωμότες «που πουλάνε τη Βοσνία στους άπιστους(εδώ η αντίθεση αφορά τους χριστιανούς). Σε κάθε «μιλέτ»(τέσσερις πίστεις διακρίνει ο Άντριτς) υπάρχουν οι φανατικοί, όπως ο φανατικός ισλαμιστής τοπικός επικεφαλής των μουσουλμάνων Κάουκτζιτς, που στρεφόταν εναντίον της διοίκησης των Οσμανλήδων και ήταν υπέρ μιας «καινούργιας επαναστατικής αρχής»(μουλάδες). Από την άλλη πλευρά έχουμε τον Καθολικό παπά φρα-Γκργκο, έναν επίσης φανατικό αλλά χριστιανό. Μέσα σ’ όλα αυτά η Μάρα, άγουρη κόρη φούρναρη, γίνεται ορατή από τον βελή (στρατιωτικό διοικητή) που την ορέχτηκε και την έκανε μαιτρέσα του. Η μικρή δέχεται την περιφρόνηση (το βλέμμα των άλλων) της τοπικής χριστιανικής κοινωνίας στην οποία ανήκε και την φανατική οργή του καθολικού παπά. Τελικά, καταλήγει στους καθολικούς(Παμούκοβτς) όπου βρίσκει συμπόνια μόνο από τους υπηρέτες. Όμως πεθαίνει μαζί με το μωρό, τη «σπορά του Τούρκου». Το βλέμμα των άλλων νίκησε. Αντίθετα, η νύφη των Παμούκοβιτς Νεβένκα καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα των γυναικών της εποχής αναπτύσσοντας την εξυπνάδα αλλά και το θάρρος της. Η Μάρα είναι η στιγματισμένη πλευρά της Έστερ («Άλικο Γράμμα» Ν. Χώθορν), ενώ η Νεβένκα η σθεναρή και ανατρεπτική της πλευρά. Και η Νεβένκα ηρεμούσε με την προσευχή (θυμάστε τη Ζου τη μαύρη δούλα του Τρούμαν Καπότε;). Όμως η Νεβένκα δεν αποδεχόταν τη θέση της ως «θύμα που συναινεί», γι’ αυτό δεν δέχτηκε να έχει και τις ίδιες προσευχές με τους Παμούκοβιτς! «Έτσι, κάποια στιγμή αποφάσισε να βρει δικά της λόγια και να φτιάξει δικές της προσευχές, τις οποίες οι Παμούκοβιτς να μην μπορούν ποτέ να μάθουν και να τις χρησιμοποιήσουν»(σελ. 64). Με άλλα λόγια, η γυναίκα δημιουργεί μία ατομική «αντι-κουλτούρα», μια δική της πίστη και τελικά καταφέρνει να επιβληθεί. Αντίθετα, τόσο η Μάρα όσο και η Άνικα, κόρη φούρναρη επίσης, που μετεξελίχθηκε σε πόρνη, δεν κατάφεραν να επιβληθούν με τα όπλα της ομορφιά τους και γι’ αυτό βρήκαν το θάνατο. Εδώ έχουμε τις Γυναίκες που υποφέρουν, που διψούν για αγάπη, σαν τον ληστή Λαζάρ που υφίστατο το μαρτύριο της δίψας. Αλλά και οι άντρες διψούν το ίδιο όπως ο Γκέρζελεζ. Εδώ όμως η γυναίκα λειτουργεί ως διακύβευμα των κυνηγών-ανδρών και μόνο κατ’ εξαίρεση ως «μαγική αρχή» και κινούν αίτιο της ζωής του άντρα. Δεν θα επεκταθώ άλλο. Αξίζει να διαβάσετε αυτό το βιβλίο και ίσως κάποτε «Να βγούμε από τις λακκούβες μας, τους μικρόκοσμους, τις γλίσχρες ματαιοδοξίες μας και να συναντηθούμε έξω, στον μεγάλο κόσμο ξανά» όπως μου έλεγε η Γκάγκα, δείχνοντάς μου μέσα από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί την ομορφιά: «Κοίτα έξω την ομορφιά»…




Η Αρήτη της ροδιάς

«Θέλει η ομορφιά σιωπή και… φως…». Να και πάλι η ομορφιά μέσα από ένα παραμύθι-ποίημα της Κικής Δημητριάδου και σε υπέροχη εικονογράφηση του Νικόλα Ανδρικόπουλου (εκδόσεις Λιβάνη). Δεν απόλαυσα άλλοτε τόσο όμορφο παραμύθι. Μόνο στην ποίηση βρήκα τέτοια συγκίνηση. Αξίζει να το διαβάσετε στα παιδιά σας. Μα πάνω απ’ όλα αξίζει να το διαβάσουν οι… μεγάλοι και οι… βασιλιάδες. Μήπως και γίνουν λίγο πιο ανθρώπινοι. «…σιωπή, η ομορφιά κοιμάται κι αν βίαια ξυπνήσει θα χαθεί… σιωπή». Και η Γκάγκα και η Κική βλέπουν την ομορφιά και την τρυφερότητα να κοιμάται κάτω από μία ανθισμένη ροδιά. Θα μπορέσουμε να τη δούμε κι εμείς; Ίσως, αν απελευθερωθούμε από το βλέμμα των άλλων και χαθούμε στα μάτια ενός μικρού παιδιού, της Αρήτης, της Ρωξάνης, της

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Ιδεολογία και αυταπάτη

Γιατί ο άνθρωπος κατασκεύασε έναν «άλλον κόσμο» πέραν του υπαρκτού; Γιατί κατασκευάζει έναν άλλον εαυτό μη πραγματικό; Πως διαχειρίζεται αυτά τα «διπλά» και ποιες οι συνέπειες από την ύπαρξή τους και μόνο; Γιατί ο άνθρωπος έχει την ανάγκη της αυταπάτης, να ξεγελά όχι μόνο τους άλλους αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό; Οι διερωτήσεις αυτές απασχολούν τον Κλεμάν Ροσέ στο «δοκίμιο περί αυταπάτης»: «Το πραγματικό και το διπλό του» (Αρμός). Όμως, ο συγγραφέας απασχολείται μόνο με τις συνέπειες που προκαλεί η αυταπάτη μέσω της δημιουργίας του «διπλού» εαυτού, στον άνθρωπο ως άτομο και όχι για το ρόλο του φενακισμού ή της αυταπάτης στην κοινωνία, που είναι η ενασχόληση του Σλαβόι Ζίζεκ (Η ιδεολογία και ο νάνος, εκδόσεις scripta, που έχουμε παρουσιάσει πολύ παλαιότερα). Αλλά έχει ενδιαφέρον η σύνδεση των δύο αναζητήσεων, καθώς η προσέγγιση του Ζίζεκ αποκτά μέσω του Ροσέ ανθρωπολογικό βάθος. Για τον πρώτο η αυταπάτη είναι συνδεδεμένη με την ιδεολογία. Για τον δεύτερο με την ψυχανάλυση.
