Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Βαγγέλης Κούτας: Αετοί και λύκοι (οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι)

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μορφή της αφήγησης το «μυθιστορηματικό χρονικό». Το χρονικό είναι η αφήγηση των πραγματικών γεγονότων (res factae), ενώ η μυθοπλασία, το μυθιστορηματικό δηλαδή στοιχείο (τα res fictae) προκύπτουν από την «προοπτική» που δίνει στα πραγματικά γεγονότα η φαντασία του συγγραφέα. Όμως, η συγκεκριμένη πραγματική ιστορία μέσω των επιφυλλίδων και των βιβλίων(λαϊκό ή ληστρικό μυθιστόρημα, που έκανε θραύσει έως το 1930) δημιούργησαν ένα «θρύλο». Η ίδια δηλαδή η κοινωνία διαφύλαξε την ιστορία υπό το διπλό καθεστώς του πραγματικού και του μυθοπλαστικού. Ο Β. Κούτας, δημιουργώντας ένα δευτερογενή «μύθο» θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει τα πράγματα και τους ανθρώπους και να αναδείξει εκείνα τα σημεία που ακούσια ή εκούσια αποσιωπήθηκαν. Κυρίως, θέλει να απαντήσει στο κεντρικό ερώτημα: Γιατί οι Ρ., τελικά, δεν εντάχθηκαν ή μάλλον δεν αποδέχτηκαν τη νομιμότητα των «πάνω» και επανήλθαν στο ληστρικό βίο; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι εδώ δεν έχουμε την περίπτωση δύο απλών ληστών αλλά την ανταρσία του αγροτοποιμενικού κόσμου της ελληνικής περιφέρειας απέναντι στην βίαιη επιβολή του κράτους των βαυαρών αρχικά και του «αστικού» κράτους-χωροφύλακα των πολυμορφικών Ελλήνων αστών στη συνέχεια. Οι ληστές εν προκειμένω δεν είναι κάποιοι παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά οι εκπρόσωποι της «πρωτόγονης επανάστασης» των «κάτω», οι εκφραστές των αξιών των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων, που πένονται και καταδυναστεύονται από το κράτος-χωροφύλακα, αλλά και από το παρα-κράτος των τσιφλικούχων και των υβριδικών αστών. Αυτοί είναι οι «κοινωνικοί ληστές» που δρουν στην Ελλάδα από το 1900-1920, ενώ από το 1920-1930 αυτή η μορφή ληστείας περιορίζεται σε περιπτώσεις, όπως αυτή των Ρεντζαίων, που αιωρούνται μεταξύ των δύο Συμβολικών Τάξεων, της «αστικής» από τη μια και της αγροτοποιμενικής τους κοινότητας από την άλλη. Αλλά τι είναι η κοινωνική ληστεία; Η μορφή αυτής της «ληστείας» παρουσιάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο σαν αντίδραση των προβιομηχανικών αγροτοποιμενικών κοινωνιών στην έλευση του αστικού εθνικού κράτους και της βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ «Το βασικό σημείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για παράνομους αγρότες, που θεωρούνται εγκληματίες από τον άρχοντα και την κρατική εξουσία, αλλά παραμένουν εντός της αγροτικής κοινότητας, θεωρούμενοι από τον κόσμο τους ήρωες, αγωνιστές, εκδικητές, μαχητές της δικαιοσύνης, ακόμη και αρχηγοί απελευθερωτικών κινημάτων…». Οι ληστές μοιράζονται τις αξίες και τις επιδιώξεις του αγροτικού κόσμου και σαν παράνομοι και στασιαστές είναι ευαίσθητοι στα επαναστατικά κινήματα. Ο μεγάλος Πάντσο Βίλλα ήταν ληστής. Οι κοζάκοι το ίδιο. Οι Χαϊντούκ στη Βουλγαρία ήταν αρχικά ληστές και μετά επαναστάτες ληστές. Ο Πίκαρο, ο Ισπανός μεγάλος ήρωας των πληβείων είναι ριψοκίνδυνος, περιπετειώδης, αρνείται την έννοια της περιουσίας, σκοτώνει νεόπλουτους Ισπανούς αποικιοκράτες, δεν ξέρει που πάει, αλλά κάνει πάντα αυτό που θέλει. Όμως, πέραν του γενικού πλαισίου, η ελληνική ιδιαιτερότητα της κοινωνικής ληστείας συνδέεται ιστορικά με τους κλέφτες και τους αρματολούς. Σύμφωνα, βέβαια, με την καθεστηκυία αντίληψη δεν υφίσταται τέτοια σχέση και οι μετά το 21 ληστές ήταν απλοί παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου. Κι όμως, οι πρώτοι ληστές ήταν άστεγοι και πάμπτωχοι αγωνιστές του 21 που οι Βαυαροί απέλυσαν από το στρατό. Αλλά, κυρίως, η αντιμετώπιση των Ρεντζαίων ( το κράτος τους αμνήστευσε κάνοντάς τους αξιωματικούς της χωροφυλακής) παραπέμπει στην αντιμετώπιση των κλεφτών από την οθωμανική εξουσία(έδινε στους κλέφτες αρματολίκια εντάσσοντάς τους στην οθωμανική εξουσία και έτσι ελέγχοντάς τους). Συνοπτικά, η κοινωνική ληστεία αποτέλεσε συνέχεια της κλεφταρματολικής παράδοσης και φαινόμενο αντίδρασης των αγροτικών προβιομηχανικών κοινοτήτων απέναντι στη διάλυσή τους από το νεωτερικό αστικό κράτος. Επιχείρηση Λούρος: Ισχυρότατο επιχείρημα γι’ αυτό είναι η μαζικότητα του ληστρικού και του ληστοτροφικού φαινομένου. Δεν είναι τυχαίο πως μετά τη ληστεία της Πέτρας τεράστιες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις περικύκλωσαν την ευρύτερη περιοχή, με τρία πολεμικά πλοία στον Αμβρακικό και 7000 χωρικούς να εγκλείονται και να ανακρίνονται (μετά βασανιστηρίων) επί ημέρες στο Λούρο. Γιατί; Γιατί οι ληστές είναι συνδεδεμένοι με την τοπική τους κοινότητα, την τροφοδοτούν με τα κλεμμένα χρήματα και τροφοδοτούνται απ’ αυτή με τρόφιμα, πληροφορίες και υποστηρικτική βοήθεια. Ακόμα και οι μοναχοί συμμετέχουν εμμέσως στη ληστεία της Πέτρας. Η αγροτοποιμενική κοινότητα είναι υπερήφανη για τη λεβεντιά και τον ηρωισμό των εκπροσώπων της που είναι η άγρια βία των δύο ληστών. Γιατί η βία αποκαθιστά την ισορροπία των αδικημένων και των καταπιεσμένων, όπως θα πει αργότερα η Χάνα Άρεντ. Γιατί είναι άλλη η βία των «πάνω» και άλλη των «κάτω», καθώς οι τελευταίοι βρίσκονται σε θέση άμυνας. Αλλά γιατί έχουμε στην Ήπειρο την έξαρση του ληστρικού φαινομένου στις αρχές του 20ου αιώνα; Πολλοί την αποδίδουν στη διάλυση των τσελιγκάτων, βασική δομή των ποιμενικών κοινοτήτων. Αυτό συνέβη λόγω της αδυναμίας μετακίνησης των κοπαδιών προς τα χειμαδιά μετά το 1881 και τα νέα σύνορα. Τα χωριά των Τζουμέρκων ερήμωσαν. Αλλά νομίζω ότι η όξυνση συνέβη μετά την ιδιότυπη «ήττα-αποχώρηση» στη Β. Ήπειρο των Ελλήνων τσιφλικούχων, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει ένα «παραστρατιωτικό» σώμα που αποτελούνταν από κάθε καρυδιάς καρύδι. Ο Βας. Κολοβός – πεθερός του Γιάννη Ρέντζιου- ήταν οπλαρχηγός της επιχείρησης στη Β.