Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Στάλιν

Δύο μυθιστορήματα, ένα του Γιούρι Ντομπρόφσκι: «η επιστήμη της άχρηστης γνώσης»(εκδόσεις Κέδρος) και ένα του Martin Cruz Smith: «Το φάντασμα του Στάλιν» (εκδόσεις Bell), που μεταφράστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα, διαπραγματεύονται το σταλινικό φαινόμενο. Το πρώτο(πρώτη έκδοση 1970) αναφέρεται στις σταλινικές διώξεις τη δεκαετία του 1930 στη Ρωσία και ανατέμνει τους μηχανισμούς του σταλινικού βαθέως κράτους (το κράτος εν προκειμένω ήταν ταυτισμένο με το μοναδικό εν λειτουργία κόμμα). Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε θύμα αυτής της περιόδου και «κάτοικος» των γκουλάγκ. Το δεύτερο μυθιστόρημα είναι πρόσφατο και έχει ως πεδίο δράσης την μετα-σοβιετική Ρωσία των μαφιών, των υπερπατριωτών, των κομμουνιστών και ενός πολιτικού συστήματος που χρησιμοποιεί το πολιτικό μάρκετινγκ και Αμερικανούς επικοινωνιολόγους. Οι τελευταίοι μετά από τις αναγκαίες σφυγμομετρήσεις διέγνωσαν ότι η προσωπικότητα που εξακολουθεί να δονεί θετικά ή αρνητικά τους Ρώσους είναι ο Στάλιν. Έτσι, σκηνοθέτησαν με όλες τις μεθόδους της κοινωνικής ψυχολογίας και της επικοινωνίας την επιστροφή του Στάλιν δίκην «φαντάσματος»! Το θέμα ήταν η οικειοποίηση εν όψει των εκλογών του «μεγάλου συμβόλου» από το κόμμα των «Ρώσων πατριωτών». Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μία περιγραφή της βίωσης του «ολοκληρωτικού φαινομένου» είτε με τη χονδροειδή μορφή των κομμουνιστών της σταλινικής περιόδου είτε με την περίτεχνη των Αμερικανών κατά τη σύγχρονη περίοδο (Πούτιν). Και τα δύο μυθιστορήματα δεν θα τα διάβαζα και τούτο λόγω της χαμηλής λογοτεχνικής τους αξίας (ιδιαίτερα το δεύτερο), αν δεν μου προκαλούσε εντύπωση η σύμπτωση της ταυτόχρονης έκδοσής τους, που συνέπεσε τόσο με την αντιπαράθεση Ρωσίας και ΗΠΑ (Γεωργία) όσο και με το πόρισμα του ΚΚΕ, που αναδεικνύει τον Στάλιν σε ηγετική μορφή του κομμουνισμού, ενώ οι από τον Χρουτσώφ και έπειτα ηγέτες της ΕΣΣΔ εκτιμάται ότι τον «ξεπούλησαν»! Και τα δύο βιβλία προσεγγίζουν το ζήτημα της αλήθειας. Το πρώτο με φιλοσοφικό τρόπο («τις εστιν η αλήθεια», Πιλάτος) και το δεύτερο με αστυνομικό (οι έξι «ήρωες» μαυροσκούφηδες που υποτίθεται ότι αντιτάχθηκαν σε 50 Τσετσένους αντάρτες δεν ήταν παρά δολοφόνοι, αφού συναλλάσσονταν με τα θύματα σε μια «μαύρη αγορά» πανάκριβων χαλιών). Τελικά, υπάρχει αλήθεια; Ο Σμιθ προσεγγίζει το θέμα με βάσει τον αγγλοσαξονικό πραγματισμό: όχι «δεν υπάρχει αλήθεια… Υπάρχουν μόνο εκδοχές». Και ακόμα «δε δίνω μεγάλη αξία στην αλήθεια αν ένα ψέμα εξυπηρετεί καλύτερα». Συνεπώς, η αλήθεια και το ψέμα κρίνονται με βάση την εξυπηρέτηση, το όφελος. Αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του Πραγματισμού. Η ειρωνεία είναι πως οι θαυμαστές του Στάλιν, γυρεύοντας αποδείξεις της λατρείας του, έπεσαν πάνω σ’ ένα μαζικό τάφο από θύματα του Στάλιν, που «τυχαία» ανήκαν στους είκοσι χιλιάδες αξιωματικούς του πολωνικού στρατού, αστυνομικούς, καθηγητές, συγγραφείς, γιατρούς και γενικά στην αφρόκρεμα τις πολωνικής κοινωνίας που σκοτώθηκε στο Τβερ. Η ανάσυρση αυτής της μνήμης (αλλά και του φαντάσματος του Στάλιν) είναι αναγκαία ασφαλώς για τη νομιμοποίηση της σημερινής αντιρωσικής στάσης των Πολωνών. Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στο βιβλίο του Ντομπρόφσκι. Εκεί θα δούμε ότι το «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» δεν το είπε πρώτος ο Μπους αλλά ο… Μαγιακόφσκι. Μόνο που θα χρειαστεί να διαβάσουμε εκατό ακόμα σελίδες για να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται περί ψεύδους και ότι είναι φράση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου(σελ 131)!
Στον Ντομπρόφσκι διαβάζουμε ότι η παραμικρή κριτική στον Στάλιν θεωρούνταν «έγκλημα κατά του κράτους». Η πίστη στην πολιτική θρησκεία του κομμουνισμού δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις. «Η διδασκαλία του Ηγέτη είναι πλήρης και αδιαίρετη»! «Ο αδελφός σας έχει συλληφθεί επειδή αμφέβαλλε… Είναι αποφασισμένοι να σας συλλάβουν με μία λέξη»(σελ 30). Όλα αυτά θα άξιζαν μία σύγκριση με τη σημερινή civil religion στις ΗΠΑ, αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια ενός άρθρου. Και να, στη σελίδα 63 όταν Ντομπρόφσκι περιγράφει την «Πράσινη Αγορά» κλέβει τον Βίκτορα Ουγκώ («Το στομάχι του Παρισιού»). Αλλά αυτό δεν θεωρώ ότι είναι προς θάνατον ή βεβήλωση των ιερών και των οσίων, εξάλλου υπάρχουν άλλες 678 σελίδες! Τελικά, τόσο το βιβλίο όπως και η γη είναι «μια αρένα άγριων, άνισων δυνάμεων». Αλλά να και πάλι η αλήθεια και η πίστη στην αλήθεια. Όλοι ομνύουν, πράττουν, εγκληματούν στο όνομα της αλήθειας. Η νομική από επιστήμη της άχρηστης γνώσης (ιστορία του Νόμου) γίνεται χρήσιμη καθώς η ανάκριση με την άσκηση όλων των τρόπων βίας, οδηγεί στη «στοιχειοθέτηση της αλήθειας»(σ.σ. θυμίζουμε ότι και στην αρχαιότητα η ομολογία κατόπιν βασανισμού θεωρούνταν έγκυρη!). Εδώ η σιωπή απαγορεύεται, το ίδιο και η απιστία καθώς και η «αταξική καλοσύνη»! Ακόμη και το «Πιστεύω Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία» (Κατά Μάρκον) δεν ισχύει. Συνεπώς, από τη μια έχουμε τους κατόχους της αλήθειας, τις αυθεντίες και τον μεγάλο Αυθέντη όπως και τους «θηρευτές ανθρώπινων ψυχών» και από την άλλη τους πιστούς ή τους άπιστους, τους υπονομευτές, τους εχθρούς του λαού, τους «μια φορά εχθρός για πάντα εχθρός». Να, όμως, και ο Χικμέτ, ο γνωστός μας ποιητής ενώπιον του δικαστηρίου ως μάρτυρας, να ερωτάται για το αν μία γυναίκα ήταν «αδιάντροπη πόρνη» και να απαντά με τρόπο ανοίκειο για το… σοβιετικό πουριτανισμό (της πάλης εναντίον της «σεξουαλικής αντεπανάστασης» και του μποεμισμού!) «αδιάντροπη όχι, αλλά πόρνη ναι»(να και ένα ακόμη σημείο σύγκρισης με τον αμερικάνικο ολοκληρωτικό πουριτανισμό). Ο Ντομπρόφσκι επιχειρεί να αποδώσει τη σύνδεση και συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας(νόμος του 15 μ.Χ.: «Κριτική των πράξεων του αυτοκράτορα ισοδυναμεί με προσβολή του ρωμαϊκού λαού»), του τσαρισμού και του σοβιετικού κράτους όχι με επιτυχία πάντα. Επίσης, επικεντρώνει στην αναγωγή των πάντων στο «οικονομικό» (σχέδιο), ενώ η πολιτιστική παιδεία είχε χαμηλή προτεραιότητα. Αλλά και το άτομο ήταν αναλώσιμο, περιττό, άχρηστο (κοντά στην περιγραφή του Ολοκληρωτισμού από την Χάνα Άρεντ), ενώ αγιάζονταν η αφηρημένη συλλογικότητα.
