Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Γκομπρόβιτς

«Ο πραγματικός ρεαλισμός μπροστά στη ζωή είναι να γνωρίζεις ότι το συγκεκριμένο, η γνήσια πραγματικότητα, είναι ο πόνος. Αντίθετα, η σύγχρονη φιλοσοφία υιοθετεί έναν τόνο πομπώδη, διδακτικό, λες και ο πόνος δεν υπάρχει. Ο Σαρτρ φτάνει μέχρι του σημείου να πει ότι τα βασανιστήρια αποτελούν ενδεχομένως απόλαυση για όποιον σκέφτεται ότι θα πάει στον παράδεισο, μετά το θάνατό του. Όμως, για μένα, αυτό δεν είναι διόλου αλήθεια […] Θα ήθελα να γράψω κάτι που να μπορέσει να αποδώσει την έννοια του πόνου, κάτι αληθινά τρομακτικό και απόλυτο, το ίδιο το θεμέλιο της πραγματικότητας». Αυτά έγραφε το 1969 ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς όταν αργοπέθαινε πονώντας φρικτά (Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες κι ένα τέταρτο, εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Κατερίνα Σχινά). Ήταν τότε που ήθελε να θέσει τέλος στην καθημερινή οδύνη του, αυτοκτονώντας. Τελικά, αντιμετώπισε τον πόνο γράφοντας τα «μαθήματα φιλοσοφίας…». Η φιλοσοφία ήταν το πάθος του. Παραδόξως, όμως, επιτίθετο στην άποψη του Σαρτρ που (όπως ο Ζίζεκ πιο αναλυτικά σήμερα) μιλούσε για τη λακανική «υπερ-απόλαυση» των πιστών. Ο Γκομπρόβιτς θεωρεί πως «το να υποφέρω είναι μία κατάσταση την οποία αρνούμαι και η οποία με κάνει ακριβώς να ‘’υποφέρω’’». Μόνο που του διέφευγε ότι η διαφορά με τους πιστούς είναι ότι εκείνοι δεν αρνούνται την οδύνη. Αλλά και ο Γκομπρόβιτς (ένας ορκισμένος άθεος, ή ένας θρησκευόμενος άθεος όπως θα έλεγε ο Ντοστογιέφσκι) στην ουσία συμφωνούσε με τον Σαρτρ(ή τον Λακάν), αφού η πίστη του στη φιλοσοφία τον «έσωσε» από την ψυχική κατάρρευση.
Αλλά τι είναι τα «μαθήματα φιλοσοφίας…»; Σ’ αυτά σύμφωνα με τον Φραντσέσκο Μ. Καταλούτσιο ο Γκομπρόβιτς συστήνει ένα είδος γενεαλογικού δέντρου του υπαρξισμού με κορμό τον Κίρκεγκορ, ενώ συγχρόνως παρέχει τους κώδικες κατανόησης του δικού του έργου. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι το πρώτο του μυθιστόρημα (Φερντυντούρκε, μετάφραση Τασία Χατζή, εκδόσεις Ερατώ, 1984) ήταν ένα ιδιότυπο μείγμα αφήγησης και φιλοσοφικού δοκιμίου, που πραγματεύεται τα θέματα της ανωριμότητας και του παιδισμού (ο Ζοζό είναι το ανάλγο του Πίτερ Παν) ως πολιτισμικά φαινόμενα της εποχής καθώς και της Μορφής. Η ωριμότητα για τον Γκομπρόβιτς είναι η αναδοχή της ευθύνης για τη διαχείριση της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Όμως, ο άνθρωπος υποκρίνεται την ωριμότητα ενώ στην πραγματικότητα είναι παιδί (εδώ ισχύει το περίφημο «ως εάν…»). Η ανωριμότητα στο μεγαλύτερο μέρος της επιβάλλεται έξωθεν. Αυτή η διαπίστωση του Γκομπρόβιτς είναι προφητική καθώς πολλοί χαρακτηρίζουν το σημερινό πολιτισμό ως πολιτισμό της διαρκούς νεότητας και του παλιμπαιδισμού (Μπαρμπές). Αλλά τι είναι η Μορφή; Είναι η «μάσκα που οι άλλοι μας επιβάλλουν» και που είμαστε υποχρεωμένοι να κρατήσουμε για να γίνουμε αποδεκτοί. Φαίνεται ότι ο υποδιοικητής Μάρκος που διατυπώνει την ίδια άποψη, διάβασε Γκομπρόβιτς. Ο τελευταίος θεωρεί ότι η μη αποδοχή της μάσκας που μας επιβάλλουν είναι μία μάχη «αντι-μορφής», είναι η απελευθέρωση από τις αλυσίδες του εξωτερικού κόσμου, από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Έτσι, δικαιολόγησε και ο Μάρκος τη μόνιμη μάσκα του στον Μονταλμπάν. Δεν επιτρέπει δηλαδή στον κόσμο-καθρέφτη να του επιστρέψει μία εικόνα-είδωλο που δεν θα είναι δική του, δηλαδή αυθεντική. Υπ’ αυτή την οπτική είτε επιλέγουμε εμείς μία μάσκα είτε ο κόσμος για μας. Και γενικά είμαστε «καταδικασμένοι να παίζουμε με μία μάσκα». Γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι «ένας φυσικός ηθοποιός, το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να προσομοιώνεις τον άνθρωπο…». Η διαφορά μεταξύ των ανθρώπων είναι αυτοί που έχουν «συνείδηση του τεχνάσματος», της υποκριτικής κι εκείνοι που δεν έχουν.
Αλλά τι είναι η μάσκα-μορφή; «Η Μορφή είναι αντίθετη προς το Χάος». Γι’ αυτό η τέχνη είναι το μόνο μέσο των ανθρώπων για να δώσουν λίγη αξία στη δική τους μορφή, να βάλλουν τάξη (Κόσμος) στην αταξία (Χάος). Η τάξη (του κόσμου) είναι «παρανοϊκά υποκειμενική». Οι κόσμοι είναι απεριόριστοι όπως και τα υποκείμενα που τους σκέφτονται (Ο Δον Κιχότης δείχνει ότι ο Κόσμος ως λυδία λίθος για να διαχωρίζουμε την πραγματικότητα από την τρέλα, το όνειρο από την εγρήγορση, δεν υπάρχει). Ο Δον Κιχότης ως παράδειγμα γνωστικού υποκειμενισμού «προαναγγέλλει τον Καντ». Η σημασία (ως βαρύτητα) που δίνουμε στα πράγματα είναι «πραγματική παγίδα». Από εδώ προκύπτει η βαθιά, αιμάσσουσα πληγή που είναι η σχέση υποκειμένου/αντικειμένου. «Έχω συνείδηση των σκέψεών μου, του σώματός μου, των εντυπώσεών μου, των αισθήσεών μου», είμαι Εγώ ως υποκείμενο αλλά και ως αντικείμενο συγχρόνως. Ποιο έχει την πρωτοκαθεδρία; Η Αναγέννηση που είναι ο αντικειμενισμός στην τέχνη ή το μπαρόκ που είναι υποκειμενισμός; Στον Σαρτρ ο άλλος είναι αντικείμενο (μόνο Εγώ, δηλαδή ο Σαρτρ είναι υποκείμενο). Αν ο Σαρτρ παραδεχθεί ότι (όπως ο Ρεμπώ «Εγώ είναι ο άλλος») ο άλλος είναι υποκείμενο, τότε ο ίδιος γίνεται για τον άλλο αντικείμενο, ένα πράγμα! Διχοστασία. Αδιέξοδο. Αλλά, λέμε εμείς, γιατί ο άνθρωπος να μην είναι υποκείμενο και αντικείμενο συγχρόνως; Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε από-σταση (όπως στην «κένωση του Εγώ» των μοναχών), όταν κοιτάζει «απ’ έξω» τον εαυτό του, δεν είναι αντικείμενο; Συνεπώς, ο ξένος, ο άλλος ως αντικείμενο μπορεί να είναι μέσα μας (Κρίστεβα). Αρκεί να μην είναι μόνο αντικείμενο. Δηλαδή πρέπει να ισορροπεί το υποκείμενο (Εγώ) με το αντικείμενο (το πράγμα). Με άλλα λόγια πρέπει να αγαπάμε τον εαυτό μας, όπως θα έλεγαν οι σύγχρονοι ψυχολόγοι της αυτοεκτίμησης (Ο Γκ. βασανίζεται με την απώλεια του εαυτού, το θάνατο του Εγώ-την κένωση- ως κανονιστικής αρχής του κόσμου. Μόνο που δεν γνώρισε ποτέ το Άγιον Όρος)! Ο Γκομπρόβιτς ασκεί κριτική στον μαρξισμό που επιχειρεί να οργανώσει τη συλλογικότητα με επιστημονικά, αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή «έξωθεν» (αντικειμενικά βλέπει ο γιατρός τον ασθενή, αλλά υποκειμενικά βλέπει ο ασθενής την κατάστασή του που μόνο αυτός βιώνει). Στο Χέγκελ έχουμε το υποκείμενο που είναι εξαρτημένο από το αντικείμενο (αλληλοεξαρτώνται). Αλλά το πρόβλημα στον Γκ. εξακολουθεί να είναι η αδυναμία να είσαι ταυτόχρονα αντικείμενο και υποκείμενο. Αυτή η διχοστασία είναι η αιώνια πληγή.

