Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Η αμερικανική μυθοψύχωση

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

«Ένας άνθρωπος σφηνωμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους ζει και πεθαίνει μόνος»

Τη στιγμή που ένας αφροαμερικανός γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, ένας άλλος, που πέρασε από τα ίδια πανεπιστήμια, με ανάλογα διδακτορικά παραμένει ανάμεσα σε δύο κόσμους –τη χώρα προέλευσης, την Αιθιοπία, και τη χώρα υποδοχής, τις ΗΠΑ- εξόριστος και από τους δύο, ξένος και για τους δύο, αποκλεισμένος σε μια γειτονιά μαύρων της Ουάσινγκτον. Η παγκόσμια ιστορία της μοναξιάς και της ξενότητας που διαδραματίζεται σήμερα στην Αμερική και σε ολόκληρη της Δύση εκτυλίσσεται εδώ. Εδώ δεν έχουμε τους ανθρώπους της σχεδίας του Στήβενσον, αυτούς που πολιορκούν τη μυθική «γη της επαγγελίας», αλλά τους ανθρώπους της «γης της επαγγελίας», αυτούς που κατάφεραν να αποβιβαστούν στις ΗΠΑ και παρόλα αυτά εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένοι μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους. Γιατί στις ΗΠΑ υπάρχουν πολλοί αναβαθμοί ασφαλείας, ένα ολόκληρο σύστημα συμπεριλήψεων και αποκλεισμών.
Στο πολυβραβευμένο βιβλίο του Dinaw Mengestu (εκδόσεις Πόλις), ο κεντρικός ήρωας, ο Στέφανος φεύγει λαθραία από την Αιθιοπία στα 16 του χρόνια, όταν ο «μαρξιστής» Μενγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ εκθρονίζει τον αυτοκράτορα Σελασιέ μ’ ένα αιματηρό πραξικόπημα, στο οποίο σφαγιάστηκε και ο εύπορος πατέρας του Στέφανου. Ο νεαρός σπουδάζει αλλά τελικά καταλήγει να γίνει παντοπώλης (μίνι μάρκετ) σε μία γειτονιά μαύρων. Μαζί του με παράλληλες πορείες και δύο ακόμη αφροαμερικανοί, ο Κένεθ ο Κενυάτης και ο Τζόζεφ από το Κογκό. Μια μοναξιά μοιρασμένη στα τρία υποφέρεται καλύτερα. Βόλτες, ποτό, πόρνες και ατέλειωτες συζητήσεις για τα συμβαίνοντα, εδώ κι εκεί, στην Αμερική και στην Αφρική. Αυτοί και οι Αμερικανοί. Το «αμερικανικό όνειρο» πλήρως απομυθοποιημένο, μισητό. Και γι’ αυτό χωρίς τη δυνατότητα να γοητεύσει και να αφομοιώσει τους νεήλυδες, που παραμένουν ως πολίτες και ως άνθρωποι «σε αναμονή», τρεις ζωές «σε αναστολή». Ακριβώς, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ σήμερα, εκτός από την οικονομική κρίση, που ίσως μπορέσει να μετακυλυθεί. Η πολιτισμική κρίση είναι κάτι αναβάσταχτο, αφού συνεπάγεται κρίση ταυτότητας. Οι διαδοχικές κουλτούρες, ή καλύτερα ένα παλίμψηστο από κουλτούρες έχει τόσο εκφυλιστεί ώστε δεν μπορεί να συνέχει την πολυεθνοτικής προέλευσης αμερικανική κοινωνία. Παντού, μικρόκοσμοι-θύλακες (μαύροι, λευκοί, αυτόχθονες Αμερικανοί, ισπανόφωνοι, ασιάτες κ.ά.) χωρίς κανέναν δεσμό μεταξύ τους. Γι’ αυτό η υπερηφάνεια από την παγκόσμια εντύπωση που προκάλεσε η εκλογή Ομπάμα ήταν μεγάλη υπόθεση για την κοινωνική και εθνική συνοχή. Η εικόνα παίζει μεγάλο ρόλο στην Αμερική. Όταν η εικόνα είναι καλή, τότε αυτή επιστρέφει και γίνεται υπερηφάνεια (να είναι κανείς Αμερικανός), συνέχοντας και αρμολογώντας το ετερόκλητο αμερικανικό μωσαϊκό. Αλλά και για την αναγνώριση ενός προσώπου εντός των ΗΠΑ η εικόνα είναι βασικό στοιχείο. Ο συγγραφέας περιγράφει το ρόλο του κοστουμιού αλλά πάν’ από όλα του αυτοκινήτου(«ένα μέτριο σεντάν χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης). Δεν ανήκεις σε μία τάξη αν δεν «φέρεις» τα σύμβολά της, έστω και δανεικά. Αυτή η ανάγκη για εικόνα, έστω και δανεική είναι όρος για την άμβλυνση των συμβολικών ανισοτήτων που ήταν πάντα το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ. Το αυτοκίνητο και το σπίτι είναι βασικά συστατικά του «αμερικανικού ονείρου». Μόνο μέσω αυτών έχεις ορατότητα, έχεις Εγώ, υπάρχεις. Αλλιώς είσαι Εγώ εν αναστολή, ανώνυμος, όπως οι νεκροί στην αρχαιότητα(«Ήμουν φτωχός και μαύρος, και η συνακόλουθη ανωνυμία ήταν μια ασπίδα που με προστάτευε από τις φιλοδοξίες κάθε νέου μετανάστη… Ο σκοπός έκτοτε ήταν απλός: να περνώ απαρατήρητος…»-Εδώ ισχύει ο Κάφκα και οι συρρικνωμένοι ήρωές του που σμικραίνουν, γίνονται κατσαρίδες για να μη φαίνονται κι έτσι να επιβιώνουν). Γι’ αυτό η σοβαρότητα της αμερικανικής κρίσης σήμερα είναι ότι οι οικονομικές ανισότητες έγιναν τέτοιες που εξάλειψαν και τη δυνατότητα έστω και δανεικής άμβλυνσης των συμβολικών ανισοτήτων. Αλλά ας επανέλθουμε στο μυθιστόρημα. Ο Στέφανος και μαζί το μίνι μάρκετ του παρακμάζουν, δεν υπάρχει κίνητρο για δουλειά, για ζωή («Ένιωθα ότι αυτό που είχα εδώ δεν ήταν ζωή, αλλά ένα αξιολύπητο υποκατάστατο που το αποτελούσαν ένας θείος, δύο φίλοι, ένα καταθλιπτικό μαγαζί κι ένα φτηνό διαμέρισμα»). Ώσπου ενσκήπτει ο έρωτας για τη νεόφερτη καθηγήτρια Τζούντιθ, που εγκαθίσταται στη γειτονιά με τη μικρή της κόρη τη Ναόμι. Και να οι συζητήσεις για τον Ραλφ Έμερσον και τον Αλεξίς ντε Τοκβίλ, για τους Αμερικανούς που «μισούν την ιστορία», που «Μας αρέσει να νομίζουμε ότι είμαστε οι πρώτοι σε οτιδήποτε… Μονίμως ανταγωνιζόμαστε κάτι ή κάποιον, έστω κι αν όλα είναι μες στο κεφάλι μας… Και αναρωτιέμαι μήπως πλέον έχουμε ξεμείνει από στόχους και ανταγωνιστές. Νομίζω ότι, μόλις συμβεί αυτό, δεν θα μας μένει τίποτε άλλο παρά να κοιτάξουμε πίσω μας. Μόνο τότε θα μάθουμε αν άξιζε τον κόπο»(σελ. 77). Η Αμερική του ιλίγγου, της συνεχούς επιτάχυνσης στο χάος, χωρίς φρένο και μέτρο, η Αμερική της αέναης, της χωρίς αναπαμό και αναστοχασμό Πράξης περιγράφεται εδώ εναργώς. Η σημερινή κρίση θα επαναφέρει τη χαμένη συνείδηση, θα φρενάρει την πορεία προς το κενό; Χρειάζεται να επιβραδύνουμε, όπως η μαύρη με το καροτσάκι στο τέλος του βιβλίου. Θα γίνει όμως ορατή αυτή η ανάγκη ή όλα τα προβλήματα θα αφεθούν στον «Μεγάλο Αϊ-Βασίλη, τον πατέρα για ενηλίκους», που κάθεται στο Οβάλ Γραφείο, στο «ναό του μεγαλείου»; Αρκεί κανείς να παρηγορηθεί με τους στίχους του Δάντη, που μόλις βγαίνει από την Κόλασή του βλέπει όλες «τις χάρες του ουρανού»; Ε, λοιπόν, αυτή είναι η ζωή, σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Μια καθημερινή κόλαση με φευγαλέες εικόνες του ουρανού στο ενδιάμεσο». Κόλαση και ειρωνεία. Μακάριοι οι πραείς λέει ο Βόνεγκατ, επικρίνοντας την επικράτηση των νόμων του Μωυσή, «Μακάριοι οι πραείς, λέει και ο Mengestu, ότι αυτοί κληρονομίσουσιν την γην, αν όχι εις τους αιώνας των αιώνων, τότε για λίγες ώρες τουλάχιστον, μία φορά το χρόνο», κάθε Χριστούγεννα, ή τη στιγμή και μόνο των επινίκιων για τον Ομπάμα. Ειρωνεία, που παραπέμπει στη διάκριση σε «πιστούς και είρωνες»(Κρίστεβα). Οι πρώτοι είναι αυτοί που αφομοιώνονται χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και φιλοδοξίες, οι δεύτεροι είναι οι απροσάρμοστοι παντού. Γι’ αυτό και η νοσταλγία για όλους τους κόσμους, που συνιστούν έναν μετανάστη, εν προκειμένω η νοσταλγία για την Αιθιοπία και την Αμερική, όχι οποιαδήποτε Αφρική, όχι οποιαδήποτε Αμερική, αλλά αυτή του 1960. Τότε που «Η Αφρική ήταν ελεύθερη. Η Αμερική ήταν ελεύθερη». Τότε που «Όλοι διαδήλωναν για κάτι». Καλό βιβλίο, με μηνύματα αλλά κυρίως με το μήνυμα της απομύθευσης του μεγάλου ψεύδους που θέλει οποιονδήποτε Αμερικανό να γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ ή της Τζένεραλ Μότορς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: