Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

HOMO AMERICANUS

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, Δοκίμιο για την Αμερική, εκδόσεις Εστία, σ. 274
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 445
του Γιώργου Κατρούγκαλου (Αυγή 3/5/2009)

Από την εποχή του Τοκβίλ, οι Ευρωπαίοι (και μάλιστα όσοι μετέχουν της γαλλικής παιδείας, όπως οι δύο συγγραφείς που σχολιάζονται εδώ) έλκονται από την αμερικανική ιδιαιτερότητα και προσπαθούν να την εξηγήσουν. Μερικοί, όπως ο Μποντριγιάρ, βλέπουν σε αυτή «την πραγματοποιημένη ουτοπία», που «γοητεύει παγκοσμίως ακόμη κι αυτούς που υποφέρουν εξαιτίας της, πράγμα οφειλόμενο στην ενδόμυχη και παράφρονα πεποίθηση ότι έχει υλοποιήσει όλα τους τα όνειρα»1. Άλλοι -και ο γράφων-, άσχετα από την πολιτική τους ταυτότητα, αναγνωρίζουν στην κορυφογραμμή των ουρανοξυστών του Μανχάταν την όψη κάποιου μέλλοντος, την -κατά τον Θεοτοκά- «αινιγματική γοητεία των αγέννητων πραγμάτων».
Αντέχει όμως αυτή η γοητεία της Αμερικής; Στο ερώτημα αυτό απαντούν οι δύο συγγραφείς, με απόσταση δυο γενιών. Τα βιβλία δεν είναι, βεβαίως, συγκρίσιμα, γιατί και οι συγγραφείς και η εποχή και η στόχευση τους είναι διαφορετικά. Ο Θεοτοκάς, αναγνωρισμένος λογοτέχνης της γενιάς του '30 και διευθυντής τότε του Εθνικού Θεάτρου, μεταφέρει τις εντυπώσεις ενός ταξιδιού, που έγινε με πρόσκληση και έξοδα της Αμερικανικής κυβέρνησης, στις απαρχές του ψυχρού πολέμου, εν πολλοίς για να εξυπηρετηθούν οι ιδεολογικές ανάγκες του τελευταίου. Ο Παπασωτηρίου, δημοσιογράφος και κοινωνικός επιστήμονας, με θητεία στο αριστερό κίνημα, γράφει σήμερα με την αγωνία ότι «καμιά νέα 'πίστη', κανένα νέο ιδεολογικό όχημα των 'κάτω' δεν υπάρχει που να αντιπαρατίθεται ισχυρά στο αξιακό σύστημα των 'πάνω', που είναι το Εγώ και το Χρήμα».
Το Δοκίμιο για την Αμερική ουδέποτε κυκλοφόρησε στα αγγλικά, αν και εκδόθηκε σε πολλές τριτοκοσμικές χώρες, μεταφρασμένο στα ουρντού, φαρσί, αραβικά, μαράθι, κορεατικά, βιρμανικά κ.λπ. Και τούτο, γιατί ο σκοπός του (σε ό,τι αφορά το Στέητ Ντιπάρτμεντ, που χρηματοδότησε το εγχείρημα) ήταν προφανής: Η βελτίωση της εικόνας των ΗΠΑ à l'Orient, από την πένα ενός μη αγγλοσάξονα συγγραφέα. Βεβαίως, ο Θεοτοκάς δεν ήταν ένας πληρωμένος κονδυλοφόρος. Κεντρώος και «φωτισμένος» αστός, βλέπει στην Αμερική κυρίως το «πνεύμα της Δύσης». Βεβαίως, αντιλαμβάνεται πλήρως ότι στον «πόλεμο» που είχε ξεκινήσει, η επιβίωση της τάξης του εξαρτιόταν από τη νίκη της πλευράς που τον φιλοξενούσε. Γράφει ότι «ο θρίαμβος της Σοβιετικής Ένωσης θα μας γέμιζε δέος γιατί (...θα ήταν) σα να είχαν κερδίσει οι Χρυσοφόροι Μήδοι τη μάχη του Μαραθώνα».