Για τον Γκομπρόβιτς (προπολεμικά οπαδό του Φρόυντ) η ψυχανάλυση δεν συνεισφέρει στην ευαισθησία μας γιατί μας μεταχειρίζεται σαν αντικείμενα, ενώ η λογοτεχνία ως υποκείμενα ή ακόμα καλύτερα ως έργο. Αλλά η μεγάλη αντινομία παραμένει, γιατί ζούμε τόσο ως υποκείμενο όσο και ως αντικείμενο. Ο Γκομπρόβιτς θεωρεί ότι μεγαλύτερο ψεύδος είναι αυτό των ιδεολογιών και πιστεύει μόνο στη «συγκεκριμένη ύπαρξη», που δεν είναι πιστή αλλά ερωτευμένη (θαυμαστής της Σιμόν Βέιλ). «Δεν πραγματωνόμαστε στις ιδέες αλλά στα πρόσωπα». Για να καταλήξει: «Όσο πιο σοφός γίνεται κανείς, τόσο μεγαλύτερο κτήνος αποδεικνύεται»! Η φιλοσοφία για τον Γκομπρόβιτς είναι μια ιστορία συνεχών περιστολών της σκέψης. «Με τον Καντ αρχίζει η μεγάλη περιστολή της σκέψης, μια διαδικασία που διαρκεί μέχρι τις μέρες μας» ( Η επιστήμη μπορεί να μας δώσει τη σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα αλλά όχι την άμεση γνώση της ουσίας των πραγμάτων). Μας περιορίζει στον φαινομενικό κόσμο, όπου η λογική γίνεται λογική του φαινομενικού κόσμου(φαινομενολογία).
Τελικά, ποιος είναι ο ρόλος της φιλοσοφίας; Η φιλοσοφία «έχει για μένα την υπέρτατη αξία να οργανώνει τον κόσμο πάνω σε ένα όραμα. Η φιλοσοφία είναι κάτι που αρχίζει από την αισθαντικότητά μας(η ουσία numen είναι η διαίσθηση). Κάτι έχει ΣΗΜΑΣΙΑ αν μου προκαλεί απόλαυση ή οδύνη. Λάτρης των αντινομιών ο Γκ. αναφέρεται στον Σοπνεχάουερ που έλεγε: «Ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι αυτό και το αντίθετό του. Τρελός, διαταραγμένος, ωστόσο επίσης πειθαρχημένος, ψυχρός, αυστηρός. Η τέχνη δεν είναι ποτέ ένα πράγμα μονάχα, αλλά πάντοτε αντισταθμίζεται από το αντίθετό της». Όσο για τον πολιτικό άνθρωπο, αυτός πρέπει σύμφωνα με τον Γκ. να είναι μετριοπαθής (των μέτριων θερμοκρασιών) που παραπέμπει στους «συντηρητικούς» του Κοντ. Πάντως, έκανε λάθος, όπως και πολλοί άλλοι, όταν θεωρεί ότι στις ΗΠΑ δεν υπήρξε προλεταριάτο. Υπήρξε κάτι χειρότερα από το προλεταριάτο, οι σκλάβοι!

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

HOMO AMERICANUS-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Αυτή η μυστηριώδης, αμερικανική Δημοκρατία Το αλλόκοτο κοκτέιλ της «συντηρητικής επανάστασης», από τους Ιδρυτές Πατέρες μέχρι τους νεοσυντηρητικούς και τον Μακέιν
Tου Πετρου Παπακωνσταντινου
Ηταν 14 Φεβρουαρίου του 2003, σ' εκείνη τη δραματική συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπου οι υπουργοί Εξωτερικών Γαλλίας και Ρωσίας, Ντομινίκ ντε Βιλπέν και Ιγκόρ Ιβανόφ, καταχειροκροτήθηκαν από τη μεγάλη πλειονότητα των παρόντων -κάτι πρωτάκουστο στην ιστορία του ΟΗΕ- για την αντίθεσή τους στον ήδη δρομολογημένο πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ. Στην εμπνευσμένη ομιλία του, ο Βιλπέν είχε μιλήσει εξ ονόματος της «παλιάς Ευρώπης», που κέρδισε τη σοφία της μέσα από πολλούς αιώνες, με πολύ αίμα και πολλά δάκρυα, απαντώντας έτσι στα κακόβουλα σχόλια του επικεφαλής του Πενταγώνου Ντόναλντ Ράμσφελντ και υπονοώντας ότι η υπερδύναμη του Νέου Κόσμου συμπεριφέρεται ως γίγαντας με μυαλό μικρού παιδιού.
Αναζητώντας καταφύγιο στο χιούμορ, ο Αμερικανός ομόλογός του Κόλιν Πάουελ δήλωσε ότι εκπροσωπεί «την αρχαιότερη σύγχρονη Δημοκρατία», παραπέμποντας στην αμερικανική επανάσταση, που προηγήθηκε της Γαλλικής. Βεβαίως, ο Πάουελ -ουδόλως πεπεισμένος για την αναγκαιότητα του πολέμου- δεν μπόρεσε να αποτρέψει το διπλωματικό Βατερλώ της χώρας του, αλλά το ανθεκτικό στερεότυπο επέζησε της ιρακινής κρίσης: η αμερικανική Δημοκρατία, προϊόν της μεγάλης επανάστασης και της σοφίας των Ιδρυτών-Πατέρων, αποτελεί το αξεπέραστο πολιτικό πρότυπο. Η χώρα που ανέδειξε δύο μαύρους υπουργούς Εξωτερικών τα τελευταία χρόνια και δεν αποκλείεται να εκλέξει, στις 4 Νοεμβρίου, τον πρώτο μαύρο πρόεδρο, βάζει τα γυαλιά στην Ευρώπη. Ο νεότερος Τζορτζ Μπους και οι καμαρίλα των νεοσυντηρητικών ήταν μια σύντομη, ιστορική παρένθεση, ένας εφιάλτης που γρήγορα θα τελειώσει. Αυτό είναι το λάιτ-μοτίφ, εντός και εκτός ΗΠΑ, εν όψει της εθνικής επετείου της ερχόμενης Παρασκευής, 4 Ιουλίου, 232 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, στη Φιλαδέλφεια.
Στον αντίποδα αυτής της αισιόδοξης οπτικής βρίσκονται δύο πρόσφατες μελέτες για τις περιπέτειες της αμερικανικής Δημοκρατίας, η «Αλυσοδεμένη Σκέψη» της Σούζαν Τζορτζ και ο «Homo Americanus» του Γιώργου Παπασωτηρίου. Η Αμερικανίδα συγγραφέας σημειώνει ότι η υποτίμηση του νεοσυντηρητικού φαινομένου και η πίστη στον «υγιή», δημοκρατικό κορμό της άλλης Αμερικής απηχούν τις επιπόλαιες εντυπώσεις των ευρωπαϊκών και άλλων ελίτ που επισκέπτονται τις δύο ακτές των ΗΠΑ, αλλά αγνοούν τις βαθιές κοινωνικές και ιδεολογικές αλλοιώσεις στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, στις Μεγάλες Λίμνες και στον Νότο. Από την πλευρά του, ο Ελληνας δημοσιογράφος ανατρέχει στο DNA της αμερικανικής Δημοκρατίας, αναλύοντας με διεισδυτικό τρόπο παράγοντες (ρόλος της θρησκείας, αντίληψη περί πεπρωμένου της Αμερικής, αλλεπάλληλοι «εμφύλιοι» πόλεμοι μεταξύ των «κάτω» και ειδικά μεταξύ παλιών και νέων μεταναστών κ.ά.) οι οποίοι συχνά υποτιμώνται, ακόμη και από μεγάλη μερίδα της Αριστεράς.
Ενας από τους παράγοντες που δεν έχουν τύχει της δέουσας προσοχής είναι η πολύ διαφορετική φύση των δημοκρατικών επαναστάσεων σε Ευρώπη και Αμερική. Στη Γηραιά Ηπειρο, οι εξεγέρσεις εναντίον του ελέω Θεού, απολυταρχικού κράτους -η Ενδοξη Επανάσταση του Κρόμγουελ, το 1688, οι γαλλικές επαναστάσεις του 1789 και του 1830, η «ηπειρωτική επανάσταση», με προπύργιο τη Γερμανία, το 1848- σφραγίστηκαν από τη συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων, που συνέδεαν την πολιτική ελευθερία με την κοινωνική ισότητα, δίνοντας στην επανάσταση πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, στην Αμερική έχουμε να κάνουμε με την εξέγερση της τοπικής ολιγαρχίας των αποικιών εναντίον του αγγλικού στέμματος.
Οπως σημειώνει ο Γ. Παπασωτηρίου, ιδρυτικός μύθος των ΗΠΑ είναι η έξοδος των Ευρωπαίων από την Ευρώπη, όπως των Εβραίων από την Αίγυπτο, και η δημιουργία του «νέου Ισραήλ» στη Γη της Επαγγελίας - ένας μύθος που κατεγράφη, στον χώρο της λογοτεχνίας, από τον Χ. Μέλβιλ και τον Α. Χόθορν. Οι πρώτοι έποικοι, φορείς των εθίμων της αγγλοσαξωνικής αριστοκρατίας, αφού εξολόθρευσαν τους ιθαγενείς Ινδιάνους, ανέπτυξαν την τοπική οικονομία χάρη στην απλήρωτη εργασία τεσσάρων εκατομμυρίων Αφρικανών σκλάβων. Ο κύριος συντάκτης της Διακήρυξης της Φιλαδέλφειας, Τόμας Τζέφερσον, ήταν ιδιοκτήτης δούλων.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ένας από τους διασημότερους πολιτικούς φιλοσόφους του συντηρητισμού, ο Αγγλος Εντμουντ Μπερκ (1729- 1797), υπήρξε ταυτόχρονα ένθερμος οπαδός της αμερικανικής επανάστασης και διαπρύσιος κατήγορος της γαλλικής. Πολλοί εκ των Ιδρυτών-Πατέρων, όπως οι Τζορτζ Ουάσιγκτον, Τζον Ανταμς και Αλεξάντερ Χάμιλτον, ταυτίστηκαν με τις θέσεις του Μπερκ εναντίον της Γαλλικής Επανάστασης και των «Αβράκωτων»- αν και τόσο ο Τόμας Τζέφερσον, όσο και ο Τόμας Πέιν καταδίκασαν αυτές τις θέσεις του και υπερασπίστηκαν τους Γάλλους επαναστάτες.
Η Δεύτερη Επίχρυση Εποχή
«Να επιχρυσώνεις τον καθαρό χρυσό είναι σαν να χρωματίζεις τον κρίνο: μια γελοία υπερβολή». Αυτά τα λόγια του Σαίξπηρ δανείστηκε ο Μαρκ Τουέιν στο βιβλίο του «Επίχρυση Εποχή», καθιερώνοντας έναν όρο που έμελλε να χαρακτηρίσει το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, στις ΗΠΑ. Μια εποχή πυρετικής ανάπτυξης, αλλά και ακραίων ανισοτήτων -με κραυγαλέα έκφραση τις ασύλληπτης πολυτέλειας επαύλεις- που τέλειωσε με τα κραχ του 1893 και του 1907, φέρνοντας την Αμερική στο χείλος του βιομηχανικού, εμφυλίου πολέμου.
Το ειδικό τεύχος του The Nation, που κυκλοφορεί αυτό το Σαββατοκύριακο, είναι αφιερωμένο σ' αυτό που χαρακτηρίζεται ως «Η Δεύτερη Επίχρυση Εποχή». Με εμπεριστατωμένες μελέτες, η πολιτική επιθεώρηση τεκμηριώνει την οπισθοδρόμηση της Αμερικής στις ανισότητες του 1910 και του 1920, καθώς το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατέχει πλούτο 16,8 τρισ. δολαρίων, δύο τρισ. περισσότερο από το φτωχότερο 90%. Ακόμη και η συντηρητική φωνή του χρηματιστικού κεφαλαίου, Wall Street Journal, μιλάει για μετατροπή των ΗΠΑ σε «Ριτσιστάν» - κάτι σαν... Χαλιφάτο των Πλουσίων!

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

ΣΚΑΛΙΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ: Προδοσία και εγκατάλειψη

Ευστράτιος Καθομιλνός (αν ζούσε στο Παρίσι Ευ Καθομίλ), ετών 35, άγαμος, ορφανός, ψιλικατζής επί της οδού Τύχης 113, καλυμμένος και πλήρης ως θεατής της ζωής των άλλων, ζώντας εξ αντανακλάσεως, ως «καθρέφτης»! Οι «άλλοι» είναι το «περίγραμμα της μορφής τους», η «λάμψη στα μάτια τους» ή η «βουβαμάρα στο βλέμματός τους». Αυτά είναι αρκετά για τον άνθρωπο-κάτοπτρο. Ο ρόλος του «καθρέφτη» είναι μία αναγκαστική επιλογή, αφού δεν ζει παρά ως θεατής σκιών. Όπως κάποιος που τηλε-οράται τη ζωή. Γι’ αυτό όταν πέσει το σκοτάδι, όταν χαθεί το φως και οι σκιές, η μοναξιά γίνεται απέραντη, αναβάσταχτη. Τότε, ο θόρυβος από τα αθόρυβα σαμπό, όταν κοπανιούνται στο πάνω πάτωμα, είναι ευλογημένος, είναι αίσθηση ζωής, αφού «σπάνε τη σιωπή και τη μονοτονία». Τέτοια μοναξιά. Να μην έχεις κανέναν να κατοπτριστείς, έναν να σ’ αγαπήσει. Μόνο καθρέφτης των άλλων, κανείς για σένα. Ό,τι οδηγεί στο «ολόλαμπρο σκότος» της τρέλας, στη σύγχυση των χρόνων, του φαντασιακού και του πραγματικού. Εγκλεισμός. Φυλακισμένος στην «κανονικότητα» μιας πόλης που έχει καταστεί άπολις. Αθήνα. Κυψέλη. Εγκλεισμός «έξω». Ο «ελεύθερος» εγκλεισμός αλλά και ο πραγματικός, στη λευκή μη κανονικότητα του φρενοκομείου. Ποιον εγκλεισμό να διαλέξει κανείς; Κι αν ο λευκός εγκλεισμός είναι μία άμυνα, η έσχατη αντίδραση ενός όντος που ζει χωρίς να ζει, που ζει και τα τινάζει χωρίς να το πάρει είδηση; Αυτά είναι τα ερωτήματα, αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο εξελίσσεται η «Προδοσία και εγκατάλειψη» της Σταυρούλας Σκαλίδη (εκδόσεις Πόλις). Ο ψιλικατζής, το πρεζόνι, ο Γιάννης, ο Μάνος και η Ζωή, ο Γαβριήλ, ο Βασίλης, ο Αποστολάκης, η μουσουλμάνα μετανάστρια, η Ειρήνη, όλοι ήρωες της μεγάλης μοναξιάς της πόλης.
«Εδώ πιο κάτω» μένει η 80χρονη κυρία Ειρήνη, «γριά και μόνη κομουνίστρια», πρώην ωραία, «χωρίς παιδιά και σκυλιά», με μοναδικά πάθη την εφημερίδα της, τα αρωματικά λεπτά σκούρα πουράκια και τον βραζιλιάνικο καφέ εισαγωγής, με έκδηλη τη «θλίψη για τη μετανιωμένη μοναξιά της». Η Ζένια-Ζωή (το ζην του Ευ, η γυναίκα ως μαγική αρχή της ζωής, που έλεγε ο Μπαχτίν), ο έρωτας, αλλά και η «μουσουλμάνα ξένη», η ζωή ως αγάπη, ως ανθρωπιά, εκεί όπου το όνειρο είναι πραγματικό, καθιστάμενο ως νόημα ζωής η μόνη οδός διαφυγής από τη «μαρμάγκα αυτής της πόλης», που είναι πλέον άπολης, ανερωτική, απάνθρωπη. «Να ερωτευτείς, να απατήσεις, να απατηθείς, να τριφτείς με τους ανθρώπους… παράτα τα όλα! Συγκρούσου!... Μη βολεύεσαι… είναι προδοσία και εγκατάλειψη του ίδιου σου του εαυτού» λέει η Ειρήνη, ξεσκίζοντας με τα τσιγκέλια των ερωτηματικών τη βολή, τις ψευδαισθήσεις του Ευ. Αλλά