Να και ο «νέος άνθρωπος» από ατσάλι, ο άνθρωπος της παραγωγής και της συλλογικής αφθονίας στη Σοβιετική Ένωση (σε αντίθεση με τον αμερικανό άνθρωπο της κατανάλωσης στις ΗΠΑ). Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό που συνδέει και τις δύο περιπτώσεις είναι η αφθονία. Μόνο που ο Ρώσος παράγει για να απολαύσει στο μέλλον, για «την ευτυχία των μελλοντικών γενεών», ενώ ο Αμερικανός για να απολαύσει εδώ και τώρα. Βασική αποχρώσα διαφορά η αφηρημένη «συλλογική αφθονία» στη μια και η ατομική αφθονία στη δεύτερη περίπτωση.
Ο συγγραφέας περιγράφει τον συγκεντρωτισμό του κράτους (που δεν ήταν καθόλου δημοκρατικός) καθώς η παραμικρή αλλαγή προσώπων στην κορυφή σήμαινε αλλαγή πλεύσης με την εξαφάνιση των προσώπων -από πάνω ως κάτω- εκείνων που στήριζαν την πολιτική του προηγούμενου ηγέτη. Η σοβιετική δικαιοσύνη περιγράφεται ως «μια μεγάλη ιερά εξέταση». Πάντως κι εδώ το πρόβλημα εμφανιζόταν όταν ένας κρατούμενος τα τίναζε από απεργία πείνας (όπως και στον Ντε Σαντ το σύστημα ελέγχου και κυριαρχίας ακυρώνονταν από το θάνατο).
Τελικά, έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα; Είναι αυτό λογοτεχνία; Ο Ντομπρόφσκι λέει πως μια λογοτεχνία που «είναι μια πράξη πίστης στον Σοβιετικό Άνθρωπο» δεν είναι λογοτεχνία. Το ίδιο συμβαίνει όμως και για μία λογοτεχνία που είναι μία πράξη φανατικής απιστίας. Αλλά να και «η υποψία» (σελ 500). Στην ίδια βάση δημιουργούνταν τόσο ο σοβιετικός όσο και ο αμερικανός άνθρωπος (η εποχή της μεγάλης υποψίας το 1920, μακαρθισμός κ.ά.). Να και η «σοσιαλιστική σκοπιμότητα», όπως σήμερα η «αντιτρομοκρατική σκοπιμότητα» και η πρόληψη (απλώς οι αμερικανοί είναι πιο ευέλικτοι και εφευρετικοί). Όλα αυτά είναι θέμα συνείδησης; Όχι. «Και δεν έχεις συνείδηση; Ρώτησε ο κυπρίνος το λούτσο. Και ο λούτσος άνοιξε το στόμα του και κατάπιε τον κυπρίνο»! Άρα, παντού σε κάθε ολοκληρωτισμού κυριαρχεί «η συνείδηση του λύκου» για την οποία οι άνθρωποι είναι περιττοί (Άρεντ).

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

HOMO AMERICANUS-ΑΥΓΗ

Του Παναγιώτη ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 445

«Από εδώ κι εμπρός οι Αμερικανοί θεωρούν κανονικά ότι αποτελούν τον νέο ‘περιούσιον λαόν’, ότι η αυτοκρατορία τους είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της χριστιανο-σύνης, ότι το κράτος και ο στρατός του είναι τα όργανα του Θεού εναντίον των εχθρών του, των απίστων». Κι όμως: όσο αληθοφανές κι αν ηχεί το χωρίο, στην πραγματικότητα δε γράφτηκε για τις ΗΠΑ κι ούτε αναφέρεται στη μετασοβιετική παγκόσμια επικράτησή τους. Αλλάξτε τη λέξη «Αμερικανοί» και θα διαβάσετε αυτούσιο ό,τι στην πραγματικότητα έγραψε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ για τους Βυζαντινούς, στη σελίδα 41 του βιβλίου της Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας (εκδ. Ψυχογιός).Χρειάστηκαν λοιπόν τόσες πνευματικές αφυπνίσεις, τόσες κοινωνικές εξεγέρσεις, τόσοι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, τόσα δικαιϊκά συστήματα, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε, αλλά αρκεί η αλλαγή μιας λέξης για να αντιληφθούμε ότι σε ορισμένα πράγματα δεν είμαστε πολύ μακριά από εκεί που ήμασταν. Τότε ήταν οι Βυζαντινοί, τώρα είναι οι Αμερικανοί και στο ενδιάμεσο βέβαια υπήρξαν και πολλοί άλλοι. Η ίδια αυτοκρατορική αντίληψη κι η ίδια οικουμενική θεώρηση και