Για τους ίδιους λόγους, η οπτική του φαίνεται σήμερα τουλάχιστον επιλεκτική, παρά την προσπάθεια του να είναι αντικειμενικός. Περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο μ' ένα διαλεκτικό παιχνίδι θέσεων υποστήριξης και αντίθεσης στην Αμερική, δεν είδε όμως τίποτα από τη μακαρθική υστερία, που ξεσπά ακριβώς στο χρόνο του ταξιδιού του (1952-1953). Ο Μακάρθι ορίστηκε πρόεδρος της ανακριτικής υποεπιτροπής αντιαμερικανικών ενεργειών της Γερουσίας το 1952. Την ίδια χρονιά, ο Τσάρλυ Τσάπλιν και πολλοί άλλοι διανοούμενοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Αντιθέτως, βλέπει εκεί «την πιο αποτελεσματική προσπάθεια για την πραγμάτωση της Δημοκρατίας, όχι μόνο στην τυπική της μορφή, μα στην ουσία της» και μάλιστα «μια σύνθεση καπιταλισμού και κολλεκτιβισμού», σε ένα «κλίμα άνετης κοινωνικής ισότητας». Άλλωστε, το βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά με μια δήλωση πίστης: «Πιστεύω στην Αμερική επειδή πιστεύω στον άνθρωπο.» Στο πλαίσιο αυτό, οι «ταξικοί αγώνες» εξορκίζονται, ως ένα ενδεχόμενο που αποφεύχθηκε τελικά, αφού «υπάρχουν ώρες όπου έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε μια αταξική κοινωνία». Ως αποκορύφωμα, η μοίρα των ινδιάνων περιγράφεται με δύο απίθανες φράσεις: «Τα Σύνορα πολιτιζόντανε. Οι νομάδες Ινδιάνοι απομακρυνόντανε».
***
Τα θέματα και στα δυο βιβλία είναι ουσιαστικά ίδια: ο ρόλος της θρησκείας, το αμερικανικό σύνταγμα ως ιδεολογία, το melting pot, το «χωνευτήρι» των λαών. Η γοητεία όμως έχει για τον Παπασωτηρίου προ πολλού αναλωθεί και η ανάλυσή του είναι πολύ βαθύτερη. Για παράδειγμα, ενώ ο Θεοτοκάς πιστεύει «ότι σε καμιά στιγμή της ιστορίας της η θρησκεία δεν βρέθηκε σύμμαχος με δυνάμεις αντιδραστικές», ο άλλος συγγραφέας αφιερώνει όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου του στον Deus Americanus, για να δείξει ότι η πουριτανική αμερικανοποίηση του Θεού συνδιαμόρφωσε τον Homo Americanus και την αγοραία ηθική του ατομισμού που τον διακρίνει.
Το βιβλίο του Παπασωτηρίου είναι πολυεπίπεδο και δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε λίγες γραμμές. Με αναφορές στην ψυχολογία, την κοινωνιολογία αλλά και τη λογοτεχνία, ανατέμνει το πτώμα αλλά και τη γέννηση της αμερικανικής γοητείας. Σταχυολογώ απλώς κάποιες κεντρικές ιδέες, με την παρατήρηση ότι ο αναγνώστης πολλά θα κερδίσει διαβάζοντάς το. Άλλωστε, η εποχή της Αμερικής φτάνει μεν στο τέλος της, βρισκόμαστε όμως ακόμη στην αρχή του τέλους...
