Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Πώς να δω τον Δημοσθένη Κούρτοβικ; Πώς να ανακαλύψω τι θέλει να πει στο βιβλίο του «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (Ελληνικά Γράμματα); Τα ερωτήματα προκύπτουν διότι ο συγγραφέας μου είναι οικείος. Συνεπώς, η απόσταση που θεωρείται συνθήκη της αντικειμενικότητας είναι απείρως δύσκολη. Παραδόξως, η ίδια δυσκολία αφορά και τον ίδιο το συγγραφέα όταν επιχειρεί να αρθεί πάνω από το βαλκανικό δράμα, το οποίο τον εμπεριέχει. Το έξωθεν (αντικειμενικό) και το έσωθεν(υποκειμενικό), το προσωπικό ή το συλλογικό Εγώ και το αντίστοιχο Άλλο τα χωρίζει ένα χάος, που η τέχνη, είτε ως λογοτεχνία(εν προκειμένω του Κούρτοβικ) είτε ως παραδοσιακή τελετουργία (με κοινά στοιχεία τη μουσική, το κρασί, το χορό, τον έρωτα), επιχειρεί να τα εξηγήσει, να τα γεφυρώσει και να τα συμφιλιώσει, χτίζοντας μία γέφυρα πάνω από την άβυσσο. Γι’ αυτό θα επιχειρήσουμε να αφαιρέσουμε (να αποδομήσουμε) τα διάφορα στρώματα του κρεμμυδιού για να φθάσουμε στην καρδιά του μηνύματος του μυθιστορήματος, διευκρινίζοντας ότι η αποδόμηση γίνεται για να καταλάβουμε, για να φθάσουμε στον πυρήνα της πρόθεσης του συγγραφέα και όχι για να χτίσουμε (αναδόμηση) το δικό μας υποκειμενικό νόημα, απονεκρώνοντας το πλήθος των επί μέρους νοημάτων (σελ. 97).
O συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μορφή της αφήγησης το «μυθιστορηματικό χρονικό», όπου συνυπάρχουν το χρονικό, εν προκειμένω η αφήγηση των διαφορετικών εκδοχών ενός πραγματικού γεγονότος (res factae), του «ματωμένου μακεδονικού γάμου», και η μυθοπλασία, το μυθιστορηματικό δηλαδή στοιχείο (τα res fictae), που προκύπτει από την «προοπτική» που δίνει στα πραγματικά γεγονότα η φαντασία του συγγραφέα. Έτσι, από τη συνάντηση σ’ έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό βαλκάνιων συγγραφέων και κριτικών θα αναδυθούν τα φαντάσματα του παρελθόντος και θα προκύψουν ερωτήματα σχετικά με την ιστορία και την εθνική ταυτότητα των λαών της περιοχής αλλά και των ίδιων των Βαλκανίων ως ευρύτερης περιοχικής ενότητας. Την αφορμή προς τούτο θα αποτελέσει ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, που η αλήθεια του υπονομεύτηκε από τους μύθους και τους θρύλους, από την εκδοχή δηλαδή του κάθε λαού. Γιατί συνέβη αυτό; Κατ’ αρχήν, γιατί τα Βαλκάνια διαμορφώνουν την ταυτότητά τους ως περιοχή της συμβίωσης διαφορετικών λαών που βρίσκονται υπό την οθωμανική κατοχή. Αυτό που καθορίζει, συνεπώς, και (ετερο)προσδιορίζει τους βαλκανικούς λαούς και τα Βαλκάνια είναι η οθωμανική αυτοκρατορία και η προσπάθεια απελευθέρωσής τους απ’ αυτή. Ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος γίνεται για την απελευθέρωση των Βαλκανίων. Ο δεύτερος για την επιβολή, για την ηγεμονία του ενός εθνικού Εγώ επί των άλλων βαλκάνιων εθνικών Εγώ (που είναι για την ακρίβεια υπό ταυτόχρονη διαμόρφωση). Στον πρώτο, οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι προσέρχονται καλεσμένοι στον συμβολικό και τον πραγματικό μακεδονικό γάμο (η Μακεδονία είναι το σημείο τομής των βαλκανικών συνόλων, γι’ αυτό είναι συγχρόνως «γη των θαυμάτων, γη των τεράτων»). Στο δεύτερο βαλκανικό, η ρήξη είναι εσωτερική και συμβαίνει μεταξύ των Ελλήνων και Σέρβων με τον άλλο ισχυρό της εποχής, τη Βουλγαρία. Και τότε, όπως και σήμερα, η σύγκρουση σύμφωνα με τον Κούρτοβικ γίνεται για την ηγεμονία ακόμη και στην ιστορική μνήμη, για την επικράτηση ετούτης ή της άλλης εκδοχής της επίσημης βαλκανικής ιστορίας. Διότι η ιστορική εκδοχή δεν είναι παρά ένας «μύθος», που δεν απαρνείται αλλά μιλάει για τα πράγματα, εξαγνίζοντάς τα, αθωώνοντάς τα. Γι’ αυτό ο Κούρτοβικ ξεσκίζει θαρραλέα τις σκόπιμες αποκρύψεις και τις τερατωδίες, που διέπραξαν οι Έλληνες (εθνοκαθάρσεις ή το γδάρσιμο και το σφάξιμο του βουλγαρόφρονα Γιορδάνη). Η συγκεκριμένη πραγματική ιστορία που αναφέρει ο συγγραφέας (ο ματωμένος γάμος) προσαρμόστηκε στις εθνικές σκοπιμότητες και τους πολιτιστικούς κώδικες κάθε λαού, δημιουργώντας τις διαφορετικές παραλλαγές του «θρύλου». Κάθε έθνος διαφύλαξε την ιστορία υπό το διπλό καθεστώς του πραγματικού και του μυθοπλαστικού (που είναι κατασκευασμένο, «επινοημένο»), διαμορφώνοντας το εθνικό φαντασιακό κι ένα ορισμένο βλέμμα για τον Άλλο. Σήμερα, βέβαια, η ηγεμονία έχει αλλάξει μορφή, καθιστάμενη ένας οικονομικός (ο επιχειρηματίας Ξινός) και πολιτιστικός πατερναλισμός (ήπιος δεσποτισμός) που αφομοιώνει τον άλλο κι έτσι τον καταργεί ριζικά και αναίμακτα: «Για ν’ αφομοιώσεις τον άλλο, όταν είσαι πιο δυνατός, πρέπει να δεχτείς την ιδιαιτερότητά του, να την υποστηρίξεις κιόλας», λέει ο Χρυσικός. Η αφομοίωση, ουσιαστικά ο κανιβαλισμός έχει αλλάξει μορφή. Αλλά αιματηρή ή αναίμακτη, η αλήθεια αυτής ή της άλλης ιστορικής εκδοχής αναδεικνύεται μέσω της σύγκρουσης (σ.σ. δες και την τελευταία «μάχη» του Βουκουρεστίου για το όνομα της… «Ξέρεις ποιας»). Ακόμη και το λογοτεχνικό βραβείο θα είναι ένας αγώνας ανάμεσα σε «εθνικές εμπορικές ετικέτες» «με έπαθλο τα διαπιστευτήρια του διαχειριστή της βαλκανικής κληρονομιάς στον σημερινό κόσμο» ή για «την εικόνα που ήθελε να έχει στο εξής η Ευρώπη για το κακόφημο υπογάστριό της» (σελ 147). Άρα, η ιστορική αλήθεια είναι η εκδοχή που νικάει (καταβροχθίζοντας) την άλλη, αλλά και η επιβολή μια συγκεκριμένης εικόνας που επιβάλλει το ευρωπαϊκό βλέμμα (αυτή η ανώτερη και ευρύτερη ηγεμονία). Στα Βαλκάνια, «οι άνθρωποι πνίγονται, πνίγονταν πάντα, φυλακισμένοι σε μια φυσαλίδα του χρόνου που τους καταδικάζει να επαναλαμβάνουν αδιάκοπα τον κύκλο του ίδιου κανιβαλικού δράματος […] το χυμένο αίμα δεν έθρεψε τίποτε άλλο από τα σαπρόφυτα» (σελ. 114 και 115). Όμως, αυτό που συνιστά την ομορφιά του μυθιστορήματος του Κούρτοβικ είναι η αποτύπωση της προσωπικής βίωσης της ιστορίας, της κάθε ιστορικής της εκδοχής, ενώ περιγράφεται το δράμα των ίδιων των προσώπων (πιστών) από την αποκάλυψη της πραγματικής αλήθειας και την κατάρρευση της πίστης τους. Γι’ αυτό το μέλλον ανήκει στους άπιστους (τους είρωνες σύμφωνα με την Κρίστεβα), στους «κυνικούς» σύμφωνα με τον Κούρτοβικ.
Ο συγγραφέας προτείνει τον αναστοχασμό (την «κρυσταλλική μνήμη») πάνω στην ιστορία, αρνούμενος τη «ζεστή μνήμη», αυτή που αφηγείται το ιστορικό παρελθόν σαν ζωντανό μύθο. Διότι η μνήμη είναι ύπουλο πράγμα, όπως συμβαίνει με όσους «σβαρνίζουν τους τάφους μας για να σπείρουν καινούργιο σπόρο στο χωράφι τους, αλλά βουλιάζουν μέσα τους» (σελ. 296).
Τελικά, ο Κούρτοβικ μ’ έναν δευτερογενή «μύθο» (λογοτεχνικό «γάμο»-διαγωνισμό) πάνω στον πρωτογενή μύθο (ματωμένος μακεδονικός γάμος) θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια και τους ανθρώπους που αδικήθηκαν είτε από τη «σιωπή» είτε από την παραμορφωτική έλξη του επινοημένου φανταστικού και την πίστη σ’ αυτό. Η τέχνη έτσι, προτείνοντας την α-λήθεια της λήθης και την εκ-σταση (από-σταση από το κατασκευασμένο) καθώς και τη βίωση των κοινών πολιτιστικών τελετουργιών –μουσική, κρασί, χορός, έρωτας-, την αποσύνθεση δηλαδή μέσω της διονυσιακής μέθης και της ανασύνθεσης μέσω του έρωτα, θα γίνει το «φάρμακο» (θα επιφέρει την κάθαρση) και θα αποκαταστήσει τα τραύματα που προκάλεσε το ψέμα, επιφέροντας τη συμφιλίωση. Λογοτεχνικά (πλοκή, ύφος, γλώσσα κ.ά.) το μυθιστόρημα είναι άψογο, τόσο άψογο που κάποιες φορές, τις στιγμές της «απογείωσης», χάνει τη βίωση του χάους, δεν αποδίδει το παραλήρημα του άλλου χορού, όχι της συμφιλίωσης, αλλά της τραγωδίας. Η οδύνη και η ηδονή (ακόμη και τη στιγμή του αναστάσιμου σεξ του Χρυσικού με τη Βουλγάρα) καθώς και ο έρωτας εκλογικεύονται και χειραγωγούνται έτσι που χάνουν τα δραματικά τους στοιχεία, καταλήγοντας σε μια ορισμένη μελαγχολία.