Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Απήλθε ο Μαρκές στα πεδία της αιώνιας μοναξιάς

Έφυγε ο συγγραφέας του αριστουργήματος "Εκατό χρόνια μοναξιά", ή του μνημειώδους "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας", ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Όταν είχα διαβάσει την τελευταία του νουβέλα ένιωσα την ανάγκη να γράψω: "Λένε και γράφουν πως η τελευταία νουβέλα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές είναι η άρνηση του «Μαγικού ρεαλισμού», ή ένας ύμνος στην τρίτη ηλικία. Αυτοί που τα γράφουν αυτά είναι μάλλον άνθρωποι που δεν ερωτεύθηκαν ποτέ, ή που νομίζουν ότι ερωτεύθηκαν, αλλά δεν ερωτεύθηκαν πραγματικά. Γιατί ο έρωτας δεν έχει σχέση με τη λογική, αλλά με μία άλογη, μεταφυσική ανατροπή του Εγώ και της θέασης του κόσμου. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι όχι μόνο με μία πραγματική, αλλά μία φυσική κατάσταση που δεν επιδέχεται λογικό έλεγχο, και γι’ αυτό είναι μαγική, δηλαδή μεταφυσική. «Είμαι τρελός από έρωτα». Ο έρωτας είναι μία θέωση, ένα ενθουσιαστικό, ευτυχισμένο παραλήρημα. «Ανακάλυψα, τελικά,», λέει ο Μαρκές, «πως ο έρωτας δεν είναι μία ψυχική κατάσταση, αλλά ένα ζώδιο στο ζωδιακό κύκλο», μία μεταφυσική! Όλα τ’ άλλα, όλη η ζωή χωρίς τον έρωτα, δεν είναι ζωή, αλλά μία νευρωτική προσομοίωση της ζωής. Κάνουμε ότι ερωτευόμαστε, παριστάνουμε τους ερωτευμένους, τακτοποιώντας τον «έρωτα» σε μία λογική τάξη και σ’ ένα από εκείνα τα «κουτάκια» όπου τοποθετούμε με καταναγκαστική εμμονή «το καθετί στη θέση του, κάθε υπόθεση στην ώρα της, κάθε λέξη στο ύφος της…». Ο Μαρκές, ή καλύτερα ο ενενηντάχρονος δημοσιογράφος-δάσκαλος του αφηγήματος ανακαλύπτει το ρομαντισμό που είχε αποκηρύξει. Η δεκατετράχρονη κοιμώμενη παρθένα πουτάνα γίνεται η πριγκίπισσα των ονείρων του, η Ντελγαδίνα του, κατά το ανάλογο του ονειροπαρμένου έρωτα του Δον Κιχώτη που μεταμορφώνει μια χοντρή χωριάτισσα σε Δόνα του. Ο Μαρκές επαναλαμβάνει τον Θερβάντες που λέει ότι «Καλά κάνει όποιος αγαπάει πολύ. Και πως εκείνη η ψυχή είναι πιο λεύτερη που είναι πιότερο σκλαβωμένη στου έρωτα την πανάρχαια τυραννία». Και η ευτυχισμένη τυραννία συνίσταται στο γεγονός ότι ο ερωτευμένος εξαιτίας ακριβώς του έρωτά του αλλάζει ριζικά, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη μάταια προσπαθώντας να βρει ποιος είναι, ενώ την ίδια στιγμή πετάει «αλλοπρόσαλλα στα σύννεφα». Κι εδώ όπως στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας», ο έρωτας είναι μία υπόθεση του φαντασιακού. Η διαφορά είναι ότι εδώ το φαντασιακό συμπλέκεται με το πραγματικό, όπως δηλαδή συμβαίνει με την πραγματική τρέλα, ή μ’ αυτό που εμείς οι ανέραστοι νευρωτικοί της τάξης, της προσομοίωσης και της υποκρισίας εκλαμβάνουμε ως αποκλίνον της ισχύουσας κανονικότητας, δηλαδή ως τρέλα. Ο πρωταγωνιστής του Μαρκές που ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του στα ενενήντα χρόνια συνειδητοποιεί επιπλέον –άλλο δάνειο από τον Δον Κιχώτη(Θερβάντες)- πως «η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη Γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες, αλλά όσοι συναντούν εμπόδια». Γενικά, εδώ έχουμε την περίπτωση της άτοπης σχέσης –τον έρωτα για μια κοιμισμένη πόρνη- που κλονίζει τα ερωτικά στερεότυπα της ζήλιας, της εγκατάλειψης και της ματαίωσης, τον τρόπο δηλαδή που ερωτεύεται όλος ο κόσμος, και γι’ αυτό γίνεται το «κυνήγι της εικόνας ενός ειδικού πόθου», όπως θα έλεγε ο Ρόλαν Μπαρτ. Γι’ αυτό εδώ ο έρωτας είναι άλαλος. Και όταν η μικρή πουτάνα προσπαθεί να ψελίσει κάτι, η γλώσσα ξεσκίζει την εικόνα, η φωνή της είναι παράταιρη σε σχέση με αυτό που ανέδινε το φλύαρο κορμί της. Ο ερωτευμένος υπέργηρος δεν κάνει έρωτα με την μικρή, γιατί όπως λέει «Το σεξ είναι η παρηγοριά που έχει κανείς όταν δεν υπάρχει έρωτας». Το σεξ συνεπώς είναι ένα απλό υποκατάστατο, ένας αυνανισμός. Αυτό, όμως, που δεν λέγεται είναι ότι ο ηλικιωμένος δεν θέλει να ξεσκίσει τη φαντασιακή εικόνα του ειδικού πόθου του μέσω του σεξ. Αλλά ότι δεν συνέβη με το σεξ συνέβη με το ηχόχρωμα της φωνής της μικρής Ντελγαδίνας. «Η φωνή της είχε μια λαϊκή χροιά, σαν να μην ήταν δική της, αλλά κάποιου ξένου που βρισκόταν μέσα της. Κάθε σκιά αμφιβολίας εξαφανίστηκε τότε από την ψυχή μου: την προτιμούσα κοιμισμένη»! Ο πρωταγωνιστής του Μαρκές ερωτεύεται με τον ηδονικά μελαγχολικό τρόπο ενός διανοούμενου που αναζητάει καθρέφτη του υπερδιογκωμένου Εγώ-φαλλού του. Αυτόν τον τρόπο περιέγραψε ο Τζιάκομο Λεοπάρντι στο «ημερολόγιό» του και στην ποίησή του: «Αλίμονο σε μένα, αν αυτό είναι έρωτας, πόσο με κατατρύχει». Κάποια στιγμή η πραγματικότητα επέρχεται ως κεραυνός, το ερωτικό στερεότυπο διασαλεύει τη φαντασιακή εικόνα, ο καθρέφτης σπάει και τότε η ζήλια ξεσπάει με τη φοβερή ύβρη: «Πουτάνα»! Τελικά, όμως, οι υποχωρήσεις θα προσγειώσουν τον έρωτα και θα τον καταστήσουν συμβατό με την πραγματικότητα και ο ιδιότυπος καθρέφτης της μικρής πόρνης θα καταστεί ικανός να καθρεφτίσει τον ηλικιωμένο διανοούμενο. Η μικρή πουτάνα θα «ξετρελαθεί» με τον γέρο κι εκείνος θα αναγνωρίσει για πρώτη φορά τον εαυτό «στον απόμακρο ορίζοντα του πρώτου αιώνα» του! Ο καθρέφτης, ένας εξωτερικός καθρέφτης, τον κατόπτρισε για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά υπήρξε ταύτιση αυτού που «αισθάνεται κανείς μέσα του» μ’ αυτό που «απέξω όλος ο κόσμος το βλέπει». Κι έτσι ο ηλικιωμένος έγινε ωραίος, δηλαδή αποδέχθηκε την ώρα του, στα ενενήντα του!"

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

«Το ματωμένο θέρος του 1882»

Βιβλιοπαρουσίαση της Παναγιώτας Π. Λάμπρη: Μόλις ολοκλήρωσα για δεύτερη φορά την μελέτη του ιστορικού δοκιμίου του Γ. Χ. Παπασωτηρίου «Το ματωμένο θέρος του 1882» (εκδ. ΗΠ.Ε.ΠΟ.ΤΕ., 2014, σ. 192), έκλεισα τα μάτια, για να φανταστώ εν είδει κινηματογραφικής ταινίας όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται ο συγγραφέας, να μεταφερθώ στην εποχή και στους τόπους που αυτά έλαβαν χώρα και κατά κάποιον τρόπο να νιώσω την ανάσα των ανθρώπων που έγιναν μέρος της Iστορίας. Της Ιστορίας, η οποία αν και θα ’πρεπε να γίνεται «κτῆμα ἐς ἀεί» για τις επερχόμενες γενιές, από δική τους συνήθως αβελτηρία και εκ του αποτελέσματος δείχνει σαν να υπάρχει μόνο ως μέτρο σύγκρισης σύγχρονων τεκταινομένων με άλλα που, αν και απέχουν πολύ απ’ όσους λιγότερο ή περισσότερο μετέχουν σ’ αυτά, μοιάζουν σαν να ’ναι ίδια. Όχι, βέβαια, με την λογική ενός ιστορικού ντετερμινισμού, μια και τα γεγονότα γίνονται σε άλλο χρόνο από άλλα πρόσωπα, αλλά μ’ εκείνη την λογική που λέει πως, αν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν τα παθήματα των προγενέστερων, ίσως να είχαν αποφευχθεί πολλά των συγκαιρινών μας. Το «μάθημα» Ιστορίας που κάνει ο Γ. Χ. Παπασωτηρίου έχει ως αφετηρία έναν μικρό τόπο, «το λιβάδ’ τ’ Καραπάν’», το οποίο βρίσκεται στην άκρη του χωριού του, τους Κωστακιούς Άρτας, όπου ως παιδί έπαιζε με συνομηλίκους ποδόσφαιρο. Ένα λιβάδι, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνεται για τον συγγραφέα η σπίθα για να ερευνήσει, να μάθει και εν τέλει να κατανοήσει -μαζί του κι εμείς- την ονομασία και την ιστορία, τόσο του εν λόγω λιβαδιού που είναι τσιφλίκι του Κωνσταντίνου Καραπάνου, όσο και τα μικρά ή μεγάλα γεγονότα μιας χρονικής περιόδου του παρελθόντος, τα οποία σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή της Άρτας, και όχι μόνο. Συμβαίνει, όχι σπάνια, άλλωστε, πολλά τοπικά συμβάντα να μετατρέπονται εκ της σημασίας τους σε ιστορικά γεγονότα εθνικής σημασίας, αφού εμπλέκονται με άλλα, τα οποία συμβαίνουν περισσότερο ή λιγότερο μακριά από τον εκάστοτε τόπο και καθορίζουν πολλών ειδών εξελίξεις αναδεικνύοντας έτσι την σημασία που έχει η έρευνα, η καταγραφή και κατ’ επέκταση η γνώση του παρελθόντος ενός τόπου, η οποία συμβάλλει στο μέτρο που της αναλογεί στην διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης ενός λαού. Και είναι σχεδόν βέβαιο πως ιστορικά δοκίμια σαν και «Το ματωμένο θέρος του 1882» προκαλούν το ενδιαφέρον όχι μόνο των ειδικών και των φιλιστόρων, αλλά σε τοπικό επίπεδο, και ανθρώπων που θέλουν να κοινωνήσουν βαθύτερα με την ζωή των προγόνων, για τους οποίους ακροθιγώς είχαν ακούσει κάτι στις αφηγήσεις των παππούδων και των πατεράδων τους, μια και το περιεχόμενο του βιβλίου ανατροφοδοτεί και ενισχύει με ενδιαφέροντα τρόπο την μνήμη και δεν είναι λίγες οι φορές που ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πόσο λίγο γνωρίζει τον τόπο του! «Η γνωριμία με έναν τόπο», άλλωστε, όπως σημειώνει κι ο συγγραφέας, «συμβαίνει καταρχήν με την εικόνα και τις εικόνες του. Αλλά η αναγνώριση ενός τόπου δεν ολοκληρώνεται παρά περιδιαβάζοντας τα ίχνη που του άφησε η διαδοχή των ημερών. […] Είναι η δόξα και η παρακμή, η γλώσσα της, οι αλλαγές και το απαράλλακτό της, οι νίκες και οι ήττες, η διαχρονική αλήθεια της.» (σ. 157). Έτσι, ο αναγνώστης θα μάθει για την δράση, την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική, του Κων/νου Καραπάνου, του Χρηστάκη Εφέντη Ζωγράφου, του Γεωργίου Παχύ και άλλων ιδιοκτητών τσιφλικιών, και όχι μόνο. Πρόσωπα όλοι που ανήκουν στους λεγόμενους πολυμορφικούς επιχειρηματίες αστούς, αφού δραστηριοποιούνταν σε διαφορετικούς τομείς της οικονομικής ζωής, όπως την κατοχή μεγάλων εκτάσεων, την απόκτηση χρηματιστηριακών μετοχών και τραπεζών, την εκμετάλλευση μεταλλείων, όπως του Λαυρίου, πάντα με στόχο την μείωση της επισφάλειας και του οικονομικού κινδύνου. Θα μάθει για την εμπλοκή όλων αυτών στην πτώχευση του 1893 και θα συλλογιστεί πως ανάλογες συμπεριφορές μερίδας σύγχρονων πολιτικών και επιχειρηματιών οδήγησαν στην πτώχευση που ζούμε! Θα μάθει πώς γεννιούνται οι χρηματιστηριακές «φούσκες» προς δόξαν των μυημένων και προς καταστροφή των αδαών, και φυσικά, θα συμπεράνει πως, αν γνώριζαν οι Έλληνες, και όχι μόνο, όλα ετούτα δεν θα είχαν πέσει στην παγίδα, την οποία υψηλά ιστάμενα άτομα στην πολιτική ζωή του τόπου, και όχι μόνο, τον παρότρυναν να πιαστεί! Θα μάθει πως το αγροτικό κίνημα «ξεκίνησε στην Άρτα το 1873 εναντίον του Καρα-πάνου, και κορυφώθηκε τα χρόνια 1881-1883, ενώ απονεκρώθηκε στη συνέχεια, ξεσπώντας, τελικά, στη γειτονική Θεσσαλία το 1910.» (σ. 52). Θα μάθει, επίσης, για την Άρτα, που ήταν η «αρτυμή του κόσμου», γιατί «η απελευθέρωση σήμανε την παρακμή της»! (σ. 85) Θα μάθει ακόμα για το πώς έκαναν φτερά πολλές αρχαιότητες από τον τουρκοκρα-τούμενο χώρο της Ηπείρου, και ειδικά της Δωδώνης, οι οποίες σήμερα κοσμούν τις προθήκες μουσείων, όπως αυτά του Λούβρου, του Βερολίνου, της Κων/πολης. Θα μάθει για τις διαχρονικές παθογένειες της αστικής δημοκρατίας της χώρας, οι οποίες υφίστανται, όχι επειδή δεν μπορούν να θεραπευτούν, αλλά επειδή η ύπαρξή τους διευκολύνει την νομότυπη ή νομιμοφανή δράση κάποιων, συνήθως ισχυρών της εξουσίας και του χρήματος, οι οποίοι μετέρχονται παντοίους τρόπους, όπως δωροδοκία ψηφοφόρων, υποσχέσεις για διορισμούς στο δημόσιο, κ.λπ., προκειμένου να μην απομακρυνθούν από την νομή της εξουσίας και τα οφέλη που απορρέουν απ’ αυτή. Θα μάθει κι άλλα πολλά, το μόνο βέβαιο είναι ότι θα μάθει… Και για να μην τα πούμε όλα εδώ στερώντας την έκπληξη που κάθε αναγνώστης πρέπει να έχει ως κίνητρο για την ανάγνωση ενός βιβλίου, κλείνω αυτή την σύντομη αναφορά στο βιβλίο του Γ. Χ. Παπασωτηρίου «Το ματωμένο θέρος του 1882» σημειώνοντας μετά λόγου γνώσεως πως όποιος το μελετήσει θα απολαύσει ένα καβαφικής φιλοσοφίας ταξίδι, που θα τον καταστήσει πιο πλούσιο σε γνώσεις που αφορούν σε ιστορικά, κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά, λογοτεχνικά θέματα, τα οποία άπτονται της εποχής που πραγματεύεται, μια και όλα ετούτα είναι αλληλένδετα με τα λόγια και τις πράξεις των εμπλεκομένων. Διότι ο άνθρωπος δεν δρα ερήμην της εποχής του, η οποία προσδιορίζεται από τάσεις, αντιλήψεις, φόβους, οράματα, σχέδια, στόχους,… που άλλοτε μετουσιώνονται σε κινητήρια δύναμη και δράση κι άλλοτε γίνονται ανασταλτικός παράγοντας για την πραγματοποίηση του αναμενόμενου που υπόσχονταν καλύτερους όρους ζωής στο παρόν και το μέλλον. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αναγκαία τεκμηρίωση κι είναι γραμμένο σε γλώσσα που γοητεύει τον αναγνώστη, ιστορεί γεγονότα της εποχής του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», εκδόθηκε στην εποχή της πτώχευσης που εμείς ζούμε, η οποία, αν και απέχει χρονικά αρκετές δεκαετίες, μοιάζει να ’χει πολλά κοινά με κείνη. Την πτώχευση, η οποία δεν αφορά μόνο την έλλειψη δυνατότητας να απολαμβάνουμε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, αλλά εκείνη του μέσα μας, η οποία κάνει την εξωτερική να φαντάζει αγιάτρευτη. Κι αν το κάθε βιβλίο είναι αφορμή για ένα ταξίδι στον έξω και κυρίως τον μέσα κόσμο μας, ετούτο χωρίς άλλο, προσφέρει ένα ταξίδι με πυξίδα την ιστορική γνώση, η οποία πολλαπλά χρήσιμη, δίνει στους αναγνώστες την ευκαιρία να κοιτάξουν μ’ άλλη ματιά τα συμβαίνοντα και εν τέλει, αφού σκεφτούν αλλιώς, να πράξουν αλλιώς, μια και καμιά ουσιαστική αλλαγή δεν γίνεται, αν δεν αλλάξουν οι όροι της σκέψης και των προτεραιοτήτων στην ιδιωτική και την συλλογική ζωή.