Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Κούτας Βαγγέλης: Μια χαραμάδα φως

Ο Χρήστος επιτέλους θα μιλήσει γι’ αυτό που είχε απωθήσει και είχε θάψει μέσα του, θα πει για τον πολλαπλό, συμβολικό και πραγματικό βιασμό του, προπάντων θα καταφέρει να γίνει δέκτης της αγάπης των άλλων, κάνοντας «έλλογη λαβή», εξηγώντας, δηλαδή, τη μέχρι τότε διαστροφή του. Όλα αυτά στο νέο βιβλίο του Βαγγέλη Κούτα «Μια χαραμάδα φως» (Εκδόσεις Ψυχογιός). Όλα εκτυλίσσονται αρχικά σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό, ύστερα σ’ ένα ορφανοτροφείο και, τέλος, στην Αθήνα. Το πρώτο μέρος θα κινηθεί σε τρίτο πρόσωπο. Ενώ στο δεύτερο, ο ενήλικος πρωταγωνιστής θα αποκτήσει τη δική του φωνή, το δικό του ενικό(πρώτο) πρόσωπο.
Φαντασιακό και πραγματικό συγχωνεύονται. Ο έρωτας της Πολυξένης, της μάνας του Χρήστου, είναι γυναικείος και γι’ αυτό απόλυτος. Ο έρωτας μες στο κεφάλι της γυναίκας είναι ολικός, ιδανικός. Η απόλυτη αφοσίωση είναι η απόδειξη της διαχρονικότητάς του. Η αταξία, όμως, μέσω της απιστίας του εραστή, θέτει τέρμα στην κοινή ιερή αποστολή πάνω στη γη. Η σεξουαλικότητα «αυτοκτόνησε» τον έρωτα. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει μια διακριτή ισορροπία μεταξύ του έρωτα και της σεξουαλικότητας. Κι ένα μέτρο. Η ύβρις είναι η υπέρβαση του μέτρου, των ανερωτικών κανονιστικών πλαισίων της καθυστερημένης αγροτικής κοινωνίας.
Ο άντρας-έρωτας της Πολυξένης είναι ο Λουκάς(κατ’ εικόνα του αδελφού της Χρήστου-ναρκισσισμός μέσω τρίτου προσώπου). Γιατί ερωτευόμαστε τον άλλο στο βαθμό που είναι η ίδια μας η εικόνα σύμφωνα με τον Λακάν. Η Πολυξένη ερωτεύτηκε τον Λουκά (επειδή έμοιαζε στον αδελφό της). Δεν αγάπησε καν τον κατά κόσμον, κατά σύμβαση(προξενειό) και κατ’ ευφημισμό Αναστάση(σύζυγος). Γι’ αυτό οι αναστολές, τα συμπτώματα και το άγχος είναι μια άλλη γλώσσα που αντικαθιστά την ομιλία με τη σιωπή της υπομονής, συντελώντας στη νευρωσική οργάνωση της ψυχής της Πολυξένης. Ο εραστή Λουκάς θα γίνει η μοναδική χαραμάδα φωτός της ακρωτηριασμένης συναισθηματικά και σωματικά γυναίκας(σ. 35). Η Πολυξένη ανακαλύπτει και συμφιλιώνεται για πρώτη φορά μέσω του έρωτα με το σώμα της (Ένγκελς: στο νικητή άντρα, η νικημένη γυναίκα φοράει για στεφάνι τα κέρατα). Η «απιστία» του εραστή, όμως, θα απορυθμίσει ολόκληρη την οικογένεια. Η τρέλα θα σώσει τη γυναίκα από την αυτοχειρία καθώς το φαντασιακό θα αναπληρώσει τα τραγικά κενά της πραγματικότητας. Γιατί η τρέλα πληροί με εικόνες το κενό της πλάνης και συνδέει τις φαντασιώσεις με την κατάφαση του ψευδούς(«Παπούλη θα πιεις ούζο με τον Λουκά;». Ο απών Λουκάς είναι παρών μέσω της τρέλας). Άρα, κατά κάποιον τρόπο είναι πληρότητα, που ενώνει τα σχήματα της νύχτας με τις δυνάμεις της ημέρας, τις μορφές της φαντασίας με την δραστηριότητα του εν εγρηγόρσει πνεύματος. Όμως αυτή η πληρότητα δεν είναι άραγε το άκρον άωτον του κενού; Η παρουσία των εικόνων δεν προσφέρει, πραγματικά, παρά φαντασιώσεις ζωσμένες από νύχτα. Εδώ θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το τραγικό σαν τον προθάλαμο της τρέλας, που είναι το τελικό, ανεπίστροφο, αδιάκοπο κατασπάραγμα της καρδιάς (στις τραγωδίες του ΙΖ αιώνα η τρέλα έλυνε το δράμα, απελευθερώνοντας την αλήθεια και ανακτώντας το πραγματικό).