Αντίθετα με την ευρύτατα διαδομένη πεποίθηση για την ύπαρξη δύο αντιδιαμετρικά αντίθετων Αμερικών, της ρεπουπλικανικής δεξιάς και της δημοκρατικής, διανοουμενίστικης και φιλευρωπαϊκής, ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι και οι δυο αυτές πλευρές κινούνται από την πίστη στην ιστορική αποστολή της Αμερικής ως νέο Ισραήλ. Απλώς, οι μεν την βλέπουν ως το περιούσιο έθνος του θεού, ενώ οι δε εγελιανά, ως το περιούσιο έθνος της ιστορίας.
Ενδιαφέρουσα είναι και η εξήγησή του για την έλλειψη αριστεράς «ευρωπαϊκού τύπου»: Οι κοινωνικές αντιθέσεις απορροφήθηκαν «με την αμερικανική εφεύρεση της μετάθεσης των συγκρούσεων στην περιφέρεια» και την καλλιέργεια του «κοινού αισθήματος εναντίον του ξένου, εναντίον του ίδιου του πρώην εαυτού». Δηλαδή, η εργατική τάξη δεν απέκτησε ποτέ ενιαία ταξική συνείδηση, γιατί κάθε φορά βίωνε ως κύρια αντίθεση την αντιπαράθεση στην αγορά εργασίας με το επόμενο χρονικά κύμα μεταναστών. Οι Ιρλανδοί και οι γερμανοί απέναντι στους πρώτους αγγλοσάξονες εποίκους, οι ίδιοι εναντίον των ιταλών, ελλήνων και κεντροευρωπαίων, όλοι σήμερα απέναντι στους λατινοαμερικανούς. Έτσι εξηγείται η αδυναμία της αμερικανικής αριστεράς να δράσει πέρα από το επίπεδο της ηθικής καταγγελίας ή της αναζήτησης του ατομικού αυθορμητισμού της αντικουλτούρας και της σεξουαλικής επανάστασης. Ουδέποτε μπόρεσε να εκφράσει συνολικά την κοινωνία, σε σύγκρουση με τα θέσφατα του ατομισμού και της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε «συλλογικότητα αποκτά αρνητικό περιεχόμενο, (...) σημαίνει την άμορφη μάζα, τον πολτό, την κόλαση της ομοιογένειας των 'κάτω', το δράμα των χωρίς Εγώ».
Πάντως, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στα βιβλία των αναλυτών και των περιηγητών ξένων τόπων είναι οι ιδέες που αναδύονται από αυτά, σε δεύτερο πλάνο, για τον δικό τους κόσμο. Είναι αναπόφευκτο, άλλωστε, η ματιά μας να βλέπει τα νέα θαύματα μέσα από το φίλτρο των εμπειριών της. Από την άποψη αυτή, ειδικά το βιβλίο του Θεοτοκά αποτελεί ένα καθρέφτη όχι τόσο για την Αμερική, αλλά για την Ελλάδα που δεν ξέρουμε. Σε τούτο το επίπεδο, βρήκα αποκαλυπτικό το τι θεωρεί ο συγγραφέας ως τη βαθύτερη αιτία για τη ρατσιστική αντιμετώπιση των «νέγρων»: «Μας ενοχλεί, ωστόσο, η ιδέα ότι μπορεί η κόρη μας να βρεθεί στην αγκαλιά ενός Νέγρου, ότι δεν είναι δυνατό ν' αποκτήσουμε εγγόνια 'έγχρωμα' και να γίνουμε οικογένεια μιγάδων. Κάποιο ένστικτο μέσα μας, που δεν το ξέραμε, κάποια άλογη δύναμη αντιδρά. (...) Με κάποια ξαλάφρωση αναλογιζόμαστε ότι, δόξα τω Θεώ, δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα να λύσουμε στον τόπο μας, κοντά σ' όλες τις άλλες μας σκοτούρες».
Σήμερα ο «Νέγρος» (με κεφαλαίο) ήρθε και στον τόπο μας. Εμείς όμως δεν είμαστε ρατσιστές. Απλώς αποκτήσαμε άλλη μια σκοτούρα...

Ο Γιώργος Κατρούγκαλος διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Θράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: