Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ευσταθιάδη Μαρία

Κι εδώ, όπως και στον Σωτήρη Δημητρίου(το προηγούμενο Σάββατο), ανασύρονται τα «αρχειακά δεδομένα» της μνήμης. Αυτά που είναι καταχωνιασμένα και απωθημένα, αλλά είναι συγχρόνως και ασύνηδες «κατευθυντήριες αρχές ζωής». Η Μαρία Ευσταθιάδη στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» (εκδόσεις Κέδρος) μιλάει για τις «μικρές και τις μεγάλες ουλές», για τις πληγές, για ό,τι μας κατευθύνει: «Πάντοτε αυτό κάνουμε, μιλάμε γι’ αυτά μιλώντας για άλλα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Αυτά κρατούν τα αόρατα γκέμια». Εδώ η μορφή είναι διαλογική, θεατρική. Ένας εσωτερικός διάλογος, όπως και στην αφήγηση του Δημητρίου. Αλλά εδώ είναι ο Πατέρας που εξειδανικεύεται, ενώ η μητέρα μισείται. Εν προκειμένω, δεν είναι η αγάπη της μάνας που γίνεται η βελούδινη αλυσίδα των αντρών, αλλά το βλέμμα, αυτό που θέλει να σε δει, όπως εκείνη θέλει («…νοσταλγεί με σπαραγμό αυτό που δεν έγινα»). Απ’ αυτό το βλέμμα θέλει να απαλλαγεί «Η Φωνή» μαζί με τα «καλοραμμένα, καθωσπρέπει» ρούχα της μητέρας της, «τον τακτοποιημένο τον ψεύτικο κόσμο σας». Και η φυγή εγγράφεται παιδιόθεν ως ασίγαστη επιθυμία: «Θα φύγω με το τσίρκο Μεντράνο εγώ». Εδώ η φυγή δεν γίνεται προς το χωριάνικο καταφύγιο του Δημητρίου αλλά στις πόλεις: «Στις πόλεις ονειρεύεται, στις άγνωστες σκοτεινές πόλεις. Στο σκοτάδι το φως είναι πιο φωτεινό… Εκεί ψάχνει αντικλείδια. Γι’ αυτό κάθε τόσο φεύγει». Τελικά, η φυγή αναπληρώνεται με «μικροκοπάνες». Οι γονείς απόντες. «Ήθελε να είναι αγόρι». Ευνουχισμός της θηλυκότητας(ή ο φθόνος του πέους); Μάλλον ευνουχισμός από κάτι, από ένα ελλείπον. Από αγάπη. Να και η αθώα παιδικότητα, ο (ανα)μαγεμένος κόσμος, εκεί που δύο κούκλες είναι «παρουσίες» (όπως τα «ανθρωποπράματα» του Δημητρίου). Αλλά να και πάλι το βλέμμα της μητέρας, ή καλύτερα το βλέμμα θαυμασμού των άλλων για την όμορφη μητέρα. Πώς να γίνεις σαν κι αυτή; Μίσος, ζήλια. Ή μήπως αίτημα για αγάπη; (Ο Δημητρίου, ένας άντρας είχε τη μητρική αγάπη και το λακανικό πρόβλημά του είναι να την «ξεφορτωθεί»). Εδώ η μητρική αγάπη δεν είναι το ενεργητικό δόσιμο του εαυτού, αλλά μάλλον ένα φαντασιακό και ναρκισσιστικό πάθος, ένα είδος διαστροφής, καθώς είναι μία απόπειρα να αιχμαλωτίσει τον άλλον/η στον εαυτό της, δίκην αντικειμένου. Εδώ η αγάπη (ουσιαστικά η επιθυμία ν’ αγαπηθούμε) επιδιώκει την υποδούλωση του άλλου στη δική μας φαντασίωση. Αντίθετα, το ενεργητικό δόσιμο της αγάπης στοχεύει στον άλλον, στο είναι του (όπως είναι) και όχι στην ιδιαιτερότητά του(όπως θα θέλαμε να είναι). Βέβαια, δεν πρόκειται για μία διαφορά της αγάπης του χωριάνικου πολιτισμού και του πολιτισμού των πόλεων (όπως θα έλεγε ο Σωτήρης Δημητρίου), αλλά για τον αλτρουισμό του χριστιανικού πολιτισμού κι ενός διεστραμμένου ατομικισμού που καλλιεργεί ο χομπσιανός πολιτισμός, ή αλλιώς ένας χριστιανικός θεός της δύναμης(κατάκτησης) και όχι της αγάπης και της συμπόνιας. Οι ψυχαναλυτές (όσοι εξ αυτών αρνούνται τις ιστοριο-κοινωνιολογικές προσεγγίσεις) μιλούν για ερωτική νεύρωση, που προέρχεται από τη φαντασιακή οργάνωση της συνείδησής μας. Έτσι, θεωρείται ότι η εγωιστική αγάπη (δηλαδή η νευρωσική αγάπη) έχει σχέση με ένα υπερβολικό συναίσθημα και μια συναίσθηση υπερβατικότητας που πηγάζει από τον εγωισμό και την παιδική φαντασία. Γι’ αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις το μίσος είναι το ίδιο πράγμα με μία ορισμένη αγάπη (μισαγάπη). Στη φαντασιακή διάσταση του μίσους θέλουμε να υποδουλώσουμε τον άλλο μέσω της καταστροφής του. Η αγάπη θέλει την ανάπτυξη του άλλου(να τον κάνει καλύτερο απ’ αυτόν ώστε να καθρεφτιστεί-ναρκισσευτεί καλύτερα), ενώ το μίσος θέλει να τον μειώσει(έχει τον άλλο όσο περισσότερο τον καταστρέφει). Άρα η πραγματική αγάπη είναι ένα Δώρο χωρίς ανταπόδοση. Ακριβώς όπως το δώρο του Μώς, ή το δόσιμο στο πότλατς, ή ακόμη όπως το κατάλαβε ο Αλτουσέρ στο «μέλλον διαρκεί πολύ», μόνο που χρειάστηκε πρώτα να στραγγαλίσει τη γυναίκα του!
Στην Ευσταθιάδη η διεστραμμένη αγάπη που δέχεται η… Ηλέκτρα-Φωνή δεν προκαλεί ενοχές (δεν ενδοβάλεται, δεν γίνεται ενοχή όπως στον Δημητρίου) αλλά «θυμός», επιθετικότητα για τη μητέρα, «αθώωση» για τον Πατέρα μέσα από το ξεπέρασμα του φόβου(Νόμου). Στον πατέρα την γοήτευε «η δυνατότητα που είχε να φεύγει». Αυτό χαρακτήριζε τη «δύναμη» του πατρός. Αυτή τη δύναμη ήθελε να οικειοποιηθεί. Μόνο που η οικειοποίηση είναι αδύνατη, το πρόσωπο μένει χωρίς πρόσωπο καθώς δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να ανακτηθεί λόγω της απουσίας, μιας βίαιης παρούσας απουσίας. Αντί του προσώπου οι μάσκες, οι μεταμφιέσεις. Η φυγή μέσω των υποκατάστατων. Ψευδαίσθηση ελευθερίας. Κι ύστερα ο πυροβολισμός προς την μητέρα: «Με τσάκισε». Και να ο Ορέστης, ο άγνωστος αδελφός που θα ήθελε να έχει. Ο μητροκτόνος. Ή καλύτερα για να γίνει αυτή μητροκτόνος μέσω άλλου. Και οι Ερινύες είναι εδώ. Είναι τα ομοιώματα, οι οικογενειακές φωτογραφίες. Κι ο θυμός. Συσσώρευση θυμού. Σωρίτης. Μια ανεξέλεγκτη δύναμη. Κανένα δώρο, «δώρο κάλεσμα», δώρο χωρίς ανταπόδοση ποτέ. Σπασμένοι καθρέφτες. Κατακερματισμένα Εγώ. Πόνος. Ένα βιβλίο είναι «μία κραυγή, ένα λογοκριμένο ουρλιαχτό».
Στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» ή στο «κόκκινο σπίτι» κατοικούν «όλες οι ανεπανόρθωτες απώλειες», τα «ανολοκλήρωτα πένθη». Αυτές που σημαίνουν κι ένα χαμένο κομμάτι μας. Όπως η πέστροφα που επιστρέφει για να γεννήσει στις πηγές και χάνει τα κομμάτια της από την πλεύση στο αντίθετο ρεύμα, από τα φοβερά άλματα που μερικές φορές καταλήγουν στα βράχια. Μια φυγή προς τα πίσω, ή μια φυγή μπροστά; «Μακριά από το μισητό εγώ». Σ’ ένα ακόμα αλλού. Μία ακόμη φυγή. Προς τα πού;
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Δημητρίου Σωτήρης

"Σαν το λίγο το νερό"
Όταν πέθανε είχε μια περίεργη αίσθηση του σώματός του. Ένιωθε. Ένιωσε την ψυχή του (ροή πνοής) και τον έπιασε μια «αλυπία» χωρίς να χάσει τη συνείδηση της εν ζωή ζωής (σύνδεση με τη μετά θάνατο) και κυρίως τη μνήμη του. Τα καταχωνιασμένα, τα απωθημένα βγήκαν στο φως. Όλες οι θύμησες έπρεπε να αναδυθούν, να λουστούν στο λαμπρό φως, προϋπόθεση για τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, για τη συμφιλίωση με το θάνατο. Ο αφηγητής στο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Σαν το λίγο το νερό» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) υπερίπταται, για να δει από ψηλά τον κόσμο και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του.
Το πεθαμένο Εγώ υπερίπταται. Κοιτάζει κάτω, στη Γη, ανασύροντας τα «αρχειακά δεδομένα» του, την παρακαταθήκη των παιδικών αναμνήσεων, που εν ζωή κοιμούνταν στα βάθη της ψυχής, αλλά στην πραγματικότητα κατηύθυναν τη ζωή μέσα από τα απατηλά όνειρα ή τα δαντικά φαντάσματα. Με το θάνατο φαίνεται ότι αυτά τα φαντάσματα γίνονται ορατά. Και τότε καταλαβαίνει τις «αρχαϊκές κατευθυντήριες ζωής». Τις ανακαλύπτει μέσα στους μύθους και τους θρύλους, ή στις αφηγήσεις με την ασύγκριτα πλούσια «χωριάνικη» λαλιά που άκουγε μικρό παιδί. Τις «βλέπει» στο χωριάνικο τρόπο ζωής που βίωσε ο ίδιος. Το συνειδητό και το ασυνείδητο (η λήθη και οι «προστατευτικές αμνησίες»), η επίσημη αλλά και η απόκρυφη βιο-ιστορία, αντί να πεθάνουν με το θάνατο, ανασταίνονται. Τα καταχωνιασμένα αναδύονται στην επιφάνεια, όπου συναντούν τα φανερά και συμφιλιώνονται. Η ψυχή του ιπτάμενου παρατηρητή βλέπει ό,τι έβλεπε και, κυρίως, ό,τι δεν έβλεπε εν ζωή. Βέβαια, επειδή η φαντασία είναι δομημένη όπως η γλώσσα, το φαντασιακό ξεδιπλώνεται μόνο εντός των ορίων των νόμων της. Τα όρια, όμως, αυτά διευρύνονται όταν προσφεύγουμε στην ποίηση και τις μεταφορές της ντοπιολαλιάς, όπως τη μεταχειρίζεται ο Δημητρίου.
Νόστος; Ναι. Πικρία ζοφερή, όμως, γιατί; Είναι αντιδραστική η «επιστροφή» σ’ έναν τρόπο ζωής, σ’ έναν πολιτισμό που δεν υφίσταται πλέον; Υπό προϋποθέσεις όχι. Ο Δημητρίου επιστρέφει στο χωριό του, υμνώντας τη φυσικότητα των ανθρώπων του «χωριάνικου πολιτισμού», τη στενή σχέση των ανθρώπων με τη φύση και τη φύση τους, που έκανε τα πάντα φυσικά, κυρίως το θάνατο. Αυτή η φυσικότητα δεν χάθηκε με το θάνατο του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά πολύ νωρίτερα, από την Αναγέννηση, όταν κάποιοι επινόησαν την αντίθεση του ανθρώπου με τη φύση (για να την ελέγξουμε), τότε που αποχωρίστηκε το πνεύμα από το σώμα(Κώστας Παπαϊωάννου). Όμως, το «ενιαίον» υπάρχει ακόμη έντονο στον χωριάνικο τρόπο ζωής και αναδεικνύεται, όπως και η συλλογικότητα σε αντίστοιξη με την ατομικότητα, η μοναξιά και η ξενότητα του πολιτισμού της πόλης (μόνο που ούτε η πόλη υπάρχει πια) σε αντίθεση με τη συμπάθεια και την αβίαστη συμπόνια. Ο αφηγητής επιστρέφει στη σαρμανίτσα του(κούνια), στην παιδική ηλικία, τότε που όλος ο κόσμος ήταν σκυμμένος πάνω του. Τότε που χτίστηκε η ναρκισσιστική τελειότητα της παιδικής ηλικίας και το ιδανικό Εγώ μέσα από την εξειδανικευμένη αγάπη της μάνας. Αυτού του τρομερού, τέλειου καθρέφτη. Ο αφηγητής σημειώνει «Την ατελέσφορη ολοζωής προσπάθεια να ξεφύγω απ’ την μητρική σκιά που με αιχμαλώτισε ερήμην της μητρός μου. Όποτε ευθυγραμμιζόμουν, ζούσα την ζωή ενός άλλου, και όποτε –σπανίως- ξέφευγα, με πλημμύριζαν οι ενοχές». Τέλειος καθρέφτης, που σε κρατάει καθηλωμένο, καθώς σε βλέπει το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο (κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι πραγματικά) και γι’ αυτό τρομερή, άσπαστη αλυσίδα, που δεν σ’ αφήνει να πετάξεις για να βρεις –να συγκροτήσεις- τον πραγματικό εαυτό σου. Και στο προηγούμενο μυθιστόρημα («Τους τα λέει ο Θεός») και σε όλα τα άλλα, ο Δημητρίου περιστρέφεται γύρω από τον χωριάνικο τρόπο ζωής και τη Μάνα!
Εδώ κανένα παράπονο «δεν θα το φάει το χώμα», καθώς τα πάντα διέπονται από ένα πνεύμα που ζει παραδομένο στους κυκλώνες και τους ανέμους του κόσμου και του Κόσμου. Κι αν κάτι πάει στραβά, αν κάτι ξεφύγει υπάρχει πίσω μια ύστατη άμυνα, η Μάνα: «Μάστορα στην Ελλάδα είμαι χρόνια με την φαμίλια μου και ξέρει λεπτό προς λεπτό τι κάνω, πως τα πορεύω. Περσινού καιρού κάπου στριμώχτηκα άγρια και το μυρίστηκε. Δεν σε φτάνω μου λέει να σου δώκω χέρι. Μωρ’ ο Θεός τους τα λέει;»
Στα προηγούμενα η αφήγηση του Δημητρίου ήταν λιτή, πέτρινη, χωρίς εμηνευτικές διαμεσολαβήσεις-αρμούς, ακριβώς όπως η ξερολιθιά. Το πελέκημα και το γώνιασμα τέλειο, ώστε να «κάτσουν» οι πέτρες-ιστορίες η μία πάνω στην άλλη, έτσι όπως είναι: σκληρά, βίαια, φυσικά, σ’ ένα τέλειο «φίλημα». Στο μυθιστόρημα «τους τα λέει ο Θεός» δεν μιλάει η ζωή, δεν μιλάει η αγάπη, μιλάει ένας ξένος στον ίδιο του τον τόπο, που, ξαπλωμένος ανάσκελα στο ντιβάνι του, προβάλλει στο ταβάνι στιγμές του ψυχοκαθαρτικού κοινοτικού τρόπου ζωής της γενέθλιας πόλης του και μιας άλλης εποχής. Εκεί πίσω αναζητά τη χαμένη «σμίξη», καθώς η μοναξιά της Αθήνας δεν έχει άλλη διέξοδο από τη... νεωτερική λύση των ψυχαναλυτικών ντιβανιών. Στο «Σαν το λίγο το νερό» κάνει το ίδιο ακριβώς. Κρατάει σαν ακριβό υλικό, φυλάει το λίγο νερό των ψυχικών αποθεμάτων του από την ανθρωπιά του χωριάνικου τρόπου ζωής για να ξεδιψάει στην έρημο της ξενότητας τη μεγαλούπολης. Με άλλα λόγια, αν πικραίνεται είναι από την απώλεια της συλλογικότητας και της ανθρωπιάς. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην απώλεια του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά στην απώλεια της ίδιας της πόλης (δες και Κ. Τσουκαλά). Ο Δημητρίου είναι πάντα δίβουλος «Στα ταξίδια μισός, ο άλλος μισός πίσω». Αιωρείται μεταξύ της πόλης και του χωριού. Με το δεύτερο να κερδίζει πάντα. Η συνεχής αιώρηση δημιούργησε μία «Ζωή εσωστραμμένη, ζωή ανεόρταστη». Ακόμη και η λογοτεχνική μετουσίωση είναι αγκυρωμένη στη «μητρική γλώσσα». Θυμάμαι τον Καμύ να περιγράφει την εγγραφή στην ύπαρξή του των οικείων φωνών (της γλώσσας) και κυρίως την ομιλούσα σιωπή της κωφάλαλης και αναλφάβητης μάνας του. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο μέσω μια συγκεκριμένης «θέασης» αλλά και στον Άλλο μέσω της ερωτικής πράξης. Ο αντικειμενικός χώρος που είχε εγγραφεί στο «σώμα» του Αλμπέρ Καμύ είναι η τραγικότητα του μεσογειακού πολιτισμικού «εδάφους». Στο Σωτήρη Δημητρίου εγγράφεται η τραγικότητα της Πόβλας. Αλλά αυτή η τραγικότητα μοιράζονταν με την «δακρυρόεσσα φιλαλληλία» κι έτσι απαλύνονταν. Κυρίως όμως υπονομευόταν από την φυσικότητα των ανθρώπων και την πεποίθηση ότι στη φύση όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Αντίθετα, ο άνθρωπος της πόλης «καταπίνει», αφού η έκπληξη, το δέος, το αλαφροΐσκιωτο και κυρίως «η αποφόρτιση του διηγείσθαι» του χωριάνικου πολιτισμού εξέλειπε. Γι’ αυτό στην πόλη η ψυχή παθαίνει λουμπάγκο από το βάρος. Το πρόσωπο χάθηκε υπέρ του μαζικού ατόμου. Η ενότητα έγινε μόνο εξωτερική. Να και ο εμφύλιος, όπου οι «κακοί» είναι οι κομμουνιστές! Καθώς κατά τη γνώμη του συγγραφέα επιχειρούσαν «να επιβάλλουν την ιδανική ζωή» σ’ έναν «υψηλότατο» (και ιδανικό;) πολιτισμό. Δεν θα επιμείνω στις εξειδανικεύσεις («μέχρι το χωράφι της πήγαινε μια χωριάτισσα κι αυτά που είχε να διηγηθεί ήταν ολόκληρη περιπέτεια») και τις συγκρίσεις του συγγραφέα(προδήλως διαφωνώ. Συμφωνώ βέβαια με την απομάγευση και την ανάγκη «αναμάγευσης» και την επανεύρεση της φυσικότητας, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Η ζωή ως γιορτή του χωριάνικου πολιτισμού, αυτή που επιχειρεί να αναπαραστήσει ο συγγραφέας παραπέμπει στα «ταγικά υπολείμματα», στα άδεια κουτιά μπύρας, στα άδεια μπουκάλια κρασί, στα χαρτιά, στα σκουπίδια τελικά της γιορτής, που όμως έχουν απογυμνωθεί από επιθυμία. Είναι αδύνατη η επιστροφή, το να ξαναζήσεις τη μνήμη, περνώντας ξανά στην Πράξη της χωριάνικης ζωής). Γι’ αυτό επιστρέφω στη Μάνα. Επιστρέφω γιατί εκ πρώτης όψεως στους άντρες φαίνεται να έχουμε τη λατρεία της θεάς Μάνας(ταυτόσιμη με τη θυσία, το ολοκληρωτικό δόσιμο), στις γυναίκες (Μαργαρίτα Καραπάνου) έχουμε τη μάνα-Χάρο! Στην πραγματικότητα, όμως, και στους άντρες έχουμε τη μάνα-δεσμώτη με τις αλυσίδες της αγάπης: «Με ανακούφιζε λίγο καθώς φανταζόμουν την, μόλις χαμογελαστή, συγκαταβατικότητά της, αν τυχόν μάθαινε τις σκέψεις μου. Βέβαια μάλλον έφταιγε κι αυτή για τον εγκλωβισμό στο πρόσωπό μου. Μερικές δε φορές αναλογιζόμουν πώς να μοιάζει η ζωή χωρίς αυτήν, με τις πάμπολλες επιλογές, την χαώδη ελευθερία, την αδιαφορία για την ύπαρξή μου. Φανταζόμουν το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μετά το θάνατό της και την απαλλαγή απ’ την μαθητική καθήλωση στις διακρίσεις». Η απόπειρα απελευθέρωσης από τη μητρική αγάπη αποτυγχάνει ακόμη και μετά το θάνατό της. Γιατί τότε δεν παλεύεται. Γίνεται μια διηνεκής ενοχή: «Ήπρεπε να την είχαμε σαν το λίγο το νερό και την απαρατήσαμαν». Ενδεχομένως, αυτό οι ψυχαναλυτές να το πούνε ευνουχισμό. Αλλά ενούχοι είναι ο ίδιοι, αφού τους λείπει κάτι, αυτή η καταπληκτική αγάπη της χωριάνικης μάνας (εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Σωτήρη Δημητρίου).
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Η θέση μου για την καθεστωτική κριτική

