Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Ροβεσπιέρος και Ζίζεκ

Ο κομμουνισμός τελείωσε το 1989; «Όχι» απαντά ο Σλαβόι Ζίζεκ (Ροβεσπιέρος: Αρετή και τρομοκρατία, παρουσίαση Σλαβόι Ζίζεκ (Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου), επικρίνοντας τους «φιλελεύθερους αναθεωρητές» που υποστήριξαν ότι το 1989 «σημείωνε το τέλος μιας εποχής η οποία άρχισε το 1789, την τελική αποτυχία του κρατικιστικού-επαναστατικού μοντέλου που εμφανίστηκε αρχικά στο προσκήνιο με τους Ιακωβίνους». Ούτε το τέλος της Ιστορίας επήλθε το 1989(Φουκουγιάμα) ούτε το τέλος της επανάστασης. Ο Ζίζεκ θεωρεί ότι όλα αυτά είναι μία προσπάθεια για «να εξαλείψουμε τα ίχνη (σ.σ. της επανάστασης) όσο το δυνατό πιο εξονυχιστικά». Και ότι οι «ευαίσθητοι φιλελεύθεροι» επιζητούν «μια επανάσταση χωρίς καφεΐνη, μια επανάσταση που να μη μυρίζει επανάσταση». Αλλά ποια είναι η «καφεΐνη» της Γαλλικής Επανάστασης σύμφωνα με τον Ζίζεκ; Το 1793, η Τρομοκρατία. Το πρώτο συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε το 1789 από το 1793. Γιατί η τρομοκρατία του 1793 ήταν απαραίτητη για την προάσπιση της επανάστασης (της «αρετής») του 1789 και τις αρχές της, την ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες.
Πως τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η Αριστερά σήμερα; Μετά το 1990 η Αριστερά αισθάνεται μια «ορισμένη ντροπή» για τον κρατικό συγκεντρωτισμό και την ιακωβίνικη κληρονομιά της επανάστασης και επιζητεί να επαναπροσδιοριστεί, απαλλαγμένη από το «ιακωβίνικο πρότυπο». Αυτό είναι το «πνεύμα της εποχής», το οποίο ο Ζίζεκ υποβιβάζει στην έννοια του «γούστου», στην οποία όμως προσδίδει συγχρόνως την ιστορική βαρύτητα μιας «θεμελιώδους ιδεολογικής διάθεσης». Στην σημερινή εποχή της απροσδιοριστίας και των πολλαπλών «αληθειών», η μία και μοναδική Αλήθεια(το πεπρωμένο της ελευθερίας) του Ροβεσπιέρου δεν υφίσταται. «Η τελευταία μπορεί να πραγματωθεί μόνο με τρομοκρατικά μέσα». Πιο συγκεκριμένα, σε κατάσταση ειρήνης, η αρετή πρέπει να είναι σύμφωνα με τον Ροβεσπιέρο το χαρακτηριστικό της «λαϊκής κυβέρνησης». Όταν, όμως η κατάσταση είναι επαναστατική(έκτακτη ανάγκη), τότε η «λαϊκή κυβέρνηση» οφείλει να κινείται συγχρόνως με αρετή και τρόμο(άτεγκτη δικαιοσύνη). Ο τρόμος χωρίς την αρετή είναι ολέθριος. Στις έκτακτες καταστάσεις η επιείκεια και η συγχώρεση ισοδυναμούν με βαρβαρότητα. Σ’ αυτές τις περιστάσεις το έγκλημα πρέπει να τρομοκρατείται(«Για να προσφέρεις ασφάλεια στην αθωότητα πρέπει να τρομοκρατήσεις το έγκλημα»). Ποια όμως είναι η Αρετή; Τι είναι αυτό που προασπίζεται η τρομοκρατία; Πρέπει κανείς να διαβάσει τους λόγους του Ροβεσπιέρου, που παραθέτει ο Ζίζεκ, για να γίνει αυτό αντιληπτό. Να διαβάσει τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» που πρότεινε ο Ροβεσπιέρος και τυπώθηκε με εντολή της Εθνικής Συμβατικής. Μόνο έτσι θα γίνει κατανοητό ότι η τρομοκρατία δεν αφορούσε ένα «πουκάμισο αδειανό» ή τα πάθη ενός ανθρώπου.