Η γυναίκα του καθήκοντος και της συνήθειας, του habitus, η Πολυξένη(γυναίκα του καθήκοντος όπως η Λυγερή του Καρκαβίτσα) θα βρει καταφύγιο στην τρέλα. Και σαν άλλη Μήδεια θα επιδιώξει να εκδικηθεί τον εραστή της, σκοτώνοντας συμβολικά, εξορίζοντας τον καρπό της σχέσης τους. Ο παπάς του χωριού θα γίνει το όργανο της Μήδειας-Πολυξένης. Ο Αναστάσης, ο σύζυγός της, αυτός ο αντιήρωας, που δεν έμαθε ποτέ πώς να «αγαπάει» μια γυναίκα, ο άνθρωπος που αγνάντευε τους ορίζοντες από το ύψος του πανοπτικού του, που ήταν ο λευκός φάρος, θα δικαιωθεί από το παιδί του που δεν ήταν παιδί του. Ο Αναστάσης θα ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος «Ο γέρος και η θάλασσα» στα μάτια του παιδιού, θα γίνει πρότυπο –αλλά λειψό- γιατί είναι αυτός που αγάπησε έστω λίγο το παιδί, κι ας ήταν σημάδι του εξευτελισμού του από τον μεγάλο τιμωρό, τον μεγάλο άλλο, το περίφημο Υπερεγώ, την κοινωνία του μικρού χωριού(σελ. 73, «Δεν θα γίνουμε περίγελος του χωριού. Πολυξένη, το παιδί θα μείνει εδώ», λέει ο Αναστάσης). Αυτό το φοβερό μάτι θα τον καταδιώξει, στέλνοντάς τον στο καταφύγιο του αλκοόλ μέχρι θανάτου. Ποιος τον σκότωσε; Ποιος τους τρέλανε όλους; Ποιος εξόρισε τα μεγαλύτερα αδέλφια του μικρού, του μπάσταρδου, Χρήστου, αυτού που τράβηξε τα πάθη του Χριστού;
Ο μικρός Χρήστος θα εγκλειστεί στην «Παιδόπολη», στο ορφανοτροφείο. Πρόκειται για έναν πραγματικό χώρο, ένα γκέτο για ορφανά παιδιά(λογοτεχνικά έχει ασχοληθεί και ο Μπούτος παλαιότερα, που αναφέρθηκε σε ανάλογους βιασμούς). Εκεί ο μικρός Χρήστος θα βιαστεί από έναν ζωώδη, διεστραμμένο φύλακα. Ο βιασμός θα καλυφθεί από το πολιτικό πελατειακό σύστημα. Αλλά στον μικρό θα προκαλέσει ανεπούλωτα ψυχικά τραύματα, ένα είδος διαστροφής, καθώς θα του ακρωτηριάσει τη δυνατότητα της σωματικής επαφής με το άλλο φύλο, με τη δυνατότητα να ερωτευθεί ολοκληρωμένα. Πρόκειται για ένα είδος μερικής τρέλας.
Στη μερική τρέλα δεν αλλοιώνεται η νοημοσύνη αλλά οι δυνάμεις του συναισθήματος που εκδηλώνονται με «διαταραχή στις πράξεις» -μανιακές παρεκτροπές, ξεσπάσματα παραφοράς και βιαιότητα. Οι Άγγλοι θα την ονομάσουν moral insanity και ο Φουκό «Ηθική Τρέλα»: Τρέλα που καθιστά οιονεί αόρατη την απουσία κάθε αλογίας(κρυφή τρέλα).
Ο homo mente captus (παράφρων άνθρωπος), βρίσκεται στη διασταύρωση των δρόμων, της μέρας και της νύχτας, του έρωτα και του θανάτου, εμβαθύνοντας ακραία την αρνητικότητα του ανθρώπου και φιλοσοφώντας με σφυριές. Δεν υπάρχει τρόπος υπέρβασης της μερικής τρέλας, της διαστροφής, η οποία επιτείνεται από την απέραντη μοναξιά του επαρχιώτη στην πόλη άπολη, στην απρόσωπη Αθήνα. Ο Χρήστος δεν έχει μάθει να δίνει τέλος στην αλογία, μετουσιώνοντας δημιουργικά (όπως ένας ζωγράφος ή ένας λογοτέχνης) την τρέλα του και ανακτώντας τη χαμένη δυνατότητα της επαφής. Δεν λέει, δεν εξωτερικεύει το πρόβλημά του. Η μοναξιά θα οξύνει το έλλειμμα, μεγαλώνοντας τη διαστροφή. Τελικά, η αλογία εγκαταλείπει τη σχεδόν σιωπή (τον ψίθυρο του υπόρρητου) και ανασυντίθεται μέσα σε μια σιωπή που διασχίζεται από κραυγές-βιασμούς. Εδώ η τρέλα είναι η κραυγή της ομόλογης κατάστασης με αλλαγή ρόλου, (σ. 288, «μύρισα το φόβο») είναι η κραυγή του τέλους. Η δυνατότητα για μια νέα αρχή θα υπάρξει μέσω της αποκάλυψης. Το πρόβλημα ομολογήθηκε. Τώρα υπάρχει «Μια χαραμάδα φως» όχι ως τετελεσμένο αλλά ως αναμενόμενο γεγονός…
Ένα θαυμάσιο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί