Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

ΡΕΜΠΩ: Εγώ είναι ο άλλος

Ο Αρθούρος Ρεμπώ είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση είναι η φαντασία τονούμενη, είναι ο έρωτας ως δόσιμο, ως δώρο, που μιλά. Γι’ αυτό σε κάθε έκδοση ποιημάτων του Ρεμπω θυμάμαι την περίφημη πια ρήση του «Εγώ είναι ο Άλλος». Προσοχή, όχι εγώ ΕΙΜΑΙ ο Άλλος, αλλά Εγώ Είναι ο Άλλος. Στον Ρεμπώ το Εγώ δεν αφομοιώνει τον Άλλο, του δίνεται, γίνεται ο Άλλος. Με άλλα λόγια, ο Άλλος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο αλλά σαν υποκείμενο. Συνεπώς, εδώ έχουμε μία διι-υποκειμενικότητα, όπως στους μη εξουσιαστικούς, στους ισότιμους έρωτες. Κάποτε αυτές οι απόψεις και οι ποιητές ήταν επικίνδυνοι. Το αποδεικνύει και η έκδοση των φακέλων της Αστυνομίας του Παρισιού που αφορούν στην παρακολούθηση των Ουγκώ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπρετόν, Κολέτ κ.ά.! Η έκδοση των εγγράφων δείχνει ότι κάποτε η πολιτική εξουσία φοβόταν τους ανθρώπους των γραμμάτων και τους παρακολουθούσε συστηματικά, συστήνοντας προς τούτο την «αστυνομία των συγγραφέων»! Τώρα, τα φόβητρα της εξουσίας έχουν γίνει οι κολαούζοι της και «ουροβόροι», όπως τους αποκαλούσε ο μακαρίτης Μ. Μονταλμπάν, αφού περιορίζονται να κυνηγούν τις ουρές εαυτών και αλλήλων. Άλλοτε οι λογοτέχνες και οι ποιητές συνιστούσαν «απειλή για τη δημόσια τάξη και ηθική» αλλά και για την καθεστηκυία τάξη που τους φακέλωνε (για μια οφειλή, ένα πρόστιμο, μια παράβαση) ώστε να τους εκβιάζει, όταν θεωρούσε ότι απειλείται η κυριαρχία της. Αλλά εκτός από τη σχέση της αστυνομίας και της ιθύνουσας τάξης με τους συγγραφείς, μέσα από τη σαβούρα και τη σκόνη αποκαλύπτονται άγνωστες πτυχές από τη ζωή και το χαρακτήρα των συγγραφέων. Ένας αστυνομικός ονόματι Λομπάρ επί παραδείγματι έγραφε για τον Ρεμπώ: «Ως ηθική και ως ταλέντο, αυτός ο Ρεμπώ, ηλικίας 15 έως 16 ετών, ήταν και είναι μια τερατωδία…»! Καταγράφεται, ομοίως, η κραυγή του Βερλαίν: «Έχουμε τους έρωτες των τίγρεων»! Όλα αυτά τα αναθυμάμαι έχοντας μπροστά μου το «Μεθυσμένο Καράβι-Ποιήματα και Επιστολές» του Arthur Rimbaud (μετάφραση Στρατής Πασχάλης, εκδόσεις Γαβριηλίδη).
«’’Κατέγραφα σιωπές, σκοτάδια, αποτύπωνα το άφατο, καθήλωνα ιλίγγους’’. Όλη η προσπάθεια του Ρεμπώ, να σπάσει το φράγμα του ανέκφραστου. Να διαπεράσει το τείχος της σιωπής. Ν’ αρθρώσει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια» σημειώνει ο Πασχάλης. Αυτό λοιπόν για το οποίο πάσχισε ο Βιτγκενστάιν, να αποτυπώσει ό,τι δεν λέγεται με το «δεικνύναι», με τη γλώσσα του σώματος, ο Ρεμπώ θα επιχειρήσει να το εκφράσει με τη Μεταφορά, με την ποίηση. Αλλά πως «να κάνει τη σιωπή να μιλήσει»; Το μάταιο συνειδητοποιείται οδυνηρά. Αλλά και η κατάργηση του Εγώ μέσα από το «Εγώ είναι ο άλλος» δεν πετυχαίνει.