Ο Ζίζεκ εξαρχής αρνείται ότι η θεμελιακή διάσταση της ιδεολογίας είναι η «ψευδής συνείδηση», η απατηλή δηλαδή παράσταση της πραγματικότητας. Κατά τη γνώμη μας, στην ιδεολογία συνυπάρχουν τόσο η ψευδής συνείδηση (στους κάτω) όσο και το «ως εάν»(στους μεσαίους κυρίως πεπαιδευμένους). Για τον Ζίζεκ η ιδεολογία είναι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα, που η ύπαρξή της εμπεριέχει την άγνοια της ουσίας της από τους συμμετέχοντες σ’ αυτή. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία είναι θεμελιώδες συστατικό της κοινωνικής πραγματικότητας και είναι εγγεγραμμένη στην ουσία των πραγμάτων. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναπαραχθεί δίχως αυτόν τον ιδεολογικό φενακισμό. Η κατάρρευση της ιδεολογίας, η αποκάλυψη ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός», σημαίνει και την απογύμνωση της πραγματικότητας που έτσι χάνει το συνεκτικό της ιστό, που είναι η ιδεολογία, και διαλύεται. Η «κοινωνική πραγματικότητα» αποτελεί τελικά μια ηθική κατασκευή την οποία «υποβαστάζει ένα ορισμένο Ως Εάν (πράττουμε Ως Εάν να πιστεύουμε στην παντοδυναμία της γραφειοκρατίας…)», αλλά «μόλις χάνεται η πίστη αυτή αποσυντίθεται ο κοινωνικός ιστός». Εδώ ισχύει ο Πασκάλ σύμφωνα με τον οποίο όταν κάνεις ότι πιστεύεις και καταλήγεις να πιστεύεις.
Με την κλασική έννοια της ιδεολογίας (ως αυταπάτη) η σημερινή κοινωνία εμφανίζεται ως «μετα-ιδεολογική». Όμως το θεμελιώδες επίπεδο της ιδεολογίας δεν είναι εκείνο μιας αυταπάτης που φενακίζει την πραγματικότητα, αλλά εκείνο μιας (ασυνείδητης) φαντασίωσης που δομεί την ίδια την κοινωνική μας πραγματικότητα. Εδώ ο Ζίζεκ ταυτίζεται ανοιχτά με τον Λακάν, ενώ ο Ροσέ διακρίνει την φροϋδική (απώθηση) από την λακανική προσέγγιση (διάκλειση, αποκλεισμός). Υπ’ αυτή την οπτική απέχουμε πολύ από τη μετα-ιδεολογική κοινωνία. Η λειτουργία της ιδεολογίας δεν είναι να μας προσφέρει ένα τόπο διαφυγής από την πραγματικότητά μας, αλλά να μας προσφέρει την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα και τον πραγματικό μας εαυτό ως μια διαφυγή από κάποιον τραυματικό, πραγματικό πυρήνα, όπως είναι ο τρομερός ανταγωνισμός, η αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού τρόπου παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης. Εδώ η διαφορά του Ζίζεκ με τον Ροσέ είναι χαώδης. Στον δεύτερο ο «άλλος κόσμος» είναι το διπλό του κόσμου τούτου, είναι μία καταφυγή του ανθρώπου που μπροστά στην τραγική πραγματικότητα του θανάτου κατασκευάζει έναν «άλλο κόσμο» πέραν του κόσμου τούτου. Όσο για το Εγώ, αυτό κατασκευάζει έναν άλλο εαυτό για να κρύψει από τα μάτια των άλλων τον πραγματικό του εαυτό. «Ο Οιδίποδας δημιουργεί το πεπρωμένο του στην προσπάθεια να του ξεφύγει. Αρνούμενοι να είμαστε ετούτο ή εκείνο που είμαστε, ή, ακόμα, αρνούμενοι να φανερώσουμε στα μάτια των άλλων ποιοι είμαστε, γινόμαστε ακριβώς ετούτο ή εκείνο και ως τέτοιοι παρουσιαζόμαστε στα μάτια των άλλων». Άρα, το θέμα είναι «τα μάτια των άλλων», αυτός είναι ο λακανικός καθρέφτης που μας αναγνωρίζει και όπου αναγνωριζόμαστε. Πως όμως διαμορφώνεται το «βλέμμα των άλλων» και με ποια κριτήρια μας αναγνωρίζει; Αυτό δεν απασχολεί τον Ροσέ. Ο συγγραφέας όμως καταδεικνύει ότι «Το πράγμα γίνεται ανεκτό μόνο διαμεσολαβημένο, διχασμένο: δεν υπάρχει τίποτα εδώ-κάτω που να μπορεί να συλληφθεί έτσι κατευθείαν»(σ. 118). Συνεπώς, ούτε το πράγμα ούτε η πραγματικότητα μπορούν να συλληφθούν χωρίς τη μεσολάβηση ενός «διπλού». Το ίδιο συμβαίνει και με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Χρειαζόμαστε τα «αντίγραφα» για να αντέξουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας! Αλλά πως κατασκευάζουμε την αυταπάτη, τον ψευδαισθησιακό κόσμο ή τον εαυτό μας; Εδώ το λόγο παίρνουν ο Λακάν και ο Ζίζεκ.
Τι είναι, άραγε, η λακανική «ιδεολογική φαντασίωση» του Ζίζεκ; Εκείνο που παραβλέπουν ή παραγνωρίζουν οι άνθρωποι δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αυταπάτη που δομεί την πραγματική κοινωνική τους δραστηριότητα. Άρα, το «διπλό» είναι μέρος της πραγματικότητας και όχι κάτι έξω από αυτή, όπως διατείνεται ο Ροσέ. Οι άνθρωποι «Ξέρουν πολύ καλά πως είναι πραγματικά τα πράγματα, αλλά εξακολουθούν ‘’να το κάνουν’’ ως εάν να μην ήξεραν». Πρόκειται εδώ για μία διπλή αυταπάτη(για «φαντασιακό διπλασιασμό» μιλάει ο Ροσέ), αφού είναι μία αυταπάτη-παράβλεψη της αυταπάτης που δομεί την πραγματική ενεργό σχέση τους με την πραγματικότητα. «Αυτή την ασυνείδητη αυταπάτη που παραβλέπεται θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε ιδεολογική φαντασίωση». Ο σημερινός άνθρωπος, αυτό το «κυνικό υποκείμενο» γνωρίζει το ψεύδος, το προσωπείο, αλλά δεν το αποποιείται. Μέσω αυτής της αυταπάτης ο άνθρωπος αντέχει τον κόσμο, τον εαυτό του, την έσχατη ματαίωση, το θάνατο.
Για τον Ροσέ αυτό «είναι ένα παιγνίδι ατελείωτης αντήχησης, στο οποίο ακούγεται χωρίς σταματημό η ηχώ μιας ανικανότητας να πούμε ‘’εγώ’’, να αποδείξουμε ότι είμαστε κατιτί» (σ. 179). Τελικά καταλήγουμε στην «επανάληψη ως αέναη απουσία μιας παρούσας αλήθειας»(Ζ. Ντεριντά). Τι προτείνει ο Ροσέ; Προτείνει το πραγματικό. «Το πρωτότυπο πρέπει να ζει χωρίς καμιά εικόνα: αν δεν βρω τον εαυτό μου μέσα μου, θα τον ξαναβρώ ακόμα λιγότερο στην ηχώ μου». Πάρα πολύ σωστά. Αλλά ένας άνθρωπος που θα σκεφτόταν σήμερα έτσι θα συγκαταλέγονταν στους «αόρατους», στους εξόριστους, στους υποτιμημένους. Συνεπώς, δεν αρκεί να σκεφτούμε μόνο εμείς αλλιώς τον εαυτό μας σαν συνεπείς και αυτάρκεις στωικοί, πρέπει να αλλάξουν και τα κριτήρια, δηλαδή ο ισχύον πολιτισμός του «καθρέφτη», του βλέμματος των άλλων, της αναγνώρισης μέσω του ανταγωνισμού και της συμβολικής δύναμης ή της συμβολικής και πραγματικής βίας, που κάποιους τους εξαφανίζει ή τους κάνει το βίο αβίωτο.

Γ Χ Παπασωτηρίου

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Καστρινάκη Αγγέλα

«Με βρήκε πάλι η καινούργια βδομάδα να κουβαλάω το ραγισμένο εγώ μου σαν φορτίο ασήκωτο». Τα λόγια ανήκουν στη Νίνα την ηρωίδα της Βασιλικής Πιτούλη («Δείπνο εκ προμελέτης», εκδόσεις Εμπειρία). Εδώ «τα δύο φύλα δεν πεθαίνουν χωριστά»(Νίτσε) καθώς η λύση επέρχεται δια του πραγματικού φόνου του αρσενικού φαλλοκράτη. Αντίθετα, στο μυθιστόρημα της Αγγέλας Καστρινάκη «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας» (ελληνικά γράμματα) η λύση είναι ο συμβιβασμός. Αλλά και εδώ υπάρχει φόνος, μόνο που είναι υπαινικτικός, συμβολικός, αφού ο άντρας(Μάριος) καταχωρίζεται στην κατηγορία των «ρομαντικών» και η γυναίκα(Μέλπω) των ειρώνων. Και τα δύο μέρη επιχειρούν να βρουν τον εαυτό τους μέσω του άλλου, μέσω του έρωτα, αλλά τελικά καταλήγουν ή μάλλον επιστρέφουν στην αλήθεια της «απόστασης» και από τον άλλο και από τον ίδιο τους τον εαυτό: «είμαστε σε θέση να παίρνουμε απόσταση από τον εαυτό μας, να τον βλέπουμε, να τον ζυγίζουμε… αυτή την απόσταση, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και ειρωνεία». Τελικά, τι είναι ο έρωτας; Ο έρωτας είναι η ταύτιση με τον εαυτό. Αντίθετα, η απουσία του σημαίνει την επιστροφή στην «απόσταση» από τον εαυτό. Βέβαια, η απόσταση από τον εαυτό είναι ίδιο των ανθρώπων, αλλά στην Καστρινάκη αυτό συμβαίνει με μία ιδιαίτερη ένταση. Η «ειρωνεία» κατά τη συγγραφέα σχετίζεται με την «απόσταση», από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι συγχρόνως υποκείμενο(Εγώ) και αντικείμενο(Αυτό) του εαυτού του(θέτει δηλαδή τον εαυτό απέναντι, στον καθρέφτη και τον παρατηρεί δίκην ξένου). Η συγγραφέας περιορίζεται στην «απόσταση» και ένα χιούμορ παρατηρούμενου εαυτού, τον αυτοσαρκασμό. Δεν προχωράει στην κατηγοριοποιήση των ξένων σε είρωνες και πιστούς, όπως κάνει η Κρίστεβα. Οι πρώτοι είναι αυτοί που διχάζονται ανάμεσα σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια και σε αυτό που δεν θα υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό γίνονται φανατικοί του κενού και του ουδέτερου, γίνονται «είρωνες» ελλείψει ψευδαισθήσεων. Οι «πιστοί» από την άλλη πλευρά είναι αυτοί που κάνουν την υπέρβαση πέρα από το πριν και το τώρα, προσδοκώντας με πεισματικό πάθος μια γη της επαγγελίας, όπου θα κατοικεί ένας έρωτας, μια επιτυχία, ένα παιδί. Η ουτοπία των ξένων είναι η συνάντηση, η φιλοξενία, ο στιγμιαίος κοσμοπολιτισμός, το συμπόσιο ως «το θαύμα της σάρκας και του πνεύματος». Είναι, επίσης, το συνενοχικό απόλυτο και το μίσος που προσπορίζει στον ξένο συνοχή απέναντι σ’ έναν κόσμο υπεκφυγών και ομοιωμάτων, «ψευδοσχέσεων» και ψευδοάλλων». Υπό την οπτική της Κρίστεβα ο κόσμος (ή ο καιρός) της Καστρινάκη είναι ο κόσμος της πίστης(ή της μη πίστης) και όχι ο ασυμβίβαστος κόσμος της ειρωνείας, είναι ο κόσμος των ομοιωμάτων και των υπεκφυγών.
Για την ιστορία, ένα ζευγάρι διανοουμένων αρχίζει να κάνει «διπλή ζωή». Ακριβώς επειδή είναι διανοούμενοι (ή καλλιτέχνες) όλα «παίζουν» με τις λέξεις και τις σκέψεις. Το σημείο G του έρωτα, της ηδονής και της απόλαυσης βρίσκεται στον εγκέφαλο(«Με το μυαλό χτίζεις, με το μυαλό γκρεμίζεις»). Αλλά το πρώτο διαζύγιο είναι αυτό μεταξύ σώματος και ψυχής(Αλλά μήπως και το σώμα δεν έχει ψυχή!). Εδώ τα υπερδιογκωμένα Εγώ («Τα θέλεις όλα, μονά ζυγά, δικά σου») χάνουν τον άλλο, δηλαδή τον έρωτα. Όταν τον βρίσκουν, αυτό συμβαίνει με τον μανδύα του απαγορευμένου, αφού η νομιμοποίηση απομαγεύει. Ο έρωτας, λοιπόν. Η εκφορά της ολοφράσης «Σ’ αγαπώ» (Ρ. Μπαρτ). Αλλά να και πάλι το ερώτημα: Τι είναι ο έρωτας; «Χημεία ή αλχημεία;», επιστήμη ή μαγεία; Αλχημεία λέει η Καστρινάκη. Αλλά η ειρωνεία είναι ότι ζούμε στον καιρό της επιστήμης, της χημείας, που όμως δεν ισχύει στα «ανθρώπινα».