στη μία περίπτωση και στην άλλη, παρ’ ότι διαφορετικές οι ιστορικές συνθήκες της διαμόρφωσης και ακόμη πιο διαφορετικές οι ιστορικές συνέπειες της άσκησής τους. Αλλά αν για τους Βυζαντινούς έχουμε, με τη βοήθεια τέτοιων βιβλίων, τη δυνατότητα της επαρκούς γνώσης, τι στα αλήθεια γνωρίζουμε για τους Αμερικανούς, που να ξεπερνά τον εγκαθιδρυμένο αντιαμερικανισμό μας και να συγκροτεί ένα αξιόλογο θεωρητικό σχήμα ερμηνείας και κατανόησης; Ψάχνω τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία: από πενιχρή ως μηδαμινή. Φωτεινή εξαίρεση το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου. Πρόκειται για πολιτικό δοκίμιο που με αξιώσεις διεπιστημονικής μελέτης ερευνά τις θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ψυχολογικές συνιστώσες της αμερικανικής ιδιαιτερότητας, προκειμένου να αναδείξει τη διαδικασία συμπεριλήψεων και αποκλεισμών, ήπιας και βίαιης επιβολής, απ’ την οποία προέκυψε η αμερικανική ταυτότητα. Τέσσερα είναι τα κεντρικά προβλήματα που απασχολούν το συγγραφέα σε ισάριθμα κεφάλαια του βιβλίου, σχετικά με το ρόλο της θρησκείας, τη θέση των μεταναστών, τη στάση της αμερικανικής αριστεράς και το θεωρητικό ρεύμα του πραγματισμού. Απ’ τη διεξοδική πραγμάτευσή τους προκύπτουν συμπεράσματα που εκτίθενται σε ένα πέμπτο, καταληκτικό κεφάλαιο, σχετικό με την ιδεολογική ταυτότητα που συνέχει τον Homo Americanus. Αλλά πόσο εύκολο είναι να προσδιοριστεί μια τέτοια ταυτότητα σε καιρούς μεταιχμιακούς, κι ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τις ΗΠΑ που μετέχουν πρωταγωνιστικά στις παγκόσμιες εξελίξεις και υφίστανται ταχύτερα από όλους τους άλλους τις συνέπειές τους; Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη την πανσπερμία, τη διαφορετική προέλευση και τον ετερόκλητο χαρακτήρα των στοιχείων που συνέβαλαν στην πολιτισμική διαμόρφωση των ΗΠΑ και τον συνακόλουθο κίνδυνο της υπερτίμησης ή υποτίμησης ορισμένων ανάμεσά τους σε βάρος κάποιων άλλων. Ο συγγραφέας έχει επίγνωση των δυσκολιών και θεωρώ ότι τις αντιπαρέρχεται με επιτυχία. Αναλύει την αμερικανική ταυτότητα δίχως εκπτώσεις ή απλουστεύσεις και αναδεικνύει τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της στο εύρος, στο βάθος και στη λεπτομέρεια που της πρέπει. Διαγράφει λοιπόν την εικόνα ενός δυναμικού, συγκεχυμένου και εν πολλοίς αντιφατικού συνόλου στοιχείων, σε κατάσταση συνεχούς αναδιαμόρφωσης με κινητήριο μοχλό τις συμφέρουσες αλήθειες και τις αναγκαίες ψευδαισθήσεις, που ανάλογα με το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων, την εσωτερική ή εξωτερική συγκυρία και τους σχεδιασμούς των «πάνω» επιβάλλονται κάθε φορά. Το αξιοσημείωτο είναι πως η εικόνα αυτή διαγράφεται με την αξιοποίηση ενός διεπιστημονικού πλούτου γνώσεων. Ο συγγραφέας μπορεί με την ίδια ευκολία να εξηγεί τον Χέγκελ και να αναλύει τον Τρούμαν Καπότε, να διαλέγεται με τον Κάπτσαν και να επικαλείται τον Τόκβιλ, κι όλα αυτά όχι με την έννοια των απλών βιβλιογραφικών αναφορών αλλά της εγγεγραμμένης και καλά χωνεμένης στη ανάλυση θεωρητικής γνώσης. Μ’ αυτό τον τρόπο, και πέραν των άλλων, αποφεύγεται η θεωρητική μονομέρεια που συχνά χαρακτηρίζει ανάλογα βιβλία και είναι υπεύθυνη για λογής λογής αναγωγισμούς και στρεβλώσεις.Η μεγαλύτερη όμως αρετή του βιβλίου πιστεύω πως αφορά το χαρακτήρα και τη στόχευσή του. Πρώτα απ’ όλα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο, που στο όνομα της επιστημοσύνης αποκλείει το μέσο αναγνώστη. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να απευθύνεται, επί ίσοις όροις, απ’ τον ειδήμονα μέχρι τον ανίδεο, εξασφαλίζοντας την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση για τον πρώτο και την επιθυμητή εκλαΐκευση των γνώσεων για τον δεύτερο. Αντίστοιχα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο που στο όνομα της αμεροληψίας αποκλείει τον ιδεολογικό προβληματισμό για ό,τι συμβαίνει σε ευρύτερη κοινωνική κλίμακα. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα του θεωρητικού επιστήμονα και τον προβληματισμό του πολιτικοποιημένου διανοούμενου.Ασφαλώς το κενό γνώσεων που έχουμε γύρω απ’ τις ΗΠΑ είναι τόσο μεγάλο, που δύσκολα θα καλυφθεί ακόμη και με τέτοια βιβλία. Η ευκολία με την οποία αποδώσαμε στην τρέλα των Αμερικανών τη συνομιλία του Τζ. Μπους με το Θεό ή την πρόταση του αμερικανού πάστορα για την εξολόθρευση του Ούγο Τσάβες, βεβαιώνει πόσο ριζωμένα αλλά και παραπλανητικά είναι τα σχετικά στερεότυπα. Νομίζω όμως ότι βιβλία σαν το Homo Americanus του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα, παρακαταθήκη και σημείο αναφοράς για περαιτέρω μελέτη και κατανόηση όσων συμβαίνουν σήμερα στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχει άλλωστε και το σχετικό προηγούμενο. Γιατί αν οι τυφλοί στρατιώτες του Σαμουήλ έπαψαν πια να θεωρούνται πολεμικός άθλος του Βουλγαροκτόνου, για ποιο λόγο να μην ελπίζουμε ότι κάποτε θα πάψουν κι οι κρατούμενοι του Γκουαντάναμο να θεωρούνται αποτέλεσμα της έμφυτης κακίας των Αμερικανών;

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

HOMO AMERICANUS - Ελευθεροτυπία

Στάθης-Ναυτίλος

Ενα εξαιρετικό βιβλίο κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες, το «Homo Americanus - Τα χαρακτηριστικά της Αμερικανικής ιδιαιτερότητας», γραμμένο από τον εκλεκτό συνάδελφο (και φίλο) κ. Γιώργο Παπασωτηρίου, δημοσιογράφο στη «Βραδυνή». Για τους περισσότερους από τους Ευρωπαίους, ανάμεσά τους και τους Ελληνες, οι Αμερικανοί είναι εν πολλοίς οι μεγάλοι «άγνωστοι». Ακριβώς με αυτές τις ιδιομορφίες του νεοπαγούς αυτού έθνους ασχολείται το βιβλίο, εξετάζοντας τι συνιστά την ιδιοπροσωπία των Αμερικανών, τι συνθέτει την ταυτότητά τους, τι αντιθέσεις διαπερνούν το σώμα του λαού, ποιες είναι οι κυρίαρχες δομές και ποια στοιχεία εξηγούν τις επιλογές της κοινωνίας τους, και κατά τη διαχρονία και κατά τη συγκυρία. Κατ' αντίθεσιν με τα εν εσχάτοις κρατούντα στα ελληνικά γράμματα, ο συγγραφέας δεν κατατρύχεται από την προσπάθεια να προσαρμόσει στη θεωρία του (όποια κι αν είναι αυτή) τα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνά του, αλλά καταλήγει στα συμπεράσματά του μόνον ύστερα από την απόδειξή τους.Είναι ογκώδες το υλικό που παρατίθεται στο βιβλίο και είναι ενδελεχής ο τρόπος που ερευνάται. Ο κόπος του συγγραφέα να οργανώσει την ανάγνωση αυτού του υλικού είναι το λιγότερο, το καλύτερο είναι η ανάλυσή του και το τοπίο που φανερώνεται έτσι στα μάτια του αναγνώστη, εναργές και πλήρες. Κανένα «στερεότυπο» για τους Αμερικανούς, ούτε κανενός είδους ιδεολογική δουλεία υποβαθμίζουν την εργασία του συγγραφέα, τα «γαλλικά γράμματα» του οποίου αποδεικνύονται σπουδαίο εργαλείο (αντί να τον τυφλώσουν όπως πολλούς άλλους) για την κατανόηση του