Υπ’ αυτή την οπτική ο Ζίζεκ προτείνει ειδικά στη ριζοσπαστική Αριστερά να αποδεχτεί το «τρομοκρατικό», το ιακωβίνικο παρελθόν της, με κριτικό τρόπο. Τι σημαίνει με κριτικό τρόπο; Να αποδεχτούμε τον «ορθολογικό πυρήνα» της ιακωβίνικης τρομοκρατίας(που είναι φιλειρηνική σε διεθνές επίπεδο). Αυτή η τρομοκρατία αποκαλείται «χειραφετητική τρομοκρατία». Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να αποδεχτούμε την τρομοκρατία ως «θεϊκή βία»(Μπένγιαμιν), χωρίς, όμως, τη σκοταδιστική της μυθοποίηση. Η τελευταία συμβαίνει όταν δεν συνδέουμε τη βία με ένα «υπαρκτό ιστορικό φαινόμενο»(εδώ ισχύει το ιστορικά «συγκεκριμένο»). Με άλλα λόγια, «όταν αυτοί που βρίσκονται έξω από το δομημένο κοινωνικό πεδίο χτυπούν ‘’τυφλά’’ (σ.σ. όπως το Δεκέμβριο στην Αθήνα), απαιτώντας και εφαρμόζοντας μια άμεση δικαιοσύνη/εκδίκηση, αυτό είναι ‘’θεϊκή βία’’… (το πλήθος) Σαν τις βιβλικές ακρίδες… χτυπά απ’ το πουθενά, ένα μέσο δίχως σκοπό…». Εδώ ισχύει το vox populi, vox dei(φωνή λαού, φωνή θεού). Ή με τα λόγια του Ροβεσπιέρου «Η αλήθεια, αναμφίβολα, έχει τη δύναμή της, έχει την οργή της, τον δεσποτισμό της…». Γι’ αυτό μια επανάσταση χωρίς την υπερβολή της, αν είναι ενταγμένη σε κανόνες και θεσμίσεις, είναι μία «επανάσταση χωρίς επανάσταση», μια «επανάσταση» που έχει περιορισμένους στόχους.
Η ιακωβίνικη τρομοκρατία(έστω με κριτικό τρόπο-χειραφετητική τρομοκρατία) μπορεί να «επαναληφθεί» στο σημερινό διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον; Ναι, απαντά ο Ζίζεκ, αρκεί «να περάσουμε από την ανθρωπιστική τρομοκρατία (του Ροβεσπιέρου) στην αντιανθρωπιστική (ή μάλλον απάνθρωπη) τρομοκρατία». Η τελευταία (όπως και η πρώτη) δικαιώνεται «αν η κοινωνία που θα αναδυθεί μέσα απ’ αυτήν αποδειχθεί αληθινά ανθρώπινη». Για τον Ζίζεκ ισχύει το «ανθρωπισμός ή τρομοκρατία», όπου ο θετικός όρος δεν είναι ο ανθρωπισμός αλλά η τρομοκρατία. Ο ανθρωπισμός θεμελιωμένος στο «αγάπα τον πλησίον σου» απορρίπτεται, καθώς αναδύεται ο λακανικός «απάνθρωπος πυρήνας του πλησίον». Γιατί, εντάξει, να είμαστε ανθρωπιστές αλλά να μην ξεχνούμε ότι τα άτομα δεν είναι αυτόνομα υποκείμενα, αλλά στοιχεία μιας δομής που έχει τους νόμους της(ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Αλτουσέρ). Ακόμη χειρότερα ο πυρήνας της ανθρώπινης φύσης είναι απάνθρωπος(αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει). Αυτή «η απάνθρωπη διάσταση αποτελεί συγχρόνως το έσχατο στήριγμα της ηθικής»(Λακάν). Με άλλα λόγια, έχουμε την απάνθρωπη διάσταση όταν από ένα άτομο αφαιρείται η «προσωπικότητα». Δεν θα αναφερθώ στην ανάλυση του Εγώ του Ροβεσπιέρου (παρέκβαση Ζίζεκ) που ουσιαστικά μιλάει για τον de l’ un, την εξαίρεση, τον Αφέντη, αυτόν που δεν φοβάται να πεθάνει, και αυτό ακριβώς τον κάνει ξεχωριστό(εκτενής αναφορά σε παλιότερο βιβλίο του Ζίζεκ όπου αναλύει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Ο αυθεντικός επαναστάτης πρέπει να είναι ο de l’ un, να σιχαίνεται «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά»(Σαιν-Ζυστ). Αυτή είναι μία «απάνθρωπη» διάσταση του ζεύγους Αρετή-Τρομοκρατία. Μια άλλη είναι η απόρριψη της συνήθειας. Η «συνήθεια» είναι οι τυπικοί και κυρίως οι άτυποι κανόνες μιας κοινωνίας. Η αλήθεια της συνήθειας με βάση την οποία κρίνουμε το σωστό ή το λάθος, το δίκαιο και το άδικο πρέπει να υπερκεραστεί. Κάθε τι, όπως η ισότητα, πρέπει να αντιμετωπίζεται συγκεκριμένα. Με άλλα λόγια, κάθε τι πρέπει να κρίνεται ανατρέχοντας «στα θεμέλια της οικονομική τάξεως(ιδιωτική ιδιοκτησία κλπ)», ότι το πρόβλημα της ελευθερίας εμπεριέχεται στις κοινωνικές σχέσεις, που δεν είναι καθόλου «απολίτικες» και πολύ περισσότερο δεν είναι «φυσικές». Η κριτική συνεπώς του Ζίζεκ στην ιακωβίνικη τρομοκρατία είναι ότι δεν εδράζονταν στις οικονομικές σχέσεις και την αλλαγή της υλικής βάσης τους.
Εδώ λαμβάνονται αποστάσεις και επικρίνεται το «σταλινικό φαινόμενο» που αναγάγει τα πάντα στον «μεγάλο Άλλο», που εν προκειμένω είναι η «γενική βούληση» μέσω της πλειοψηφίας. Η «γενική βούληση» έρχεται να δικαιώσει μια μετα-απόφαση, τον «κομμουνιστικό παράδεισο», με βάση τον οποίο (αποτέλεσμα) κρίνεται ο καθένας. Εδώ έχουμε μία αντιστροφή, ενώ ο προτεσταντικός ντερμινισμός(προορισμός) είναι μία προαπόφαση του Θεού, στον σταλινικό κομμουνισμό έχουμε τον ίδιο ντετερμινισμό αλλά από το «αποτέλεσμα». Έτσι, η ενδεχομενικότητα γίνεται αναγκαιότητα. Η νίκη των Μπολσεβίκων εμφανίστηκε ως αναγκαιότητα. Στην περίπτωση του Στάλιν η κρίση με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή την «προοπτική της τελικής κρίσεως», του κομμουνισμού, δημιουργεί την «αντικειμενική ενοχή», το «αντικειμενικό νόημα» των πράξεων ενός ατόμου, που μπορεί να είναι έντιμο αλλά παρά ταύτα «αντικειμενικά ένοχος», αφού αντικειμενικά οι πράξεις του εξυπηρετούν τις αντιδραστικές δυνάμεις. Ποιος θα κρίνει τι σημαίνουν «αντικειμενικά» οι πράξεις κάποιου; Το Κόμμα. Η πίστη στην προοπτική του κομμουνισμού γίνεται έτσι ο «μεγάλος Άλλος» που είναι ο γνώμονας κρίσης των πάντων. Επίσης, ο Ζίζεκ επικρίνει την επίκληση του καθήκοντος προς τον «μεγάλο Άλλο» είτε είναι Θεός είτε το Κόμμα είτε η Πατρίδα για την απόσειση των ατομικών ευθυνών. Αντίθετα, το υποκείμενο είναι υπεύθυνο γιατί «πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να μεταφράσει το αφηρημένο παράγγελμα του ηθικού Νόμου(σ.σ. Καντ) σε μία σειρά συγκεκριμένων υποχρεώσεων». Άρα δεν είναι δικαιολογία η εκπλήρωση του καθήκοντος. Αντιθέτως, φορές πρέπει να μην εκπληρούται, όπως στην περίπτωση της επανάστασης, που αλλιώς, σύμφωνα με τον Λένιν, θα έπρεπε να είναι μία επανάσταση κατ’ εξουσιοδότηση, που θα πάρει δηλαδή άδεια προς τούτο. Αλλά η επανάσταση εξουσιοδοτείται μόνο από τον εαυτό της. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας πραγματικά χειραφετητικής πολιτικής και μία πολιτικής του στάτους κβο και του φόβου(που ζητάει εγγυήσεις για την επανάσταση). Απέναντι σ’ αυτή τη «βιοπολιτική» του φόβου, ο Ζίζεκ επαναπροτείνει τη «δικτατορία του προλεταριάτου» σαν τη μόνη ηθική επιλογή σήμερα. Εδώ έχουμε μια ερμηνεία του Λένιν σύμφωνα με την οποία η δικτατορία του προλεταριάτου(των εκτός της κοινωνικής δομής, των απόκληρων, των υπεράριθμων, της καθολικότητας) στρέφεται εναντίον της «αστικής λογικής» και της δημοκρατικής της ψευδαίσθησης. Η «δικτατορία του προλεταριάτου», του Όλου, της καθολικότητας είναι «ένα άλλο όνομα για τη βία της ίδιας της δημοκρατικής έκρηξης», το σημείο όπου η κρατική εξουσία γίνεται παράνομη. Η τρομοκρατική αυτή διάσταση της δημοκρατίας είναι η βίαιη εξισωτική επιβολή των «τίποτα», των «πουθενά», η βίαιη επιβολή μιας νέας τάξης τόσο πολιτικά όσο και στην καθημερινή ζωή(στο δεύτερο απέτυχε και η ιακωβίνικη και η σοβιετική και η κινέζικη επανάσταση). Εδώ ο λαός εκλαμβάνεται μόνο στην έκρηξή του, ήτοι ως «το συμβάν του γίγνεσθαι-Λαός».