Ο έρωτας είναι μία θέωση, ένα ενθουσιαστικό, ευτυχισμένο παραλήρημα. «Ανακάλυψα, τελικά,», λέει ο Μαρκές, «πως ο έρωτας δεν είναι μία ψυχική κατάσταση, αλλά ένα ζώδιο στο ζωδιακό κύκλο», μία μεταφυσική! Να, η αλχημεία. Όλα τ’ άλλα, όλη η ζωή χωρίς τον έρωτα, δεν είναι ζωή, αλλά μία νευρωτική προσομοίωση της ζωής. Κάνουμε ότι ερωτευόμαστε, παριστάνουμε τους ερωτευμένους, τακτοποιώντας τον «έρωτα» σε μία λογική τάξη και σ’ ένα από εκείνα τα «κουτάκια» όπου τοποθετούμε με καταναγκαστική εμμονή «το καθετί στη θέση του, κάθε υπόθεση στην ώρα της, κάθε λέξη στο ύφος της…». Κι εδώ ο έρωτας είναι μία υπόθεση του φαντασιακού. Αλλά ενώ στον Μαρκές ο έρωτας είναι άλαλος(η μικρή κορδελιάστρα-πόρνη), στην Καστρινάκη είναι φλύαρος και μόνο τα ηχοχρώματα των φωνών και των ολοφράσεων είναι οι πυροκροτητές του έρωτα. Γι’ αυτό εδώ ισχύει το δίλημμα του Χόρχε Σμπρούν: Talk or sex; Κι εδώ ένα ζευγάρι διανοουμένων -μία δικηγόρος κι ένας δημοσιογράφος- βιώνει με τον δικό του τρόπο την κωμωδία, την τραγωδία, την ιλαροτραγωδία του ερωτισμού. Οι αναφορές και οι αναγωγές στην «περίεργη» ερωτική σχέση του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου και φιλοναζιστή Χάιντεγκερ με την Εβραία και αριστερή Χάνα Άρεντ μέσω της αλληλογραφίας τους είναι συχνές, αλλά ο Σεμπρούν τις υπερβαίνει. Οι δύο εραστές είναι παντρεμένοι, όπως και οι Άρεντ –Χάιντεγκερ, όπως η Μέλπω και ο Μάριος. Ο Μπερνάρ όπως και ο Χάιντεγκερ, ή ο Μοράν, γράφει στη Φρανς ότι «ποτέ δεν θα μπορέσω να οικειοποιηθώ το δικαίωμα να σας θέλω για μένα, όμως δεν θα βγείτε πια από τη ζωή μου...», αλλά συγχρόνως αισθάνεται την επιθυμία να αλώσει, να «μπει», (σ)το σώμα των γυναικών, αλλά όχι στη ζωή τους. Στη πρώτη περίπτωση ο ερωτισμός αρκείται στη συνομιλία (Talk), ενώ στη δεύτερη επιθυμείται απλώς το sex. Κι εδώ όλα ξεκινούν μέσω των λέξεων, μέσω των ποιημάτων του Ρενέ Σαρ: «Ομορφιά, απόλυτή μου ευθεία, μέσ’ από τέτοιους άθλιους δρόμους, στο κατάλυμα μιας λάμπας κι ενός κλειστού κουράγιου, να ξεπαγιάζω, κι εσύ να ’σαι η γυναίκα μου τον Δεκέμβρη. Η ζωή που μου μέλλει είν’ η όψη σου την ώρα που κοιμάσαι». Η μουσική των λέξεων ανοίγει το κεφάλι της γυναίκας και μετά τον κόλπο της. Για εκείνη ο έρωτας είναι βουβός και η ποίηση τον κάνει να μιλάει. Εκείνος, όμως, μεταχειρίζεται την ποίηση με τον τρόπο που ένας ιππότης χρησιμοποιεί το σπαθί και κυρίως το δίχτυ του. Ο Μπερνάρ είναι ο κυνηγός που του αρκούν τα χείλη, οι γλώσσες και η τραχύτητα της ιδιοκτησίας, η τάξη της οποίας επιβάλλει μία γυναίκα για τη ζωή, ή το σπίτι, και μία εφήμερη για «το κενό των πέντε με επτά»! Αλλά και η Φρανς ακολουθεί το ανδρικό πρότυπο σύμφωνα με τη λοξή χειραφέτηση του καιρού. Κι εκείνη έχει έναν σύζυγο κι έναν εραστή. Αλλά είναι αυτή που θα διαγνώσει την παγίδα της ψευδούς ευτυχίας, η καλύτερα της δυστυχισμένης ευτυχίας. Η ηδονή, «ένα κοράλλι από σπασμούς» ήταν ο εραστής, ο Μπερνάρ. Αλλά αυτές οι στιγμές της ηδονής ήταν συγχρόνως σπαρακτικές «γιατί δεν συνιστούσαν μια μοιρασιά, μια μακρόπνοη τρυφερότητα, μια συνενοχή του καθημερινού». Όπως δείχνει και η Καστρινάκη το «καθημερινό» είναι που σκοτώνει την ερωτική τρυφερότητα. Παραδόξως, η συγγραφέας του «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας» δεν διακρίνει της αποχρώσεις, όπως ο Οκτάβιο Παζ. Ο τελευταίος δεν μιλάει για τον έρωτα, αλλά για τον ερωτισμό, τον οποίο θεωρεί αντίστοιχο της ποίησης. Όπως η ποίηση είναι η ερωτική διάσταση του λόγου, έτσι και ο ερωτισμός είναι «η ποιητική του σώματος». Ο ερωτισμός δεν είναι απλή ζωώδης σεξουαλικότητα, αλλά μια ιεροτελεστία και παράσταση, η ποιητική μεταφορά δηλαδή της σεξουαλικότητας και όπως όλες οι μεταφορές δηλώνει κάτι πέρα από την πραγματικότητα που τη δημιουργεί, κάτι νέο και εντελώς διαφορετικό από τους όρους που τον συνθέτουν. Η κινητήρια δύναμη τόσο της ερωτικής όσο και της ποιητικής πράξης είναι η φαντασία. Αυτή είναι που μεταμορφώνει το σεξ σε τελετουργία. Ο Παζ διακρίνει τον έρωτα αυτό καθεαυτό, τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα. Το σεξ είναι η πρωταρχική πηγή, ενώ ο ερωτισμός και ο έρωτας είναι δευτερογενείς μορφές του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ερωτισμός είναι αποκλειστικά ανθρώπινος. Πρόκειται για την κοινωνικοποιημένη σεξουαλικότητα που έχει μεταμορφωθεί από τη φαντασία και τη βούληση των ανθρώπων. Ο ερωτισμός είναι εφεύρεση, μία διαρκής παραλλαγή. Το σεξ είναι πάντοτε το ίδιο. Ο ερωτισμός αλλάζει με το κλίμα και τη γεωγραφία, τις κοινωνίες και την ιστορία, τα άτομα και τις ιδιοσυγκρασίες, καθώς επίσης και από τις περιστάσεις, την τύχη και την έμπνευση της στιγμής.