Αμερικανικού ερωτήματος. Ενα λαμπρό έργο (εκδόσεις «Καστανιώτη») που η στήλη συνιστά ανεπιφύλακτα, μάλιστα με ενθουσιασμό, στους φίλους της εξερεύνησης των πραγμάτων. Τώρα, με τη διαδικασία των αμερικανικών εκλογών σε εξέλιξη, πολλές από τις συμπεριφορές των Αμερικανών, η στάση τους, οι θέσεις τους και η φύση τους μπορούν να γίνουν κατανοητές διαβάζοντας τον «Homo Americanus». Θα ήθελα επιπροσθέτως να μου επιτρέψετε και μια προσωπική ομολογία: είναι από τα λίγα έργα που με «χόρτασαν», αν σε αυτό συμπεριλάβει κανείς γνώσεις και πληροφορίες που δεν είχα, την εξήγησή τους, αλλά και την επιπρόσθεση μιας νέας περιέργειας για το μέλλον, τα τεκταινόμενα, τα ερχόμενα και επερχόμενα...*****

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Κατσουλάρης εναντίον Σταμάτη

Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μην πληγεί από τον τυφώνα ή τον κατά Χέγκελ «άνεμο της εποχής» της. Έτσι, στον καιρό των οικονομικών και πολιτικών «σκανδάλων» επιχειρεί και αυτή να αναπαράξει τον εαυτό της μέσω διαφόρων σκανδαλισμών, καθώς δεν δύναται αλλιώς. Αναφέρομαι στην κατηγορία για «λογοκλοπή» του κριτικού και συγγραφέα Κώστα Κατσουλάρη εναντίον του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη(«Βίλα Κομπρέ»). Προσπαθώντας να εξηγήσω τη συγκεκριμένη περίπτωση, διέκρινα στην επιφάνεια του υποτιθέμενου σκανδάλου να «επιπλέει» ένα αστυνομικού χαρακτήρα ερώτημα που αφορά τα (από πολλούς άλλους ρημαγμένα) πνευματικά δικαιώματα. Πιο κάτω, στα μεσαία βάθη, τίθεται το δίλημμα του λογοπλόκου(ως μυθοπλάστη) ή του λογοκλόπου(ως διακειμενιστή). Τέλος, στα μεγάλα βάθη είδα να «σέρνεται» σαν γοβιός στον αρμόβουρκο το υπαρξιακό ερώτημα αν λογοτεχνία είναι να αποκαλύπτεις ή να αποκαλύπτεσαι. Ποια σχέση, όμως, έχουν όλα αυτά με την υπόθεσή μας; Ένας μυθιστοριογράφος διαπράττει έγκλημα καθοσίωσης όταν «κλέβει» κάποιον άλλον και δεν το ομολογεί; Δεν θα πω ότι η λογοτεχνία «είναι ένα επάγγελμα για εραστές και κλέφτες...», ούτε ότι λογοτεχνία είναι «Να κλέβεις με πάθος… να ερωτεύεσαι ό,τι δεν σου ανήκει, να ξεριζώνεις την καρδιά του κόσμου...» (Π. Θαραλούκι). Θα πω μόνο ότι το ζήτημα είναι πως αντιμετωπίζεις και τι κάνεις τα… «κλεψιμέϊκα». Η ομάδα Παλαιοκώστα, ως γνωστόν, πιάστηκε ακριβώς γιατί δεν μπόρεσε να οικειοποιηθεί αποτελεσματικά τα λύτρα. Εξάλλου, πως πρέπει χαρακτηρίσουμε τον Αυστραλό ομογενή που έλαβε την καρδιά του τραγικού 18χρονου της Μυκόνου; Ο ομογενής παραμένει ο ίδιος, ή είναι πλέον ο 18χρονος; Σε ό,τι αφορά στη λογοτεχνία, ένας μυθοπλάστης που «κλέβει» ή δανείζεται από την πραγματικότητα, δεν καταφέρνει τίποτα καθώς «το ωραίο εκείνο αντικείμενο που τους δώριζα μαράζωνε στο μυθοπλαστικό περιβάλλον όπου το τοποθετούσα απότομα» (Βλ. Ναμπόκοφ «Η δεσποινίς Ό»). Άρα, έχει σημασία αν το λογοτεχνικό «σώμα» δέχεται ή απορρίπτει το δάνειο-μόσχευμα. Επίσης, η «λογοκλοπή», όχι με τους όρους μιας άτεγκτης πουριτανικής ηθικής και κάποιων σκληρών, αστυνομικών κανόνων που ομνύουν δογματικά στη μία και μοναδική λογοτεχνική αλήθεια, αλλά με τον τρόπο του Μως, δηλαδή με την έννοια του αντίδωρου, συνιστά μία νέα σύνθεση και ενδεχομένως φωτίζει με έναν άλλο τρόπο τα πράγματα(αναστοχασμός). Βέβαια, και ο Κατσουλάρης δέχεται με ένα τρόπο τη λογοκλοπή, αλλά μόνο όπως οι κλέφτες της Βιέννης (Φρόυντ), που θεωρούσαν ότι στο κλεμμένο αντικείμενο ενυπάρχει κάτι από την ψυχή του ιδιοκτήτη τους (γι’ αυτό το λόγο εξάλλου οι κλέφτες ως «αντίδωρο» άφηναν πίσω τις κουράδες τους). Σε κάθε περίπτωση, η κριτική του Κατσουλάρη για τη «Βίλα Κομπρέ» είναι τουλάχιστον ατυχής. Τελικά, ο κριτικός αντί να αποκαλύψει το συγγραφέα-λογοκλόπο, αποκαλύφθηκε ο ίδιος ως επίδοξος «Ιαβέρης» της λογοτεχνίας. Και δεν θα μας απασχολούσε το θέμα, αν αυτή η ιδιότυπη και μη δημιουργική «σκανδαλολογία» (που δεν είναι πάντα άχρηστη) δεν αποπροσανατόλιζε από το κεντρικό ερώτημα για το σημερινό ρόλο της λογοτεχνίας και την σκανδαλώδη προώθηση της «εύπεπτης» και μονοδιάστατα «διασκεδαστικής» (με την έννοια του σκορπίσματος) λογοτεχνίας, της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της τεχνικά άρτιας, αλλά αναλώσιμης, αμμώδους και γαργαλιστικά γαλακτώδους λογοτεχνίας. Πως τοποθετείται επ’ αυτού ο Κατσουλάρης και κάθε κριτικός; Τι λένε για το φαινόμενο Μαντά; Πως τοποθετείται η κριτική απέναντι στην τρομοκρατία της «λογοτεχνικής μόδας» και της αγοράς, όπου ως λογοτεχνία θεωρείται ό,τι πουλάει εδώ, τώρα και καλύτερα; Δυστυχώς, όχι μόνο δεν τοποθετείται επ’ αυτών η «κριτική» γιατί επαπειλείται με κάθε είδους λογοκρισία αλλά και αυτολογοκρισία, αντιθέτως, αναγάγει σε κανόνα τη δική της δουλικότητα(δημόσιες σχέσεις) και στηλιτεύει μετά βδελυγμίας τη γραφή υψηλού κινδύνου, ό,τι δηλαδή την υπερβαίνει και την αναιρεί. Ακόμη χειρότερα, μάλιστα, λόγω της ιδιότυπης αστυνομίας της «λογοτεχνίας της αγοράς» αλλά και των διαφόρων κομμάτων ή παρεών, το να γράφει κανείς, σήμερα, πέρα από την πεπατημένη και το κυρίαρχο, αγοραίο πλαίσιο σημαίνει να ουρλιάζει βουβά, να είναι εξοστρακισμένος και εξορισμένος από την αγορά και τους μεσίτες της, τους κριτικούς, τους «παρουσιαστές» βιβλίων και ό,τι άλλο. Αλλά αυτό δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο. «Προσπάθησα ν’ ανακαλύψω νέα άνθη, νέα άστρα, νέα σάρκα, νέες γλώσσες. Πίστεψα πως αποχτούσα υπερφυσικές δυνάμεις. Ε! Καλά! Πρέπει να θάψω τη φαντασία και τις θύμισές μου. Πάει περίπατο η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του λογοπλόκου». Τα λόγια είναι του Αρθούρου Ρεμπό λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα την ποίηση για να γίνει έμπορος όπλων. Εμείς, άραγε, σήμερα μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων, μπορούμε να αντισταθούμε; Για να γίνει αυτό μήπως οφείλουμε να ορίσουμε συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης της λογοτεχνίας; Μήπως πρέπει να ξαναδούμε τον ορισμό του «Ωραίου» από τον Μπωντλέρ, όπου συνυπάρχουν οι διαχρονικές και οι συγχρονικές αλήθειες, η διαχρονική έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας με τις συγχρονικές έννοιες του γούστου και των συνηθειών μιας συγκεκριμένης εποχής; Οι διαχρονικές χωρίς τις συγχρονικές αλήθειες, είναι απάνθρωπες έλεγε ο Μπωντλέρ. Συνεπώς, είναι το ίδιο «απάνθρωπο» όταν επιλέγουμε μόνο είτε τις συγχρονικές (αγοραία λογοτεχνία) είτε τις διαχρονικές αλήθειες. Οφείλουμε, επίσης, να επισημάνουμε ότι στο σύγχρονο δυτικό μυθιστόρημα παρά τις απεριόριστες δυνατότητες έκφρασης εκείνο που συσκοτίζεται είναι αυτό «που συνδέει τους συγγραφείς με το κράτος και με έναν παγκόσμιο ‘’μητροπολιτικό’’ ιμπεριαλισμό», είναι η απόκρυψη του κυρίαρχου «πνεύματος της εποχής» που εξόπλισε και εξοπλίζει τους συγγραφείς όσον αφορά τις μυθιστορηματικές τεχνικές