Η εποχή του Ρεμπώ είναι εκείνη κατά την οποία στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και συγκεκριμένα στον Μπαλζάκ το συγγραφικό Εγώ είναι ένα προσδιορισμένο «κοινωνικό πρόσωπο», είναι ένα εξ αποστάσεως, αφ’ υψηλού βλέμμα στον κόσμο, που πρέπει να τον δείξει, να τον αφηγηθεί. Συνεπώς εδώ το Εγώ συνοψίζει τα κοινωνικά γεγονότα και τους ασκεί κριτική. Έτσι, η ατομικότητα εκφράζει την ψυχο-κοινωνική ολότητα, το Εμείς. Ο Φλωμπέρ αντίθετα γίνεται ο μάρτυρας του αστισμού αλλά και της ευρωπαϊκής παρακμής, γι’ αυτό εδώ το Εγώ ασκεί κριτική σε μία κοινωνική ομάδα και προτάσσει την αισθητική, δηλαδή μία μεταγλώσσα ως ασπίδα και άμυνα του Ατόμου κατά της αστικής μάζας και της ανίας. Γενικά, η εκβιομηχάνιση, η μαζοποίηση και ο αστισμός θα προκαλέσουν την αντίδραση του ατόμου που αντιστέκεται, που πιστεύει στον εαυτό του. Γι’ αυτό το Εγώ του Μπαλζάκ είναι ένα άτομο προς ενσωμάτωση σ’ ένα Εμείς, ενώ το Εγώ του Φλωμπέρ και του Σταντάλ είναι ένα άτομο που θέλει να ξεφύγει από τη μάζα του Εμείς. Το Εγώ του Ρεμπώ είναι μπαλζακικό, είναι ένα Εγώ που αναγνωρίζεται στο Εμείς. Βέβαια η παλιά θεολογική διερώτηση «ποιος είμαι Θεέ μου;» θα γίνει και λογοτεχνική: «ποιος είμαι; Ένας αντικατοπτρισμός, ένα βλέμμα, μια επιθυμία;» (Προυστ). Το ευρωπαϊκό αισθητικό πρόσωπο θα γίνει ένα καταφύγιο του εαυτού και θα προσπαθήσει να συνδυάσει ένα ψυχολογικό πρόσωπο χαμένο στην ατέλειωτη σχοινοτενή ενδοσκόπηση και ένα ασταθές κοινωνικό πρόσωπο. Γι’ αυτό στις αρχές του 20ου αιώνα θα γεννηθεί στην Ευρώπη το «μυθιστόρημα του προσώπου», της επιστροφής στον εαυτό χωρίς όμως αυταπάτες.
Στην αμερικανική λογοτεχνία το Εγώ δοκιμάζεται συνεχώς μέσα από έναν άπειρα μεταβλητό ρυθμό κατακερματισμού και ανασύνθεσης του Εγώ. Το αμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1920 (lost generation-χαμένη γενιά) αποδίδει τη διάψευση των ιδανικών της ελευθερίας και του ανθρωπισμού της μεταπολεμικής περιόδου. Ο πόλεμος έκανε τους ανθρώπους δούλους μιας απάνθρωπης πολεμικής μηχανής. Στη συνέχεια, το Εγώ υποδουλώθηκε στην εκβιομηχάνιση, στην αλυσίδα του Ταίηλορ και τον επιβεβλημένο έξωθεν ξέφρενο ρυθμό της μαζικής, καταναλωτικής κοινωνίας. Ο διαψευσμένος ιδεαλισμός θα σημάνει μία αναδίπλωση στον εαυτό(Φώκνερ). Ο Χεμινγουαίη θα γίνει ο συγγραφέας όχι πλέον του κατακερματισμού αλλά της «ανασύστασης του προσώπου». Ο «επιθετικός ατομικισμός» θα είναι μία αντίδραση στην παραζάλη και τη διάλυση στο κενό της μάζας. Η αντίδραση εδώ δεν είναι αισθητική ούτε ενδοσκοπική, αλλά μια «θέληση εν τη πράξει», είναι ο Πραγματισμός που κρίνει με βάση την πράξη-δράση-σύγκρουση και το όφελος. Με λίγα λόγια, στις ΗΠΑ το Εμείς, η συλλογικότητα ενέχει αρνητικότητα, αν δεν λείπει εγγενώς. Οι συλλογικές δυνάμεις (όπως εμφανίζονται σήμερα στις κοσμοπόλεις), σύμφωνα με τον Μωρίς Λε Μπρετόν συνθλίβουν το ατομικό Εγώ (Τζον Ντος Πάσος). Ενώ οι κοινωνικοί μύθοι που αποπνέουν συλλογικότητα θεωρείται ότι διαφθείρουν την ατομική συνείδηση. Το Εγώ γίνεται έρμαιο του μη-Εγώ. Το άτομο δεν υπάρχει παρά ως ένα μόριο-τίποτα ενός συλλογικού όντος εντελώς ξένου προς το άτομο! Ή μάλλον το άτομο είναι ξένο στη χώρα του (Κερτ Βόνεγκατ «ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα»). Το αντάλλαγμα αυτής της διάλυσης είναι μερικές ψευδο-επιτυχίες, η λεγόμενη υλική επιτυχία (το αμερικανικό όνειρο-καταναλωτική κοινωνία). Έτσι, η απάνθρωπη Πολιτεία του μέλλοντος οικοδομείται σαν κοραλλιογενής νήσος πάνω στον σωρό από τα πτώματα των κενωμένων από την ουσία τους Εγώ. Γι’ αυτό οι ήρωες του Φώκνερ αναδιπλώνονται στον εαυτό τους για να ζήσουν το εσωτερικό τους όνειρο. Αλλά το σημαντικότερο που αναδεικνύεται στη «Βουή και το πάθος» και στο «Καθώς ψυχορραγώ» του Φώκνερ είναι πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να συστήσει το Εγώ του μέσα στο χρόνο –ως χρονολογική διαδοχή- διότι ζει και να ξαναζεί (λόγω της επιτάχυνσης) επεισόδια της εμπειρίας του χωρίς να έχει συνείδηση ότι τα ξαναζεί. Όλα είναι παρόν και μία πράξη χωρίς τη συνείδησή της. Επίσης, εδώ δεν υπάρχει ο «Άλλος» ως ξένος, ως ανοίκειος, υπάρχει μόνον το Εγώ, που περιλαμβάνει και κάποιους οικείους, τους εντός. Οι «άλλοι» δεν γίνονται αντιληπτοί ως δομημένα εξωτερικά Εγώ, αλλά ως η εντύπωση που εκείνοι έχουν για το Εγώ, για μένα. Είναι δηλαδή οι φορείς της εικόνας μου. Αυτοί είμαι συνεπώς Εγώ. Αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Εγώ μου. Γι’ αυτό Εγώ «είμαι οι «άλλοι», «είμαι», δηλαδή περικλείω τους άλλους, όπως περισσότερο απ’ όλους θα διαδηλώσει ο Ουίτμαν, και όχι «Εγώ είναι οι άλλοι», που υπάρχουν ανεξάρτητα από μένα, όπως λέει ο Ρεμπώ, παραπέμποντας στην ταύτιση του Εγώ με ένα ανοίκειο άλλο, μ’ ένα Εμείς, που περιλαμβάνει και τους ξένους. Γιατί έτσι μπορεί κανείς ν’ αναφωνεί και να καλεί «Α, οι καιροί να ’ρθουν/ Που όλοι θα ερωτευθούν!».

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

HOMO AMERICANUS

ΣΚΑΛΙΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 19/7/2008)
«…Στην Ευρώπη οι «κάτω», συμπεριλαμβανομένων και των αποκλεισμένων, είχαν ομοιογένεια και μπορούσαν πάντα να συστήνουν συμπαγή ενότητα, ένα «Εμείς» μέσω της πολιτικής άμβλυνσης των επιμέρους διαφορών, καθώς και να εκφράζουν τα αιτήματα της «καθ’ όλου» κοινωνίας, στρέφοντας τη σύγκρουση εναντίον του βασικού αντιπάλου, που ήταν όσοι ήλεγχαν το πανίσχυρο «κέντρο»-κράτος. Εδώ υπάρχει, μεταξύ άλλων, και η απάντηση γιατί στις ΗΠΑ δεν αναπτύχθηκε ένα ισχυρό κίνημα της Αριστεράς, εν αντιθέσει με την Ευρώπη…»
Πέντε αιώνες ζωής δεν είναι πολλοί. Για ένα κράτος. Για μια χώρα. Για ένα λαό. Για έναν πολιτισμό. Ακόμα λιγότεροι είναι οι τρεις αιώνες που διαδραματίζει ενεργό ρόλο. Ένας αιώνας είναι ελάχιστος στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά αρκούσε για να πιστοποιήσει μια νέα ταυτότητα: την αμερικανική. Αλλά τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός το 2008; Ποια είναι τα «ιδρυτικά» συστατικά σου; Και ποιες οι υποθήκες σου για το μέλλον, σε ό,τι αφορά την πολιτική, την οικονομία, τη θρησκεία, την αγορά, την κοινωνία; «…η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται πλέον στα δικά του χέρια, ως Ατόμου όμως και όχι ως ομάδας. Το Άτομο μπορεί να σωθεί, να αλλάξει, χωρίς να αλλάξει η κοινωνία. Αυτό το σημείο είναι κεντρικό για τη διαφορά Ευρώπης και ΗΠΑ…».