Η κριτική του Δημοσθένη Κούρτοβικ για την «καθεστωτική κριτική» ανοίγει ξανά τη συζήτηση όχι μόνο για τα κριτήρια αξιολόγησης των «κριτικών βιβλίου» αλλά και για την ίδια τη λογοτεχνία. Παλαιότερα, ο ΔΚ είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «κάτω τα καλά βιβλία», καταγγέλλοντας ουσιαστικά τον μονοδιάστατα «διασκεδαστικό» χαρακτήρα (με την έννοια του σκορπίσματος) της εγχώριας λογοτεχνίας, την αδυναμία της να συνταράξει συθέμελα την ύπαρξη και να «αναστατώσει» τον αναγνώστη. Είναι κοινός τόπος ότι, σήμερα, βρισκόμαστε υπό την πλήρη κυριαρχία της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της τεχνικά άρτιας, αλλά αναλώσιμης, αμμώδους και γαργαλιστικά γαλακτώδους λογοτεχνίας. Η τρομοκρατία της «λογοτεχνικής μόδας» και της αγοράς όπου λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει εδώ και τώρα, είναι τρομερή. Δεν υπάρχει χώρος για τη διατύπωση διερωτήσεων, κανείς δεν αντιμετωπίζει τη γραφή σαν μια δραστηριότητα υψηλού κινδύνου και το κείμενο ως κάτι που αν θέλει να είναι έγκυρο, οφείλει να ανοίγει νέους δρόμους και να επιχειρεί να διατυπώσει με τον τρόπο της «μεταφοράς» αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλά μόνο να δειχθεί (Βιτγκενστάιν). Αυτό το νεωτερικό θέαμα των συγγραφέων που βυθίζονται με θράσος στην περιπέτεια των απόλυτων διαστάσεων της δημιουργίας, στο δαιμονικό χάος (αυτό που κάποιοι είπαν «δαιμονιακό ύψιστο»), στις φωνές χρόνων, στις φωνές δευτερολέπτων, στις φωνές που μπλέκονται στο δίχτυ του κόσμου, παίζοντας στα όρια του πραγματικού και του φαντασιακού, στα όρια της τρέλας δεν υπάρχει πια. Η κληρονομιά της αισθητικής του ρομαντισμού με το μαγικό «απόλυτό» της έχει απορριφθεί προ πολλού από τη μιας χρήσης «αισθητική» της αγοράς. Εν τέλει, να γράφει κανείς, σήμερα, πέρα από την πεπατημένη σημαίνει να ουρλιάζει βουβά, εξορισμένος από την αγορά και τους μεσίτες της, τους κριτικούς, τους «παρουσιαστές» βιβλίων, τους μάνατζερ, ή τους συμβούλους ρίσκων. Αλλά αυτό δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο. «Προσπάθησα ν’ ανακαλύψω νέα άνθη, νέα άστρα, νέα σάρκα, νέες γλώσσες. Πίστεψα πως αποχτούσα υπερφυσικές δυνάμεις. Ε! Καλά! Πρέπει να θάψω τη φαντασία και τις θύμισές μου. Πάει περίπατο η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του λογοπλόκου», λόγια του Αρθούρου Ρεμπό λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα την ποίηση για να γίνει έμπορος όπλων.
Κανείς δε διαλέγει σήμερα τη μοναξιά, κανείς δεν επιλέγει έναν τάφο, που θα γίνει για τον ίδιο μια εποχή στην κόλαση όπου θα πρέπει να γράφει, να γράφει, να γράφει. Ποιος διαλέγει να γράφει αντί να ζει, αφού «ή ζεις ή γράφεις»(Πιραντέλο); Στο κάτω κάτω γιατί να είναι προτιμότερη η «υπεραπόλαυση» της πίστης σε μια ματαιόδοξη αθανασία, από την «απόλαυση» της ζωής εδώ και τώρα;
Με άλλα λόγια, είναι προτιμότερο να αποφαινόμαστε απόλυτα «κάτω τα καλά βιβλία» ή μήπως οφείλουμε να ορίσουμε τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησής τους; Μήπως, ακόμα, πρέπει να ξαναδούμε τον ορισμό του «Ωραίου» από τον Μπωντλαίρ, όπου συνυπάρχουν οι διαχρονικές και οι συγχρονικές αλήθειες, η διαχρονική έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας με τις συγχρονικές έννοιες του γούστου και των συνηθειών μιας συγκεκριμένης εποχής; Οι διαχρονικές χωρίς τις συγχρονικές αλήθειες, είναι απάνθρωπες έλεγε ο Μπωντλαίρ. Συνεπώς, είναι το ίδιο «απάνθρωπο» όταν επιλέγουμε μόνο είτε τις συγχρονικές (αγοραία λογοτεχνία του στομαχιού) είτε μόνο τις διαχρονικές αλήθειες. Χρειάζονται και οι δύο. Οφείλουμε να τονίσουμε πάντως με όλη μας τη δύναμη ότι στο σύγχρονο δυτικό μυθιστόρημα παρά τις απεριόριστες δυνατότητες έκφρασης εκείνο που συσκοτίζεται είναι αυτό «που συνδέει τους συγγραφείς με το κράτος και με έναν παγκόσμιο ‘’μητροπολιτικό’’ ιμπεριαλισμό» που, την ώρα που έγραφαν, τους εξόπλισε όσον αφορά τις μυθιστορηματικές τεχνικές της αφήγησης και των περιγραφών με τα εσωτερικευμένα υποδείγματα συσσώρευσης, πειθαρχίας και κανονικοποίησης. «Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, σημειώνει ο Έντουαρντ Σαΐντ είναι γιατί τόσο λίγοι ‘’μεγάλοι’’ μυθιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν ευθέως τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά εξωτερικά γεγονότα της ύπαρξής τους –την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό- και γιατί, επίσης, οι κριτικοί του μυθιστορήματος συνεχίζουν να υπολήπτονται αυτή την αξιοπρόσεκτη σιωπή». Την άποψη αυτή του Σαΐντ είχαν υιοθετήσει μετά τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, κάποιοι από τους μεγάλους ‘’μυθιστοριογράφους’’ (όπως ο Μέηλερ). Όλοι μέμφονται τους «ειδήμονες» και την «ειδημοσύνη» που έχει καταστεί μία υπηρεσία πωλούμενη στην κεντρική εξουσία της κοινωνίας και γι’ αυτό συνιστά την «προδοσία των διανοουμένων» (trahison des clercs-Ζυλιέν Μπεντά), η οποία στηρίζεται στη «μη παρέμβαση». «Λέμε στους φοιτητές μας» επισημαίνει ο Σαΐντ, «ότι υπερασπιζόμαστε την κλασική παιδεία, τις αρετές μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης και τις πολύτιμες απολαύσεις της λογοτεχνίας ακόμη και όταν παραμένουμε αδρανείς (ίσως και ανίκανοι) σε ό,τι αφορά τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο (…) οι ανθρωπιστές και οι διανοούμενοι αποδέχονται την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να διαβάζει υψηλή λογοτεχνία και ταυτόχρονα να σκοτώνει και να ακρωτηριάζει, επειδή ο πολιτιστικός κόσμος χρησιμεύει γι’ αυτό το είδος μεταμφίεσης..».
Σήμερα, επιμένει πάντα ο Σαΐντ, τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η αμερικανική κριτική και λογοτεχνική θεωρία αποδέχονται ανοιχτά την «αρχή της μη παρέμβασης». Η κειμενικότητα έγινε το υποκατάστατο της ιστορίας καθώς υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γενικά,«Η λογοτεχνική κριτική στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα, απομονώνει ως επί το πλείστον την κειμενικότητα από τις καταστάσεις, τα γεγονότα, τις σωματικές αισθήσεις που την ανέδειξαν και την έκαναν κατανοητή ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας». Η καθαρή κειμενικότητα και η μη παρεμβατική κριτική συμπίπτει με την περίοδο του ρεηγκανισμού και εξελίχθηκε σε μία επιτηδευμένη ειδική γλώσσα της οποίας η πολυπλοκότητα συσκοτίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Προσπαθώντας να προσδιορίσει την κριτική συνείδηση στις μέρες μας ο Σαΐντ αφού παραθέτει το πλαίσιο της κυρίαρχης κουλτούρας ως σύστημα αξιών και αποκλεισμών που σήμερα είναι αόρατο και την ανάγκη της αντίστασης σ’ αυτό, σημειώνει «Τι είναι, λοιπόν, κατά βάθος η κριτική συνείδηση, εάν όχι μια διαρκής επιλογή εναλλακτικών λύσεων;». Συνεπώς, ένας θετικός προσανατολισμός πέρα από την καταγγελία των «καλογραμμένων» αλλά ανούσιων μυθιστορημάτων, είναι να αναζητούμε συνεχώς και να προτείνουμε εκείνες τις εναλλακτικές λύσεις που θα αντιστέκονται στην κυρίαρχη κουλτούρα, δίνοντας στον «αναγνώστη» να καταλάβει, αποκαλύπτοντας και δημιουργώντας τις συνθήκες μιας αντι-κουλτούρας.
Υπ’ αυτή την οπτική, η «καθεστωτική κριτική», αυτή που διαμεσολαβεί, στιμάροντας και πλασάροντας, ό,τι δεν αμφισβητεί και δεν θίγει την κυρίαρχη εξουσία αλλά και μία κυρίαρχη αναγνωστική κουλτούρα, αυτή που κολακεύει τον αναγνώστη, νομιμοποιώντας το δήθεν δικαίωμά του ότι δεν οφείλει να καταβάλει καμία πνευματική προσπάθεια για να καταλάβει, αυτή η κριτική υπάρχει για να νομιμοποιεί το status quo. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς; Η αποκάλυψη της λειτουργίας της «καθεστωτικής κριτικής» και των «κριτηρίων» της είναι το ένα σκέλος, το άλλο είναι να διαμορφώσουμε κάποια κοινά αποδεκτά κριτήρια. Γι’ αυτό έκανα την παραπάνω αναφορά(Μπωντλαίρ, Σαΐντ…). Σε ατομικό επίπεδο έχω επιλέξει την τακτική ενός ιδιότυπου «ανταρτοπόλεμου», που αποκαλώ «μέσα-έξω». Το διαδίκτυο, όμως παρέχει νέες δυνατότητες δημιουργίας μιας ισχυρής αντι-κουλτούρας και ενδεχομένως πιο οργανωμένες παρεμβάσεις. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα ανοιχτό που απαιτεί συζήτηση. Αυτά για την ώρα…
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Καθεστωτική κριτική-Δημοσθένης Κούρτοβικ

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στη λογοτεχνία ως τεχνο-λογία της εξουσίας. Μια τέτοια λογοτεχνία όμως χρειάζεται και τη στήριξη μιας αντίστοιχης κριτικής, της "καθεστωτικής κριτικής", όπως σημειώνει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο κείμενό του στα ΝΕΑ, το οποίο και παραθέτω:


"Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα. Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπροσώπευε η στήλη τους, οι άλλοι μισοί δέχτηκαν ασμένως ή και προκάλεσαν τη συμμετοχή τους σε επιτροπές βραβείων (όπου είναι γνωστό τι παιχνίδια παίζονται), σεμινάρια, τηλεοπτικές εκπομπές, σύνταξη ανθολογιών κ.λπ. Ακολουθώντας μάλιστα ολοένα επιθετικότερη τακτική, πολλαπλασίασαν στο πέρασμα του χρόνου τέτοιους μοχλούς επιρροής τους και τους χρησιμοποιούσαν με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση. Είναι κανείς ελεύθερος να κρίνει όπως θέλει αυτές τις δύο στάσεις. Μπορεί π.χ. να επαινέσει την πρώτη κατηγορία για εντιμότητα ή να την επικρίνει για ολιγωρία και μοραλιστική αφέλεια. Μπορεί, από την άλλη, να καταλογίσει στη δεύτερη κατηγορία εξουσιομανία και κυνισμό ή να εγκωμιάσει την ενεργητικότητά της και την έξυπνη προώθηση των θέσεών της. Δεν είναι αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου μου. Το θέμα είναι οι συνέπειες, ολοένα πιο αισθητές, αυτής της διαφοροποίησης για την ελληνική λογοτεχνία και τον τρόπο υποδοχής της. Γιατί, ανεξάρτητα από το γόητρο που μπορεί να περιβάλλει ατομικά τον ένα ή τον άλλο κριτικό, αυτή η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ομάδας δημιουργεί, αφ΄ ενός, νομοτελειακά σχέσεις ώσμωσης ανάμεσα στα μέλη της, όπως επίσης ανάμεσα στην ομάδα και άλλες μορφές εξουσίας, αφ΄ ετέρου οδηγεί εξίσου νομοτελειακά στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της και την αυθαιρεσία. Βλέπουμε, πράγματι, τα ίδια τρία-τέσσερα ονόματα να εμφανίζονται σταθερά και συνήθως από κοινού σε διάφορες επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων και επιχορήγησης μεταφράσεων, να παρουσιάζουν βιβλία λογοτεχνών του γούστου τους ή του κλίματός τους σε επίσημες εκδηλώσεις για την προώθηση των πωλήσεών τους, να επιμελούνται για λογαριασμό εκδοτικών οίκων ανθολογίες που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τον νεότερο λογοτεχνικό Κανόνα, ακόμα και να ιδρύουν, με τη στήριξη ισχυρών εκδοτών, περιοδικά μέσα από τα οποία προβάλλουν τις απόψεις και τις επιλογές τους. Τίποτα, βέβαια, από όλα αυτά δεν είναι επιλήψιμο από μόνο του. Εντυπωσιάζει ωστόσο το άθροισμά τους και προβληματίζει η τάση συνεχούς μεγέθυνσής του, που υποδηλώνει κάτι το βουλιμικό. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Βραβείου Αναγνωστών», που θεσπίστηκε από το ΕΚΕΒΙ πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια τουλάχιστον ατυχή έμπνευση, αφού το αναγνωστικό κοινό απονέμει έτσι κι αλλιώς τα βραβεία του με τις αγοραστικές προτιμήσεις του, που ξέρουμε καλά τι είδους βιβλία ευνοούν. Όταν το ΕΚΕΒΙ, με τα πρώτα αποτελέσματα, κατάλαβε τη γκάφα του και βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο εξευτελισμού του νεότευκτου θεσμού, προσπάθησε να διορθώσει τα πράγματα με μια κριτική επιτροπή που προεπέλεγε τα βιβλία τα οποία καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες! Στην πρώτη γκάφα προστέθηκε μια δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη, ένα εξωφρενικό οξύμωρο, που έχει το ανάλογό του μόνο στα εκλογοδικεία μερικών ημιδικτατορικών χωρών. Και όμως, οι εν λόγω κριτικοί δεν δίστασαν να στελεχώσουν και αυτή την επιτροπή (που, ευτυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει), χωρίς να υπολογίσουν, ή μάλλον χωρίς να φοβηθούν, πως αυτό θα υπέσκαπτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους. Δεν φοβήθηκαν, ακριβώς επειδή η πολλαπλή παρουσία τους σε κέντρα θεσμικής επιρροής έχει εδραιώσει μέσα τους ένα αίσθημα παντοδυναμίας, αν όχι ασυλίας. Συνέπεια αυτού είναι ότι η σχέση τους με τα βιβλία που αναλαμβάνουν να κρίνουν δεν είναι αυτή ενός διαλόγου, ο οποίος μπορεί και να θέσει σε δοκιμασία τα κριτήριά τους, αλλά μιας αφ΄ υψηλού εφαρμογής πάγιων κανόνων, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε καν συζήτηση. Σε άρθρο της πριν από δέκα χρόνια στο περιοδικό Ποίηση (τεύχος 11), με τίτλο «Ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής», η Ελισάβετ Κοτζιά έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής: «... ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής θα ασχοληθεί επισταμένως με τα αμφισβητούμενα γραπτά, θα προσπαθήσει να τα σταθμίσει και να τα αξιολογήσει, θα θελήσει να ζυγίσει όσα θεωρεί προτερήματα και όσα αδυναμίες τους, να κρίνει ποια μικρή δόση εκείνου του συστατικού ανέτρεψε την ισορροπία των αναλογιών του και πόση δόση του άλλου συστατικού θα χρειαζόταν για να την αποκαταστήσει, ποια αδιόρατη απόχρωση τίνος πράγματος περισώζει το συγκεκριμένο έργο και ποια το καταστρέφει. Κι έτσι σταθμίζει κάθε βιβλίο αδιάκοπα και η πλάστιγγα γέρνει πότε από δω και πότε από εκεί» (σ. 226). Μένει κανείς άφωνος μπροστά στον αυτάρεσκο, νομικίστικο σχολαστικισμό αυτής της θέσης, που κρεμάει το περιεχόμενό της σε λέξεις-μανταλάκια όπως «σταθμίζω», «ζυγίζω», «δόση» ενός «συστατικού», «πλάστιγγα» κ.λπ. Μιλάει εδώ ένας κριτικός λογοτεχνίας ή ένας δικαστής, ένας δάσκαλος που βαθμολογεί εκθέσεις μαθητών, ολίγον και ένας δοκιμαστής κρασιών; Βέβαια, αναρωτιέται κανείς αν η τόση πολυπραγμοσύνη των συγκεκριμένων κριτικών τούς επιτρέπει έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια αυτή τη μέθοδο, να «σταθμίσουν», να διακρίνουν «μικρές δόσεις» και «αδιόρατες αποχρώσεις». ΄Ενας κριτικός που διατηρεί μία, αν όχι και δύο μόνιμες στήλες σε εφημερίδα, είναι μέλος σε τρεις-τέσσερις επιτροπές, αρθρογραφεί τακτικά σε άλλα τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, επιμελείται τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο, παραδίδει σεμινάρια στο ΕΚΕΒΙ, συμμετέχει με εκτενείς γραπτές εισηγήσεις στη διαφημιστική καμπάνια του ενός ή του άλλου βιβλίου κ.λπ. κ.λπ., έχει άραγε τον χρόνο να διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία που κρίνει κάθε βδομάδα (για να σκεφτεί πάνω σ΄ αυτά ούτε συζήτηση); Η λογική απαντάει όχι. Και πραγματικά, βλέπουμε ολοένα πιο συχνά στα κείμενα αυτών των κριτικών απίθανες ανακρίβειες και παρανοήσεις, αδιανόητες όχι μόνο για επαγγελματία κριτικό μα ακόμα και για έναν απλό, αλλά στοιχειωδώς συγκεντρωμένο αναγνώστη. Aυτό όμως είναι το λιγότερο. Πολύ πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η προϊούσα σύγκλιση έως ταύτιση των περί ων ο λόγος κριτικών στις λογοτεχνικές προτιμήσεις τους ή ακόμα και στις ευκαιριακές επιλογές τους, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με τις αισθητικές αρχές τους και υποκρύπτουν αλλότριες σκοπιμότητες. Λέω ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ανησυχητικό επειδή, σε συνδυασμό με την πολυκεντρική θεσμική επιρροή αυτών των κριτικών, τείνει να δημιουργήσει στον χώρο της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής μια μονοφωνία που δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο ανασταλτικά επιδρά στην ανάπτυξη και ανανέωση της λογοτεχνίας μας. Τα βραβεία του Διαβάζω, που ξεκίνησαν το 1996, εισήγαγαν μια σημαντική καινοτομία: κάθε μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν υποχρεωμένο, μετά την ανακοίνωση των βραβείων, να δημοσιοποιεί και μάλιστα να αιτιολογεί την ψήφο του για κάθε κατηγορία βιβλίου (ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, δοκίμιο). Οι καθεστωτικοί κριτικοί συμμετείχαν σ΄ αυτή την επιτροπή, είτε εξαρχής (οι περισσότεροι) είτε από μια μεταγενέστερη χρονιά, και έδιναν τον τόνο στις επιλογές της. ΄Ετσι, τα τεύχη του Διαβάζω με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τις σχετικές εκθέσεις συνιστούν ένα ανεκτίμητο αρχείο για την ανίχνευση της στάσης τους, του βαθμού σύγκλισης μεταξύ τους και απόκλισής τους από τους υπόλοιπους κριτές. Το εντυπωσιακότερο, κάθε άλλο όμως παρά το μόνο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τους δύο από τους τέσσερις καθεστωτικούς κριτικούς: την Ελισάβετ Κοτζιά και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Είναι βέβαια γνωστή (και ομολογημένη) η «εκλεκτική συγγένεια» των δύο. Άλλο συγγένεια όμως και άλλο ταύτιση. Από τις συνολικά 35 ψηφοφορίες στις οποίες πήραν μέρος ανάμεσα στο 1996 και το 2004 (τελευταία χρονιά παρουσίας τους στην επιτροπή), στις 32 συνέπεσαν πλήρως, ενώ και στις υπόλοιπες τρεις δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά, απλώς έδωσαν διαφορετική έμφαση σε βιβλία που και οι δύο είχαν συμπεριλάβει σε όσα θεωρούσαν αξιοβράβευτα! Τέτοιος βαθμός συμφωνίας, και μάλιστα για όλα τα είδη βιβλίου, από την ποίηση ώς το δοκίμιο, πολύ δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από κοινές ευαισθησίες. Μάλλον εγείρει υποψίες για συμπαιγνία. Όταν μιλάω για καθεστωτικούς κριτικούς, έχω πλήρη συνείδηση της σημασίας του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για τη διείσδυσή τους σε σχεδόν όλους τους θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά και με αυτόν καθεαυτό τον τύπο λογοτεχνίας που προωθούν. Το αρχείο των βραβείων του Διαβάζω επιβεβαιώνει την εντύπωση που έτσι κι αλλιώς μας αφήνει η κριτικογραφία τους χρόνια τώρα. Πέρα από τις καταφανείς περιπτώσεις προσωποληψίας- εύνοιας προς ορισμένους συγγραφείς και αρνητικής διάθεσης για άλλους, με κριτήρια που μεταμφιέζονται σε λογοτεχνικά- μπορούμε να δούμε την αποθέωση μιας λογοτεχνίας όπου κυριαρχούν ο μινιμαλισμός, ο μιζεραμπιλισμός, ο συγγραφικός αυτισμός, ο εστετισμός της κλεισούρας και της ναφθαλίνης, την επιβολή μιας αντίληψης αλλεργικής στον στοχασμό, φοβικής απέναντι στα μεγάλα θέματα, καχύποπτης απέναντι σε ό, τι θυμίζει πραγματικότητα και δεν εμπνέεται μόνον από την ίδια τη λογοτεχνία. Μια εφησυχασμένη κριτική, που αγαπάει μια εφησυχασμένη λογοτεχνία. Μια κριτική που ο προβληματισμός της εξαντλείται στην «απόλαυση» του κειμένου και η αγωνία της στην κατάκτηση ολοένα περισσότερων θεσμικών θέσεων. Αν αυτό δεν είναι καθεστωτισμός, τότε ας μας παρηγορήσει η σκέψη ότι η καθεστωτική νοοτροπία δεν μπορεί ποτέ να απλωθεί και στα πολιτισμικά φαινόμενα μιας κοινωνίας. Υ.Γ. Επειδή θα υπάρξουν σίγουρα καλοθελητές που θα σταθούν στο δάχτυλο και όχι σ΄ αυτό που το δάχτυλο δείχνει, δηλώνω ο ίδιος ευθέως ότι έχω προσωπική αφορμή να λέω τα παραπάνω. Αθέμιτο δεν είναι, στο κάτω κάτω. Για πολλά χρόνια δεν αντιδρούσα στην απαράδεκτη τακτική των συγκεκριμένων κριτικών, ακριβώς επειδή συγκαταλεγόμουν στα θύματά τους (διευκρινίζω και τονίζω ότι με αυτό δεν εννοώ τυχόν αρνητικές κριτικές) και ήθελα να αποφύγω μια αντιδικία που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική. Σφάλμα μου! ΄Επρεπε να ξεχειλίσει το ποτήρι, με δύο κατάφωρα στημένες κριτικές (κοινά, εξ αμοιβαίας αντιγραφής πραγματολογικά λάθη και τερατώδεις διαστρεβλώσεις), για να χάσω τη χαζή υπομονή μου. Και αν χρειαστεί, θα πω περισσότερα και εξοργιστικότερα επ΄ αυτού.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Η αμερικανική μυθοψύχωση

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

«Ένας άνθρωπος σφηνωμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους ζει και πεθαίνει μόνος»

Τη στιγμή που ένας αφροαμερικανός γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, ένας άλλος, που πέρασε από τα ίδια πανεπιστήμια, με ανάλογα διδακτορικά παραμένει ανάμεσα σε δύο κόσμους –τη χώρα προέλευσης, την Αιθιοπία, και τη χώρα υποδοχής, τις ΗΠΑ- εξόριστος και από τους δύο, ξένος και για τους δύο, αποκλεισμένος σε μια γειτονιά μαύρων της Ουάσινγκτον. Η παγκόσμια ιστορία της μοναξιάς και της ξενότητας που διαδραματίζεται σήμερα στην Αμερική και σε ολόκληρη της Δύση εκτυλίσσεται εδώ. Εδώ δεν έχουμε τους ανθρώπους της σχεδίας του Στήβενσον, αυτούς που πολιορκούν τη μυθική «γη της επαγγελίας», αλλά τους ανθρώπους της «γης της επαγγελίας», αυτούς που κατάφεραν να αποβιβαστούν στις ΗΠΑ και παρόλα αυτά εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένοι μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους. Γιατί στις ΗΠΑ υπάρχουν πολλοί αναβαθμοί ασφαλείας, ένα ολόκληρο σύστημα συμπεριλήψεων και αποκλεισμών.
Στο πολυβραβευμένο βιβλίο του Dinaw Mengestu (εκδόσεις Πόλις), ο κεντρικός ήρωας, ο Στέφανος φεύγει λαθραία από την Αιθιοπία στα 16 του χρόνια, όταν ο «μαρξιστής» Μενγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ εκθρονίζει τον αυτοκράτορα Σελασιέ μ’ ένα αιματηρό πραξικόπημα, στο οποίο σφαγιάστηκε και ο εύπορος πατέρας του Στέφανου. Ο νεαρός σπουδάζει αλλά τελικά καταλήγει να γίνει παντοπώλης (μίνι μάρκετ) σε μία γειτονιά μαύρων. Μαζί του με παράλληλες πορείες και δύο ακόμη αφροαμερικανοί, ο Κένεθ ο Κενυάτης και ο Τζόζεφ από το Κογκό. Μια μοναξιά μοιρασμένη στα τρία υποφέρεται καλύτερα. Βόλτες, ποτό, πόρνες και ατέλειωτες συζητήσεις για τα συμβαίνοντα, εδώ κι εκεί, στην Αμερική και στην Αφρική. Αυτοί και οι Αμερικανοί. Το «αμερικανικό όνειρο» πλήρως απομυθοποιημένο, μισητό. Και γι’ αυτό χωρίς τη δυνατότητα να γοητεύσει και να αφομοιώσει τους νεήλυδες, που παραμένουν ως πολίτες και ως άνθρωποι «σε αναμονή», τρεις ζωές «σε αναστολή». Ακριβώς, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ σήμερα, εκτός από την οικονομική κρίση, που ίσως μπορέσει να μετακυλυθεί. Η πολιτισμική κρίση είναι κάτι αναβάσταχτο, αφού συνεπάγεται κρίση ταυτότητας. Οι διαδοχικές κουλτούρες, ή καλύτερα ένα παλίμψηστο από κουλτούρες έχει τόσο εκφυλιστεί ώστε δεν μπορεί να συνέχει την πολυεθνοτικής προέλευσης αμερικανική κοινωνία. Παντού, μικρόκοσμοι-θύλακες (μαύροι, λευκοί, αυτόχθονες Αμερικανοί, ισπανόφωνοι, ασιάτες κ.ά.) χωρίς κανέναν δεσμό μεταξύ τους. Γι’ αυτό η υπερηφάνεια από την παγκόσμια εντύπωση που προκάλεσε η εκλογή Ομπάμα ήταν μεγάλη υπόθεση για την κοινωνική και εθνική συνοχή. Η εικόνα παίζει μεγάλο ρόλο στην Αμερική. Όταν η εικόνα είναι καλή, τότε αυτή επιστρέφει και γίνεται υπερηφάνεια (να είναι κανείς Αμερικανός), συνέχοντας και αρμολογώντας το ετερόκλητο αμερικανικό μωσαϊκό. Αλλά και για την αναγνώριση ενός προσώπου εντός των ΗΠΑ η εικόνα είναι βασικό στοιχείο. Ο συγγραφέας περιγράφει το ρόλο του κοστουμιού αλλά πάν’ από όλα του αυτοκινήτου(«ένα μέτριο σεντάν χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης). Δεν ανήκεις σε μία τάξη αν δεν «φέρεις» τα σύμβολά της, έστω και δανεικά. Αυτή η ανάγκη για εικόνα, έστω και δανεική είναι όρος για την άμβλυνση των συμβολικών ανισοτήτων που ήταν πάντα το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ. Το αυτοκίνητο και το σπίτι είναι βασικά συστατικά του «αμερικανικού ονείρου». Μόνο μέσω αυτών έχεις ορατότητα, έχεις Εγώ, υπάρχεις. Αλλιώς είσαι Εγώ εν αναστολή, ανώνυμος, όπως οι νεκροί στην αρχαιότητα(«Ήμουν φτωχός και μαύρος, και η συνακόλουθη ανωνυμία ήταν μια ασπίδα που με προστάτευε από τις φιλοδοξίες κάθε νέου μετανάστη… Ο σκοπός έκτοτε ήταν απλός: να περνώ απαρατήρητος…»-Εδώ ισχύει ο Κάφκα και οι συρρικνωμένοι ήρωές του που σμικραίνουν, γίνονται κατσαρίδες για να μη φαίνονται κι έτσι να επιβιώνουν). Γι’ αυτό η σοβαρότητα της αμερικανικής κρίσης σήμερα είναι ότι οι οικονομικές ανισότητες έγιναν τέτοιες που εξάλειψαν και τη δυνατότητα έστω και δανεικής άμβλυνσης των συμβολικών ανισοτήτων. Αλλά ας επανέλθουμε στο μυθιστόρημα. Ο Στέφανος και μαζί το μίνι μάρκετ του παρακμάζουν, δεν υπάρχει κίνητρο για δουλειά, για ζωή («Ένιωθα ότι αυτό που είχα εδώ δεν ήταν ζωή, αλλά ένα αξιολύπητο υποκατάστατο που το αποτελούσαν ένας θείος, δύο φίλοι, ένα καταθλιπτικό μαγαζί κι ένα φτηνό διαμέρισμα»). Ώσπου ενσκήπτει ο έρωτας για τη νεόφερτη καθηγήτρια Τζούντιθ, που εγκαθίσταται στη γειτονιά με τη μικρή της κόρη τη Ναόμι. Και να οι συζητήσεις για τον Ραλφ Έμερσον και τον Αλεξίς ντε Τοκβίλ, για τους Αμερικανούς που «μισούν την ιστορία», που «Μας αρέσει να νομίζουμε ότι είμαστε οι πρώτοι σε οτιδήποτε… Μονίμως ανταγωνιζόμαστε κάτι ή κάποιον, έστω κι αν όλα είναι μες στο κεφάλι μας… Και αναρωτιέμαι μήπως πλέον έχουμε ξεμείνει από στόχους και ανταγωνιστές. Νομίζω ότι, μόλις συμβεί αυτό, δεν θα μας μένει τίποτε άλλο παρά να κοιτάξουμε πίσω μας. Μόνο τότε θα μάθουμε αν άξιζε τον κόπο»(σελ. 77). Η Αμερική του ιλίγγου, της συνεχούς επιτάχυνσης στο χάος, χωρίς φρένο και μέτρο, η Αμερική της αέναης, της χωρίς αναπαμό και αναστοχασμό Πράξης περιγράφεται εδώ εναργώς. Η σημερινή κρίση θα επαναφέρει τη χαμένη συνείδηση, θα φρενάρει την πορεία προς το κενό; Χρειάζεται να επιβραδύνουμε, όπως η μαύρη με το καροτσάκι στο τέλος του βιβλίου. Θα γίνει όμως ορατή αυτή η ανάγκη ή όλα τα προβλήματα θα αφεθούν στον «Μεγάλο Αϊ-Βασίλη, τον πατέρα για ενηλίκους», που κάθεται στο Οβάλ Γραφείο, στο «ναό του μεγαλείου»; Αρκεί κανείς να παρηγορηθεί με τους στίχους του Δάντη, που μόλις βγαίνει από την Κόλασή του βλέπει όλες «τις χάρες του ουρανού»; Ε, λοιπόν, αυτή είναι η ζωή, σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Μια καθημερινή κόλαση με φευγαλέες εικόνες του ουρανού στο ενδιάμεσο». Κόλαση και ειρωνεία. Μακάριοι οι πραείς λέει ο Βόνεγκατ, επικρίνοντας την επικράτηση των νόμων του Μωυσή, «Μακάριοι οι πραείς, λέει και ο Mengestu, ότι αυτοί κληρονομίσουσιν την γην, αν όχι εις τους αιώνας των αιώνων, τότε για λίγες ώρες τουλάχιστον, μία φορά το χρόνο», κάθε Χριστούγεννα, ή τη στιγμή και μόνο των επινίκιων για τον Ομπάμα. Ειρωνεία, που παραπέμπει στη διάκριση σε «πιστούς και είρωνες»(Κρίστεβα). Οι πρώτοι είναι αυτοί που αφομοιώνονται χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και φιλοδοξίες, οι δεύτεροι είναι οι απροσάρμοστοι παντού. Γι’ αυτό και η νοσταλγία για όλους τους κόσμους, που συνιστούν έναν μετανάστη, εν προκειμένω η νοσταλγία για την Αιθιοπία και την Αμερική, όχι οποιαδήποτε Αφρική, όχι οποιαδήποτε Αμερική, αλλά αυτή του 1960. Τότε που «Η Αφρική ήταν ελεύθερη. Η Αμερική ήταν ελεύθερη». Τότε που «Όλοι διαδήλωναν για κάτι». Καλό βιβλίο, με μηνύματα αλλά κυρίως με το μήνυμα της απομύθευσης του μεγάλου ψεύδους που θέλει οποιονδήποτε Αμερικανό να γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ ή της Τζένεραλ Μότορς.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