της αφήγησης και των περιγραφών, με τα εσωτερικευμένα υποδείγματα συσσώρευσης, πειθαρχίας και κανονικοποίησης. «Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, σημείωνε ο μακαρίτης Έντουαρντ Σαΐντ είναι γιατί τόσο λίγοι ‘’μεγάλοι’’ μυθιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν ευθέως τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά εξωτερικά γεγονότα της ύπαρξής τους –την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό- και γιατί, επίσης, οι κριτικοί του μυθιστορήματος συνεχίζουν να υπολήπτονται αυτή την αξιοπρόσεκτη σιωπή». Την άποψη αυτή του Σαΐντ υιοθέτησαν, μετά τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, κάποιοι από τους μεγάλους ‘’μυθιστοριογράφους’’ όπως ο Μέηλερ, ο Ροθ κ.ά., που μέμφονται τους «ειδήμονες» και την «ειδημοσύνη», αυτή που έχει καταστεί μία υπηρεσία πωλούμενη στην κεντρική εξουσία της κοινωνίας με βασικό της μότο τη «μη παρέμβαση». «Λέμε στους φοιτητές μας» επισημαίνει ο Σαΐντ, «ότι υπερασπιζόμαστε την κλασική παιδεία, τις αρετές μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης και τις πολύτιμες απολαύσεις της λογοτεχνίας ακόμη και όταν παραμένουμε αδρανείς (ίσως και ανίκανοι) σε ό,τι αφορά τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο (…) οι ανθρωπιστές και οι διανοούμενοι αποδέχονται την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να διαβάζει υψηλή λογοτεχνία και ταυτόχρονα να σκοτώνει και να ακρωτηριάζει, επειδή ο πολιτιστικός κόσμος χρησιμεύει γι’ αυτό το είδος μεταμφίεσης..»!
Σήμερα, τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η αμερικανική κριτική και λογοτεχνική θεωρία αποδέχονται ανοιχτά την «αρχή της μη παρέμβασης». Ή της παρέμβασης που αρκείται στην αστυνόμευση των λογοκλεπτών! ‘Έτσι, η κειμενικότητα έγινε το υποκατάστατο της ιστορίας καθώς υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γενικά,«Η λογοτεχνική κριτική στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα (σ.σ. και τώρα στην ελληνική αλλά και παντού), απομονώνει ως επί το πλείστον την κειμενικότητα από τις καταστάσεις, τα γεγονότα, τις σωματικές αισθήσεις που την ανέδειξαν και την έκαναν κατανοητή ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας». Αυτό έκανε, λοιπόν, ο Κατσουλάρης, απομονώνει την κειμενικότητα από τις συνθήκες που την παρήγαγαν στον Κουτσί και τις συνθήκες ενοφθαλμισμού της στο κείμενο ή έστω στο διακείμενο του Σταμάτη. Η αφυδάτωση αυτή της κειμενικότητας, η καθαρή δηλαδή κειμενικότητα, σε συνδυασμό με τη μη παρεμβατική κριτική εξελίχθηκε στις ΗΠΑ σε μία επιτηδευμένη ειδική γλώσσα της οποίας η πολυπλοκότητα συσκοτίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Άρα, η κριτική συνείδηση στις μέρες μας (Σαΐντ) οφείλει να αντιμετωπίζει το πλαίσιο της κυρίαρχης κουλτούρας ως ένα σύστημα συμπεριλήψεων και αόρατων αποκλεισμών που πρέπει να αποκαλύπτονται. «Τι είναι, λοιπόν, κατά βάθος η κριτική συνείδηση, εάν όχι μια διαρκής επιλογή εναλλακτικών λύσεων;» σημειώνει ο Σαΐντ. Συνεπώς, ένας θετικός προσανατολισμός πέρα από την καταγγελία των «καλογραμμένων» αλλά ανούσιων μυθιστορημάτων, πέρα από την αποκάλυψη των αποκλεισμών των «μη ευπώλητων» είναι να αναζητούμε συνεχώς και να προτείνουμε εκείνες τις εναλλακτικές λύσεις που θα αντιστέκονται στην κυρίαρχη κουλτούρα και θα δημιουργούν τις συνθήκες μιας αντι-κουλτούρας.