Μπορεί να γυαλίζεις και να καθρεφτίζεσαι ως κατακερματισμένη ύπαρξη στο γκλίτερ και τα μπότοξ των αστέρων του Χόλιγουντ και της τηλεοπτικής πραγματικότητας της Όπρα («…Οι Αμερικανοί είναι ένας λαός θεατών-κομπάρσων σε μια Αμερική που είναι ένα πελώριο θέατρο…»)* μπορεί να υποφέρεις από παχυσαρκία σερνόμενος στις αλυσίδες φαστφουντάδικων που σε ηγεμονεύουν («…οι ορατοί και αόρατοι είναι η διάκριση της αμερικανικής κοινωνίας που έγινε διάκριση της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι από εδώ θα ξεκινήσει η εποχή του φαίνεσθαι και της εικόνας…»)* μπορεί να πεθαίνεις από ανορεξία προσπαθώντας να μοιάσεις στο ιδανικό μοντέλο της ζωής που σου προτείνεται αφειδώς* μπορεί να φοβάσαι τους σκουρόχρωμους και τους μελαμψούς μη βομβαρδίσουν την κυριαρχία σου και πλήξουν το γόητρό σου («…Ο ρατσισμός δεν είναι παρά ένα παιχνίδι μετάθεσης, καθώς στον «ξένο» μετατίθενται όλα τα κακά της κοινωνίας…»)* μπορεί να δηλώνεις την ελευθερία σου, αλλά να ζεις χωρίς αυτή και να μην το ξέρεις* μπορεί να παλεύεις μια ζωή να υπηρετήσεις το Αμερικανικό σου Όνειρο, γιατί το μπορείς, όπως όλοι άλλωστε έχουν δικαίωμα σ’ αυτή την ουτοπία («…η Αγορά και το Θέαμα «αλέθουν» τα πάντα ή, αλλιώς, συνδυάζουν με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο τους αντιτιθέμενους κόσμους…» )* μπορεί να μην ξέρεις κατά πού πέφτει η Ελλάδα στο χάρτη, ακόμη κι αν φέρεις στις φλέβες σου την επιμειξία της* μπορεί να είσαι ήδη ένας Homo Americanus που με τον τρόπο σου βοηθάς να σου μοιάσουν κατά τι όλοι, ακόμη και όσοι διαβάζουν από τα βιβλία την Αμερική, τη βλέπουν απλώς στην τηλεόραση και την ακούν μέσω της μουσικής στο ραδιόφωνο. Μπορεί. Αλλά ποιος είσαι πραγματικά; Τι σε οδήγησε να γίνεις αυτό που είσαι; «…στην Αμερική το Εμείς έχει αρνητικό πρόσημο. Η συλλογικότητα είναι συνώνυμη του μη ορατού, της μη αναγνώρισης του μη Εγώ. Το αναγνωρισμένο Άτομο θα γίνει ιδανικό και σκοπός* και ο ατομικισμός θα καταστεί η πιο ισχυρή ιδεολογία, που θα δοξαστεί πρώτα από τη θρησκεία και στη συνέχεια από την κοινωνία…».