Μετά απ’ όλα αυτά και μ’ ένα άλμα ο Ζίζεκ θέτει ως στόχο την «απειλή της οικολογικής καταστροφής» και προτείνει τα τέσσερα επίπεδα του Μπαντιού(αυστηρή εξισωτική δικαιοσύνη, τρομοκρατία όσων παραβιάζουν τα μέτρα, βολονταρισμός-ενάντια στη λογική της καπιταλιστικής ανάπτυξης- και η εμπιστοσύνη στο λαό. Εντέλει, ο Ζίζεκ επαναφέρει έναντι του ισχύοντος «καιροσκοπικού ρεαλισμού» την απλή πίστη στην Ιδέα της ελευθερίας, όπως αυτή του Ροβεσπιέρου στην εποχή του. Επιχείρησα αρχικά να συστηματοποιήσω τη δαιδαλώδη σκέψη του Ζίζεκ, αποφεύγοντας την όποια κριτική μου. Αυτή έπεται…

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Κουνενής Νίκος

Τι ήταν ο αρχαίος Ηρακλής; Ένας άνθρωπος της κατεστημένης εξουσίας, ένας υπηρέτης της, ο οποίος στις μέρες μας θα μπορούσε να αντιστοιχεί σ’ έναν μεγαλοδημοσιογράφο. Αυτό όμως είναι μία ερμηνεία του μύθου και όπως κάθε ερμηνεία απομυθοποιεί. Αλλά γιατί ο άνθρωπος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει ανάγκη να παράγει μύθους; Γιατί μπορεί να δει τα πράγματα μόνο διαμεσολαβημένα. Η σπηλιά του Πλάτωνα αυτό δηλοί. Άρα τα media(από το medium), αυτοί που κατέχουν τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης, τους μηχανισμούς παραγωγής των μύθων κατέχουν και τα κλειδιά της εξουσίας. Πρώτα βέβαια ο μηχανισμός παραγωγής μύθων (και ιδεολογίας) ήταν η γλώσσα(πρώτα προφορική και μετά γραπτή), σήμερα είναι η εικόνα. Ο βεμπεριανός «βιρτουόζος του πνεύματος», αυτός που ανακάλυπτε την περιοδικότητα με την οποία πλημμύριζε ο Νείλος όφειλε να βρει και τον τρόπο(φόρμα, μύθο) με τον οποίο θα επικοινωνούσε την ανακάλυψή του. Μόνο μέσα από αυτή τη διαμεσολάβηση και τα αποτελέσματά της κατάφερνε να αποκτήσει την εξουσία του μάγου(το medium, ο διαμεσολαβητής με τη φύση) ή του ιερέα(ο προνομιακός διάμεσος, συνομιλητής με το θεό). Ο τρόπος σήμερα είναι η τηλεοπτική εικόνα και ο άνθρωπός της, ο μάγος ή ιερέας της είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος.
Ξεκίνησα έτσι γιατί ο Νίκος Κουνενής στο νέο του βιβλίο (Μεταίχμιο) στρεψοδικεί αντίκρυ στη μυθολογία για να αποκαλύψει την πραγματικότητα. Ο Ηρακλής σήμερα είναι ένας Σπίλος(κατά κόσμον Γαρυφαλλίδης), ένας δηλαδή που σπιλώνει. Κι αυτός είχε την τύχη του αρχαίου. Δεν πέθανε βέβαια από ένα δηλητηριασμένο πουκάμισο, αλλά από μία σφαίρα. Γιατί και η Διηάνειρα εκσυγχρονίστηκε. Ο Κουνενής πραγματεύεται μία σημερινή πραγματικότητα με αντίστροφη αναγωγή στον αρχαίο μύθο. Ξεσκίζει το σελοφάν του μύθου, σκάει με χιούμορ και οίστρο τη φούσκα για να καταδείξει το κενό. Εδώ η ιστορία επανεγγράφεται με έμφαση όχι στο φανταστικό αλλά στο φανταστικό-πραγματικό(ειρωνεία του ριζοσπαστικού μεταμοντερνισμού). Υπό μία άλλη οπτική θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «διακειμενική ειρωνεία»(double coding), σ’ ένα παλίμψηστο σημασιών και νοημάτων όπου όμως τονίζεται η ειρωνεία και η κενότητα(συνδυασμός ανεστραμμένων ή επικαιροποιημένων αρχαίων ποιητικών-Αριστοφάνης- και ρητορικών τρόπων, με αυθαίρετες αναπλάσεις κειμένων και ονομάτων -Ηρακλής Σπίλος). Όμως εδώ έχουν μεγάλη σημασία και οι αποχρώσεις. Οι «ήρωες» και οι μάγοι (μέντιουμ-διαμεσολαβητής) έχουν τους τρόπους τους για να επικοινωνήσουν κάτι. Οι τρόποι αυτοί καθορίζονται τόσο από το μέσο –τηλεόραση- όσο και από τους ίδιους. Γι’ αυτό και οι ίδιοι έχουν τους κριτές τους, που είναι οι διαμεσολαβητές των διαμεσολαβητών. Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
Ο μεγαλοδημοσιογράφος Ηρακλής Σπίλος, το τηλεοπτικό ίνδαλμα εκατομμυρίων ανθρώπων, αυτός που ξεκαθάρισε μία σειρά υποθέσεις, που αποκάλυψε μια σειρά κομπίνες και νίκησε στο γήπεδο των αντιπάλων, δολοφονείται. Η σύγχρονη πραγματικότητα, από το Χρηματιστήριο, τους μαφιόζικους εκβιασμούς, τη νύχτα με όλη την παρα-οικονομία και τον «πολιτισμό» της, τη δαιμονοληψία, τη δεισιδαιμονία, την αμάθεια της απομονωμένης επαρχίας, αυτά και άλλα είναι εδώ εν ισορροπία, που όταν χάνεται, παρεμβαίνει ο τηλεοπτικός ήρωας Ηρακλής Σπίλος για να αποκαταστήσει το status quo. Όμως ο Σπίλος δολοφονείται. Ποιος τον σκότωσε; Ένα αριστοκρατικό ζεύγος τύπου Σέρλοκ Χολμς –Γουότσον(Ιεροκλής Χλομός-Βίσων), επιχειρεί με εγκεφαλικό τρόπο να λύσει το αίνιγμα. Και αποτυγχάνει. Εδώ κρίνεται και διακωμωδείται ο τρόπος ανάλυσης της πραγματικότητας και των μύθων. Ο καθηγητής φερ’ ειπείν Αριστοτέλης Ιντελιγένσιος σημειώνει σε άρθρο του στη «Λινοτυπία»: «Ο Γαρυφαλλίδης υπήρξε η πλέον πετυχημένη ενσάρκωση της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας, αυτής τουλάχιστον που προβάλλεται ακατάπαυστα και ηγεμονεύει σε αξιοσημείωτο βαθμό επάνω στο στατιστικό εξάβλωμα που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται κοινή γνώμη». Και αμέσως η σύγχυση του κοινού αλλά και η αλώβητη, η μη αλλοτριωμένη ακόμη λογική του πιτσιρικά: «δεν ξέρω αν ήταν φοβεός που λέει ο μπαμπάκας, ή μαλάκας που λέει η μαμάκα. Ζεν καταλαβαίνω γιατί τσακώνονται αφού μποεί να ήταν τσαι τα ζυο μαζί»!
Εδώ οφείλουμε να κάνουμε μία παρέκβαση για να εξετάσουμε την ειρωνεία και το ανατρεπτικό χιούμορ του Κουνενή. Ο Σλαβόι Ζίζεκ διακρίνει σαφώς την «κυνική θέση» (ότι ο άνθρωπος γνωρίζει το ψεύδος, αλλά δεν το αποποιείται) από αυτό που ο Πέτερ Σλότερνταϊκ αποκαλεί «Κυνισμό» και που είναι «η λαϊκή, πληβειακή απόρριψη της επίσημης κουλτούρας μέσω της ειρωνείας και του σαρκασμού…». Αυτός ο «κυνικός λόγος» (που απαντάται στον Μπρεχτ, αλλά κατά τη γνώμη μας και στον Τσόμσκι) λειτουργεί ad hominem –με τα όπλα του αντιπάλου. Όταν δηλαδή ένας πολιτικός κηρύττει το καθήκον της πατριωτικής θυσίας, ο κυνικός λόγος αποκαλύπτει και εκθέτει το προσωπικό κέρδος που ο πολιτικός αποκομίζει από τη θυσία των άλλων. Αυτή η διαδικασία σύμφωνα με τον Ζίζεκ είναι «μάλλον πραγματολογική παρά επιχειρηματολογική: ανατρέπει την επίσημη πρόταση φέρνοντάς την αντιμέτωπη με την κατάσταση εκφοράς της…». Όμως, αντιμέτωπη μ’ έναν τέτοιο κυνικό λόγο, η παραδοσιακή κριτική της ιδεολογίας (που εστιάζει στην ψευδή συνείδηση) χάνει την αποτελεσματικότητά της, οδηγώντας στη δήθεν μετα-ιδεολογία. Και τούτο συμβαίνει διότι ο κυνικός λόγος αφήνει ανέγγιχτο το θεμελιώδες επίπεδο της ιδεολογικής φαντασίωσης, το επίπεδο όπου η ιδεολογία δομεί την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί δηλαδή ο πατέρας του παιδιού χαρακτηρίζει τον Ηρακλή Σπίλο «φοβερό» και η μαμά «μαλάκα»; Γιατί κάνουν και οι δύο λάθος, αφού μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο; Πως επισυμβαίνει η αλλοτρίωση;
Γενικά, ο Ζίζεκ διαφωνεί με τον Ουμπέρτο Έκο σχετικά με την «απελευθερωτική, αντιολοκληρωτική δύναμη του γέλιου, της ειρωνικής αποστασιοποίησης…» καθώς θεωρεί ότι στις σύγχρονες κοινωνίες το γέλιο και η ειρωνεία αποτελούν «μέρος του παιχνιδιού». Η κυνική αποστασιοποίηση είναι απλώς ένας από τους πολλούς τρόπους να εθελοτυφλούμε απέναντι στη δύναμη δόμησης που διαθέτει η ιδεολογική φαντασίωση και να θεωρούμε ότι οι άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις ιδεολογικές προτάσεις (μετα-ιδεολογία).
Η ολοκληρωτική ιδεολογία, σήμερα, δεν έχει την απαίτηση να την πάρουμε στα σοβαρά –σύμφωνα πάντα με τον Ζίζεκ-, έχει απλώς το καθεστώς ενός καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού μέσου χειραγώγησης, ενώ η κυριαρχία της δεν οφείλεται στην αξία της αλήθειας της, αλλά στη βία και την υπόσχεση οφέλους.
Το «όφελος» (και η βία) σε κοινωνικό επίπεδο είναι αυτό που συνέχει την κοινωνική πραγματικότητα, είναι το «κομβικό σημείο», η κόκκινη κλωστή που συνέχει τα «αιωρούμενα σημαίνοντα» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Διαφωνώ με τον Ζίζεκ γιατί παρακάμπτει εντελώς την ψευδή συνείδηση. Ο μικρός του Κουνενή θα έλεγε ότι ισχύει και η ψευδής συνείδηση αλλά και η μη ψευδής συνείδηση του «ως εάν», καθώς και οι δύο συνειδήσεις σκέφτονται με τελικό κριτήριο το όφελος.
Κλείνοντας την παρέκβαση, οφείλω να πω ότι ο Κουνενής ασχολείται με τα καίρια ζητήματα με πρωτότυπο τρόπο. Κάθε λέξη της πρόζας προικίζεται όχι με τη μοναδικότητα που έχει η λέξη στην ποίηση(ποιητική πρόζα) αλλά με τις διάφορες ποικιλίες της, με τις μορφές που λαμβάνει στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα. Κυρίως καταδεικνύονται οι περιπτώσεις όπου χάνεται η ισορροπία και το σημαίνον, η μορφή δηλαδή τείνει να εξουδετερώσει την έννοια. Η κενότητα του σύγχρονου ιδεολογικού (μυθοποιητικού) λόγου αναδύεται με το τράβηγμα στα άκρα των κυρίαρχων γλωσσικών συμβάσεων, εκεί όπου τα νοήματα αλέθονται μέχρι την ολοσχερή μεταστοιχείωσή τους. Το χιούμορ, εντέλει, μπορεί να εμποδίσει αυτή τη μετατροπή του ψεύδους σε αλήθεια, του σημαίνοντος(μορφής-μέσου) σε σημαινόμενο(το μέσο είναι το μήνυμα); Η «γλώσσα» αυτή μπορεί να «νικήσει» την εικόνα, την τηλεοπτική μεταγλώσσα; Αυτό κατά τη γνώμη μου μπορεί να συμβεί με τη διαμόρφωση μιας σφαιρικής αντι-κουλτούρας, που θα αποκαλύπτει παντού και θα καταδεικνύει την κενότητα της ιριδίζουσας κυρίαρχης κουλτούρας -«φούσκας». Ο Κουνενής το επιτελεί αυτό στο λογοτεχνικό πεδίο. Εκεί δηλαδή όπου η γραφή είναι το μέσο. Αλλά χρειάζεται μια αντι-κουλτούρα που θα συνθέτει προφορική, γραπτή και τη γλώσσα της εικόνας στο μοναδικό ίσως ελεύθερο χώρο το «δρόμο»(ως επικοινωνιακό πεδίο-μέσο). Χρειάζεται ένα πολύπλευρο πολιτιστικό κίνημα που θα φέρει νέες μορφές, μια νέα γλώσσα κι ένα νέο, ριζοτόμο πολιτικό λόγο. Για να συμβεί αυτό ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Την ανατροπή φερ’ ειπείν του κατεστημένου στην ΕΣΗΕΑ, στην Εταιρία Συγγραφέων, στη ΓΣΕΕ και αλλού.

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

HOMO AMERICANUS

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, Δοκίμιο για την Αμερική, εκδόσεις Εστία, σ. 274
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 445
του Γιώργου Κατρούγκαλου (Αυγή 3/5/2009)

Από την εποχή του Τοκβίλ, οι Ευρωπαίοι (και μάλιστα όσοι μετέχουν της γαλλικής παιδείας, όπως οι δύο συγγραφείς που σχολιάζονται εδώ) έλκονται από την αμερικανική ιδιαιτερότητα και προσπαθούν να την εξηγήσουν. Μερικοί, όπως ο Μποντριγιάρ, βλέπουν σε αυτή «την πραγματοποιημένη ουτοπία», που «γοητεύει παγκοσμίως ακόμη κι αυτούς που υποφέρουν εξαιτίας της, πράγμα οφειλόμενο στην ενδόμυχη και παράφρονα πεποίθηση ότι έχει υλοποιήσει όλα τους τα όνειρα»1. Άλλοι -και ο γράφων-, άσχετα από την πολιτική τους ταυτότητα, αναγνωρίζουν στην κορυφογραμμή των ουρανοξυστών του Μανχάταν την όψη κάποιου μέλλοντος, την -κατά τον Θεοτοκά- «αινιγματική γοητεία των αγέννητων πραγμάτων».
Αντέχει όμως αυτή η γοητεία της Αμερικής; Στο ερώτημα αυτό απαντούν οι δύο συγγραφείς, με απόσταση δυο γενιών. Τα βιβλία δεν είναι, βεβαίως, συγκρίσιμα, γιατί και οι συγγραφείς και η εποχή και η στόχευση τους είναι διαφορετικά. Ο Θεοτοκάς, αναγνωρισμένος λογοτέχνης της γενιάς του '30 και διευθυντής τότε του Εθνικού Θεάτρου, μεταφέρει τις εντυπώσεις ενός ταξιδιού, που έγινε με πρόσκληση και έξοδα της Αμερικανικής κυβέρνησης, στις απαρχές του ψυχρού πολέμου, εν πολλοίς για να εξυπηρετηθούν οι ιδεολογικές ανάγκες του τελευταίου. Ο Παπασωτηρίου, δημοσιογράφος και κοινωνικός επιστήμονας, με θητεία στο αριστερό κίνημα, γράφει σήμερα με την αγωνία ότι «καμιά νέα 'πίστη', κανένα νέο ιδεολογικό όχημα των 'κάτω' δεν υπάρχει που να αντιπαρατίθεται ισχυρά στο αξιακό σύστημα των 'πάνω', που είναι το Εγώ και το Χρήμα».
Το Δοκίμιο για την Αμερική ουδέποτε κυκλοφόρησε στα αγγλικά, αν και εκδόθηκε σε πολλές τριτοκοσμικές χώρες, μεταφρασμένο στα ουρντού, φαρσί, αραβικά, μαράθι, κορεατικά, βιρμανικά κ.λπ. Και τούτο, γιατί ο σκοπός του (σε ό,τι αφορά το Στέητ Ντιπάρτμεντ, που χρηματοδότησε το εγχείρημα) ήταν προφανής: Η βελτίωση της εικόνας των ΗΠΑ à l'Orient, από την πένα ενός μη αγγλοσάξονα συγγραφέα. Βεβαίως, ο Θεοτοκάς δεν ήταν ένας πληρωμένος κονδυλοφόρος. Κεντρώος και «φωτισμένος» αστός, βλέπει στην Αμερική κυρίως το «πνεύμα της Δύσης». Βεβαίως, αντιλαμβάνεται πλήρως ότι στον «πόλεμο» που είχε ξεκινήσει, η επιβίωση της τάξης του εξαρτιόταν από τη νίκη της πλευράς που τον φιλοξενούσε. Γράφει ότι «ο θρίαμβος της Σοβιετικής Ένωσης θα μας γέμιζε δέος γιατί (...θα ήταν) σα να είχαν κερδίσει οι Χρυσοφόροι Μήδοι τη μάχη του Μαραθώνα».
Για τους ίδιους λόγους, η οπτική του φαίνεται σήμερα τουλάχιστον επιλεκτική, παρά την προσπάθεια του να είναι αντικειμενικός. Περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο μ' ένα διαλεκτικό παιχνίδι θέσεων υποστήριξης και αντίθεσης στην Αμερική, δεν είδε όμως τίποτα από τη μακαρθική υστερία, που ξεσπά ακριβώς στο χρόνο του ταξιδιού του (1952-1953). Ο Μακάρθι ορίστηκε πρόεδρος της ανακριτικής υποεπιτροπής αντιαμερικανικών ενεργειών της Γερουσίας το 1952. Την ίδια χρονιά, ο Τσάρλυ Τσάπλιν και πολλοί άλλοι διανοούμενοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Αντιθέτως, βλέπει εκεί «την πιο αποτελεσματική προσπάθεια για την πραγμάτωση της Δημοκρατίας, όχι μόνο στην τυπική της μορφή, μα στην ουσία της» και μάλιστα «μια σύνθεση καπιταλισμού και κολλεκτιβισμού», σε ένα «κλίμα άνετης κοινωνικής ισότητας». Άλλωστε, το βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά με μια δήλωση πίστης: «Πιστεύω στην Αμερική επειδή πιστεύω στον άνθρωπο.» Στο πλαίσιο αυτό, οι «ταξικοί αγώνες» εξορκίζονται, ως ένα ενδεχόμενο που αποφεύχθηκε τελικά, αφού «υπάρχουν ώρες όπου έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε μια αταξική κοινωνία». Ως αποκορύφωμα, η μοίρα των ινδιάνων περιγράφεται με δύο απίθανες φράσεις: «Τα Σύνορα πολιτιζόντανε. Οι νομάδες Ινδιάνοι απομακρυνόντανε».
***
Τα θέματα και στα δυο βιβλία είναι ουσιαστικά ίδια: ο ρόλος της θρησκείας, το αμερικανικό σύνταγμα ως ιδεολογία, το melting pot, το «χωνευτήρι» των λαών. Η γοητεία όμως έχει για τον Παπασωτηρίου προ πολλού αναλωθεί και η ανάλυσή του είναι πολύ βαθύτερη. Για παράδειγμα, ενώ ο Θεοτοκάς πιστεύει «ότι σε καμιά στιγμή της ιστορίας της η θρησκεία δεν βρέθηκε σύμμαχος με δυνάμεις αντιδραστικές», ο άλλος συγγραφέας αφιερώνει όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου του στον Deus Americanus, για να δείξει ότι η πουριτανική αμερικανοποίηση του Θεού συνδιαμόρφωσε τον Homo Americanus και την αγοραία ηθική του ατομισμού που τον διακρίνει.
Το βιβλίο του Παπασωτηρίου είναι πολυεπίπεδο και δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε λίγες γραμμές. Με αναφορές στην ψυχολογία, την κοινωνιολογία αλλά και τη λογοτεχνία, ανατέμνει το πτώμα αλλά και τη γέννηση της αμερικανικής γοητείας. Σταχυολογώ απλώς κάποιες κεντρικές ιδέες, με την παρατήρηση ότι ο αναγνώστης πολλά θα κερδίσει διαβάζοντάς το. Άλλωστε, η εποχή της Αμερικής φτάνει μεν στο τέλος της, βρισκόμαστε όμως ακόμη στην αρχή του τέλους...
Αντίθετα με την ευρύτατα διαδομένη πεποίθηση για την ύπαρξη δύο αντιδιαμετρικά αντίθετων Αμερικών, της ρεπουπλικανικής δεξιάς και της δημοκρατικής, διανοουμενίστικης και φιλευρωπαϊκής, ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι και οι δυο αυτές πλευρές κινούνται από την πίστη στην ιστορική αποστολή της Αμερικής ως νέο Ισραήλ. Απλώς, οι μεν την βλέπουν ως το περιούσιο έθνος του θεού, ενώ οι δε εγελιανά, ως το περιούσιο έθνος της ιστορίας.
Ενδιαφέρουσα είναι και η εξήγησή του για την έλλειψη αριστεράς «ευρωπαϊκού τύπου»: Οι κοινωνικές αντιθέσεις απορροφήθηκαν «με την αμερικανική εφεύρεση της μετάθεσης των συγκρούσεων στην περιφέρεια» και την καλλιέργεια του «κοινού αισθήματος εναντίον του ξένου, εναντίον του ίδιου του πρώην εαυτού». Δηλαδή, η εργατική τάξη δεν απέκτησε ποτέ ενιαία ταξική συνείδηση, γιατί κάθε φορά βίωνε ως κύρια αντίθεση την αντιπαράθεση στην αγορά εργασίας με το επόμενο χρονικά κύμα μεταναστών. Οι Ιρλανδοί και οι γερμανοί απέναντι στους πρώτους αγγλοσάξονες εποίκους, οι ίδιοι εναντίον των ιταλών, ελλήνων και κεντροευρωπαίων, όλοι σήμερα απέναντι στους λατινοαμερικανούς. Έτσι εξηγείται η αδυναμία της αμερικανικής αριστεράς να δράσει πέρα από το επίπεδο της ηθικής καταγγελίας ή της αναζήτησης του ατομικού αυθορμητισμού της αντικουλτούρας και της σεξουαλικής επανάστασης. Ουδέποτε μπόρεσε να εκφράσει συνολικά την κοινωνία, σε σύγκρουση με τα θέσφατα του ατομισμού και της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε «συλλογικότητα αποκτά αρνητικό περιεχόμενο, (...) σημαίνει την άμορφη μάζα, τον πολτό, την κόλαση της ομοιογένειας των 'κάτω', το δράμα των χωρίς Εγώ».
Πάντως, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στα βιβλία των αναλυτών και των περιηγητών ξένων τόπων είναι οι ιδέες που αναδύονται από αυτά, σε δεύτερο πλάνο, για τον δικό τους κόσμο. Είναι αναπόφευκτο, άλλωστε, η ματιά μας να βλέπει τα νέα θαύματα μέσα από το φίλτρο των εμπειριών της. Από την άποψη αυτή, ειδικά το βιβλίο του Θεοτοκά αποτελεί ένα καθρέφτη όχι τόσο για την Αμερική, αλλά για την Ελλάδα που δεν ξέρουμε. Σε τούτο το επίπεδο, βρήκα αποκαλυπτικό το τι θεωρεί ο συγγραφέας ως τη βαθύτερη αιτία για τη ρατσιστική αντιμετώπιση των «νέγρων»: «Μας ενοχλεί, ωστόσο, η ιδέα ότι μπορεί η κόρη μας να βρεθεί στην αγκαλιά ενός Νέγρου, ότι δεν είναι δυνατό ν' αποκτήσουμε εγγόνια 'έγχρωμα' και να γίνουμε οικογένεια μιγάδων. Κάποιο ένστικτο μέσα μας, που δεν το ξέραμε, κάποια άλογη δύναμη αντιδρά. (...) Με κάποια ξαλάφρωση αναλογιζόμαστε ότι, δόξα τω Θεώ, δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα να λύσουμε στον τόπο μας, κοντά σ' όλες τις άλλες μας σκοτούρες».
Σήμερα ο «Νέγρος» (με κεφαλαίο) ήρθε και στον τόπο μας. Εμείς όμως δεν είμαστε ρατσιστές. Απλώς αποκτήσαμε άλλη μια σκοτούρα...

Ο Γιώργος Κατρούγκαλος διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Θράκης