Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Delecroix Vincent

Ένας γηραιός καθηγητής φιλοσοφίας ξεπροβοδίζει μια Κυριακή ένα νεαρό φοιτητή του αλλά αίφνης η πόρτα του σπιτιού του μετά από μία αδέξια κίνηση του επισκέπτη κλείνει, μένοντας κι ο ίδιος εκτός, αφού τα κλειδιά είναι μέσα. Αυτό το κοινό συμβάν είναι το εναρκτήριο γεγονός της νουβέλας-μονολόγου του Vincent Delecroix «Έξω από την πόρτα» (μετάφραση Νίκη Κατακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Γκοβόστης, 2008). Ο σχεδόν 80χρονος καθηγητής διαπιστώνει ότι έμεινε απ’ έξω, ότι εξορίσθηκε από το σπίτι του, από τον προσωπικό του στεγανό κόσμο, από τον αδιαπέραστο κλειστό κύκλο που είναι ο Εαυτός. Τότε σκέφτεται αυτούς που δεν έχουν σπίτι. Πως νιώθουν οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι ανέστιοι; Θεωρεί ότι αυτοί ακόμη κι αν έχουν ένα χαρτόκουτο, ένα τσαντίρι, ένα δωμάτιο όσο άθλιο και να είναι, αποκτούν «μία θέση», οριοθετώντας το «σπίτι τους». «Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι πουθενά, δεν είναι σε κανέναν τόπο, κανένας τόπος δεν είναι δικός τους, δεν έχουν καμία θέση, δεν κατέχουν πια ούτε το ίδιο τους το σώμα, που είναι διαβρωμένο, παραμορφωμένο, τσακισμένο και τελικά εκτός ελέγχου. Ακόμα και μέσα τους… δεν κατοικούν πουθενά. Δεν έχουν κατοικία», είναι χωρίς ρίζες, στον αέρα.
Αλλά το χειρότερο θα συμβεί στον καθηγητή όταν θα περιπλανηθεί στον «έξω», στον μεγάλο κόσμο, όπου θα διαπιστώσει ότι βρίσκεται εξόριστος κι απ’ αυτόν, πριν εξοριστεί από τη ζωή. Κι όσοι νομίζουν ότι είναι στο σπίτι τους, δεν είναι ποτέ. Η παγκόσμια κοινότητα είναι «κολοκύθια νερόβραστα», που πλασάρουν οι «αβυσσαλέα επιφανειακοί» δημοσιογράφοι(οι τιποτένιοι «εκπαιδευτές της ανθρωπότητας»). Αυτοί που «αποκαλούν επικοινωνία αυτό που είναι ανεπανόρθωτη διάσπαση (μια διάσπαση που φτάνει ακριβώς μέχρι το έσχατο όριό της…)». Κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη. Ο κόσμος μάλιστα «είναι ακόμα πιο σκληρός για όποιον ισχυρίζεται ότι μπορεί πράγματι να κάνει κάτι: η μανία του να τον γελοιοποιεί και να τον υποβιβάζει είναι ανάλογη με την ευαισθησία και την εξυπνάδα που εκείνος χρησιμοποιεί γι’ αυτό, έτσι ώστε κάθε του προσπάθεια να στρέφεται εναντίον του…». Αυτός είναι «ο ατσάλινος νόμος της βλακείας».
Όλοι οι άνθρωποι είναι εξόριστοι από την ίδια την ουσία της ζωής, είναι άδειοι, είναι ήδη νεκροί πριν πεθάνουν. Ο κόσμος των ανθρώπων είναι ένα βασίλειο νεκρών, νεκρο-ζώντανων, απέθαντων, ζόμπι. Ακόμη και ο πόνος έχει εξοριστεί. Παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ στην «Αισθητική» του μιλούσε για την αναγκαιότητα των εκδηλώσεων του πόνου μας με δάκρυα και πόσο ωραίος θεσμός ήταν οι μοιρολογίστρες, τώρα κανείς δεν κλαίει. Στη κηδεία των δύο παιδιών του αφηγητή που σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό(παροξυσμός της αδιαφορίας των περαστικών, που προσπερνούσαν) «κανείς δεν τόλμησε να εκδηλώσει τον πόνο του με θόρυβο». Κανείς δεν πονά, κανείς δεν συμπονά, κανείς δεν συμπάσχει πια. Μόνο οι νεκροί μας λυπούνται( στην οραματική συνάντηση με τον νεκρό πατέρα).
Η Κυριακή είναι η πιο δύσκολη μέρα των μοναχικών, είναι η μέρα που η αδιαφορία των άλλων οξύνει τη μοναξιά τους, πολύ περισσότερο αν η χρεία των άλλων τους αναγκάσει κάποιον να προσφύγει στη βοήθειά τους. Γι’ αυτό η μοναξιά τρομοκρατεί περισσότερο κι από το θάνατο. Γι’ αυτό ο κόσμος θα χαθεί από αδιαφορία και θα είναι μέρα Κυριακή. Ο αφηγητής, «εξόριστος» από το σπίτι του θα περιδιαβεί τον κόσμο για να διαπιστώσει ότι είναι εξόριστος κι απ’ αυτόν. Πρώτα θα γνωρίσει την κουτοπόνηρη αδιαφορία των μικροαστών: Ο θυρωρός δεν ανοίγει γιατί είναι μέρα Κυριακή, γιατί έχει στην τηλεόραση φόρμουλα1 και γιατί δεν είναι διατεθειμένος με τίποτα να χαλάσει την ιερότητα του μεσημεριανού φαγητού. «Τίποτα πια δεν διεισδύει σε τούτες τις τρύπες(σ.σ. τα διαμερίσματα, τα σπίτια) εκτός από αυτό που δεν έχει σχήμα, όπως το βουητό της τηλεόρασης…». Το χειρότερο είναι όμως ότι «οι ιδέες, τα λόγια, δεν έχουν πλέον καμιά, μα καμιά πυκνότητα. Είναι όλα διαλυμένα, δίχως ουσία, δίχως δύναμη, στο χαμηλότερο βαθμό πυκνότητας ώστε να μπορούν να περάσουν μονάχα μέσα από τις κλειδαρότρυπες…». Παραδόξως και ο ίδιος αφηγητής σέβεται τον πολιτισμό της Κυριακής, ανέχεται μ’ έναν τρόπο την αδιαφορία, αφού δεν τηλεφωνεί στην αδερφή του για να μην «την ενοχλήσω μεσημέρι Κυριακής»! Σειρά, όμως, έχει το γκαρσόνι που θα αρνηθεί την ανθρωπιά του, ή μάλλον που θα υποκριθεί την ανθρωπιά μέσα στη «γενική υποκρισία». Παριστάνουμε ό,τι είμαστε, ενώ δεν είμαστε παρά μία συγκέντρωση ηλιθίων. «Το να ζούμε σε τούτον τον κόσμο είναι πολύ χειρότερο και μας σκοτώνει πιο ριζικά και πιο βρώμικα». Οι ιδέες (γι’ αυτό και η φιλοσοφία) είναι ξένες. Γι’ αυτό όσο περισσότερο ο άνθρωπος νομίζει ότι ελέγχει τον κόσμο μέσω των επιστημών, τόσο περισσότερο του είναι ξένος, ακατανόητος(φιλοσοφώ σημαίνει καταλαβαίνω). Κανείς δεν θέτει διερωτήσεις, όλοι είναι έξω από τον κόσμο. Οι επιστήμες δεν ενδιαφέρονται για τις ερωτήσεις αλλά για τις απαντήσεις. Η φιλοσοφία «θέλει να κατανοήσει, να συλλάβει το νόημα του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε, όχι να ελέγξει ή να εξηγήσει αυτόν τον κόσμο. Το νόημα δημιουργείται μέσα από τις ερωτήσεις που θέτουμε. Αλλά η εξορία μας από τη φιλοσοφία οδηγεί στην «απόλυτη απελπισία» αφού αγνοούμε τι είναι αυτό «που μας συντρίβει», την ιλιγγιώδη υπερκόπωσή μας. Όσοι αντιλαμβάνονται κενό τρελαίνονται. Η προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θεωρείται αδυναμία, έλλειψη προσαρμογής. Γι’ αυτό η πραγματική τέχνη σήμερα έχει εξοριστεί στους απόπατους. Το κενό γεμίζει με «λατρείες». «Ο καθένας με τη λατρεία του. Τώρα για να ζήσουμε πρέπει να λατρεύουμε, να λατρεύουμε, να λατρεύουμε ό,τι να ‘ναι. Ζούμε σ’ έναν αιώνα γεμάτο λάτρεις» που λατρεύουν τον Ζιντάν και κάποιοι τον Τιτσιάνο. Κι όμως στο σταθμό μας περιμένει το τρένο για το τελευταίο μας ταξίδι.