Το βιβλίο του δημοσιογράφου Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου, με τίτλο «HOMO AMERICANUS- Τα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ιδιαιτερότητας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, παρέχει τα φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά «εργαλεία», το δρόμο της σκέψης που περνά μέσα και από τη λογοτεχνία και εδράζεται στις επιμέρους θεωρήσεις του Χέγκελ και του Μέιλερ, του Μίλερ και του Τσόμσκι, του Ζίζεκ και του Ρόρτυ, του Χάμπερμας και του Ρίφκιν, του Φουκουγιάμα και της Κρίστεβα, του Βιντάλ και του Βόννεγκατ, του Καπότε και της Όουτς, του Μπέλοου και του Κρούγκμαν, του Τζέημς και του Ντιούι, του Μέλβιλ και του Χόθορν, για να οδηγηθεί κανείς στην αποκρυστάλλωση δικής του γνώμης για την αμερικανική πραγματικότητα. Απολύτως homo politicus ο συγγραφέας, καταθέτει τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη που έχει ακολουθήσει ο άνθρωπος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μέσα από την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και θρησκευτική του υπόσταση. «…στις ΗΠΑ η ΠΙΣΤΗ και η ΠΙΣΤΩΣΗ είναι δύο στοιχεία αλληλεξαρτώμενα… η πίστη στο Θεό και η πίστη στην Αμερική συνδέονται μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο που συνιστά την αμερικανική ιδιαιτερότητα…».
Με καθαρά επιστημονικό -στη βάση του αλλά και στη μορφή του- τρόπο γραμμένο το βιβλίο δεν αποτρέπει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει να ξεδιπλώνεται μπροστά του η ερμηνεία απόκτησης ή κατάκτησης της αμερικανικής «ταυτότητας» -από τους πρώτους εποίκους μέχρι και σήμερα. «…η πολιτιστική κρίση και η κρίση ταυτότητας στις ΗΠΑ μοιάζει διαρκής. Αρχίζει από την ίδρυση του αμερικανικού έθνους και συνεχίζεται μέχρι σήμερα…». Ποια είναι η «ραχοκοκαλιά» που διατρέχει αυτή τη χώρα με τις απέραντες ανομοιογένειες και αντιφάσεις; «…το Άτομο είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση της εθνικής κατασκευής των ΗΠΑ…». Ποιοι έχουν γίνει κατά καιρούς οι κρίκοι συνοχής αυτού του πληθυσμού που ενώνεται εξωτερικά μόνο κάτω από τα αστέρια της σημαίας του; Πώς έχει επιχειρηθεί η επίτευξη της εσωτερική και ψυχικής του συνοχής και συνεκτικότητας; Από ποιους; Ποιοι ωφελήθηκαν; Ποιοι «νικητές» γράφουν τη συνέχεια της ιστορίας; Ποια είναι λοιπόν η αφήγηση αυτού του κομματιού της ανθρωπότητας; «…η λογοτεχνική αφήγηση, όπως κάθε αφήγηση, είναι το σημείο στο οποίο είναι παγιδευμένη η επιθυμία…».
Οι παραπομπές και σημειώσεις του βιβλίου είναι όλος του ο θησαυρός. Μια αφήγηση –αυτή των ΗΠΑ- που αναλύεται δοκιμιακά και κριτικά στο σύνολό της μέσα από τα φιλοσοφικά κάτοπτρα, τη λογοτεχνική συμβολή, αλλά και τα φίλτρα της πολιτικής επιστήμης. Ο Γ. Χ. Παπασωτηρίου παραδίδει ένα κείμενο εξαιρετικά μεστό και δυνατό, με γερή και εμπεριστατωμένη άποψη, αλλά δεν προσπαθεί να «προσηλυτίσει» τον αναγνώστη του και να τον φέρει στο δικό του πεδίο της σκέψης. Ίσα ίσα. Γεννάει τόσα καινούρια και διαρκή ερωτηματικά για τον περίφημο αυτό «homo americanus» με τα ζητήματα που θέτει προς εξέταση, που φέρνει τον αναγνώστη του στη θέση να επιχειρήσει να βρει ο ίδιος τη δική του απάντηση, όχι μόνο για την «αμερικανική ιδιαιτερότητα», αλλά και για την επίδρασή της στη δική του ζωή και πραγματικότητα. Ο ίδιος φτάνει στα δικά του συμπεράσματα με τρόπο που δεν αποζητά την τέλεια αποδοχή από τον αναγνώστη του, αλλά αναπτύσσοντας μια διαλεκτική η οποία στην ουσία εκμαιεύει την αμφιβολία. Αυτό είναι το κέρδος για ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Όχι να υιοθετήσεις αυτολεξεί τις απόψεις του –αυτό είναι πολύ εύκολο κι έτσι κι αλλιώς το πετυχαίνει με τη πρώτη ανάγνωση ο συγγραφέας, γιατί παραθέτει πειστικά τα επιχειρήματά του- αλλά να ερευνήσεις σε βάθος και περαιτέρω όλα εκείνα τα στοιχεία που σου δίνει για να στηρίξει τη δική του θεώρηση για την αμερικανική πραγματικότητα. Οι πολλαπλές επιστρώσεις πληροφοριών και θεωριών είναι αυτές που σε οδηγούν από άλλους δρόμους η κάθε μία στη συγκρότηση δικής σου επιχειρηματολογίας και γνώμης. Σου παρέχει το κείμενο συμπυκνωμένο τόσο υψηλό γνωσιολογικό επίπεδο που οφείλεις, αν σέβεσαι την πυκνότητά του αλλά και τη δική σου φιλομάθεια, να διαλέξεις τους βασικούς άξονες διάρθρωσής του και να προσπαθήσεις να τους ερευνήσεις κι άλλο, επιχειρώντας να τους αποδείξεις εκ νέου -ή να τους απορρίψεις- στον εαυτό σου.
Δεν πρόκειται για την ερμηνεία μιας αφήγησης που παραθέτει μονομερώς επιχειρήματα. Ασφαλώς διαθέτει οπτική αυτό το βιβλίο και μάλιστα ισχυρή και καταλυτική, αλλά πρόκειται για τη θεώρηση ενός κόσμου και από την απόσταση του ευρωπαϊκού βλέμματος, αλλά και εκ των έσω. Ιδίως αυτό το τελευταίο. «Διαβρώνει» εκ των έσω τους ιστούς που συγκρατούν και συγκροτούν την αμερικανική κοινωνία, αποδομεί αποτελεσματικά έτσι τη λειτουργία της πολυπαραγοντικής αυτής πραγματικότητας, ώστε να την ανασυνθέσει στο τέλος με τρόπο καταληπτό και ωφέλιμο. «…ο εσωτερικός και, πολύ περισσότερο, ο εξωτερικός «εχθρός» δημιουργούν τους αρμούς που θα συνέχουν κάθε φορά το αμερικανικό μωσαϊκό…». Ο Παπασωτηρίου δεν γράφει δογματικά, αν και ξεδιπλώνει ξεκάθαρα την άποψή του, δεν πέφτει θύμα του άγονου, στείρου, ατεκμηρίωτου και σχεδόν ενστικτώδους αντιαμερικανισμού –έτσι θα πρόδιδε το ίδιο του το υλικό, άλλωστε- παρά με το ίδιο το «εργαλείο» της σύγχρονης αμερικανικής σκέψης, τον Πραγματισμό, και φυσικά με την ψυχραιμία της επιστημοσύνης του, δημιουργεί ένα «εγχειρίδιο» κατανόησης αυτού που είναι και γίνονται οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, προτείνοντας στον αναγνώστη ένα ακόμη παράθυρο να ατενίσει από εκεί με προβληματισμό τα σύγχρονα τεκταινόμενα, αλλά και να διευρύνει τον ορίζοντα της σκέψης του. «…Οι εχθροί-ξένοι μας συγκροτούν και μας ανασυγκροτούν. Υπ’ αυτή την έννοια οι Αμερικανοί είναι ένας λαός που δημιουργήθηκε από μια σειρά πραγματικών ή φανταστικών « εχθρών»…». Αν θεωρήσουμε, μάλιστα, ότι αυτή η δική του εκδοχή και ερμηνεία είναι πολύ κοντά στην ουσία της «αμερικανικής ιδιαιτερότητας», τότε έχει πετύχει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο ίδιος ο homo americanus: να στοχαστεί και να αναρωτηθεί σοβαρά, προτού ακόμα προχωρήσει στην Πράξη που τον χαρακτηρίζει.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Μπόμπιο Νορμπέρτο

Εσχάτως, συζητήθηκε εκτεταμένα το ζήτημα της σχέσης «ηθικής και νομιμότητας». Αλλά και διαχρονικά γίνονται διάφορες πολιτικές επικλήσεις σε ηθικές αρχές και αξίες, που κάποιοι άλλοι, όμως, τις αποκαλούν στείρες και συντηρητικές ηθικολογίες. Αυτή τη σχέση ηθικής και πολιτικής αναλύει ο μακαρίτης Νορμπέρτο Μπόμπιο στο τελευταίο βιβλίο του «Εγκώμιο της πραότητας και άλλα κείμενα περί ηθικής» (εκδόσεις Πατάκη). Οι διερωτήσεις του Μπόμπιο όπως κωδικοποιούνται από τη Σώτη Τριανταφύλλου στον ενδιαφέροντα πρόλογό της στο βιβλίο είναι: «Τι πρέπει να θεωρείται παραβίαση ενός οικουμενικού ηθικού κώδικα; Γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα; Τι είναι τελικά ‘’κράτος’’; Γιατί απέτυχαν οι ‘’ανθρωπιστικές’’ πολιτικές όπως εκείνη του ιστορικού συμβιβασμού; Ποια είναι η διαφορά της πολιτικής ‘’πραότητας’’ από εκείνη που κηρύσσουν οι παπάδες (προτείνοντας ως σύμβολο τον αμνό); Γιατί η πραότητα βρίσκεται στο έλεος της πολιτικής;». Η τελευταία διερώτηση έχει σχέση με την α-πολιτική διάσταση της «πραότητας»(«την πλέον απολιτική αρετή»).
Αλλά πριν ασχοληθούμε με όλα αυτά, αξίζει να σημειώσουμε την παρατήρηση του Μπόμπιο σύμφωνα με την οποία «Αν θέλετε να κλείσετε το στόμα κάποιου πολίτη που διαμαρτύρεται, κάποιου που έχει την ικανότητα να αγανακτεί, πείτε ότι ηθικολογεί. Τότε είναι ξεγραμμένος». Και τούτο διότι στην «κοινωνία της ευημερίας ο όρος ηθικός συγχέεται με τον ηθικολόγο»(σ. 45). Ο συγγραφέας αναφέρεται στο «Μακάριοι οι πραείς» (όπως και ο Βόνεγκατ) και προτείνει την «πραότητα» (εμείς θα τη λέγαμε «μετριοπάθεια», αλλά τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτίσουμε τον Μπόμπιο με τον Κοντ και τους «κεντρώους») ως μία εναλλακτική στάση απέναντι στη βία της εξουσίας, ως μία μη-βία (Η Χάνα Άρεντ κάνει τη διάκριση μεταξύ δύναμης και βίας). Η «πραότητα» δεν σημαίνει υποχωρητικότητα, δεν σημαίνει θυσία, αλλά ενέχει δύναμη, αυτή της μη βίας. Από τον Αριστοτέλη (το κοινό καλό και τους σκοπούς) τον Καντ και τον Γκάντι, ο Μπόμπιο καταλήγει στο αντιθετικό ζεύγος Έρασμου- Μακιαβέλι(και Χέγκελ). Στον τελευταίο υπεισέρχεται η έννοια της «κρατικής σκοπιμότητας» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα), οπότε η πολιτική δεν έχει καμία σχέση με την ηθική σφαίρα που καθορίζει τη δράση μόνο του κοινού ανθρώπου αλλά όχι και του ανθρώπου της εξουσίας (πολιτικής). Αλλά και στη φιλοσοφία του Χέγκελ αντιπαρατίθεται η έννοια της πραότητας, αφού για τον Γερμανό φιλόσοφο οι ηγεμόνες, οι ήρωες, αυτοί που δημιουργούν ιστορία είναι πέραν της ηθικής, στην οποία υπόκεινται μόνο οι φτωχοί, οι άνθρωποι της «μη-ιστορίας». Αλλά τι είναι η πραότητα; «Ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα με την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής» (σ.σ. ως εξουσίας)σ. 67. Σε ό,τι αφορά τη σχέση ηθικής και πολιτικής ο συγγραφέας τονίζει πως πρέπει ένας πολιτικός να μην είναι ούτε φανατικός ούτε κυνικός. Η «ηθική της πεποίθησης», ο μονισμός στις αρχές της ηθικής οδηγούμενη στα άκρα οδηγεί στο φανατισμό, ενώ η «ηθική ευθύνη» (το μακιαβελικό και καντιανό –αυτό δεν το παραδέχεται ο Μπόμπιο- καθήκον) οδηγεί στον κυνισμό και στα γκουλάγκ. Τελικά, η πολιτική δραστηριότητα με την έννοια της ηθικής «δεν είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός αλλά η εξουσία για την επίτευξη ενός στόχου που είναι συνήθως το κοινό καλό, το συλλογικό ή γενικό συμφέρον» και πάντως όχι το προσωπικό όφελος. Εδώ εμπίπτει και το θέμα της «πολιτικής διαφθοράς» σύμφωνα με την οποία «ο πολιτικός που διαφθείρεται τοποθετεί το προσωπικό του κέρδος πάνω από το συνολικό, το δικό του συμφέρον πάνω από το κοινό, την ασφάλεια τη δική του, και της οικογένειάς του πάνω από εκείνη της πατρίδας» (σ. 117). Εδώ ο Μπόμπιο παραθέτει και τη «νομική κρίση» της πολιτικής δράσης (σ.