Επαπειλούμενοι από τη διαρκή εκκένωση του σεξουαλικού ενστίκτου, οι άνθρωποι εφηύραν ένα αλεξικέραυνο, τον ερωτισμό. Αμφίσημη εφεύρεση, όπως όλες οι ανθρώπινες επινοήσεις. Ο ερωτισμός είναι ρυθμιστής της ζωής και του θανάτου. Δυστυχώς, αυτές οι αποχρώσεις λείπουν από το μυθιστόρημα της Καστρινάκη, η οποία καταλήγει απλώς σ’ ένα ταξίδι «στην ξενότητα του άλλου» και του αποξενωμένου(αποστασιοποιημένου) εαυτού μας, με πυξίδα μία «ηθική του σεβασμού για το ασυμβίβαστο»(Κρίστεβα).

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Κριτική της καθεστωτικής κριτικής2

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ (ΤΑ ΝΕΑ 7/2)

Σε άρθρο μου που δημοσιεύτηκε σ΄ αυτή τη στήλη στις 15.11.2008 έθετα το ζήτημα της καθεστωτικής λογοτεχνικής κριτικής. Νομίζω ότι περιέγραψα με αρκετή σαφήνεια το περιεχόμενο που της δίνω· όχι δηλαδή με θεωρητικολογίες και ισοπεδωτικά ιδεολογήματα (του τύπου: κάθε κριτικός που γράφει σε εφημερίδα «του συστήματος» είναι καθεστωτικός), αλλά με την επισήμανση δια παραδειγμάτων μιας σειράς αντιλήψεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια ορισμένη ομάδα κριτικών. Συγκεκριμένα, καταλόγιζα σ΄ αυτή την ομάδα: α) τάση διείσδυσης σε όλα τα θεσμικά όργανα του χώρου του βιβλίου, συχνά με ολοφάνερα οπορτουνιστικό πνεύμα (βλ. π.χ. επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών ή παλινδρομήσεις του ίδιου κριτικού ανάμεσα στην επιτροπή των κρατικών βραβείων και σε επιτροπές άλλων, υποτίθεται διαφορετικής λογικής βραβείων)· β) σχηματισμό «καρτέλ» ανάμεσα σε αυτούς τους κριτικούς, ή ορισμένους από αυτούς, για την αποτελεσματικότερη προώθηση κάποιων συγγραφέων και τον παραγκωνισμό άλλων (ιδίως σε ψηφοφορίες για βραβεύσεις βιβλίων)· γ) μια αντίληψη για τον ρόλο τους (αποτυπωμένη ανάγλυφα στα ίδια τα θεωρητικά γραπτά τους) που αίρει τον κριτικό πάνω από το λογοτεχνικό κείμενο και τον κάνει από στενό συνομιλητή στεγνό δικαστή ή βαθμολόγο με τυποποιημένα κριτήρια· και δ) ευνοϊκή μεταχείριση μιας λογοτεχνίας εφησυχασμού, ιδιώτευσης και αυτάρεσκων παιγνίων, με αντίστοιχη αγνόηση, υποβάθμιση ή υπέρμετρα σκληρή αντιμετώπιση βιβλίων που είναι πιο ανοιχτά στον κόσμο, πιο φρέσκα στον προβληματισμό τους και αμφισβητούν κυρίαρχες ή εθιμικές δοξασίες. Δύο από τους εγκαλούμενους κριτικούς απάντησαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο. Ο ένας (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 28.11.2008) με μια έκθεση περί του τι κάνει, θεωρητικά, ένας κριτικός, λες κι αυτό ήταν το θέμα («απαντά όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς να απαντήσει ο καθεστωτικός κριτικός που περιγράφει ο Κούρτοβικ», σχολίασε κάποιος στο διαδίκτυο, ο οποίος μάλιστα κράτησε κατά τα άλλα ουδέτερη στάση)· ο άλλος (Αλέξης Ζήρας, στο τεύχος Ιανουαρίου 2009 του Διαβάζω ) με μια εξ ολοκλήρου προσωπική επίθεση εναντίον μου, η οποία, πέρα από τις χονδροειδείς και ψευδείς κατηγορίες της (υπάρχει απάντησή μου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού), αντιπαρερχόταν και αυτή τις δικές μου αιτιάσεις. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, δεν υπήρξε απάντηση. Αισθάνομαι πως αυτό συνέβη όχι επειδή τους αποστόμωσα με εκείνο το άρθρο, αλλά μάλλον επειδή θεωρούν ότι αυτά που εγώ βρίσκω σκανδαλώδη είναι ασήμαντα ή αυτονόητα, τόσο για τους ίδιους όσο και γενικότερα για τα ήθη του χώρου, άρα δεν αξίζει τον κόπο να τα συζητάμε. Νά εδώ ένας από τους λόγους που με ωθούν προς αυτή την εξήγηση: στην κατακλείδα της «ανοιχτής επιστολής» που μου απεύθυνε από το Διαβάζω, ο Αλέξης Ζήρας δέχτηκε ως υπόθεση εργασίας ότι δύο κριτικοί προσυνεννοούνται για να κατεδαφίσουν το βιβλίο ενός συγγραφέα που αντιπαθούν· και αμέσως επιτρέπει στον εαυτό του το απίστευτο σχόλιο «Ε, και λοιπόν;»!!! Μήπως όμως πρόκειται εδώ για εκφραστική αδεξιότητα, για ένα τυχαίο lapsus; Για να δούμε. Στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2007 έγινε στην Αθήνα ένα συνέδριο με θέμα «ΜΜΕ και λογοτεχνία», οργανωμένο από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης. Τα πρακτικά του εκδόθηκαν από τους διοργανωτές σ΄ έναν τόμο με τίτλο ΜΜΕ και λογοτεχνία - το παρόν και το μέλλον μιας συμπόρευσης. Στην τελευταία συνεδρία, που ήταν αφιερωμένη στην κριτική, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τους Αλέξη Ζήρα, Ελισάβετ Κοτζιά, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Παντελή Μπουκάλα. Εκεί, απεύθυνα στους τρεις πρώτους την ερώτηση με ποιο σκεπτικό δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε κάτι τόσο οξύμωρο όσο μια κριτική επιτροπή για το... Βραβείο Αναγνωστών. Ο Αλέξης Ζήρας απάντησε αυτολεξεί: «Εγώ να πω κάτι ελάχιστο: εγώ νομίζω ότι ήταν ένα ακόμη βραβείο. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι πέραν αυτού [...] Κοιτάξτε, τώρα δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι όλες αυτές οι διαδικασίες [οι επιλογές των υποψήφιων για βράβευση βιβλίων] έχουν κάτι το διαβλητό. Το ξέρετε. Δεν χρειάζεται να το πω εγώ, το ξέρουν όλοι» (σελίδες 267 και 268 των πρακτικών). Ο Ζήρας, δηλαδή, αφού προβάλει ως επιχείρημα ότι το Βραβείο Αναγνωστών είναι απλώς ένα ακόμη βραβείο (σαν να μας λέει: πώς ήταν, λοιπόν, δυνατό να λείπω από αυτό;), ομολογεί ότι δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια διαβλητή διαδικασία, γιατί «το ξέρουν όλοι» ότι έτσι γίνεται πάντα! Ούτε lapsus, λοιπόν, ούτε παρεξήγηση. Ο Ζήρας είναι σαφέστατος και συνεπής στην πεποίθησή του ότι οι «διαβλητές διαδικασίες» είναι ο κανόνας σ΄ αυτό τον χώρο, επομένως δεν χρειάζεται να ενοχλούμαστε και να απέχουμε από αυτές! Μια ιδιότυπη επιβεβαίωση των καταγγελιών μου προήλθε από την Ελισάβετ Κοτζιά, στην ειδική έκδοση για το βιβλίο στο φύλλο της Καθημερινής με ημερομηνία 14.12.2008. Αυτή ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα, αν και έμμεση, απόκριση στο άρθρο μου. Ούτε παραγγελία μου να ήταν! Η Ελισάβετ Κοτζιά, «προβάλλοντας αντίσταση», όπως γράφει, «στην καταναλωτική βουλιμία που συνήθως απαξιώνει το λογοτεχνικό βιβλίο με τη λήξη της τρέχουσας σεζόν», ξεχωρίζει και προτείνει δέκα μυθιστορήματα από την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας. Τι το κατακριτέο υπάρχει σ΄ αυτό; Απολύτως τίποτα. Θα μπορούσε κανείς μάλιστα να το επαινέσει, ως ιδέα. Οι επιλογές της κριτικού, βέβαια, είναι σε αρκετές περιπτώσεις παράξενες έως προκλητικές, αλλά αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της, οπότε ούτε εκεί βρίσκεται το σκάνδαλο. Πού βρίσκεται τότε; Στον κραυγαλέο, κανονιστικό υπότιτλο που δίνει η κριτικός στο κείμενό της και ο οποίος διαλαλεί ότι όσα ακολουθούν είναι «΄Οσα ξεχώρισαν από την ελληνική παραγωγή και άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου » (η έμφαση δική μου). Το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε, μη πιστεύοντας στα μάτια μας, αλλά έτσι ακριβώς το λέει. Η Ελισάβετ Κοτζιά, σαν να διαθέτει το εντελώς μοναδικό προνόμιο να παίρνει πληροφορίες από το μέλλον, αποφαίνεται ότι τα δέκα βιβλία που διάλεξε, ανάμεσά τους μυθιστορήματα της τελευταίας τριετίας- τετραετίας, άντεξαν ήδη στη δοκιμασία του χρόνου! Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ μια τόσο επιθετική, τόσο αλαζονική έκφραση καθεστωτικής νοοτροπίας, όπου ένας κριτικός αναγορεύει τις προσωπικές εκτιμήσεις του σε συντελεσμένη ετυμηγορία της αιωνιότητας! Περίμενα από τους κριτικούς αυτής της ομάδας να μου ζητήσουν εξηγήσεις για τον ισχυρισμό μου ότι η ίδια η κριτικογραφία τους είναι καθεστωτική· ότι πριμοδοτεί μια λογοτεχνία εφησυχασμού, ιδιώτευσης και ανώδυνου εστετισμού· ότι επιδαψιλεύει μονίμως επαίνους σε ισχυρούς συγγραφείς (ισχυρούς όχι μόνο λόγω της λογοτεχνικής φήμης τους, αλλά και, ίσως ακόμα περισσότερο, λόγω της θεσμικής εξουσίας τουςπανεπιστημιακοί, πρόεδροι ιδρυμάτων κ.λπ.)· ότι είναι γαντζωμένη σε μια ακαδημαϊκή, περιχαρακωτική αντίληψη για τη λογοτεχνία και αντιμετωπίζει με δυσπιστία έως εχθρότητα νεότερες τάσεις στο μυθιστόρημα, που το επανασυνδέουν με τη ζωή και τον στοχασμό, αποτυπώνοντας καινούργιους, κριτικούς προβληματισμούς με κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, οικολογικό κ.λπ. περιεχόμενο. Δεν μου ζήτησαν οι παραπάνω κριτικοί τέτοιες εξηγήσεις. ΄Ισως δεν τις χρειάζονταν, ίσως τις φοβούνταν. ΄Εστω και απρόκλητος, λοιπόν, θα δώσω εδώ μερικές από αυτές, με όση συντομία επιβάλλει η στενότητα του χώρου. Το ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα, απαξιωμένο παλαιόθεν από τους εν λόγω κριτικούς ως «παραλογοτεχνία», έχει γίνει το κατ΄ εξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας, και μάλιστα με έντονα διερευνητικό και κριτικό χαρακτήρα, δεν έγινε αποδεκτό ούτε καν αντιληπτό από αυτούς παρά μόνον όταν το είχαν αντιληφθεί και αποδεχτεί όλοι οι άλλοι (και όταν ο Μάρκαρης έγινε πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ!). Το ότι η λεγόμενη επιστημονική φαντασία, που τη θεωρούσαν και αυτή «παραλογοτεχνία», μπορεί να είναι το όχημα ή το πρόσχημα για πολύ σοβαρούς και σύνθετους προβληματισμούς, εκτός από προχωρημένη λογοτεχνία, είναι κάτι που δεν τους απασχόλησε ποτέ πριν ο Δοξιάδης και ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ προσεχτούν διεθνώς. Και αν σε αυτές τις δύο περιπτώσεις η πίεση των γεγονότων τούς ανάγκασε να κάνουν, μουδιασμένα, μια κάποια στροφή, σε πλήθος άλλες εμμένουν στην εχθρότητά τους προς ό, τι μυρίζει πραγματολογία, στοχασμό, πολιτικότητα με την ευρεία έννοια και απομακρύνεται από την «καθαρή λογοτεχνία», σύμφωνα με τον εκπληκτικό όρο που επινόησε η Ελισάβετ Κοτζιά για να εγκωμιάσει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά. Έτσι, ενώ δοξάζονται ξομπλιαστές ασημαντολογίες γύρω από τον ιδιωτικό μικρόκοσμο, υποτιμήθηκε ο αιρετικός, ποιητικός ιστορικός στοχασμός του Βασίλη Γκουρογιάννη· περιφρονήθηκαν τα πρώτα μυθιστορήματα του Μίμη Ανδρουλάκη, που, συνδυάζοντας με σπαρταριστό τρόπο μυθοπλασία και δοκίμιο, έφερναν στη λογοτεχνία μας έναν φρέσκο αέρα σύγχρονου προβληματισμού· αγνοήθηκε το πιο ώριμο μυθιστόρημα για την ελληνική τρομοκρατία, Η μανία με την άνοιξη του ΄Αρη Μαραγκόπουλου· προσπεράστηκε η ανατρεπτική σάτιρα του Νίκου Κουνενή, όπως παλιότερα του πρόωρα χαμένου Κώστα Κοντοδήμου· σνομπαρίστηκε ο τρυφερός, σπαρακτικός αναρχισμός του Σάκη Σερέφα· απορρίφθηκε με υποχονδριακή αυστηρότητα ένα από τα πιο πρωτότυπα, ζωντανά και οικουμενικής πνοής ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, οΜεγάλος Αμπάι του Μιχάλη Μοδινού. Θα μπορούσα να προσθέσω πλήθος άλλα παραδείγματα. Οι περιπτώσεις του Μοδινού και του Ανδρουλάκη υποδεικνύουν, ανάμεσα σε πολλές συναφείς, ένα άλλο γνώρισμα της καθεστωτικής κριτικής για την οποία μιλάω: την αλλεργία της σε «εξωγενείς» συγγραφείς, δηλαδή συγγραφείς που δεν ανήκουν στο εγχώριο, κλειστό λογοτεχνικό σινάφι και δραστηριοποιούνται κυρίως σε άλλους χώρους ή άλλες χώρες. ΄Ενας από αυτούς είναι ο Βασίλης Αλεξάκης, επειδή ζει τον περισσότερο καιρό στη Γαλλία και δημοσιεύει τα βιβλία του πρώτα εκεί. Το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα μ.Χ., δεν υπήρξε μόνο πολύ δημοφιλές· ήταν επίσης πολύ καλογραμμένο και πραγματευόταν με κριτική οξυδέρκεια, παρά την απλή (αλλά όχι απλοϊκή) γραφή του, το καίριο θέμα της «ελληνοχριστιανικής» ταυτότητας. Η καθεστωτική κριτική το αγνόησε και αυτό. Μόνον υπό έναν όρο μπορεί ένας εξωγενής συγγραφέας να γίνει αποδεκτός, και μάλιστα να υμνηθεί, από αυτούς τους κριτικούς: να διαθέτει (όπως και άλλοι) θεσμική δύναμη! ΄Οσο πιο κοντά μάλιστα βρίσκεται στην κορυφή της εξουσίας, τόσο ασφαλέστερη είναι η μόνιμη ευμένειά τους. ΄Ετσι, οι καθεστωτικοί κριτικοί, που κατά τα άλλα δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί της μοντερνιστικής αισθητικής τους, δεν δίστασαν να βραβεύσουν τον Νίκο Θέμελη για το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Ανατροπή, να συμπεριλάβουν το τρίτο, την Αναλαμπή, στα δέκα που «άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου» (βλ. Ελ. Κοτζιά στο πιο πάνω άρθρο της) και να επιφυλάξουν την αβρότερη μεταχείριση στα υπόλοιπα δείγματα της προωθημένης λογοτεχνίας του...

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Καναβούρης Κώστας

Διαβάζω το βιβλίο της Λένας Διβάνη «τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω, κα άλλα αναπάντητα ερωτήματα»(Καστανιώτης) και στέκομαι στη σελίδα 21: «Ο μόνος ασφαλής δρόμος σ’ έναν κόσμο που αλλάζει μορφή τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνουμε πια να απορροφήσουμε τις αλλαγές, είναι η ευελιξία»! «Ευελιξία»! Ο χαμαιλέοντας το πρότυπο. Και ο Μισραχί. Αυτός που πρότεινε την ευελιξία, την εργασιακή ευελιξία. Όπως ο Ρεμπώ, που αφού απέτυχε ως ποιητής, έγινε έμπορος όπλων. Τι απέμεινε όμως από τον Ρεμπώ; Τα όπλα ή οι λέξεις; Και ακόμα σε τι συνίσταται η ανασφάλειά μας; Στον άλλο. Ο άλλος μας απειλεί. Ο άλλος είναι η κόλασή μας. Δεν προχωρώ πέρα από τη σελίδα 21. Θεωρώ τον Σαρτρ πολύ κοινότοπο γιατί πλέον ισχύει καθολικά. Εξάλλου, στο 22 καίγεσαι. Θα μιλήσουμε μια άλλη φορά για τον φονταμενταλιστικό φεμινισμό, για τα όντα που καίγονται από μίσος για τον άλλο. Παραπέμπω τη Διβάνη στη Σέλλινγκ. Εμείς, σήμερα, θα μιλήσουμε για τις εξαιρέσεις, για την τραγωδία των αγαπόντων, για όσους και όσες επιμένουν να καίγονται από Αγάπη, για εκείνους που εξακολουθούν να θεωρούν κίνητρο και νόημα της ζωής τον έρωτα, για τους ποιητές, για τους ταχυδρόμους, τους μεταφορείς (με την έννοια της λογοτεχνικής μεταφοράς) των λέξεων και των εγκλημάτων, αυτά που συντελούνται, αρχίζοντας από την ολοφράση «Σ’ αγαπώ». Μιλώ για τη «νουβέλα κι ένα δράμα» του Κώστα Καναβούρη που φέρει τον τίτλο «Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες» (Ηλέκτρα). Στη νουβέλα ο ποιητής, δηλαδή ο «μεταφορέας» παρακολουθεί το αίμα-μελάνι των λέξεων και των συναισθημάτων δύο γυναικών σ’ ένα άσυλο εγκαταλελειμμένων, καθυστερημένων παιδιών. Το μελάνι-αίμα ανακατεύεται με το ψυχρό αίμα των κυνικών, των αδιάβροχων εγκληματιών, αυτών που λησμόνησαν ν’ αγαπούν, εγκλείοντας την αγάπη στα άσυλα. Παραδόξως, την ίδια ώρα, που τα διαβάζω όλα αυτά, ένα παιδί στις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο λέει πως «δεν έχει τι να κάνει σ’ αυτό τον κόσμο». Να, λοιπόν, που βρίσκεται η αγάπη. Στις χωματερές παιδικών ψυχών, στα άσυλα. Εκεί υπάρχει η αγάπη. Ακριβώς όπως και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί υπήρχε ανθρωπιά. Κι αυτό οφείλεται στους de l’ un(Ζίζεκ), στις εξαιρέσεις του κανόνα(Πρίμο Λέβι), στους «υποδειγματικούς»(Βόνεγκατ), στους «είρωνες»(Κρίστεβα). Χάρη σ’ αυτούς, στον απάνθρωπο καιρό μας, συντηρείται η ανθρωπιά. Αλλά αυτοί, που μοιάζουν σαν την έσχατη μαγιά της ζωής, που διαλέγουν το κρεματόριο της αλληλέγγυας αγάπης από την ασφάλεια, αυτοί ή αυτές που έρχονται απ’ αλλού(μετανάστριες), φεύγουν πάλι γι’ αλλού, χάνονται, καίγονται πρώτες. Γι’ αυτούς/ες μιλά ο Καναβούρης, για τους έσχατους αγαπόντες της σημερινής κανιβαλικής μας εποχής. Αλλά και για τους κανίβαλους μιλά, για τις αμνήμονες «Μήδειες», αρσενικές και θηλυκές. Γιατί η μνήμη κατάντησε πια το μνήμα των συναισθημάτων, ο τάφος των ταυτοτήτων. Γι’ αυτό το ερώτημα «ποιοι ήμασταν;», μένει αναπάντητο. Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος; Την απάντηση θα φέρει ο «άγγελος του τρόμου». Φόβος. Μόνο Τρόμος. Σ’ αυτόν τον τρόμο επιχειρεί να απαντήσει η Λένα, που λέγαμε, προτείνοντας ασφάλεια και ευελιξία. Την ίδια στιγμή, όμως, ο ποιητής προτείνει τη μνήμονα Αγάπη εκείνων που ζουν στην κόλαση χωρίς να τη συνηθίζουν (Habitus, Μπουρντιέ), «που δεν παίζουν με τη λέξη της» και τους ευφημισμούς της. Να, λοιπόν, το παιγνίδι των ευφημισμών. Να πως συνηθίζεται η κόλαση(«Πότε συνήθισα και το μίσος και τον εαυτό μου και τον κόσμο, ούτε που το κατάλαβα»). Αυτή είναι η ιδεολογία της ευελιξίας και της «ευ-λεξίας», των «αθώων απατών» που έλεγε ο Γκαλμπραίηθ. Μόνο που δεν είναι και τόσο αθώες ούτε οι απάτες ούτε οι ψευδαισθήσεις όταν αθωώνουν εγκλήματα και εξορίζουν τον πόνο του εαυτού, όταν ακρωτηριάζουν τον εαυτό από αγάπη και τα ακρωτηριασμένα μέλη θάβονται στα άσυλα. Γιατί έτσι ο άνθρωπος έγινε πιο άγριος, πιο κανίβαλος. Από το φόβο του απέναντι στον εαυτό του. Γι’ αυτό φοβήθηκε ό,τι του μειώνει την ασφάλεια, ό,τι τον καθιστά ευάλωτο. Κι έτσι φοβήθηκε σαν τον μεγαλύτερο τρόμο την Αγάπη. Ό,τι του λειώνει του Εγώ και του ανοίγει το καύκαλο της ψυχής. Έτσι, η Αγάπη έγινε άγρια, ένας άγγελος του τρόμου, ένα «μαύρο καράβι». Και μόνο οι εξαιρέσεις πλέον, όπως οι δύο καθαρίστριες του ασύλου, μπορούν να πουν «Αλλά μήπως υπάρχει και τίποτα πιο μεγάλο από την αγάπη; Να τρομάζεις και να αγριεύεις. Να τρομάζεις και να αγαπάς. Μέχρι θανάτου. Κανένας δεν ξέρει. Και είναι καλλίτερα έτσι… Θα μας είχανε σταυρώσει αν ξέρανε πόσο πολύ αγαπήσαμε. Αν ξέρανε ότι δεν προδώσαμε. Μέχρι θανάτου δεν προδώσαμε». Η Αγάπη υπό διωγμό. Παράνομη. Επί ποινή σταύρωσης. Και οι άλλοι οι μισεροί, μήπως δεν ξέρουν; Ξέρουν απαντά ο Καναβούρης ή μάλλον: «όλο μαθαίνουν κι όλο δεν ξέρουν. Όλο μαθαίνουν κι όλο δεν θέλουν να ξέρουν. Καμιά φορά νομίζω ότι επίτηδες δεν θέλουν να ξέρουν…». Να λοιπόν, οι άνθρωποι του «Ως εάν», αυτοί που γνωρίζουν το ψεύδος και κάνουν πως δεν το ξέρουν, ζουν με το ψεύδος, ζουν χωρίς αγάπη, αλλά με χρησιμοθηρικό όφελος και βία(Ζίζεκ). Αυτή η ιδεολογία του μίσους, ή καλύτερα της απάθειας, της αδιαφορίας και του ανερωτισμού συνιστά την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής. Αλλά μήπως αυτό συμβαίνει γιατί δεν αντέχεται το βάρος της αγάπης; Εμείς «την αντέξαμε την αγάπη» αποφαίνονται οι δύο καθαρίστριες, δηλώνοντας συγχρόνως ότι και το βάρος της αγάπης συνηθίζεται. Το βάρος συνεπώς δεν υφίσταται, είναι μία δικαιολογία. Γι’ αυτό η ύβρις, το nefas είναι ακόμη πιο τραγικό. Ο Κώστας Καναβούρης γίνεται τραγικός ποιητής, όπως ο Χαίλντερλιν, και επιχειρεί να απαλλαγεί από την ύβρι, αντικειμενικοποιώντας το τραγικό, θέτοντάς το απέναντί του, αναγνωρίζοντάς το στα θεατρικά πρόσωπά του, προσωποποιώντας το. Η κάθαρση ή η αυτοκάθαρση θα συμβεί με την αποκατάσταση της Αγάπης. Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται σε μία ουτοπική(του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού-Τίρανα, Οδησσός) ή σε μία ουράνια αγάπη, εξάλλου «ο παράδεισος έχει μονάχα πεθαμένους». Μιλά για μία εκκοσμικευμένη αγάπη, που έχει ως αντίπαλο τα υπερφίαλα Εγώ, τη ματαιοδοξία των «ονομάτων», που εντέλει καταλήγουν σε «ομαδικούς τάφους» που «είχαν κάποτε σώμα και μπορούσαν ακόμα να προδώσουν τον εαυτό τους και ικανότητα να σκοτώσουν. Να σφάξουν». Εδώ σταματάει η ανάλυση με το ύφος που απαιτούν τα συναισθήματα, δηλαδή την ποιητική σύνθεση, και αναλαμβάνει να συνεχίσει ο θεατρικός λόγος, η αντικειμενοποίηση του τραγικού.. Οι δυο γυναίκες συζητούν. Πλένουν και ντύνουν τρυφερά –συγκλονιστική αποτύπωση- τον ετοιμοθάνατο Γιωργάκη, χαρίζοντάς του ένα γαλήνιο, προθανάτιο γαλήνιο χαμόγελο. Και το ερώτημα αμείλικτο: Τι διάολο είναι αυτή η ζωή για μία γυναίκα, που είναι «τιμωρημένη» ν’ αγαπά; Είναι ευχάριστη ή όχι; Η απάντηση αμφίσημη: «Αν έλεγα ναι, θα ήμουν ηλίθια. Αν έλεγα όχι θα ήμουν αχάριστη»! Ένα πραγματικά θαυμάσιο βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες.

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