Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Καπότε Τρούμαν

Ο Τζέραλντ Κλαρκ(«Καπότε, Μια ζωή εν θερμώ», Μεταίχμιο) «γνωρίζει περισσότερα για μένα απ’ ό,τι και εγώ ο ίδιος» έλεγε ο Τρούμαν Καπότε για το βιογράφο του. Εμείς έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον Καπότε με αφορμή τα βιβλία του και δεν νομίζουμε ότι η βιογραφία του μας κομίζει κάτι περισσότερο. Μάλιστα, περισσότερα είχαμε βρει στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα του Καπότε, δηλαδή τα τρία πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος που είχαν προδημοσιευθεί στο Esquire και όπου ο κεντρικός ήρωας παραπέμπει στο “σκοτεινό είδωλο” του Καπότε. Το βιβλίο εκείνο σοκάρει. Όχι τόσο εμάς, αλλά την πουριτανική Αμερική της εποχής του Καπότε (πιθανότατα και τη σημερινή). Ο συγγραφέας ξεσκίζει με βίαιο τρόπο το σελοφάν της υποκρισίας και παρουσιάζει την Αμερική της παιδικής πορνείας, του προχωρημένου μάρκετινγκ λευκής σάρκας και τη σαδομαζοχιστική διαστροφή της “πάνω” τάξης που εξαπλώνεται από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο. Συγχρόνως, παρουσιάζεται η Αμερική των “κάτω” με τους νταβατζήδες, τους εμπόρους ναρκωτικών, τους ζητιάνους και τις πόρνες που χλευάζουν τον ιεροκήρυκα, αυτόν που βλέπει σατανάδες να τρέφονται από το “κακό” των δυστυχισμένων και τους οποίους καλεί να αφήσουν “το φως του Κυρίου” να τους ανυψώσει στα ουράνια! Η απάντηση του Καπότε έρχεται δια στόματος μιας πόρνης που λέει στο ιεροκήρυκα: “Ναι. Κι εσένα ποιος θα σε ανυψώσει; Είσαι τόσο μαλάκας που δεν σηκώνεσαι με τίποτα!”. Η Αμερική του Καπότε μοιάζει απόλυτα μανιχαϊστική: από τη μία η τελειο-μανία των καθαρών, των αγνών και αμόλυντων και από την άλλη η λαγνεία και η ακολασία, ο ασκητισμός (με όλη την ενοχή και την… αγνή υποκρισία που αποτυπώνεται στη λεγόμενη χριστιανική “ευσέβεια των απατεώνων” ) και η πλήρης ελευθεριότητα ως οι δύο αντιθετικοί πόλοι του αμερικάνικου εκκρεμούς που δεν βρίσκει σημείο ισορροπίας.
Ο Καπότε σπάει την αψεγάδιαστη εικόνα-μύθο των πάντων, των Κένεντυ, της Γκάρμπο, των Σάχιδων, των κροίσων, των γαλαζοαίματων. Οι Έλληνες έχουν περίοπτη θέση στο βιβλίο. Μαθαίνουμε ότι ο πρίγκιπας και κατόπιν βασιλιάς Παύλος είχε μακρόχρονη ομοφυλοφιλική σχέση μ’ έναν από τους ήρωες του βιβλίου (σφράγισαν μάλιστα τον έρωτά τους με δερματοστιξία, ένα μικρό τατουάζ κάποιου γαλάζιου εμβλήματος, πάνω από το μέρος της καρδιάς). Για το Νιάρχο σημειώνεται πως σε μια συγκέντρωση όπου “Το κονιάκ που είχε πιει ήταν αρκετό για να κάνεις τουρσί ένα ρινόκερο” έλεγε πως εκείνο που τον γαληνεύει και τον κάνει ευτυχισμένο ήταν να κυνηγά στη ζούγκλα και να σκοτώνει! Και το συμπέρασμα για τους Έλληνες: «Ναι, οι Έλληνες έχουν σκοτεινά μυαλά. Οι πλούσιοι Έλληνες. Μοιάζουν στους υπόλοιπους ανθρώπους όσο και τα κογιότ στους σκύλους»! Ο Καπότε σαρκάζει και τους συγγραφείς (αυτοσαρκάζεται) και γενικότερα τους διανοούμενους που εκπορνεύονται για να μπουν στην πιάτσα και να αναγνωριστούν. Οι κριτικοί στις μεγάλες εφημερίδες και οι salonistes του Παρισιού είναι κανονικοί προαγωγοί, αμειβόμενοι (-ες) σε χρήμα και είδος τσάτσοι της ενημέρωσης. Ο μπόμπιρας-ζιγκολό, ο ίδιος ο Καπότε, που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας γιατί από γεννησιμιού του είναι ψεύτης, θα λάβει τα ιδιαίτερα μαθήματα γλώσσας, γενικής μόρφωσης και δημιουργικής γραφής επί κλίνης -επικλινής ή ως επιβήτορας! Όλα για τη δόξα και το χρήμα. Αλλά τελικά όλοι καθίστανται απατεώνες αισθημάτων και το πληρώνουν. Η συμβουλή της περίφημης Κολέτ συμπυκνώνει τα πάντα σχετικά με τον τρόπο και το κόστος της μεγαλωσύνης: «…για να γίνεις ανθεκτικός στο χρόνο, τέλειος, για να μεγαλώσεις δηλαδή, πρέπει να μεταμορφωθείς σε αντικείμενο, βωμό, στη φιγούρα σ’ ένα υαλογράφημα: από μια στόφα που μπορούν να θαυμάζουν ή να λατρεύουν οι άλλοι. Μεταξύ μας όμως, είναι πολύ προτιμότερο να φταρνίζεσαι και να νιώθεις άνθρωπος». Άρα το «μεγάλωμα», η απαλλαγή του πνεύματος από κάθε ασχήμια-ζήλια, κακία, πλεονεξία κι ενοχή- είναι αδύνατη, είναι μια ψευδαίσθηση. Η αλήθεια είναι μια ψευδαίσθηση. Αλλά ο Καπότε προτιμά την αλήθεια “ως ψευδαίσθηση”. Ή μάλλον την ψευδαίσθηση που είναι πιο αληθινή από την αλήθεια. Αυτή είναι μία καλλιτεχνική επιλογή. Διότι είναι γνωστό ότι τις περισσότερες φορές η αλήθεια δεν είναι πιστευτή, δεν πείθει ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη. Εν προκειμένω, πάντως, έχουμε την παράσταση κάποιων γυρολόγων-ζιγκολό, τις φτωχές βδέλλες της διανόησης που κολλούν στα αγκάθια των σκυλόψαρων και των μεγαλοκαρχαριών με σκοπό να αναρριχηθούν και να γίνουν αριστοκράτες του πνεύματος. Εν τέλει, έχουμε τους “πάνω” που μια ορισμένη ηθική τους σκοτώνει με την πλήξη της και γι’ αυτό καταφεύγουν στη σωτηρία της «αμαρτίας». Και τους «κάτω», τον homo humilis (τον ταπεινωμένο άνθρωπο) που προσπαθεί να ξεφύγει από την κατάστασή του και το πολύ να καταφέρει να γίνει ένας «παρίας ελίτ». Ο Καπότε λέει για τους κριτικούς: «Κάθε συγγραφέας έχει τα δικά του κόλπα κι αργά ή γρήγορα οι κριτικοί τα πιάνουν. Αυτό δεν πειράζει. Εξακολουθούν να σ’ αγαπάνε, αρκεί να ξέρουν πραγματικά ποιος είσαι… (οι κριτικοί) μισούν κάθε είδος αλλαγής –δεν τους αρέσει να βλέπουν το συγγραφέα να ωριμάζει ή να μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο». Για τους συγγραφείς: τα πάνε καλά με τους ήρωές τους και τον εαυτό τους, ενώ «όλοι οι άλλοι είναι απλοί θεατές». Ο Κάποτε διέθετε ένα τραγικό αίσθημα της ζωής και έκανε την αποτίμηση μέσω της υπέρβασης του αισθήματος αυτού, που τελικά του σάπισε το συκώτι!

Εν ψυχρώ
Το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, είναι ένα επιτόπιο –δύο χρόνων- ρεπορτάζ με λογοτεχνικές (νουάρ) προδιαγραφές, που μόνο στις ΗΠΑ θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Κι ενώ κατά τη γνώμη μας το κορυφαίο έργο του Τρούμαν Καπότε είναι το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι» (ή άδεια δωμάτια) που εκδόθηκε το 1948, το «Εν ψυχρώ» ήταν το μυθιστόρημα που καθιέρωσε τον συγγραφέα τη δεκαετία του 60 αλλά και αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία και πολύ περισσότερο στη δημοσιογραφία, η οποία υιοθέτησε το λογοτεχνικό ύφος. Το πρώτο έργο του Καπότε δεν έχει καμία σχέση με τη μετέπειτα πορεία του και το μη φανταστικό μυθιστόρημα το οποίο πρώτος εισήγαγε. Γενικά, αν το «Εν ψυχρώ» αλλά και το τελευταίο, ατελές, βιβλίο του Καπότε βασίζονται στην πολύχρονη δημοσιογραφική έρευνα, δοσμένη με μία λογοτεχνίζουσα γλώσσα, το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι» είναι το κατ’ εξοχήν φανταστικό μυθιστόρημα (ανεξάρτητα από τις βιογραφικές αφορμές), αγγίζοντας μάλιστα τα όρια του «μαγικού ρεαλισμού» και των «εκατό χρόνων μοναξιάς». Για να είμαστε ακριβέστεροι σε λογοτεχνικό επίπεδο το πρώτο μυθιστόρημα του Καπότε παραπέμπει στη γνωστή λατινοαμερικάνικη σχολή (ο Νότος των ΗΠΑ εξάλλου είναι το μεταβλητό όριο της βόρειας και της λατινογενούς Αμερικής).

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Κολέτ και Αταλί

Ο Νίτσε επηρεασμένος από τις εμπειρίες του απεφάνθη ότι «τα δύο φύλα θα πεθάνουν χωριστά». Η περίφημη Κολέτ στη «Γάτα»(εκδόσεις Scripta) σχεδόν παραπέμπει, αν και με λογοτεχνική μετριοπάθεια, στον Νίτσε αλλά και στην εμπειρία της με τον πρώτο από τους τρεις συζύγους της τον Henry Gauthier-Villars κατά κόσμον Willy. Ο W. ήταν συγγραφέας λαϊκών μυθιστορημάτων κι αυτός που εισήγαγε την Κολέτ στον κόσμο της λογοτεχνίας και της μουσικής. Όμως είχε ερωμένη τη Marie-Louise Servat, σύζυγο του Emile Cohl, με την οποία έκανε ένα γιο. Η ζήλια της Κολέτ παραπέμπει στη ζήλια της μυθιστορηματικής Καμίγ, η οποία είναι σύζυγος του Αλαίν, του ανώριμου και παραχαϊδεμένου νεαρού «μοναχογιού», που είναι εγκλωβισμένος στο πρωκτερωτικό στάδιο και ακολούθως στο στάδιο του καθρέφτη, ερωτευμένος κυριολεκτικά με τη γάτα του, ξεχωριστής είναι η αλήθεια ράτσας, της Σάχας! Η Σάχα είναι η Μαρί-Λουίζ, εκλεκτής όντως ράτσας, ενώ η Καμίγ είναι η Κολέτ που αδυνατεί να «νικήσει» την αντίζηλό της και να επικρατήσει. Μόνο ένα αρσενικό θα μπορούσε να έχει την ανωμαλία να είναι ερωτευμένο μ’ ένα ζώο, με μία γάτα, η οποία αντιμετωπίζεται από τον Αλαίν(και τη συγγραφέα) με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά! Η Καμίγ-Κολέτ περιγράφεται με την αποκλειστικά γυναικεία της ανηθικότητα, δηλαδή με την ανηθικότητα μιας αντισυμβατικής και αντινομικής γυναίκας, μιας γυναίκας που θα κάνει ομοφυλοφιλικές σχέσεις, μιας γυναίκας που θα τιμηθεί από την Γαλλία αλλά και θα αποκηρυχθεί από την Καθολική Εκκλησία, που δεν επέτρεψε την θρησκευτική κηδεία της (γι’ αυτό έγινε «εθνική», δηλαδή πολιτική). Συγχρόνως, υπάρχουν και οι κοινωνικές καταβολές, το κορίτσι είναι ο καρπός μιας ανερχόμενης τάξης, ενώ το αγόρι καρπός μιας παρακμιακής τάξης. Άγνωστο αν εν προκειμένω «τα στεγνωτήρια» ανήκουν στην ανερχόμενη τάξη, ενώ οι μετοχές σε μία παρακμασμένη, ή αν η συγγραφέας αναφέρεται αλληγορικά στο ανερχόμενο φύλο, του θήλεως, αυτό που αρνείται να είναι μία πειθήνια γάτα απέναντι στον άντρα-αφέντη. Γιατί επί της ουσίας, η προσπάθεια της Καμίγ να σκοτώσει(να δολοφονήσει για την ακρίβεια) τη Σάχα δεν είναι παρά η προσπάθεια να εξαλειφθεί η πλευρά της γυναίκας-ζώο, της γυναίκας-κατοικίδιο, της γυναίκας-γάτα. Η Καμίγ-Κολέτ, συνεπώς, πριν να αντιμετωπίσει το αρσενικό, τον σύζυγο, είχε πρώτα να αντιμετωπίσει τον εαυτό της. Λέξεις-κλειδιά, πολιτιστικά κλειδιά, όπως η «φωλιά» και άλλα, που τη διαμόρφωναν και την φυλάκιζαν σ’ έναν ορισμένο ρόλο, εντοπίζονται για να αποτιναχτούν. Από την άλλη υπήρχε το αρσενικό, όχι γενικά αλλά συγκεκριμένα, το αρσενικό-μοναχογιός που δενόταν «με όλα όσα δεν είχε μοιραστεί ποτέ του, ούτε διεκδικήσει…», το αρσενικό-νάρκισσος που στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη απολαμβάνοντας «το χρώμα των ματιών του, γκριζοπράσινο ανάμεσα σε σκούρες βλεφαρίδες». Εκείνος που την κάθε μέρα την «ένιωθε Κυριακή». Αλλά και η παράκρουση του αρσενικού για τη γάτα-Σάχα: «Μικρό μου πούμα! Πολυαγαπημένη μου γάτα! Ύψιστο δημιούργημα! Πως θα ζήσεις αν χωρίσουμε; Θέλεις να πάμε οι δυο μας σε μοναστήρι; Θέλεις…». Κι ακόμα οι φοβεροί χαρακτηρισμοί για τη γάτα και την «αίλουρη αρχοντιά» της, την «απεριόριστη ανυστεροβουλία της», τους άψογους τρόπους της, τις «ομοιότητές της με την ανθρώπινη ελίτ…». Να και ο ελιτισμός. Μόνο η ανθρώπινη ελίτ μπορεί να κατανοήσει μια γάτα, ένα ζώο σαν τη Σάχα! Η Κολέτ σαρκάζει την γατίσια πλευρά της γυναίκας αλλά και την αντρική πλευρά που αρκείται σ’ αυτή τη ζωώδη θηλυκή πλευρά. Γι’ αυτό μια γυναίκα που δεν είναι πειθήνια γάτα είναι ασύμβατη με τον άντρα Αλαίν. Αλλά κι όταν υπάρχει ασυμβατότητα, μια ορισμένη «ερωτική διασκέδαση» και ηδονή σπρώχνει τις μέρες αλλά μέχρι ένα ορισμένο όριο, καθώς γίνεται μια «συνήθεια εριστική». Εδώ η Κολέτ μιλάει για «την έχθρα του άντρα για τη γυναίκα». Όμως μιλώντας για μια τέτοια έχθρα νομιμοποιεί την έχθρα της γυναίκας αλλά και το ψέμα. Στην πραγματικότητα, όταν η συγγραφέας βάζει στο στόμα του αρσενικού το «Αυτή παχαίνει κάνοντας έρωτα… παχαίνει από μένα» ουσιαστικά περιγράφει τον πρωκτερωτισμό του. Αλλά αυτό δεν είναι μόνο μία αρσενική αλλά και μία θηλυκή παθογένεια, μια παθογένεια συνυφασμένη με τον νεωτερικό εγωτισμό(ατομικισμό), που δεν μοιράζεται τίποτα, ούτε το σπέρμα ούτε τα κόπρανά του. Τελικά η λύση ενός ασύμβατου γάμου είναι το διαζύγιο. Ο νέος θα επιστρέψει στην αγκαλιά της μαμάς και της γάτας του και η νέα θα πάρει το αυτοκίνητο και θα φύγει προς την ελευθερία. Και οι δύο δεν βιώνουν βαθιά απολύτως τίποτα. Τα πάντα είναι παράσταση και ρόλοι. «Μου κλέβει την παράσταση» λέει ο Αλαίν, ενώ «εκείνη διατηρούσε το ύφος της, τη θεατρική της μεγαλοπρέπεια». Όλα ένα θέατρο, μια προσποίηση. Γι’ αυτό η ζωή αργότερα θα γίνει κάτι χειρότερο κι από το θέατρο, μια προσομοίωση ζωής. Μιας ζωής όπου κάνουμε ότι ζούμε, ότι ερωτευόμαστε, ότι πολιτευόμαστε, ότι αγωνιζόμαστε, ότι… Τελικά, τα δύο φύλα θα πεθάνουν χωριστά και θα επιβεβαιωθεί ο Νίτσε;

Ζακ Αταλί
Η ιστορία του έρωτα
Μεταίχμιο

Το βιβλίο αναφέρεται στις πολλαπλές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται ο έρωτας, ο οποίος ερμηνεύεται ως έχων ως συνειδητό και ασυνείδητο στόχο τη «διαιώνιση του είδους». Σημειώνεται για την ακρίβεια ότι «εδώ και πάνω από τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, η ιστορία της ζωής ακολουθεί μια μονάχα διαδρομή, τη διαδρομή της ίδιας της της διαιώνισης». Και επίσης «χρησιμοποιεί μια μονάχα τακτική, την τακτική της βιοποικιλίας. Την ίδια άποψη για τη διαιώνιση του είδους και μάλιστα ως του υπέρτατου και ίσως του μοναδικού νοήματος της ζωής έχει διατυπώσει και ο ποιητής Τζιάκομο Λεοπάρντι. Στο βιβλίο σημειώνεται ότι «η συνεύρεση των δύο φύλων είναι εφήμερη, τυχαία, λειτουργική». Αλλά από τη στιγμή που τα δύο φύλα εκτιμούν ότι μπορούν να ανταλλάξουν πολύ περισσότερα πράγματα από τα γονίδια, τότε «γεννιούνται ο σεβασμός, το ενδιαφέρον, η ανταλλαγή, η τρυφερότητα, ο έρωτας». Εάν όμως στόχος του έρωτα αλλά και εφόσον νόημα της ζωής είναι η διαιώνιση του είδους, τότε η γυναίκα, η μητέρα έχει την πρωτοκαθεδρία έναντι του άντρα κομιστή. Στο βιβλίο αναφέρεται όλη η εξέλιξη των σχέσεων των δύο φύλων, ξεκινώντας μάλιστα από τα ζώα και εξηγώντας τις διάφορες μορφές όπως η πολυγυνία, η πολυανδρία κλ.π. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.