Η, έγινε στη συνέχεια ληστής, ακολούθως άρχοντας, κομματάρχης του Βενιζέλου και, τέλος, άνθρωπος του Πάγκαλου. Δεν είναι τυχαίο ότι η αμνήστευση των Ρεντζαίων έγινε επί Πάγκαλου και η εκτέλεσή τους επί Βενιζέλου. Αξίζει να σημειωθεί, ομοίως, η απαγωγή των βουλευτών Μελά και Μυλωνά στις 4/8/1928 στα Γιάννενα από τους Κουμπαίους, την ημέρα που θα μιλούσε στην πόλη ο Βενιζέλος! Εν προκειμένω έχουμε και τη λεγόμενη «πολιτική ληστεία», όπου οι ληστές γίνονται κομματάρχες διαφόρων πολιτικών, χρησιμοποιώντας ως μέσο επιβολής την κατατρομοκράτηση και τον εκβιασμό των ψηφοφόρων. Οι ληστές με άλλα λόγια λειτουργούν όχι μόνο συγκρουσιακά αλλά και σαν γέφυρα μεταξύ των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων τους και του πολιτικού συστήματος. Λειτουργούν, δηλαδή, άλλοτε ως παράγοντες ενσωμάτωσης κι άλλοτε ως παράγοντες εξέγερσης. ΠΑΡΑ-ΚΡΑΤΟΣ: Το πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία είναι πως η διάλυση των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων γίνεται πολιτικά και όχι οικονομικά, καθώς η βιομηχανία είναι ανύπαρκτη. Η πολιτική δε επιβολή γίνεται με τη μιμητική μεταφορά νομικών κανόνων από την Εσπερία και με άγρια καταστολή. Γι’ αυτό ο Παύλος Καλλιγάς στο «Θάνος Βλέκας» ασκεί κριτική στη βιαστική μεταφορά ξενόφερτων νόμων και στην αδυναμία των «ταπεινών προσώπων», όπως γράφει, να αποκωδικοποιήσουν τους κώδικες του νέου αστικού κόσμου. Γι’ αυτό το λόγο κατά τη γνώμη του οι χωρικοί επικοινωνούν με την «παρα-εξουσία» των λήσταρχων παρά με την απρόσιτη εξουσία του νέου κράτους. Όμως, η «παρα-εξουσία» που βλέπει ο Καλλιγάς δεν είναι παρά η «αντι-εξουσία» των τοπικών κοινοτήτων που αντιδρούν στην εξουσία του αθηνοκεντρικού κράτους της εποχής, που δεν είναι απλώς απρόσιτο, αλλά φθάνει στην περιφέρεια λαμβάνοντας τη μορφή του «παρα-κράτους», δηλαδή της ανεξέλεγκτης εξουσίας των πολυμορφικών αστών(εμπόρων, τσιφλικούχων, κομματαρχών) κι ενός μηχανισμού από εισαγγελείς, αξιωματικούς χωροφυλακής, νομάρχες, δημοσιογράφους-εκδότες, ληστές κ.ά. Αλλά οι ληστές κάποτε διαφεύγουν. Αυτή είναι η περίπτωση του Γιάννη Ρέντζιου, ο οποίος αρνείται τη Συμβολική Τάξη του φρόνιμου οικογενειάρχη και αξιωματικού της χωροφυλακής(αντιστικτικά με τον Β. Κολοβό), αποκαθιστώντας τη σχέση του με την πληττόμενη κοινότητά του. Χτυπάει, λοιπόν, το κράτος-τράπεζα, το κράτος-τοκογλύφο. Γιατί ο ληστής (όπως και ο κλέφτης επί οθωμανικής κυριαρχίας) μπορεί να εντάσσεται στην εξουσία αλλά δεν αλλάζει τον ηθικό του κώδικα και το σύστημα αξιών του, καθώς αυτό είναι δείγμα εξευτελισμού. Ο Γ. Ρ. ξαναέγινε ληστής για να ξανακερδίσει την ψυχή του, την τιμή του, αυτή που χάθηκε όταν η Χαρίκλεια τον έμαθε να τρώει με μαχαίρι και πιρούνι, όταν φόρεσε κοστούμι και σκαρπίνια, όταν έγινε ένας φρόνιμος οικογενειάρχης. Στη συνεχή μετακένωση των Ρ. μεταξύ εξουσίας και αντιεξουσίας, κέρδισε η δεύτερη, κέρδισε το φιλότιμο, η αγροτοποιμενική Συμβολική Τάξη του ατρόμητου, του μπεσαλή, του ήρωα των αδικημένων, των αξιών της τιμής, της εκδίκησης. Οι νέοι αστοί, όπως ο Καλλιγάς, αδυνατούν να αντιληφθούν πως ένας ολόκληρος κόσμος, που ζει στη φύση, που δεν έχει αποκοπεί απ’ αυτή για να την εξουσιάσει, αλλά βιώνει τους ρυθμούς της, ταυτισμένος μαζί της, ζώντας με άλλα λόγια σε αρμονία μαζί της (ΕΝΤΟΠΙΑ) δέχεται τους νέους πολιτιστικούς κώδικες της αστικής ατομικότητας σαν βιασμό, βιώνει την αλλαγή των συμπεριφορών του που είναι φυσικοποιημένες(Habitus), σαν ακρωτηριασμό, σαν ψυχικό φόνο, σαν ξεριζωμό. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι αυτή δεν είναι μεταφορά, είναι πραγματικότητα. Είναι η άγρια βία του κράτους χωροφύλακα. Και μιλώ για τους μαζικούς εκτοπισμούς, τις μαζικές εξορίες ολόκληρων κοινοτήτων που χαρακτηρίζονταν ληστοτροφικές. Μιλώ, ακόμη, για την απαγόρευση από τις δικτατορίες του Πάγκαλου και του Μεταξά της έκδοσης μυθιστορημάτων και δημοσίευσης επιφυλλίδων στις εφημερίδες της εποχής με ιστορίες ληστών. Για το ότι η καθεστηκυία πνευματική εξουσία απαξίωσε το λαϊκό μυθιστόρημα, εξορίζοντάς το στην παρα-λογοτεχνία, μιλώντας για ληστρικό μυθιστόρημα. Το ίδιο έκανε και με το αστυ-νομικό μυθιστόρημα, τη ληστεία που κατέβηκε στις πόλεις, όπως είπε ο Γιαγκούλας, - και αναφέρει στο βιβλίο του ο Τζανακάρης. Απαγόρευσε, δηλαδή, ότι τρέφει τη λαϊκή ιδεολογία της ανταρσίας. Έχει απομείνει, άραγε, κάτι από την παράδοση και το πνεύμα ανταρσίας των ληστανταρτών; Η εξέγερση ενυπάρχει εντός μας σαν μη ενεργό ηφαίστειο, που αν δεν εκραγεί, αν δεν «ξυπνήσει» θα βιωθεί σαν ματαίωση και θα καταστεί νεύρωση. Η εξέγερση, συνεπώς, που υπνώττει μέσα μας γίνεται καθαρτική, όταν εκραγεί, καθώς επανοικειοποιείται τη χαμένη μας αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, ανασυστήνοντας το κατακερματισμένο και αφανές πρόσωπό μας. Υπάρχει, λοιπόν, αντίσταση, αλλά είναι υπόγεια, αόρατη, γιατί η σύγχρονη καταπίεση κάνει αόρατους τους καταπιεσμένους. «Η μη ορατότητα της αντίστασης αποτελεί μια απαράγραπτη πτυχή της κυριαρχίας». Αλλά και στο βαθμό που έχουμε ορατότητα, δηλαδή μία «ανοιχτή αγωνιστικότητα», αυτό δεν σημαίνει και ουσιαστική αντίθεση στον καπιταλισμό. Είναι απλά μόνο ο καπνός που βγαίνει από το ηφαίστειο. Γι’ αυτό χρειάζεται φωτιά, χρειάζεται αφύπνιση...