σ. το γνωστό σ’ εμάς «το νόμιμο είναι και ηθικό»). Εδώ υπεισέρχεται η λεγόμενη ερμηνεία του σύγχρονου «συνταγματισμού» όπου έχουμε την «κυβέρνηση των νόμων» σε αντίθεση με την «κυβέρνηση των ανθρώπων». Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει πολλές φορές η κρίση του «συνταγματικού σφάλματος»(ερμηνείες και «παραθυράκια») και της «αντιδημοκρατικής πρακτικής». Αλλά για να ορίσουμε μία αντιδημοκρατική πρακτική πρέπει να ορίσουμε και τη δημοκρατία. Τι είναι λοιπόν η δημοκρατία σύμφωνα με τον συγγραφέα; «Είναι εκείνη η μορφή διακυβέρνησης της οποίας οι κύριοι κανόνες της οποίας οι κύριοι κανόνες, όταν τηρούνται, έχουν ως σκοπό την επίλυση των κοινωνικών συγκρούσεων χωρίς την προσφυγή στην αμοιβαία βία» και ακόμα η δημοκρατία «είναι ένα καθεστώς στο οποίο οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μέσω συμφωνιών των διαφόρων ομάδων. Η δημοκρατία δίνει ζωή σε μια ‘’κοινωνία του συμβολαίου’’, η οποία προϋποθέτει και αξιώνει το σεβασμό της αρχής: Pacta sunt servanda» (σ. 137). Ένα δημοκρατικό καθεστώς μπορεί να αξιολογηθεί με κριτήριο το «βαθμό πολιτικής βίας που υπάρχει ακόμα σ’ αυτήν(σ.σ. αστυνομικό κράτος), πόσο μεγάλο τμήμα των πολιτικών σχέσεων είναι ακόμα μυστικές(σ.σ. διαπλοκή με μέσα ενημέρωσης και οικονομικά συμφέροντα, που «ευνοεί την τέχνη του ψεύδους»), πόσο μεγάλη είναι η δεσμευτική ισχύς των συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων (σ.σ. ασυνέπεια υποσχέσεων και απαξίωση πολιτικής)…». Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι με τα κριτήρια του Μπόμπιο η σύγχρονη δημοκρατία αποκλίνει σοβαρά από το ιδανικό, όπως μεγάλη είναι και η απόκλιση της ηθικής από την πολιτική. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με την προκατάληψη και το ρατσισμό ως συναισθηματική στάση και ως ιδεολογία. Σχετικά με το ρατσισμό προτείνει το «σεβασμό των διαφορών» και όχι την «αφομοίωση». Αν και θεωρεί ότι μεταξύ των δύο άκρων μπορούν να συμβούν συμβιβαστικές διευθετήσεις. Εδώ παρουσιάζεται ως ριζική λύση ο «πολίτης του κόσμου» και η ανθρωπότητα ως «η πόλη όλων», πέρα από κάθε πατρίδα. Μέχρι να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται μια «οικουμενιστική εκπαίδευση» (σ.σ. να και πάλι ο Κοντ). Προς το παρόν, πάντως, «μια δημοκρατία δεν μπορεί να αποκλείει κανέναν». Αυτά είναι τα κεντρικά σημεία του ενός καλού βιβλίου που ασχολείται με ένα άκρως επίκαιρο ζήτημα αυτό της σχέσης ηθικής και πολιτικής και αξίζει να διαβαστεί παρά τις όποιες ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.