HOMO AMERICANUS-ΤΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ
Έχουμε να κάνουμε με το πιο εντυπωσιακό και, από μια άποψη, το πιο αναπάντεχο ελληνικό δοκίμιο της χρονιάς. Πού- στην Ελλάδα, τη χώρα όπου ο αντιαμερικανισμός έχει μάλλον μεταφυσικό παρά πολιτικό χαρακτήρα (όπως για τους ίδιους τους Αμερικανούς οι αντίπαλοί τους), ένας συγγραφέας και δημοσιογράφος, από τους σκληρότερους μάλιστα επικριτές της Αμερικής μέσα από τη στήλη του στη Βραδυνή, αποδύεται σε μια τιτάνια προσπάθεια να κατανοήσει, μακριά από προκαταλήψεις και δαιμονοποιήσεις, ποια είναι τα στοιχεία που συγκροτούν την αμερικανική ταυτότητα. Και, για να μην αφήσει αφώτιστη καμιά πτυχή του θέματός του, για να διεισδύσει σε βάθη που δεν προσεγγίζονται με μόνον ένα αναλυτικό εργαλείο, επιστρατεύει κάθε μέσο που του φαίνεται πρόσφορο: όχι μόνο την ιστορία, την πολιτειολογία, την κοινωνιολογία, αλλά και τη θρησκειολογία, την ψυχανάλυση, τη λογοτεχνία. Η ιδιαιτερότητα της αμερικανικής νοοτροπίας εντυπωσιάζει και προβληματίζει τους Ευρωπαίους ήδη από τον καιρό του Χέγκελ και του Τοκβίλ. Και παρόλο που η αμερικανική κουλτούρα κατάγεται αναμφίβολα από την ευρωπαϊκή, διαφοροποιήθηκε από αυτή μέσα στον χρόνο σε τόσο πολλά και καίρια σημεία ώστε δεν είναι λίγοι σήμερα εκείνοι που αμφισβητούν την ύπαρξη μιας διατλαντικής δυτικής ταυτότητας. Διότι, αλήθεια, πόσο εύλογο είναι από ευρωπαϊκή σκοπιά αυτό το μείγμα θρησκομανίας και χυδαίου υλισμού (με τη μορφή προπαντός μιας άνευ προηγουμένου χρηματολατρείας), πραγματισμού και εκδηλώσεων μαζικής υστερίας ή παράκρουσης, ακραίου, ιδεολογικά κατοχυρωμένου ατομικισμού και ένθερμου πατριωτισμού, πουριτανισμού και ελευθεριότητας, ιδιοτέλειας και αφέλειας; Όπως ο Φιλίπ Νεμό στο βιβλίο του για τη δυτική ταυτότητα που συζητήσαμε το προηγούμενο Σάββατο, ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, με πολύ διαφορετικό όμως βλέμμα, δεν περιορίζεται σε μια περιγραφή της αμερικανικής ταυτότητας (για τον Νεμό ταυτόσημης με την ευρωπαϊκή), αλλά επιχειρεί να αναπαραστήσει τη γένεσή της, να τη συλλάβει δηλαδή μέσα στο ιστορικό της γίγνεσθαι. Η ανάλυσή του είναι δαιδαλώδης, κάτι που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην περίπλοκη υφή του θέματός του και στη δική του μέριμνα να αποφύγει τις απλουστεύσεις. Αλλά ο κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του διακρίνεται αρκετά καθαρά. Η πολιτισμική ιδιαιτερότητα της Αμερικής είναι μια σύνθεση του προτεσταντικού ατομοκεντρισμού (ο άνθρωπος αδιαμεσολάβητα ενώπιον του Θεού, αποκλειστικά υπεύθυνος για τις επιλογές και την τύχη του) και της φιλοσοφίας του πραγματισμού (Σάντερς, Ουίλλιαμ Τζέιμς, Ντιούι), η οποία απάλλαξε το προτεσταντικό έθος από τους ασκητικούς, ακόμα και γενικότερα τους θρησκευτικούς αυτοπεριορισμούς του, ανάγοντας την πράξη και το όφελος από την πράξη σε μοναδικό κριτήριο της αλήθειας. Όπως είπαμε, ο Παπασωτηρίου αποφεύγει τις απλουστεύσεις. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά την επαναστατική ενέργεια αυτής της νέας σύνθεσης, που αποκαλύπτει στον άνθρωπο δυνατότητες σχεδόν αδιανόητες για τη σαφώς πιο εσωστρεφή, πιο θεωρησιακή ευρωπαϊκή κουλτούρα και τον ενθαρρύνει να τις πραγματώσει. Από την άλλη, όμως, ο Παπασωτηρίου επισημαίνει ότι αυτή η βιοθεωρία, όπου η πράξη προηγείται πάντοτε της σκέψης και δεν αφήνει περιθώριο για αναστοχασμό, συνεπάγεται μια συνεχή, ιλιγγιώδη επιτάχυνση της δράσης και του χρόνου, που αποστεγνώνει και τελικά διαλύει τη συνείδηση, σκορπίζοντας τα κομμάτια της μέσα σ΄ έναν ωκεανό γεγονότων και δεδομένων. Το άτομο, αποδεσμευμένο (αποξενωμένο) από κάθε μορφή εσώτερης συλλογικότητας, μόνο του στον κόσμο, με έναν προσωπικό Θεό χωρίς υπερβατική μεγαλοσύνη, επιδιώκει τη φυγή από τον εαυτό του και την αποφυγή της τρέλας στη δράση για τη δράση, στη δύναμη, στην επιτυχία που μετριέται πάντοτε με υλικά κριτήρια, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, με το χρήμα. Ο Θεός των Αμερικανών είναι ένας θεός της δύναμης, όχι της συμπόνιας: χαρακτηριστικά, από τους σταυρούς των αμερικανικών εκκλησιών λείπει ο πάσχων Ιησούς. Ο Μαξ Βέμπερ προειδοποιούσε, εκατό χρόνια πριν, για τον κίνδυνο να καταλήξει η εξέλιξη της αμερικανικής κουλτούρας σ΄ έναν κόσμο με «ειδικούς χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά». Σήμερα, αυτό το ενδεχόμενο είναι από καιρό πραγματικότητα. Αλλά και πάλι το αμερικανικό φαινόμενο δεν είναι τόσο απλό. Αυτή η κοινωνική αποσυσ σωμάτωση, αυτή η αναγωγή του συλλογικού στο ατομικό, συνοδεύεται από μια νέου είδους συσσωμάτωση, όπου η συνοχή εξασφαλίζεται από έναν ισχυρότατο συνταγματικό πατριωτισμό, από μια μοναδική στον κόσμο «πολιτική θρησκεία». Παρά τον ακατανόητα, για τους Ευρωπαίους, μεγάλο ρόλο της θρησκείας στην αμερικανική δημόσια ζωή, το αμερικανικό σύνταγμα είναι τελείως άθρησκο, γιατί είναι το ίδιο κάτι σαν ευαγγέλιο. Οι Αμερικανοί πιστεύουν ακλόνητα (ή τουλάχιστον πίστευαν ώς πολύ πρόσφατα) ότι είναι ο περιούσιος λαός του Θεού (δεξιά εκδοχή) ή της Ιστορίας (αριστερή εκδοχή- αριστερή, βέβαια, με αμερικανικά κριτήρια). Στο βιβλίο του Η μυθολογία της Αμερικής, ο Βασίλης Βασιλικός έκανε την εκπληκτική παρατήρηση ότι ο αμερικανικός ιδεαλισμός είναι χειρότερος από τον αμερικανικό ματεριαλισμό. Χειρότερος εδώ σημαίνει: πιο επιθετικός, πιο φονταμενταλιστικός, θρησκευτικά χρωματισμένος, αλλά με τυπικά αμερικανικό τρόπο πραγματιστικός και πάντα ατομοκεντρικός. Στις ΗΠΑ ακόμα και η πολιτική (αυτο)κριτική γίνεται με θρησκευτικούς όρους (το Κακό, η αμαρτία κ.λπ.), η απελευθέρωση όμως είναι για τους «αμφισβητίες» Αμερικανούς ζήτημα ατομικής δράσης, αφορά μόνο το ίδιο το δρων άτομο και επιτυγχάνεται με μια σειρά από τεχνικές (στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνονται και οι ψυχοτρόπες ουσίες). Στη σκέψη της αμερικανικής Αριστεράς η έννοια της ταξικής συλλογικότητας δεν έχει καμιά θέση. Το αμερικανικό εθνογενετικό και κοινωνικό μοντέλο, το περίφημο «χωνευτήρι» (melting pot), μπορεί να οφείλει την αφομοιωτική δύναμή του στην εθνοτική, θρησκευτική κ.λπ. ανεκτικότητά του και στον συνταγματικό πατριωτισμό, αλλά την ισορροπία του τη χρωστάει σε μια διαρκή μετάθεση της κεντρικής ταξικής σύγκρουσης στην περιφέρεια: το εκάστοτε νέο κύμα μεταναστών εμφανίζεται ως απειλή κυρίως για τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, στα οποία ανήκουν και οι πιο πρόσφατα αφομοιωμένοι. ΄Ετσι, η ταξική δυσφορία και αντιπαλότητα παροχετεύονται σε πεδία συγκρούσεων ακίνδυνων για την καρδιά του συστήματος, μεταμφιεσμένων όμως σε αγώνες για την προάσπιση της «αμερικανικότητας». ΄Ωσπου να αφομοιωθούν, με τη σειρά τους, και οι νεήλυδες. Φαίνεται, ωστόσο, πως αυτή η αφομοιωτική ικανότητα του αμερικανικού μοντέλου έχει φτάσει πια στα όριά της. Ακόμα και συντηρητικοί Αμερικανοί αναλυτές παρατηρούν ότι οι καινούργιοι Ασιάτες και, προπαντός, οι καινούργιοι Ισπανοαμερικανοί μετανάστες αντιστέκονται ολοένα περισσότερο στην πολιτισμική ενσωμάτωσή τους. Το χωνευτήρι έχει γίνει σαλατιέρα (salad bowl)! Εξέλιξη που την κάνει ακόμα εντυπωσιακότερη η προϊούσα κατάτμηση του κεντρικού κορμού της αμερικανικής κοινωνίας σε λίγο πολύ κλειστές ομάδες ιδιαιτεροτήτων (εθνοτικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών κ.λπ.). Αυτό έχει να κάνει με τη μείωση του αμερικανικού γοήτρου, ιδίως μετά τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους, και με τις ολοένα εμφανέστερες αδυναμίες της αμερικανικής οικονομίας. Οι Αμερικανοί θέλησαν να δραπετεύσουν από την Ιστορία μέσα σε μια ουτοπία που παρουσίαζε την Αμερική ως ολοκλήρωση της Ιστορίας. Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα διέλυσε αυτή την ψευδαίσθηση. Δεν κατέλυσε όμως την αμερικανική ηγεμονία. Προσεκτικός, ο Παπασωτηρίου δεν συντάσσεται με όσους κάνουν λόγο για τέλος της εποχής της Αμερικής. Απεναντίας, το γεγονός ότι ο αμερικανικός μύθος δεν επιβάλλεται πια μέσω της γοητείας του, αλλά ολοένα περισσότερο μέσω της ωμής βίας ναι μεν υποδηλώνει την παρακμή της αυτοκρατορίας, εγκυμονεί όμως τον κίνδυνο παγκόσμιων σεισμών από τους σπασμούς μιας δύναμης με τρομακτική στρατιωτική ισχύ. Θα ήθελα αυτό το τόσο επίκαιρο και από ορισμένες απόψεις προφητικό βιβλίο, γραμμένο φυσικά πριν από την κατάρρευση των αμερικανικών χρηματιστηριακών αγορών και τις συζητήσεις που αυτή προκάλεσε, να είχε πιο σφιχτή οργάνωση, πιο εναργή συνάρθρωση των επιχειρημάτων και περισσότερη οικονομία στην ανάπτυξη. Ο Παπασωτηρίου είχε συγκεντρώσει ένα τεράστιο υλικό από τους πιο διαφορετικούς γνωστικούς κλάδους. Η αγωνία του να μην παραλείψει τίποτα που θα μπορούσε να αναδείξει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της προβληματικής του τον οδήγησε σε πολλές παρεκβάσεις και παράλληλους συλλογισμούς, που πολύ συχνά παίρνουν τη μορφή θηριωδών υποσημειώσεων, πολύ σημαντικών για να τις προσπεράσει κανείς, αλλά και πολύ περισπαστικών για την απρόσκοπτη παρακολούθηση μιας έτσι κι αλλιώς πυκνής επιχειρηματολογίας. Είναι όμως τόσο εκρηκτικό αυτό το υλικό και τόσο ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις του συγγραφέα ώστε η μελέτη του αποτελεί ένα από τα πιο αξιανάγνωστα βιβλία που κυκλοφόρησαν φέτος.

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου
HOMO AΜΕRΙCΑΝUS
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑΣ
ΕΚΔ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, ΑΘΗΝΑ 2008 ΣΕΛ. 445

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

ΡΕΜΠΩ: Εγώ είναι ο άλλος

Ο Αρθούρος Ρεμπώ είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση είναι η φαντασία τονούμενη, είναι ο έρωτας ως δόσιμο, ως δώρο, που μιλά. Γι’ αυτό σε κάθε έκδοση ποιημάτων του Ρεμπω θυμάμαι την περίφημη πια ρήση του «Εγώ είναι ο Άλλος». Προσοχή, όχι εγώ ΕΙΜΑΙ ο Άλλος, αλλά Εγώ Είναι ο Άλλος. Στον Ρεμπώ το Εγώ δεν αφομοιώνει τον Άλλο, του δίνεται, γίνεται ο Άλλος. Με άλλα λόγια, ο Άλλος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο αλλά σαν υποκείμενο. Συνεπώς, εδώ έχουμε μία διι-υποκειμενικότητα, όπως στους μη εξουσιαστικούς, στους ισότιμους έρωτες. Κάποτε αυτές οι απόψεις και οι ποιητές ήταν επικίνδυνοι. Το αποδεικνύει και η έκδοση των φακέλων της Αστυνομίας του Παρισιού που αφορούν στην παρακολούθηση των Ουγκώ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπρετόν, Κολέτ κ.ά.! Η έκδοση των εγγράφων δείχνει ότι κάποτε η πολιτική εξουσία φοβόταν τους ανθρώπους των γραμμάτων και τους παρακολουθούσε συστηματικά, συστήνοντας προς τούτο την «αστυνομία των συγγραφέων»! Τώρα, τα φόβητρα της εξουσίας έχουν γίνει οι κολαούζοι της και «ουροβόροι», όπως τους αποκαλούσε ο μακαρίτης Μ. Μονταλμπάν, αφού περιορίζονται να κυνηγούν τις ουρές εαυτών και αλλήλων. Άλλοτε οι λογοτέχνες και οι ποιητές συνιστούσαν «απειλή για τη δημόσια τάξη και ηθική» αλλά και για την καθεστηκυία τάξη που τους φακέλωνε (για μια οφειλή, ένα πρόστιμο, μια παράβαση) ώστε να τους εκβιάζει, όταν θεωρούσε ότι απειλείται η κυριαρχία της. Αλλά εκτός από τη σχέση της αστυνομίας και της ιθύνουσας τάξης με τους συγγραφείς, μέσα από τη σαβούρα και τη σκόνη αποκαλύπτονται άγνωστες πτυχές από τη ζωή και το χαρακτήρα των συγγραφέων. Ένας αστυνομικός ονόματι Λομπάρ επί παραδείγματι έγραφε για τον Ρεμπώ: «Ως ηθική και ως ταλέντο, αυτός ο Ρεμπώ, ηλικίας 15 έως 16 ετών, ήταν και είναι μια τερατωδία…»! Καταγράφεται, ομοίως, η κραυγή του Βερλαίν: «Έχουμε τους έρωτες των τίγρεων»! Όλα αυτά τα αναθυμάμαι έχοντας μπροστά μου το «Μεθυσμένο Καράβι-Ποιήματα και Επιστολές» του Arthur Rimbaud (μετάφραση Στρατής Πασχάλης, εκδόσεις Γαβριηλίδη).
«’’Κατέγραφα σιωπές, σκοτάδια, αποτύπωνα το άφατο, καθήλωνα ιλίγγους’’. Όλη η προσπάθεια του Ρεμπώ, να σπάσει το φράγμα του ανέκφραστου. Να διαπεράσει το τείχος της σιωπής. Ν’ αρθρώσει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια» σημειώνει ο Πασχάλης. Αυτό λοιπόν για το οποίο πάσχισε ο Βιτγκενστάιν, να αποτυπώσει ό,τι δεν λέγεται με το «δεικνύναι», με τη γλώσσα του σώματος, ο Ρεμπώ θα επιχειρήσει να το εκφράσει με τη Μεταφορά, με την ποίηση. Αλλά πως «να κάνει τη σιωπή να μιλήσει»; Το μάταιο συνειδητοποιείται οδυνηρά. Αλλά και η κατάργηση του Εγώ μέσα από το «Εγώ είναι ο άλλος» δεν πετυχαίνει.
Η εποχή του Ρεμπώ είναι εκείνη κατά την οποία στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και συγκεκριμένα στον Μπαλζάκ το συγγραφικό Εγώ είναι ένα προσδιορισμένο «κοινωνικό πρόσωπο», είναι ένα εξ αποστάσεως, αφ’ υψηλού βλέμμα στον κόσμο, που πρέπει να τον δείξει, να τον αφηγηθεί. Συνεπώς εδώ το Εγώ συνοψίζει τα κοινωνικά γεγονότα και τους ασκεί κριτική. Έτσι, η ατομικότητα εκφράζει την ψυχο-κοινωνική ολότητα, το Εμείς. Ο Φλωμπέρ αντίθετα γίνεται ο μάρτυρας του αστισμού αλλά και της ευρωπαϊκής παρακμής, γι’ αυτό εδώ το Εγώ ασκεί κριτική σε μία κοινωνική ομάδα και προτάσσει την αισθητική, δηλαδή μία μεταγλώσσα ως ασπίδα και άμυνα του Ατόμου κατά της αστικής μάζας και της ανίας. Γενικά, η εκβιομηχάνιση, η μαζοποίηση και ο αστισμός θα προκαλέσουν την αντίδραση του ατόμου που αντιστέκεται, που πιστεύει στον εαυτό του. Γι’ αυτό το Εγώ του Μπαλζάκ είναι ένα άτομο προς ενσωμάτωση σ’ ένα Εμείς, ενώ το Εγώ του Φλωμπέρ και του Σταντάλ είναι ένα άτομο που θέλει να ξεφύγει από τη μάζα του Εμείς. Το Εγώ του Ρεμπώ είναι μπαλζακικό, είναι ένα Εγώ που αναγνωρίζεται στο Εμείς. Βέβαια η παλιά θεολογική διερώτηση «ποιος είμαι Θεέ μου;» θα γίνει και λογοτεχνική: «ποιος είμαι; Ένας αντικατοπτρισμός, ένα βλέμμα, μια επιθυμία;» (Προυστ). Το ευρωπαϊκό αισθητικό πρόσωπο θα γίνει ένα καταφύγιο του εαυτού και θα προσπαθήσει να συνδυάσει ένα ψυχολογικό πρόσωπο χαμένο στην ατέλειωτη σχοινοτενή ενδοσκόπηση και ένα ασταθές κοινωνικό πρόσωπο. Γι’ αυτό στις αρχές του 20ου αιώνα θα γεννηθεί στην Ευρώπη το «μυθιστόρημα του προσώπου», της επιστροφής στον εαυτό χωρίς όμως αυταπάτες.
Στην αμερικανική λογοτεχνία το Εγώ δοκιμάζεται συνεχώς μέσα από έναν άπειρα μεταβλητό ρυθμό κατακερματισμού και ανασύνθεσης του Εγώ. Το αμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1920 (lost generation-χαμένη γενιά) αποδίδει τη διάψευση των ιδανικών της ελευθερίας και του ανθρωπισμού της μεταπολεμικής περιόδου. Ο πόλεμος έκανε τους ανθρώπους δούλους μιας απάνθρωπης πολεμικής μηχανής. Στη συνέχεια, το Εγώ υποδουλώθηκε στην εκβιομηχάνιση, στην αλυσίδα του Ταίηλορ και τον επιβεβλημένο έξωθεν ξέφρενο ρυθμό της μαζικής, καταναλωτικής κοινωνίας. Ο διαψευσμένος ιδεαλισμός θα σημάνει μία αναδίπλωση στον εαυτό(Φώκνερ). Ο Χεμινγουαίη θα γίνει ο συγγραφέας όχι πλέον του κατακερματισμού αλλά της «ανασύστασης του προσώπου». Ο «επιθετικός ατομικισμός» θα είναι μία αντίδραση στην παραζάλη και τη διάλυση στο κενό της μάζας. Η αντίδραση εδώ δεν είναι αισθητική ούτε ενδοσκοπική, αλλά μια «θέληση εν τη πράξει», είναι ο Πραγματισμός που κρίνει με βάση την πράξη-δράση-σύγκρουση και το όφελος. Με λίγα λόγια, στις ΗΠΑ το Εμείς, η συλλογικότητα ενέχει αρνητικότητα, αν δεν λείπει εγγενώς. Οι συλλογικές δυνάμεις (όπως εμφανίζονται σήμερα στις κοσμοπόλεις), σύμφωνα με τον Μωρίς Λε Μπρετόν συνθλίβουν το ατομικό Εγώ (Τζον Ντος Πάσος). Ενώ οι κοινωνικοί μύθοι που αποπνέουν συλλογικότητα θεωρείται ότι διαφθείρουν την ατομική συνείδηση. Το Εγώ γίνεται έρμαιο του μη-Εγώ. Το άτομο δεν υπάρχει παρά ως ένα μόριο-τίποτα ενός συλλογικού όντος εντελώς ξένου προς το άτομο! Ή μάλλον το άτομο είναι ξένο στη χώρα του (Κερτ Βόνεγκατ «ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα»). Το αντάλλαγμα αυτής της διάλυσης είναι μερικές ψευδο-επιτυχίες, η λεγόμενη υλική επιτυχία (το αμερικανικό όνειρο-καταναλωτική κοινωνία). Έτσι, η απάνθρωπη Πολιτεία του μέλλοντος οικοδομείται σαν κοραλλιογενής νήσος πάνω στον σωρό από τα πτώματα των κενωμένων από την ουσία τους Εγώ. Γι’ αυτό οι ήρωες του Φώκνερ αναδιπλώνονται στον εαυτό τους για να ζήσουν το εσωτερικό τους όνειρο. Αλλά το σημαντικότερο που αναδεικνύεται στη «Βουή και το πάθος» και στο «Καθώς ψυχορραγώ» του Φώκνερ είναι πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να συστήσει το Εγώ του μέσα στο χρόνο –ως χρονολογική διαδοχή- διότι ζει και να ξαναζεί (λόγω της επιτάχυνσης) επεισόδια της εμπειρίας του χωρίς να έχει συνείδηση ότι τα ξαναζεί. Όλα είναι παρόν και μία πράξη χωρίς τη συνείδησή της. Επίσης, εδώ δεν υπάρχει ο «Άλλος» ως ξένος, ως ανοίκειος, υπάρχει μόνον το Εγώ, που περιλαμβάνει και κάποιους οικείους, τους εντός. Οι «άλλοι» δεν γίνονται αντιληπτοί ως δομημένα εξωτερικά Εγώ, αλλά ως η εντύπωση που εκείνοι έχουν για το Εγώ, για μένα. Είναι δηλαδή οι φορείς της εικόνας μου. Αυτοί είμαι συνεπώς Εγώ. Αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Εγώ μου. Γι’ αυτό Εγώ «είμαι οι «άλλοι», «είμαι», δηλαδή περικλείω τους άλλους, όπως περισσότερο απ’ όλους θα διαδηλώσει ο Ουίτμαν, και όχι «Εγώ είναι οι άλλοι», που υπάρχουν ανεξάρτητα από μένα, όπως λέει ο Ρεμπώ, παραπέμποντας στην ταύτιση του Εγώ με ένα ανοίκειο άλλο, μ’ ένα Εμείς, που περιλαμβάνει και τους ξένους. Γιατί έτσι μπορεί κανείς ν’ αναφωνεί και να καλεί «Α, οι καιροί να ’ρθουν/ Που όλοι θα ερωτευθούν!».

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

HOMO AMERICANUS

ΣΚΑΛΙΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 19/7/2008)
«…Στην Ευρώπη οι «κάτω», συμπεριλαμβανομένων και των αποκλεισμένων, είχαν ομοιογένεια και μπορούσαν πάντα να συστήνουν συμπαγή ενότητα, ένα «Εμείς» μέσω της πολιτικής άμβλυνσης των επιμέρους διαφορών, καθώς και να εκφράζουν τα αιτήματα της «καθ’ όλου» κοινωνίας, στρέφοντας τη σύγκρουση εναντίον του βασικού αντιπάλου, που ήταν όσοι ήλεγχαν το πανίσχυρο «κέντρο»-κράτος. Εδώ υπάρχει, μεταξύ άλλων, και η απάντηση γιατί στις ΗΠΑ δεν αναπτύχθηκε ένα ισχυρό κίνημα της Αριστεράς, εν αντιθέσει με την Ευρώπη…»
Πέντε αιώνες ζωής δεν είναι πολλοί. Για ένα κράτος. Για μια χώρα. Για ένα λαό. Για έναν πολιτισμό. Ακόμα λιγότεροι είναι οι τρεις αιώνες που διαδραματίζει ενεργό ρόλο. Ένας αιώνας είναι ελάχιστος στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά αρκούσε για να πιστοποιήσει μια νέα ταυτότητα: την αμερικανική. Αλλά τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός το 2008; Ποια είναι τα «ιδρυτικά» συστατικά σου; Και ποιες οι υποθήκες σου για το μέλλον, σε ό,τι αφορά την πολιτική, την οικονομία, τη θρησκεία, την αγορά, την κοινωνία; «…η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται πλέον στα δικά του χέρια, ως Ατόμου όμως και όχι ως ομάδας. Το Άτομο μπορεί να σωθεί, να αλλάξει, χωρίς να αλλάξει η κοινωνία. Αυτό το σημείο είναι κεντρικό για τη διαφορά Ευρώπης και ΗΠΑ…».
Μπορεί να γυαλίζεις και να καθρεφτίζεσαι ως κατακερματισμένη ύπαρξη στο γκλίτερ και τα μπότοξ των αστέρων του Χόλιγουντ και της τηλεοπτικής πραγματικότητας της Όπρα («…Οι Αμερικανοί είναι ένας λαός θεατών-κομπάρσων σε μια Αμερική που είναι ένα πελώριο θέατρο…»)* μπορεί να υποφέρεις από παχυσαρκία σερνόμενος στις αλυσίδες φαστφουντάδικων που σε ηγεμονεύουν («…οι ορατοί και αόρατοι είναι η διάκριση της αμερικανικής κοινωνίας που έγινε διάκριση της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι από εδώ θα ξεκινήσει η εποχή του φαίνεσθαι και της εικόνας…»)* μπορεί να πεθαίνεις από ανορεξία προσπαθώντας να μοιάσεις στο ιδανικό μοντέλο της ζωής που σου προτείνεται αφειδώς* μπορεί να φοβάσαι τους σκουρόχρωμους και τους μελαμψούς μη βομβαρδίσουν την κυριαρχία σου και πλήξουν το γόητρό σου («…Ο ρατσισμός δεν είναι παρά ένα παιχνίδι μετάθεσης, καθώς στον «ξένο» μετατίθενται όλα τα κακά της κοινωνίας…»)* μπορεί να δηλώνεις την ελευθερία σου, αλλά να ζεις χωρίς αυτή και να μην το ξέρεις* μπορεί να παλεύεις μια ζωή να υπηρετήσεις το Αμερικανικό σου Όνειρο, γιατί το μπορείς, όπως όλοι άλλωστε έχουν δικαίωμα σ’ αυτή την ουτοπία («…η Αγορά και το Θέαμα «αλέθουν» τα πάντα ή, αλλιώς, συνδυάζουν με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο τους αντιτιθέμενους κόσμους…» )* μπορεί να μην ξέρεις κατά πού πέφτει η Ελλάδα στο χάρτη, ακόμη κι αν φέρεις στις φλέβες σου την επιμειξία της* μπορεί να είσαι ήδη ένας Homo Americanus που με τον τρόπο σου βοηθάς να σου μοιάσουν κατά τι όλοι, ακόμη και όσοι διαβάζουν από τα βιβλία την Αμερική, τη βλέπουν απλώς στην τηλεόραση και την ακούν μέσω της μουσικής στο ραδιόφωνο. Μπορεί. Αλλά ποιος είσαι πραγματικά; Τι σε οδήγησε να γίνεις αυτό που είσαι; «…στην Αμερική το Εμείς έχει αρνητικό πρόσημο. Η συλλογικότητα είναι συνώνυμη του μη ορατού, της μη αναγνώρισης του μη Εγώ. Το αναγνωρισμένο Άτομο θα γίνει ιδανικό και σκοπός* και ο ατομικισμός θα καταστεί η πιο ισχυρή ιδεολογία, που θα δοξαστεί πρώτα από τη θρησκεία και στη συνέχεια από την κοινωνία…».
Το βιβλίο του δημοσιογράφου Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου, με τίτλο «HOMO AMERICANUS- Τα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ιδιαιτερότητας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, παρέχει τα φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά «εργαλεία», το δρόμο της σκέψης που περνά μέσα και από τη λογοτεχνία και εδράζεται στις επιμέρους θεωρήσεις του Χέγκελ και του Μέιλερ, του Μίλερ και του Τσόμσκι, του Ζίζεκ και του Ρόρτυ, του Χάμπερμας και του Ρίφκιν, του Φουκουγιάμα και της Κρίστεβα, του Βιντάλ και του Βόννεγκατ, του Καπότε και της Όουτς, του Μπέλοου και του Κρούγκμαν, του Τζέημς και του Ντιούι, του Μέλβιλ και του Χόθορν, για να οδηγηθεί κανείς στην αποκρυστάλλωση δικής του γνώμης για την αμερικανική πραγματικότητα. Απολύτως homo politicus ο συγγραφέας, καταθέτει τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη που έχει ακολουθήσει ο άνθρωπος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μέσα από την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και θρησκευτική του υπόσταση. «…στις ΗΠΑ η ΠΙΣΤΗ και η ΠΙΣΤΩΣΗ είναι δύο στοιχεία αλληλεξαρτώμενα… η πίστη στο Θεό και η πίστη στην Αμερική συνδέονται μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο που συνιστά την αμερικανική ιδιαιτερότητα…».
Με καθαρά επιστημονικό -στη βάση του αλλά και στη μορφή του- τρόπο γραμμένο το βιβλίο δεν αποτρέπει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει να ξεδιπλώνεται μπροστά του η ερμηνεία απόκτησης ή κατάκτησης της αμερικανικής «ταυτότητας» -από τους πρώτους εποίκους μέχρι και σήμερα. «…η πολιτιστική κρίση και η κρίση ταυτότητας στις ΗΠΑ μοιάζει διαρκής. Αρχίζει από την ίδρυση του αμερικανικού έθνους και συνεχίζεται μέχρι σήμερα…». Ποια είναι η «ραχοκοκαλιά» που διατρέχει αυτή τη χώρα με τις απέραντες ανομοιογένειες και αντιφάσεις; «…το Άτομο είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση της εθνικής κατασκευής των ΗΠΑ…». Ποιοι έχουν γίνει κατά καιρούς οι κρίκοι συνοχής αυτού του πληθυσμού που ενώνεται εξωτερικά μόνο κάτω από τα αστέρια της σημαίας του; Πώς έχει επιχειρηθεί η επίτευξη της εσωτερική και ψυχικής του συνοχής και συνεκτικότητας; Από ποιους; Ποιοι ωφελήθηκαν; Ποιοι «νικητές» γράφουν τη συνέχεια της ιστορίας; Ποια είναι λοιπόν η αφήγηση αυτού του κομματιού της ανθρωπότητας; «…η λογοτεχνική αφήγηση, όπως κάθε αφήγηση, είναι το σημείο στο οποίο είναι παγιδευμένη η επιθυμία…».
Οι παραπομπές και σημειώσεις του βιβλίου είναι όλος του ο θησαυρός. Μια αφήγηση –αυτή των ΗΠΑ- που αναλύεται δοκιμιακά και κριτικά στο σύνολό της μέσα από τα φιλοσοφικά κάτοπτρα, τη λογοτεχνική συμβολή, αλλά και τα φίλτρα της πολιτικής επιστήμης. Ο Γ. Χ. Παπασωτηρίου παραδίδει ένα κείμενο εξαιρετικά μεστό και δυνατό, με γερή και εμπεριστατωμένη άποψη, αλλά δεν προσπαθεί να «προσηλυτίσει» τον αναγνώστη του και να τον φέρει στο δικό του πεδίο της σκέψης. Ίσα ίσα. Γεννάει τόσα καινούρια και διαρκή ερωτηματικά για τον περίφημο αυτό «homo americanus» με τα ζητήματα που θέτει προς εξέταση, που φέρνει τον αναγνώστη του στη θέση να επιχειρήσει να βρει ο ίδιος τη δική του απάντηση, όχι μόνο για την «αμερικανική ιδιαιτερότητα», αλλά και για την επίδρασή της στη δική του ζωή και πραγματικότητα. Ο ίδιος φτάνει στα δικά του συμπεράσματα με τρόπο που δεν αποζητά την τέλεια αποδοχή από τον αναγνώστη του, αλλά αναπτύσσοντας μια διαλεκτική η οποία στην ουσία εκμαιεύει την αμφιβολία. Αυτό είναι το κέρδος για ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Όχι να υιοθετήσεις αυτολεξεί τις απόψεις του –αυτό είναι πολύ εύκολο κι έτσι κι αλλιώς το πετυχαίνει με τη πρώτη ανάγνωση ο συγγραφέας, γιατί παραθέτει πειστικά τα επιχειρήματά του- αλλά να ερευνήσεις σε βάθος και περαιτέρω όλα εκείνα τα στοιχεία που σου δίνει για να στηρίξει τη δική του θεώρηση για την αμερικανική πραγματικότητα. Οι πολλαπλές επιστρώσεις πληροφοριών και θεωριών είναι αυτές που σε οδηγούν από άλλους δρόμους η κάθε μία στη συγκρότηση δικής σου επιχειρηματολογίας και γνώμης. Σου παρέχει το κείμενο συμπυκνωμένο τόσο υψηλό γνωσιολογικό επίπεδο που οφείλεις, αν σέβεσαι την πυκνότητά του αλλά και τη δική σου φιλομάθεια, να διαλέξεις τους βασικούς άξονες διάρθρωσής του και να προσπαθήσεις να τους ερευνήσεις κι άλλο, επιχειρώντας να τους αποδείξεις εκ νέου -ή να τους απορρίψεις- στον εαυτό σου.
Δεν πρόκειται για την ερμηνεία μιας αφήγησης που παραθέτει μονομερώς επιχειρήματα. Ασφαλώς διαθέτει οπτική αυτό το βιβλίο και μάλιστα ισχυρή και καταλυτική, αλλά πρόκειται για τη θεώρηση ενός κόσμου και από την απόσταση του ευρωπαϊκού βλέμματος, αλλά και εκ των έσω. Ιδίως αυτό το τελευταίο. «Διαβρώνει» εκ των έσω τους ιστούς που συγκρατούν και συγκροτούν την αμερικανική κοινωνία, αποδομεί αποτελεσματικά έτσι τη λειτουργία της πολυπαραγοντικής αυτής πραγματικότητας, ώστε να την ανασυνθέσει στο τέλος με τρόπο καταληπτό και ωφέλιμο. «…ο εσωτερικός και, πολύ περισσότερο, ο εξωτερικός «εχθρός» δημιουργούν τους αρμούς που θα συνέχουν κάθε φορά το αμερικανικό μωσαϊκό…». Ο Παπασωτηρίου δεν γράφει δογματικά, αν και ξεδιπλώνει ξεκάθαρα την άποψή του, δεν πέφτει θύμα του άγονου, στείρου, ατεκμηρίωτου και σχεδόν ενστικτώδους αντιαμερικανισμού –έτσι θα πρόδιδε το ίδιο του το υλικό, άλλωστε- παρά με το ίδιο το «εργαλείο» της σύγχρονης αμερικανικής σκέψης, τον Πραγματισμό, και φυσικά με την ψυχραιμία της επιστημοσύνης του, δημιουργεί ένα «εγχειρίδιο» κατανόησης αυτού που είναι και γίνονται οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, προτείνοντας στον αναγνώστη ένα ακόμη παράθυρο να ατενίσει από εκεί με προβληματισμό τα σύγχρονα τεκταινόμενα, αλλά και να διευρύνει τον ορίζοντα της σκέψης του. «…Οι εχθροί-ξένοι μας συγκροτούν και μας ανασυγκροτούν. Υπ’ αυτή την έννοια οι Αμερικανοί είναι ένας λαός που δημιουργήθηκε από μια σειρά πραγματικών ή φανταστικών « εχθρών»…». Αν θεωρήσουμε, μάλιστα, ότι αυτή η δική του εκδοχή και ερμηνεία είναι πολύ κοντά στην ουσία της «αμερικανικής ιδιαιτερότητας», τότε έχει πετύχει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο ίδιος ο homo americanus: να στοχαστεί και να αναρωτηθεί σοβαρά, προτού ακόμα προχωρήσει στην Πράξη που τον χαρακτηρίζει.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Μπόμπιο Νορμπέρτο

Εσχάτως, συζητήθηκε εκτεταμένα το ζήτημα της σχέσης «ηθικής και νομιμότητας». Αλλά και διαχρονικά γίνονται διάφορες πολιτικές επικλήσεις σε ηθικές αρχές και αξίες, που κάποιοι άλλοι, όμως, τις αποκαλούν στείρες και συντηρητικές ηθικολογίες. Αυτή τη σχέση ηθικής και πολιτικής αναλύει ο μακαρίτης Νορμπέρτο Μπόμπιο στο τελευταίο βιβλίο του «Εγκώμιο της πραότητας και άλλα κείμενα περί ηθικής» (εκδόσεις Πατάκη). Οι διερωτήσεις του Μπόμπιο όπως κωδικοποιούνται από τη Σώτη Τριανταφύλλου στον ενδιαφέροντα πρόλογό της στο βιβλίο είναι: «Τι πρέπει να θεωρείται παραβίαση ενός οικουμενικού ηθικού κώδικα; Γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα; Τι είναι τελικά ‘’κράτος’’; Γιατί απέτυχαν οι ‘’ανθρωπιστικές’’ πολιτικές όπως εκείνη του ιστορικού συμβιβασμού; Ποια είναι η διαφορά της πολιτικής ‘’πραότητας’’ από εκείνη που κηρύσσουν οι παπάδες (προτείνοντας ως σύμβολο τον αμνό); Γιατί η πραότητα βρίσκεται στο έλεος της πολιτικής;». Η τελευταία διερώτηση έχει σχέση με την α-πολιτική διάσταση της «πραότητας»(«την πλέον απολιτική αρετή»).
Αλλά πριν ασχοληθούμε με όλα αυτά, αξίζει να σημειώσουμε την παρατήρηση του Μπόμπιο σύμφωνα με την οποία «Αν θέλετε να κλείσετε το στόμα κάποιου πολίτη που διαμαρτύρεται, κάποιου που έχει την ικανότητα να αγανακτεί, πείτε ότι ηθικολογεί. Τότε είναι ξεγραμμένος». Και τούτο διότι στην «κοινωνία της ευημερίας ο όρος ηθικός συγχέεται με τον ηθικολόγο»(σ. 45). Ο συγγραφέας αναφέρεται στο «Μακάριοι οι πραείς» (όπως και ο Βόνεγκατ) και προτείνει την «πραότητα» (εμείς θα τη λέγαμε «μετριοπάθεια», αλλά τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτίσουμε τον Μπόμπιο με τον Κοντ και τους «κεντρώους») ως μία εναλλακτική στάση απέναντι στη βία της εξουσίας, ως μία μη-βία (Η Χάνα Άρεντ κάνει τη διάκριση μεταξύ δύναμης και βίας). Η «πραότητα» δεν σημαίνει υποχωρητικότητα, δεν σημαίνει θυσία, αλλά ενέχει δύναμη, αυτή της μη βίας. Από τον Αριστοτέλη (το κοινό καλό και τους σκοπούς) τον Καντ και τον Γκάντι, ο Μπόμπιο καταλήγει στο αντιθετικό ζεύγος Έρασμου- Μακιαβέλι(και Χέγκελ). Στον τελευταίο υπεισέρχεται η έννοια της «κρατικής σκοπιμότητας» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα), οπότε η πολιτική δεν έχει καμία σχέση με την ηθική σφαίρα που καθορίζει τη δράση μόνο του κοινού ανθρώπου αλλά όχι και του ανθρώπου της εξουσίας (πολιτικής). Αλλά και στη φιλοσοφία του Χέγκελ αντιπαρατίθεται η έννοια της πραότητας, αφού για τον Γερμανό φιλόσοφο οι ηγεμόνες, οι ήρωες, αυτοί που δημιουργούν ιστορία είναι πέραν της ηθικής, στην οποία υπόκεινται μόνο οι φτωχοί, οι άνθρωποι της «μη-ιστορίας». Αλλά τι είναι η πραότητα; «Ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα με την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής» (σ.σ. ως εξουσίας)σ. 67. Σε ό,τι αφορά τη σχέση ηθικής και πολιτικής ο συγγραφέας τονίζει πως πρέπει ένας πολιτικός να μην είναι ούτε φανατικός ούτε κυνικός. Η «ηθική της πεποίθησης», ο μονισμός στις αρχές της ηθικής οδηγούμενη στα άκρα οδηγεί στο φανατισμό, ενώ η «ηθική ευθύνη» (το μακιαβελικό και καντιανό –αυτό δεν το παραδέχεται ο Μπόμπιο- καθήκον) οδηγεί στον κυνισμό και στα γκουλάγκ. Τελικά, η πολιτική δραστηριότητα με την έννοια της ηθικής «δεν είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός αλλά η εξουσία για την επίτευξη ενός στόχου που είναι συνήθως το κοινό καλό, το συλλογικό ή γενικό συμφέρον» και πάντως όχι το προσωπικό όφελος. Εδώ εμπίπτει και το θέμα της «πολιτικής διαφθοράς» σύμφωνα με την οποία «ο πολιτικός που διαφθείρεται τοποθετεί το προσωπικό του κέρδος πάνω από το συνολικό, το δικό του συμφέρον πάνω από το κοινό, την ασφάλεια τη δική του, και της οικογένειάς του πάνω από εκείνη της πατρίδας» (σ. 117). Εδώ ο Μπόμπιο παραθέτει και τη «νομική κρίση» της πολιτικής δράσης (σ.σ. το γνωστό σ’ εμάς «το νόμιμο είναι και ηθικό»). Εδώ υπεισέρχεται η λεγόμενη ερμηνεία του σύγχρονου «συνταγματισμού» όπου έχουμε την «κυβέρνηση των νόμων» σε αντίθεση με την «κυβέρνηση των ανθρώπων». Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει πολλές φορές η κρίση του «συνταγματικού σφάλματος»(ερμηνείες και «παραθυράκια») και της «αντιδημοκρατικής πρακτικής». Αλλά για να ορίσουμε μία αντιδημοκρατική πρακτική πρέπει να ορίσουμε και τη δημοκρατία. Τι είναι λοιπόν η δημοκρατία σύμφωνα με τον συγγραφέα; «Είναι εκείνη η μορφή διακυβέρνησης της οποίας οι κύριοι κανόνες της οποίας οι κύριοι κανόνες, όταν τηρούνται, έχουν ως σκοπό την επίλυση των κοινωνικών συγκρούσεων χωρίς την προσφυγή στην αμοιβαία βία» και ακόμα η δημοκρατία «είναι ένα καθεστώς στο οποίο οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μέσω συμφωνιών των διαφόρων ομάδων. Η δημοκρατία δίνει ζωή σε μια ‘’κοινωνία του συμβολαίου’’, η οποία προϋποθέτει και αξιώνει το σεβασμό της αρχής: Pacta sunt servanda» (σ. 137). Ένα δημοκρατικό καθεστώς μπορεί να αξιολογηθεί με κριτήριο το «βαθμό πολιτικής βίας που υπάρχει ακόμα σ’ αυτήν(σ.σ. αστυνομικό κράτος), πόσο μεγάλο τμήμα των πολιτικών σχέσεων είναι ακόμα μυστικές(σ.σ. διαπλοκή με μέσα ενημέρωσης και οικονομικά συμφέροντα, που «ευνοεί την τέχνη του ψεύδους»), πόσο μεγάλη είναι η δεσμευτική ισχύς των συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων (σ.σ. ασυνέπεια υποσχέσεων και απαξίωση πολιτικής)…». Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι με τα κριτήρια του Μπόμπιο η σύγχρονη δημοκρατία αποκλίνει σοβαρά από το ιδανικό, όπως μεγάλη είναι και η απόκλιση της ηθικής από την πολιτική. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με την προκατάληψη και το ρατσισμό ως συναισθηματική στάση και ως ιδεολογία. Σχετικά με το ρατσισμό προτείνει το «σεβασμό των διαφορών» και όχι την «αφομοίωση». Αν και θεωρεί ότι μεταξύ των δύο άκρων μπορούν να συμβούν συμβιβαστικές διευθετήσεις. Εδώ παρουσιάζεται ως ριζική λύση ο «πολίτης του κόσμου» και η ανθρωπότητα ως «η πόλη όλων», πέρα από κάθε πατρίδα. Μέχρι να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται μια «οικουμενιστική εκπαίδευση» (σ.σ. να και πάλι ο Κοντ). Προς το παρόν, πάντως, «μια δημοκρατία δεν μπορεί να αποκλείει κανέναν». Αυτά είναι τα κεντρικά σημεία του ενός καλού βιβλίου που ασχολείται με ένα άκρως επίκαιρο ζήτημα αυτό της σχέσης ηθικής και πολιτικής και αξίζει να διαβαστεί παρά τις όποιες ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Στάλιν

Δύο μυθιστορήματα, ένα του Γιούρι Ντομπρόφσκι: «η επιστήμη της άχρηστης γνώσης»(εκδόσεις Κέδρος) και ένα του Martin Cruz Smith: «Το φάντασμα του Στάλιν» (εκδόσεις Bell), που μεταφράστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα, διαπραγματεύονται το σταλινικό φαινόμενο. Το πρώτο(πρώτη έκδοση 1970) αναφέρεται στις σταλινικές διώξεις τη δεκαετία του 1930 στη Ρωσία και ανατέμνει τους μηχανισμούς του σταλινικού βαθέως κράτους (το κράτος εν προκειμένω ήταν ταυτισμένο με το μοναδικό εν λειτουργία κόμμα). Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε θύμα αυτής της περιόδου και «κάτοικος» των γκουλάγκ. Το δεύτερο μυθιστόρημα είναι πρόσφατο και έχει ως πεδίο δράσης την μετα-σοβιετική Ρωσία των μαφιών, των υπερπατριωτών, των κομμουνιστών και ενός πολιτικού συστήματος που χρησιμοποιεί το πολιτικό μάρκετινγκ και Αμερικανούς επικοινωνιολόγους. Οι τελευταίοι μετά από τις αναγκαίες σφυγμομετρήσεις διέγνωσαν ότι η προσωπικότητα που εξακολουθεί να δονεί θετικά ή αρνητικά τους Ρώσους είναι ο Στάλιν. Έτσι, σκηνοθέτησαν με όλες τις μεθόδους της κοινωνικής ψυχολογίας και της επικοινωνίας την επιστροφή του Στάλιν δίκην «φαντάσματος»! Το θέμα ήταν η οικειοποίηση εν όψει των εκλογών του «μεγάλου συμβόλου» από το κόμμα των «Ρώσων πατριωτών». Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μία περιγραφή της βίωσης του «ολοκληρωτικού φαινομένου» είτε με τη χονδροειδή μορφή των κομμουνιστών της σταλινικής περιόδου είτε με την περίτεχνη των Αμερικανών κατά τη σύγχρονη περίοδο (Πούτιν). Και τα δύο μυθιστορήματα δεν θα τα διάβαζα και τούτο λόγω της χαμηλής λογοτεχνικής τους αξίας (ιδιαίτερα το δεύτερο), αν δεν μου προκαλούσε εντύπωση η σύμπτωση της ταυτόχρονης έκδοσής τους, που συνέπεσε τόσο με την αντιπαράθεση Ρωσίας και ΗΠΑ (Γεωργία) όσο και με το πόρισμα του ΚΚΕ, που αναδεικνύει τον Στάλιν σε ηγετική μορφή του κομμουνισμού, ενώ οι από τον Χρουτσώφ και έπειτα ηγέτες της ΕΣΣΔ εκτιμάται ότι τον «ξεπούλησαν»! Και τα δύο βιβλία προσεγγίζουν το ζήτημα της αλήθειας. Το πρώτο με φιλοσοφικό τρόπο («τις εστιν η αλήθεια», Πιλάτος) και το δεύτερο με αστυνομικό (οι έξι «ήρωες» μαυροσκούφηδες που υποτίθεται ότι αντιτάχθηκαν σε 50 Τσετσένους αντάρτες δεν ήταν παρά δολοφόνοι, αφού συναλλάσσονταν με τα θύματα σε μια «μαύρη αγορά» πανάκριβων χαλιών). Τελικά, υπάρχει αλήθεια; Ο Σμιθ προσεγγίζει το θέμα με βάσει τον αγγλοσαξονικό πραγματισμό: όχι «δεν υπάρχει αλήθεια… Υπάρχουν μόνο εκδοχές». Και ακόμα «δε δίνω μεγάλη αξία στην αλήθεια αν ένα ψέμα εξυπηρετεί καλύτερα». Συνεπώς, η αλήθεια και το ψέμα κρίνονται με βάση την εξυπηρέτηση, το όφελος. Αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του Πραγματισμού. Η ειρωνεία είναι πως οι θαυμαστές του Στάλιν, γυρεύοντας αποδείξεις της λατρείας του, έπεσαν πάνω σ’ ένα μαζικό τάφο από θύματα του Στάλιν, που «τυχαία» ανήκαν στους είκοσι χιλιάδες αξιωματικούς του πολωνικού στρατού, αστυνομικούς, καθηγητές, συγγραφείς, γιατρούς και γενικά στην αφρόκρεμα τις πολωνικής κοινωνίας που σκοτώθηκε στο Τβερ. Η ανάσυρση αυτής της μνήμης (αλλά και του φαντάσματος του Στάλιν) είναι αναγκαία ασφαλώς για τη νομιμοποίηση της σημερινής αντιρωσικής στάσης των Πολωνών. Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στο βιβλίο του Ντομπρόφσκι. Εκεί θα δούμε ότι το «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» δεν το είπε πρώτος ο Μπους αλλά ο… Μαγιακόφσκι. Μόνο που θα χρειαστεί να διαβάσουμε εκατό ακόμα σελίδες για να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται περί ψεύδους και ότι είναι φράση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου(σελ 131)!
Στον Ντομπρόφσκι διαβάζουμε ότι η παραμικρή κριτική στον Στάλιν θεωρούνταν «έγκλημα κατά του κράτους». Η πίστη στην πολιτική θρησκεία του κομμουνισμού δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις. «Η διδασκαλία του Ηγέτη είναι πλήρης και αδιαίρετη»! «Ο αδελφός σας έχει συλληφθεί επειδή αμφέβαλλε… Είναι αποφασισμένοι να σας συλλάβουν με μία λέξη»(σελ 30). Όλα αυτά θα άξιζαν μία σύγκριση με τη σημερινή civil religion στις ΗΠΑ, αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια ενός άρθρου. Και να, στη σελίδα 63 όταν Ντομπρόφσκι περιγράφει την «Πράσινη Αγορά» κλέβει τον Βίκτορα Ουγκώ («Το στομάχι του Παρισιού»). Αλλά αυτό δεν θεωρώ ότι είναι προς θάνατον ή βεβήλωση των ιερών και των οσίων, εξάλλου υπάρχουν άλλες 678 σελίδες! Τελικά, τόσο το βιβλίο όπως και η γη είναι «μια αρένα άγριων, άνισων δυνάμεων». Αλλά να και πάλι η αλήθεια και η πίστη στην αλήθεια. Όλοι ομνύουν, πράττουν, εγκληματούν στο όνομα της αλήθειας. Η νομική από επιστήμη της άχρηστης γνώσης (ιστορία του Νόμου) γίνεται χρήσιμη καθώς η ανάκριση με την άσκηση όλων των τρόπων βίας, οδηγεί στη «στοιχειοθέτηση της αλήθειας»(σ.σ. θυμίζουμε ότι και στην αρχαιότητα η ομολογία κατόπιν βασανισμού θεωρούνταν έγκυρη!). Εδώ η σιωπή απαγορεύεται, το ίδιο και η απιστία καθώς και η «αταξική καλοσύνη»! Ακόμη και το «Πιστεύω Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία» (Κατά Μάρκον) δεν ισχύει. Συνεπώς, από τη μια έχουμε τους κατόχους της αλήθειας, τις αυθεντίες και τον μεγάλο Αυθέντη όπως και τους «θηρευτές ανθρώπινων ψυχών» και από την άλλη τους πιστούς ή τους άπιστους, τους υπονομευτές, τους εχθρούς του λαού, τους «μια φορά εχθρός για πάντα εχθρός». Να, όμως, και ο Χικμέτ, ο γνωστός μας ποιητής ενώπιον του δικαστηρίου ως μάρτυρας, να ερωτάται για το αν μία γυναίκα ήταν «αδιάντροπη πόρνη» και να απαντά με τρόπο ανοίκειο για το… σοβιετικό πουριτανισμό (της πάλης εναντίον της «σεξουαλικής αντεπανάστασης» και του μποεμισμού!) «αδιάντροπη όχι, αλλά πόρνη ναι»(να και ένα ακόμη σημείο σύγκρισης με τον αμερικάνικο ολοκληρωτικό πουριτανισμό). Ο Ντομπρόφσκι επιχειρεί να αποδώσει τη σύνδεση και συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας(νόμος του 15 μ.Χ.: «Κριτική των πράξεων του αυτοκράτορα ισοδυναμεί με προσβολή του ρωμαϊκού λαού»), του τσαρισμού και του σοβιετικού κράτους όχι με επιτυχία πάντα. Επίσης, επικεντρώνει στην αναγωγή των πάντων στο «οικονομικό» (σχέδιο), ενώ η πολιτιστική παιδεία είχε χαμηλή προτεραιότητα. Αλλά και το άτομο ήταν αναλώσιμο, περιττό, άχρηστο (κοντά στην περιγραφή του Ολοκληρωτισμού από την Χάνα Άρεντ), ενώ αγιάζονταν η αφηρημένη συλλογικότητα.
Να και ο «νέος άνθρωπος» από ατσάλι, ο άνθρωπος της παραγωγής και της συλλογικής αφθονίας στη Σοβιετική Ένωση (σε αντίθεση με τον αμερικανό άνθρωπο της κατανάλωσης στις ΗΠΑ). Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό που συνδέει και τις δύο περιπτώσεις είναι η αφθονία. Μόνο που ο Ρώσος παράγει για να απολαύσει στο μέλλον, για «την ευτυχία των μελλοντικών γενεών», ενώ ο Αμερικανός για να απολαύσει εδώ και τώρα. Βασική αποχρώσα διαφορά η αφηρημένη «συλλογική αφθονία» στη μια και η ατομική αφθονία στη δεύτερη περίπτωση.
Ο συγγραφέας περιγράφει τον συγκεντρωτισμό του κράτους (που δεν ήταν καθόλου δημοκρατικός) καθώς η παραμικρή αλλαγή προσώπων στην κορυφή σήμαινε αλλαγή πλεύσης με την εξαφάνιση των προσώπων -από πάνω ως κάτω- εκείνων που στήριζαν την πολιτική του προηγούμενου ηγέτη. Η σοβιετική δικαιοσύνη περιγράφεται ως «μια μεγάλη ιερά εξέταση». Πάντως κι εδώ το πρόβλημα εμφανιζόταν όταν ένας κρατούμενος τα τίναζε από απεργία πείνας (όπως και στον Ντε Σαντ το σύστημα ελέγχου και κυριαρχίας ακυρώνονταν από το θάνατο).
Τελικά, έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα; Είναι αυτό λογοτεχνία; Ο Ντομπρόφσκι λέει πως μια λογοτεχνία που «είναι μια πράξη πίστης στον Σοβιετικό Άνθρωπο» δεν είναι λογοτεχνία. Το ίδιο συμβαίνει όμως και για μία λογοτεχνία που είναι μία πράξη φανατικής απιστίας. Αλλά να και «η υποψία» (σελ 500). Στην ίδια βάση δημιουργούνταν τόσο ο σοβιετικός όσο και ο αμερικανός άνθρωπος (η εποχή της μεγάλης υποψίας το 1920, μακαρθισμός κ.ά.). Να και η «σοσιαλιστική σκοπιμότητα», όπως σήμερα η «αντιτρομοκρατική σκοπιμότητα» και η πρόληψη (απλώς οι αμερικανοί είναι πιο ευέλικτοι και εφευρετικοί). Όλα αυτά είναι θέμα συνείδησης; Όχι. «Και δεν έχεις συνείδηση; Ρώτησε ο κυπρίνος το λούτσο. Και ο λούτσος άνοιξε το στόμα του και κατάπιε τον κυπρίνο»! Άρα, παντού σε κάθε ολοκληρωτισμού κυριαρχεί «η συνείδηση του λύκου» για την οποία οι άνθρωποι είναι περιττοί (Άρεντ).

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

HOMO AMERICANUS-ΑΥΓΗ

Του Παναγιώτη ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 445

«Από εδώ κι εμπρός οι Αμερικανοί θεωρούν κανονικά ότι αποτελούν τον νέο ‘περιούσιον λαόν’, ότι η αυτοκρατορία τους είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της χριστιανο-σύνης, ότι το κράτος και ο στρατός του είναι τα όργανα του Θεού εναντίον των εχθρών του, των απίστων». Κι όμως: όσο αληθοφανές κι αν ηχεί το χωρίο, στην πραγματικότητα δε γράφτηκε για τις ΗΠΑ κι ούτε αναφέρεται στη μετασοβιετική παγκόσμια επικράτησή τους. Αλλάξτε τη λέξη «Αμερικανοί» και θα διαβάσετε αυτούσιο ό,τι στην πραγματικότητα έγραψε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ για τους Βυζαντινούς, στη σελίδα 41 του βιβλίου της Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας (εκδ. Ψυχογιός).Χρειάστηκαν λοιπόν τόσες πνευματικές αφυπνίσεις, τόσες κοινωνικές εξεγέρσεις, τόσοι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, τόσα δικαιϊκά συστήματα, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε, αλλά αρκεί η αλλαγή μιας λέξης για να αντιληφθούμε ότι σε ορισμένα πράγματα δεν είμαστε πολύ μακριά από εκεί που ήμασταν. Τότε ήταν οι Βυζαντινοί, τώρα είναι οι Αμερικανοί και στο ενδιάμεσο βέβαια υπήρξαν και πολλοί άλλοι. Η ίδια αυτοκρατορική αντίληψη κι η ίδια οικουμενική θεώρηση και στη μία περίπτωση και στην άλλη, παρ’ ότι διαφορετικές οι ιστορικές συνθήκες της διαμόρφωσης και ακόμη πιο διαφορετικές οι ιστορικές συνέπειες της άσκησής τους. Αλλά αν για τους Βυζαντινούς έχουμε, με τη βοήθεια τέτοιων βιβλίων, τη δυνατότητα της επαρκούς γνώσης, τι στα αλήθεια γνωρίζουμε για τους Αμερικανούς, που να ξεπερνά τον εγκαθιδρυμένο αντιαμερικανισμό μας και να συγκροτεί ένα αξιόλογο θεωρητικό σχήμα ερμηνείας και κατανόησης; Ψάχνω τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία: από πενιχρή ως μηδαμινή. Φωτεινή εξαίρεση το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου. Πρόκειται για πολιτικό δοκίμιο που με αξιώσεις διεπιστημονικής μελέτης ερευνά τις θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ψυχολογικές συνιστώσες της αμερικανικής ιδιαιτερότητας, προκειμένου να αναδείξει τη διαδικασία συμπεριλήψεων και αποκλεισμών, ήπιας και βίαιης επιβολής, απ’ την οποία προέκυψε η αμερικανική ταυτότητα. Τέσσερα είναι τα κεντρικά προβλήματα που απασχολούν το συγγραφέα σε ισάριθμα κεφάλαια του βιβλίου, σχετικά με το ρόλο της θρησκείας, τη θέση των μεταναστών, τη στάση της αμερικανικής αριστεράς και το θεωρητικό ρεύμα του πραγματισμού. Απ’ τη διεξοδική πραγμάτευσή τους προκύπτουν συμπεράσματα που εκτίθενται σε ένα πέμπτο, καταληκτικό κεφάλαιο, σχετικό με την ιδεολογική ταυτότητα που συνέχει τον Homo Americanus. Αλλά πόσο εύκολο είναι να προσδιοριστεί μια τέτοια ταυτότητα σε καιρούς μεταιχμιακούς, κι ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τις ΗΠΑ που μετέχουν πρωταγωνιστικά στις παγκόσμιες εξελίξεις και υφίστανται ταχύτερα από όλους τους άλλους τις συνέπειές τους; Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη την πανσπερμία, τη διαφορετική προέλευση και τον ετερόκλητο χαρακτήρα των στοιχείων που συνέβαλαν στην πολιτισμική διαμόρφωση των ΗΠΑ και τον συνακόλουθο κίνδυνο της υπερτίμησης ή υποτίμησης ορισμένων ανάμεσά τους σε βάρος κάποιων άλλων. Ο συγγραφέας έχει επίγνωση των δυσκολιών και θεωρώ ότι τις αντιπαρέρχεται με επιτυχία. Αναλύει την αμερικανική ταυτότητα δίχως εκπτώσεις ή απλουστεύσεις και αναδεικνύει τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της στο εύρος, στο βάθος και στη λεπτομέρεια που της πρέπει. Διαγράφει λοιπόν την εικόνα ενός δυναμικού, συγκεχυμένου και εν πολλοίς αντιφατικού συνόλου στοιχείων, σε κατάσταση συνεχούς αναδιαμόρφωσης με κινητήριο μοχλό τις συμφέρουσες αλήθειες και τις αναγκαίες ψευδαισθήσεις, που ανάλογα με το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων, την εσωτερική ή εξωτερική συγκυρία και τους σχεδιασμούς των «πάνω» επιβάλλονται κάθε φορά. Το αξιοσημείωτο είναι πως η εικόνα αυτή διαγράφεται με την αξιοποίηση ενός διεπιστημονικού πλούτου γνώσεων. Ο συγγραφέας μπορεί με την ίδια ευκολία να εξηγεί τον Χέγκελ και να αναλύει τον Τρούμαν Καπότε, να διαλέγεται με τον Κάπτσαν και να επικαλείται τον Τόκβιλ, κι όλα αυτά όχι με την έννοια των απλών βιβλιογραφικών αναφορών αλλά της εγγεγραμμένης και καλά χωνεμένης στη ανάλυση θεωρητικής γνώσης. Μ’ αυτό τον τρόπο, και πέραν των άλλων, αποφεύγεται η θεωρητική μονομέρεια που συχνά χαρακτηρίζει ανάλογα βιβλία και είναι υπεύθυνη για λογής λογής αναγωγισμούς και στρεβλώσεις.Η μεγαλύτερη όμως αρετή του βιβλίου πιστεύω πως αφορά το χαρακτήρα και τη στόχευσή του. Πρώτα απ’ όλα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο, που στο όνομα της επιστημοσύνης αποκλείει το μέσο αναγνώστη. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να απευθύνεται, επί ίσοις όροις, απ’ τον ειδήμονα μέχρι τον ανίδεο, εξασφαλίζοντας την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση για τον πρώτο και την επιθυμητή εκλαΐκευση των γνώσεων για τον δεύτερο. Αντίστοιχα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο που στο όνομα της αμεροληψίας αποκλείει τον ιδεολογικό προβληματισμό για ό,τι συμβαίνει σε ευρύτερη κοινωνική κλίμακα. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα του θεωρητικού επιστήμονα και τον προβληματισμό του πολιτικοποιημένου διανοούμενου.Ασφαλώς το κενό γνώσεων που έχουμε γύρω απ’ τις ΗΠΑ είναι τόσο μεγάλο, που δύσκολα θα καλυφθεί ακόμη και με τέτοια βιβλία. Η ευκολία με την οποία αποδώσαμε στην τρέλα των Αμερικανών τη συνομιλία του Τζ. Μπους με το Θεό ή την πρόταση του αμερικανού πάστορα για την εξολόθρευση του Ούγο Τσάβες, βεβαιώνει πόσο ριζωμένα αλλά και παραπλανητικά είναι τα σχετικά στερεότυπα. Νομίζω όμως ότι βιβλία σαν το Homo Americanus του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα, παρακαταθήκη και σημείο αναφοράς για περαιτέρω μελέτη και κατανόηση όσων συμβαίνουν σήμερα στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχει άλλωστε και το σχετικό προηγούμενο. Γιατί αν οι τυφλοί στρατιώτες του Σαμουήλ έπαψαν πια να θεωρούνται πολεμικός άθλος του Βουλγαροκτόνου, για ποιο λόγο να μην ελπίζουμε ότι κάποτε θα πάψουν κι οι κρατούμενοι του Γκουαντάναμο να θεωρούνται αποτέλεσμα της έμφυτης κακίας των Αμερικανών;

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

HOMO AMERICANUS - Ελευθεροτυπία

Στάθης-Ναυτίλος

Ενα εξαιρετικό βιβλίο κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες, το «Homo Americanus - Τα χαρακτηριστικά της Αμερικανικής ιδιαιτερότητας», γραμμένο από τον εκλεκτό συνάδελφο (και φίλο) κ. Γιώργο Παπασωτηρίου, δημοσιογράφο στη «Βραδυνή». Για τους περισσότερους από τους Ευρωπαίους, ανάμεσά τους και τους Ελληνες, οι Αμερικανοί είναι εν πολλοίς οι μεγάλοι «άγνωστοι». Ακριβώς με αυτές τις ιδιομορφίες του νεοπαγούς αυτού έθνους ασχολείται το βιβλίο, εξετάζοντας τι συνιστά την ιδιοπροσωπία των Αμερικανών, τι συνθέτει την ταυτότητά τους, τι αντιθέσεις διαπερνούν το σώμα του λαού, ποιες είναι οι κυρίαρχες δομές και ποια στοιχεία εξηγούν τις επιλογές της κοινωνίας τους, και κατά τη διαχρονία και κατά τη συγκυρία. Κατ' αντίθεσιν με τα εν εσχάτοις κρατούντα στα ελληνικά γράμματα, ο συγγραφέας δεν κατατρύχεται από την προσπάθεια να προσαρμόσει στη θεωρία του (όποια κι αν είναι αυτή) τα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνά του, αλλά καταλήγει στα συμπεράσματά του μόνον ύστερα από την απόδειξή τους.Είναι ογκώδες το υλικό που παρατίθεται στο βιβλίο και είναι ενδελεχής ο τρόπος που ερευνάται. Ο κόπος του συγγραφέα να οργανώσει την ανάγνωση αυτού του υλικού είναι το λιγότερο, το καλύτερο είναι η ανάλυσή του και το τοπίο που φανερώνεται έτσι στα μάτια του αναγνώστη, εναργές και πλήρες. Κανένα «στερεότυπο» για τους Αμερικανούς, ούτε κανενός είδους ιδεολογική δουλεία υποβαθμίζουν την εργασία του συγγραφέα, τα «γαλλικά γράμματα» του οποίου αποδεικνύονται σπουδαίο εργαλείο (αντί να τον τυφλώσουν όπως πολλούς άλλους) για την κατανόηση του Αμερικανικού ερωτήματος. Ενα λαμπρό έργο (εκδόσεις «Καστανιώτη») που η στήλη συνιστά ανεπιφύλακτα, μάλιστα με ενθουσιασμό, στους φίλους της εξερεύνησης των πραγμάτων. Τώρα, με τη διαδικασία των αμερικανικών εκλογών σε εξέλιξη, πολλές από τις συμπεριφορές των Αμερικανών, η στάση τους, οι θέσεις τους και η φύση τους μπορούν να γίνουν κατανοητές διαβάζοντας τον «Homo Americanus». Θα ήθελα επιπροσθέτως να μου επιτρέψετε και μια προσωπική ομολογία: είναι από τα λίγα έργα που με «χόρτασαν», αν σε αυτό συμπεριλάβει κανείς γνώσεις και πληροφορίες που δεν είχα, την εξήγησή τους, αλλά και την επιπρόσθεση μιας νέας περιέργειας για το μέλλον, τα τεκταινόμενα, τα ερχόμενα και επερχόμενα...*****

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Κατσουλάρης εναντίον Σταμάτη

Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μην πληγεί από τον τυφώνα ή τον κατά Χέγκελ «άνεμο της εποχής» της. Έτσι, στον καιρό των οικονομικών και πολιτικών «σκανδάλων» επιχειρεί και αυτή να αναπαράξει τον εαυτό της μέσω διαφόρων σκανδαλισμών, καθώς δεν δύναται αλλιώς. Αναφέρομαι στην κατηγορία για «λογοκλοπή» του κριτικού και συγγραφέα Κώστα Κατσουλάρη εναντίον του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη(«Βίλα Κομπρέ»). Προσπαθώντας να εξηγήσω τη συγκεκριμένη περίπτωση, διέκρινα στην επιφάνεια του υποτιθέμενου σκανδάλου να «επιπλέει» ένα αστυνομικού χαρακτήρα ερώτημα που αφορά τα (από πολλούς άλλους ρημαγμένα) πνευματικά δικαιώματα. Πιο κάτω, στα μεσαία βάθη, τίθεται το δίλημμα του λογοπλόκου(ως μυθοπλάστη) ή του λογοκλόπου(ως διακειμενιστή). Τέλος, στα μεγάλα βάθη είδα να «σέρνεται» σαν γοβιός στον αρμόβουρκο το υπαρξιακό ερώτημα αν λογοτεχνία είναι να αποκαλύπτεις ή να αποκαλύπτεσαι. Ποια σχέση, όμως, έχουν όλα αυτά με την υπόθεσή μας; Ένας μυθιστοριογράφος διαπράττει έγκλημα καθοσίωσης όταν «κλέβει» κάποιον άλλον και δεν το ομολογεί; Δεν θα πω ότι η λογοτεχνία «είναι ένα επάγγελμα για εραστές και κλέφτες...», ούτε ότι λογοτεχνία είναι «Να κλέβεις με πάθος… να ερωτεύεσαι ό,τι δεν σου ανήκει, να ξεριζώνεις την καρδιά του κόσμου...» (Π. Θαραλούκι). Θα πω μόνο ότι το ζήτημα είναι πως αντιμετωπίζεις και τι κάνεις τα… «κλεψιμέϊκα». Η ομάδα Παλαιοκώστα, ως γνωστόν, πιάστηκε ακριβώς γιατί δεν μπόρεσε να οικειοποιηθεί αποτελεσματικά τα λύτρα. Εξάλλου, πως πρέπει χαρακτηρίσουμε τον Αυστραλό ομογενή που έλαβε την καρδιά του τραγικού 18χρονου της Μυκόνου; Ο ομογενής παραμένει ο ίδιος, ή είναι πλέον ο 18χρονος; Σε ό,τι αφορά στη λογοτεχνία, ένας μυθοπλάστης που «κλέβει» ή δανείζεται από την πραγματικότητα, δεν καταφέρνει τίποτα καθώς «το ωραίο εκείνο αντικείμενο που τους δώριζα μαράζωνε στο μυθοπλαστικό περιβάλλον όπου το τοποθετούσα απότομα» (Βλ. Ναμπόκοφ «Η δεσποινίς Ό»). Άρα, έχει σημασία αν το λογοτεχνικό «σώμα» δέχεται ή απορρίπτει το δάνειο-μόσχευμα. Επίσης, η «λογοκλοπή», όχι με τους όρους μιας άτεγκτης πουριτανικής ηθικής και κάποιων σκληρών, αστυνομικών κανόνων που ομνύουν δογματικά στη μία και μοναδική λογοτεχνική αλήθεια, αλλά με τον τρόπο του Μως, δηλαδή με την έννοια του αντίδωρου, συνιστά μία νέα σύνθεση και ενδεχομένως φωτίζει με έναν άλλο τρόπο τα πράγματα(αναστοχασμός). Βέβαια, και ο Κατσουλάρης δέχεται με ένα τρόπο τη λογοκλοπή, αλλά μόνο όπως οι κλέφτες της Βιέννης (Φρόυντ), που θεωρούσαν ότι στο κλεμμένο αντικείμενο ενυπάρχει κάτι από την ψυχή του ιδιοκτήτη τους (γι’ αυτό το λόγο εξάλλου οι κλέφτες ως «αντίδωρο» άφηναν πίσω τις κουράδες τους). Σε κάθε περίπτωση, η κριτική του Κατσουλάρη για τη «Βίλα Κομπρέ» είναι τουλάχιστον ατυχής. Τελικά, ο κριτικός αντί να αποκαλύψει το συγγραφέα-λογοκλόπο, αποκαλύφθηκε ο ίδιος ως επίδοξος «Ιαβέρης» της λογοτεχνίας. Και δεν θα μας απασχολούσε το θέμα, αν αυτή η ιδιότυπη και μη δημιουργική «σκανδαλολογία» (που δεν είναι πάντα άχρηστη) δεν αποπροσανατόλιζε από το κεντρικό ερώτημα για το σημερινό ρόλο της λογοτεχνίας και την σκανδαλώδη προώθηση της «εύπεπτης» και μονοδιάστατα «διασκεδαστικής» (με την έννοια του σκορπίσματος) λογοτεχνίας, της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της τεχνικά άρτιας, αλλά αναλώσιμης, αμμώδους και γαργαλιστικά γαλακτώδους λογοτεχνίας. Πως τοποθετείται επ’ αυτού ο Κατσουλάρης και κάθε κριτικός; Τι λένε για το φαινόμενο Μαντά; Πως τοποθετείται η κριτική απέναντι στην τρομοκρατία της «λογοτεχνικής μόδας» και της αγοράς, όπου ως λογοτεχνία θεωρείται ό,τι πουλάει εδώ, τώρα και καλύτερα; Δυστυχώς, όχι μόνο δεν τοποθετείται επ’ αυτών η «κριτική» γιατί επαπειλείται με κάθε είδους λογοκρισία αλλά και αυτολογοκρισία, αντιθέτως, αναγάγει σε κανόνα τη δική της δουλικότητα(δημόσιες σχέσεις) και στηλιτεύει μετά βδελυγμίας τη γραφή υψηλού κινδύνου, ό,τι δηλαδή την υπερβαίνει και την αναιρεί. Ακόμη χειρότερα, μάλιστα, λόγω της ιδιότυπης αστυνομίας της «λογοτεχνίας της αγοράς» αλλά και των διαφόρων κομμάτων ή παρεών, το να γράφει κανείς, σήμερα, πέρα από την πεπατημένη και το κυρίαρχο, αγοραίο πλαίσιο σημαίνει να ουρλιάζει βουβά, να είναι εξοστρακισμένος και εξορισμένος από την αγορά και τους μεσίτες της, τους κριτικούς, τους «παρουσιαστές» βιβλίων και ό,τι άλλο. Αλλά αυτό δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο. «Προσπάθησα ν’ ανακαλύψω νέα άνθη, νέα άστρα, νέα σάρκα, νέες γλώσσες. Πίστεψα πως αποχτούσα υπερφυσικές δυνάμεις. Ε! Καλά! Πρέπει να θάψω τη φαντασία και τις θύμισές μου. Πάει περίπατο η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του λογοπλόκου». Τα λόγια είναι του Αρθούρου Ρεμπό λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα την ποίηση για να γίνει έμπορος όπλων. Εμείς, άραγε, σήμερα μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων, μπορούμε να αντισταθούμε; Για να γίνει αυτό μήπως οφείλουμε να ορίσουμε συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης της λογοτεχνίας; Μήπως πρέπει να ξαναδούμε τον ορισμό του «Ωραίου» από τον Μπωντλέρ, όπου συνυπάρχουν οι διαχρονικές και οι συγχρονικές αλήθειες, η διαχρονική έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας με τις συγχρονικές έννοιες του γούστου και των συνηθειών μιας συγκεκριμένης εποχής; Οι διαχρονικές χωρίς τις συγχρονικές αλήθειες, είναι απάνθρωπες έλεγε ο Μπωντλέρ. Συνεπώς, είναι το ίδιο «απάνθρωπο» όταν επιλέγουμε μόνο είτε τις συγχρονικές (αγοραία λογοτεχνία) είτε τις διαχρονικές αλήθειες. Οφείλουμε, επίσης, να επισημάνουμε ότι στο σύγχρονο δυτικό μυθιστόρημα παρά τις απεριόριστες δυνατότητες έκφρασης εκείνο που συσκοτίζεται είναι αυτό «που συνδέει τους συγγραφείς με το κράτος και με έναν παγκόσμιο ‘’μητροπολιτικό’’ ιμπεριαλισμό», είναι η απόκρυψη του κυρίαρχου «πνεύματος της εποχής» που εξόπλισε και εξοπλίζει τους συγγραφείς όσον αφορά τις μυθιστορηματικές τεχνικές της αφήγησης και των περιγραφών, με τα εσωτερικευμένα υποδείγματα συσσώρευσης, πειθαρχίας και κανονικοποίησης. «Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, σημείωνε ο μακαρίτης Έντουαρντ Σαΐντ είναι γιατί τόσο λίγοι ‘’μεγάλοι’’ μυθιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν ευθέως τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά εξωτερικά γεγονότα της ύπαρξής τους –την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό- και γιατί, επίσης, οι κριτικοί του μυθιστορήματος συνεχίζουν να υπολήπτονται αυτή την αξιοπρόσεκτη σιωπή». Την άποψη αυτή του Σαΐντ υιοθέτησαν, μετά τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, κάποιοι από τους μεγάλους ‘’μυθιστοριογράφους’’ όπως ο Μέηλερ, ο Ροθ κ.ά., που μέμφονται τους «ειδήμονες» και την «ειδημοσύνη», αυτή που έχει καταστεί μία υπηρεσία πωλούμενη στην κεντρική εξουσία της κοινωνίας με βασικό της μότο τη «μη παρέμβαση». «Λέμε στους φοιτητές μας» επισημαίνει ο Σαΐντ, «ότι υπερασπιζόμαστε την κλασική παιδεία, τις αρετές μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης και τις πολύτιμες απολαύσεις της λογοτεχνίας ακόμη και όταν παραμένουμε αδρανείς (ίσως και ανίκανοι) σε ό,τι αφορά τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο (…) οι ανθρωπιστές και οι διανοούμενοι αποδέχονται την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να διαβάζει υψηλή λογοτεχνία και ταυτόχρονα να σκοτώνει και να ακρωτηριάζει, επειδή ο πολιτιστικός κόσμος χρησιμεύει γι’ αυτό το είδος μεταμφίεσης..»!
Σήμερα, τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η αμερικανική κριτική και λογοτεχνική θεωρία αποδέχονται ανοιχτά την «αρχή της μη παρέμβασης». Ή της παρέμβασης που αρκείται στην αστυνόμευση των λογοκλεπτών! ‘Έτσι, η κειμενικότητα έγινε το υποκατάστατο της ιστορίας καθώς υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γενικά,«Η λογοτεχνική κριτική στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα (σ.σ. και τώρα στην ελληνική αλλά και παντού), απομονώνει ως επί το πλείστον την κειμενικότητα από τις καταστάσεις, τα γεγονότα, τις σωματικές αισθήσεις που την ανέδειξαν και την έκαναν κατανοητή ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας». Αυτό έκανε, λοιπόν, ο Κατσουλάρης, απομονώνει την κειμενικότητα από τις συνθήκες που την παρήγαγαν στον Κουτσί και τις συνθήκες ενοφθαλμισμού της στο κείμενο ή έστω στο διακείμενο του Σταμάτη. Η αφυδάτωση αυτή της κειμενικότητας, η καθαρή δηλαδή κειμενικότητα, σε συνδυασμό με τη μη παρεμβατική κριτική εξελίχθηκε στις ΗΠΑ σε μία επιτηδευμένη ειδική γλώσσα της οποίας η πολυπλοκότητα συσκοτίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Άρα, η κριτική συνείδηση στις μέρες μας (Σαΐντ) οφείλει να αντιμετωπίζει το πλαίσιο της κυρίαρχης κουλτούρας ως ένα σύστημα συμπεριλήψεων και αόρατων αποκλεισμών που πρέπει να αποκαλύπτονται. «Τι είναι, λοιπόν, κατά βάθος η κριτική συνείδηση, εάν όχι μια διαρκής επιλογή εναλλακτικών λύσεων;» σημειώνει ο Σαΐντ. Συνεπώς, ένας θετικός προσανατολισμός πέρα από την καταγγελία των «καλογραμμένων» αλλά ανούσιων μυθιστορημάτων, πέρα από την αποκάλυψη των αποκλεισμών των «μη ευπώλητων» είναι να αναζητούμε συνεχώς και να προτείνουμε εκείνες τις εναλλακτικές λύσεις που θα αντιστέκονται στην κυρίαρχη κουλτούρα και θα δημιουργούν τις συνθήκες μιας αντι-κουλτούρας.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Μάτεσις Παύλος

Συνάντηση στο Βοξ. Κάθεται στο ίδιο τραπέζι κοντά στο τζάμι. Με συγχωρεί μεγαλοθύμως για την καθυστέρηση. Δηλώνει εξόριστος. Χωρίς περιουσία, χωρίς προστάτες, χωρίς άγκυρα. Αναφέρεται στους προσωκρατικούς, στον Όμηρο, τον Παρμενίδη, τον Αναξίμανδρο, ό,τι «αυτός που είναι στην πάνω πλευρά της Γης και αυτός που είναι στην κάτω, είναι και οι δύο πάνω». Μου λέει για την καταστροφή της ελληνικής φόρμας, για τη «Μητέρα του σκύλου» που διασκευάστηκε και παίζεται σε θέατρο της Πράγας, για την ελληνική σιωπή απέναντι στο έργο του. Μία ισχυρή σιωπή που, όμως, κάποτε σπάει από νέα παιδιά, όπως οι ερασιτέχνες του Ταύρου.
Διαπιστώνει ότι δεν του υποβάλλουν πολιτικές ερωτήσεις και με τρόπο άμεσο τοποθετείται αυτοβούλως. «Έχει δημιουργηθεί ρήγμα» λέει «μεταξύ του πολίτη (η λέξη «λαός» είναι ταλαιπωρημένη πολιτικώς και την παραλείπω) και των τριών Αρχών που κυβερνούν τον πολίτη. Ρήγμα με τη θρησκεία-εκκλησία (ένας μητροπολίτης βρίσκεται στον Κορυδαλλό για κλοπές). Ρήγμα με τη Δικαιοσύνη (λειτουργοί της είναι επίσης στον Κορυδαλλό αλλά και φυγόδικοι). Και ρήγμα με τους πολιτικούς που ψηφίζουν υπέρ εαυτών για «παραγραφή μετά διετίαν». Οι πολιτικοί, επίσης, είναι ασήμαντοι ως προσωπικότητες». Μου δίνει την εντύπωση ότι σε λίγο θα βγει έξω, στην πλατεία, για να ηγηθεί των «παιδιών», να τους δώσει τον επεξεργασμένο πολιτικό σκοπό που δεν έχουν. Μιλάει για τους αντάρτες και τις γυναίκες της Ηπείρου και το βλέμμα του λάμπει, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του θάρρους και του σθένους, που έχει πλέον χαθεί. Είναι κατ’ εξοχήν «πολιτικό ον» παρά τη φαινομενική του μοναχικότητα. Γι’ αυτό οι ερωτήσεις για τη γραφή μοιάζουν ακρωτηριασμένες χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις τους. Αλλά πρώτα πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο Παύλος Μάτεσις και υποχρεωτικά ξεκινώ από τη «ληξιαρχική πράξη» της συγγραφικής και κυρίως της θεατρικής του γέννησης.

Παπασωτηρίου: Ποιο ήταν το ελληνικό θέατρο ως γραφή την εποχή της «Τελετής» (σ.σ. το πρώτο έργο του Παύλου Μάτεση στα μέσα της δεκαετίας του 1960) και ποιο είναι σήμερα;

ΜΑΤΕΣΙΣ: Ήταν ένα θέατρο «αθώο» (ουδεμία ειρωνική πρόθεση). Αγαπητό στο τότε κοινό. Μέριμνά του είχε να τέρπει τον θεατή ανωδύνως, με τη σύμπραξη άξιων και δημοφιλών κωμικών. Στον μη κωμικό χώρο, ασχολήθηκε με κοινωνικά προβλήματα της τότε κοινωνίας. Είχε βέβαια προηγηθεί το θέατρο του 19ου αιώνα με ορισμένα σημαντικά έργα.

Π. Ποιοι ήταν οι συγγραφείς, που εμφανίσθηκαν τότε, προκαλώντας τη συγγραφική «έκρηξη» και ποιες ήταν οι επιρροές τους;

Μ. Από την είσοδο του Καμπανέλη μέχρι και αυτήν του Γιάννη Χρυσούλη, προκαλείται μία έκρηξη. Οι ενεχόμενοι συγγραφείς δεν αποτελούσαμε «Σχολή». Και, κυρίως, δεν μιμηθήκαμε ούτε επηρεαστήκαμε, αλλά, κυριολεκτικά διασταυρωθήκαμε με τα μεγάλα ρεύματα: μοντερνισμός, υπερρεαλισμός, το παράλογο. Εγκαταλείψαμε τα «κοινωνικά» προβλήματα ως θέμα του έργου, και στη θέση του ορθώσαμε τον ψυχικό χώρο του ανθρώπου. Ένα θέμα που παραμένει σύγχρονο, μοντέρνο, από τον καιρό του Ηράκλειτου.

Π. Η αρχαία ελληνική σκέψη ενυπάρχει και διαπερνά συνεχώς τα έργα σας. Δεν είναι έτσι;

Μ. Δεν είμαι ελληνολάτρης. Παράλληλα, όμως, κατά έναν ανεξήγητα μαγικό τρόπο, μέσα στα κείμενά μας εκρήγνυνται ερωτήσεις, θέσεις, διαπιστώσεις, που ενυπάρχουν στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Η κοσμογολογία του Αναξίμανδρου φερ’ ειπείν.

Π. Ο ίδιος ο χώρος φαίνεται ότι μας υποβάλλει τα ίδια ερωτήματα. Αλλά ποιοι άλλοι φιλόσοφοι ήταν σημαντικοί για σας και ποια σημεία της σκέψης τους σας εντυπωσίασαν;

Μ. Ο Παρμενίδης που έλεγε πως «το σύμπαν δεν είναι πλήρες, υπάρχει κενό διαστήματος», εισάγοντας την έννοια του απείρου ως χώρου και ως χρόνου, ο Πίνδαρος («Εν ανδρών, εν θεών γένος, εκ μιας δε πνέομεν ματρός…»- θεοί και άνθρωποι είναι μιας μητέρας παιδιά-Νεμεόνικος VI), ο Όμηρος για το εφήμερο του ανθρώπινου βίου («όπως τα φύλλα των δέντρων, έτσι είναι και τα γένη των ανθρώπων») και κυρίως ο Ηράκλειτος για τη σκέψη του περί ενότητας όλων των όντων, και την αιώνια μεταβολή τους, για τα γνωμικά του (όπως ότι «αρμονίη αφανής φανερής κρείττων», ή πως «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί», ή ακόμη ότι ο Άναξ του Μαντείου των Δελφών «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει»), αλλά κυρίως η ρήση του που αποτελεί άξονα για κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα, ότι δηλαδή «τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα βρεις, όσους δρόμους και αν περιτρέξεις», διότι «ούτω βαθύν λόγον έχουν». Αυτή η ρήση είναι η ουσιώδης αφετηρία για τη γραφή πεζογραφικού ή θεατρικού έργου.

Π. (Τον κοιτάζω. Καταλαβαίνει αμέσως την ερώτηση)…

Μ. Για μένα ισχύει ο Πρωταγόρας και το «πάντων χρημάτων (σ.σ. πραγμάτων) μέτρον άνθρωπος». Με τη φράση αυτή δηλώνεται ότι όλων των αξιών μέτρο είναι ο άνθρωπος. Ο θεός παραμερίζεται. Ο Πρωταγόρας με ενίσχυσε. Τότε εγώ δεν έγραφα, ούτε και το είχα σκεφτεί. Το γράψιμο το άρχισα στα τριάντα μου, σχεδόν χωρίς να το επιζητήσω, χωρίς ουδεμία χροιά φιλοδοξίας, και μάλιστα ακόπως. Το γράφειν μου είναι έκτοτε μία εύκολη και ευχάριστη ασχολία.

Π. Οι θεατρικοί «εκδρομείς» του ’60 αντλούσατε όλοι από τις ίδιες πηγές; Το θεατρικό κοινό πως αντέδρασε;

Μ. Όλο αυτό το ορυχείο έδωσε ώθηση στο θεατρικό έργο της εποχής εκείνης. Το περίπου μαγικό στοιχείο είναι ότι το θεατρικό κοινό αντέδρασε θετικότατα. Τα έργα μας έγιναν αμέσως και ταμιακές επιτυχίες. Θυμάμαι ότι οι κοπέλες μου χάριζαν τις ταμπέλες που αναρτούσαν στο ταμείο για να δηλώσουν την εξάντληση των εισιτηρίων!

Π. Από τους ξένους ομοτέχνους σας ποιες επιρροές είχατε;

Μ. Δεν πρόκειται για επιρροές αλλά για συνάντηση, για διασταύρωση των οδών μας. Διάβαζα από 7 χρόνων, αλλά όχι παραμύθια. Στα 15 μου διάβασα τον Ντοστογιέφσκι (τον ξαναδιάβασα και τον ξαναδιαβάζω). Με διέπλασε, νομίζω, και η κλασική μουσική που σπούδασα. Στα 22 μου διάβασα πρώτη φορά Φώκνερ, Ιονέσκο, Μπέκετ(στο πρωτότυπο) και Κάφκα στα αγγλικά. Με επανέφεραν στην κοσμολογία του Αναξίμανδρου για τη στρογγυλή γη. Μετά από τόσους «κλασικούς» Ευρωπαίους, διάβασα στους ανωτέρω πράγματα για τα οποία μίλησε ο Αναξίμανδρος. Είπα, ώστε γράφουν και «έτσι». Ήξερα τον Μότσαρτ, τον Παρθενώνα της Ευρώπης, τώρα διασταυρώθηκα με τον Κάφκα.

Π. Σήμερα, τα έργα σας εκείνης της εποχής δεν παίζονται. Είναι παρωχημένα;

Μ. Πιστεύω ότι τα περισσότερα από τα έργα μας αυτά, επειδή, όντως ήταν πρωτοποριακά, προηγήθηκαν και της εποχής τους και του κοινού. Γι’ αυτό θα έπρεπε τώρα να παρουσιαστούν πάλι. Μάλιστα, σχεδόν το σύνολο των έργων αυτών (από Καμπανέλη μέχρι Γ. Χρυσούλη) είναι, πιστεύω ακλόνητα, πολύ υψηλής θεατρικότητας και πνευματικότητος, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Αλλά ελάχιστα έχουν προβληθεί εκτός Ελλάδος. Ονομάστε εσείς τον υπεύθυνο και ένοχο.

Π. Οι «κρατικοί φορείς πολιτισμού» φαίνεται να σας αγνοούν. Γιατί;

Μ. Είναι δικαίωμά τους. Προσωπικές ενστάσεις και παράπονα εγώ θα τα θεωρούσα επαιτεία. Όμως, σχετικά με το Εθνικό Θέατρο, εμένα με «απέβαλε» ο προηγούμενος καλλιτεχνικός διευθυντής του. Επειδή, όταν παρουσίασε το έργο μου «Προς Ελευσίνα», εγώ αποκήρυξα δια του Τύπου την παράσταση, και μετά από τρεις ημέρες το έργο κατέβηκε. Αναγκάστηκα να προβώ στην ενέργεια αυτή επειδή οι προετοιμασίες (απεργίες και άλλα) ήσαν άκρως αρνητικές. Έκτοτε παραμένω απόβλητος από Εθνικό και Επίδαυρο.

Π. Πάντως, στην Πράγα ανέβηκε η θεατρική διασκευή της «Μητέρας του σκύλου»

Μ. Μόνοι τους το ανακάλυψαν. Μόνοι τους το μετέφρασαν (Κόχουτ) και μόνοι το ανέβασαν. Ήταν κάτι μαγικό. Όταν πήγα ως προσκεκλημένος δεν πίστευα ότι ένας μονόλογος επί τόση ώρα θα ήταν τόσο συγκλονιστικός.

Π. Κάποτε λέγατε ότι για να υπάρξει μεγάλο θέατρο χρειάζονται τα βάσανα, ο πόνος. Ισχύει αυτό;

Μ. Αρχαιόθεν. Πάλι ο Όμηρος μας κατηχεί. Προς το τέλος της Ιλιάδος, έχουμε τη συνάντηση του Πρίαμου με τον φονέα του γιου του Έκτορα, τον Αχιλλέα, ο οποίος γνωρίζει ότι πλησιάζει και η δική του ώρα να πεθάνει. Η αποδοχή της λύπης ως αναγκαίου συστατικού της ανθρώπινης ζωής και η αξιοπρεπής αντιμετώπισή του, αποτελεί την ηρωική βιοθεωρία του Έλληνα, με πρότυπο τον ομηρικό Αχιλλέα.

Μιλάμε ώρα πολύ ακόμη. Προς το τέλος μου δίνει τρυφερά το δώρο του, το τελευταίο του διήγημα, τον «Εναερίτη»(δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Λέξη). Αρχίζω να διαβάζω: «Να ποτίζεις τις γλάστρες, Βλαδίμηρε, τώρα που θα λείπω, μου είπε πεθαίνοντας η μητέρα μου». Έτσι, απλά, ειρηνικά ξορκίζεται ο θάνατος, σκέφτηκα. Και παραδόξως ανατρεπτικά. Η τρομοκρατία του Χάρου εξανεμίζεται. Πόση ηρεμία και πόση σοφία χρειάζεται το αντάρτικο απέναντι στο οριστικό τέλος; «Μην το διαβάζεις τώρα», με προτρέπει και με επαναφέρει. Τον χαιρετώ και βγαίνω. Η πόλη άλλαξε. Έγινε μαγική. Κι εκεί που αρχίζουν τα δέντρα της Στουρνάρη, νομίζω πως είδα τη Μυρτάλη να μου χαμογελά. Είναι ακριβώς στο ίδιο σημείο που μια μεγάλη γυναίκα ρώτησε μια μέρα τον Μάτεσι «εσείς γράψατε τη Μητέρα του σκύλου;». Ύστερα, του χάιδεψε τρυφερά το χέρι κι έφυγε.