φευ. Ο Ευ μένει δειλός, άπραγος, υφιστάμενος τις ταπεινώσεις καλοσύνης (ελεημοσύνης) των άλλων. Λαθρομετανάστης στις ζωές των άλλων, ζει από τα χρήματα και τις ζωές των λαθρομεταναστών. Εδώ η μοναξιά είναι άγρια, πεινασμένη, θηριώδης, φονική ή αυτοκτονική, ανάλογα με την κατεύθυνση της κατάθλιψης. Και στους «πάνω» υπάρχει μοναξιά και τρέλα, μόνο που εκεί είναι διαχειρίσιμη, ενώ στους «κάτω» όχι. Εδώ η μοναξιά ειρηνεύει με τη μοναξιά, η απελπισία με την απελπισία, ο όμοιος με τον όμοιο. Αλλά η ιδιότυπη αγάπη για το όμοιο δεν απέχει πολύ από το μίσος. Ενίοτε, η ομοιότητα συνιστά το «αγχογόνο αντικείμενο», γι’ αυτό προκαλεί φονικά συναισθήματα, γι’ αυτό οι πιο ρατσιστές είναι αυτοί που έχουν υπάρξει πριν θύματα του ρατσισμού. Το ίδιο μίσος προκαλεί και η αγάπη. Αλλά η Ειρήνη είναι νεκρή, η ζωή του Ευ δεν ανασταίνεται, μένει νεκρή. «Η ζωή είναι νεκρή». Μόνο η ζωή του Βασίλη Τούντου, ενός ακόμη αποκλεισμένου, λόγω χαμηλής νοημοσύνης, βρίσκει νόημα μέσα από την «αγάπη» ενός πτώματος, αυτού της Ειρήνης. Μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι. Όντως μακάριοι, αντίθετα με τη μεγάλη δυστυχία των σκεπτόμενων, αυτών που αντιλαμβάνονται τη ζωή διογκώνοντας υπέρμετρα το Εγώ τους, ώσπου όλα γίνονται ένα ανικανοποίητο εγώ, μια φονική επιθυμία αθανασίας. Η διαφυγή από τη μοναξιά ενός φτωχού στο πνεύμα μπορεί να συμβεί και πάνω (η δίπλα) σ’ ένα πτώμα, που «αγαπάει». Όπως οι ναυαγοί που σώζονται, χρησιμοποιώντας ένα πτώμα σαν σωσίβιο. Ο Ευ σκότωσε την Ειρήνη, αυτή που «σκότωσε» την ψεύτικη ζωή του. Αλλά ηθικός αυτουργός του φόνου είναι η ίδια η γηραιά συγγραφέας, που θα επιδιώξει με το θεαματικό θάνατό της την αθανασία. Έτσι, λειτουργούν οι συγγραφείς. Το κίνητρό τους είναι η εν ζωή απόλαυση της αθανασίας. Κι έτσι κυλάει η ζωή μέσα από αλλεπάλληλες προδοσίες εαυτών και αλλήλων.
Η σωτηρία του Ευ θα περάσει δίπλα του, θα προκύψει από μία ξένη, από μία μουσουλμάνα «βρεφοκρατούσα», από αυτόν τον ξενιστή της ανθρωπιάς και της ανιδιοτελούς αγάπης. Το τελικό μήνυμα για το νόημα της ζωής είναι η ανιδιοτελής Αγάπη, η αγάπη χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς υπολογισμούς. Μόνο που αυτό το ανιδιοτελές δόσιμο είναι και μία προδοσία του εαυτού.
Μέσα από αυτές τις διαλεκτικές αντιθέσεις των σχέσεων και των συναισθημάτων, μέσα από συνεχείς προδοσίες και εγκαταλείψεις, μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των επιθυμιών και το χάος της έσχατης ματαίωσης πορεύεται η ζωή, ως εική, όπως τύχει, χωρίς οδηγό, χωρίς πόρο διαφυγής, χωρίς πόλη. Αλλά μήπως υπάρχει διαφυγή και δεν τη βλέπουμε; Η Σκαλίδη προτείνει την Αγάπη, το δόσιμο χωρίς ανταπόδοση, τη ζωή ως αέναο πότλατς. Μόνο που η Αγάπη προϋποθέτει την κένωση από το Εγώ. Δεν θέλω να μετρήσω με το υποδεκάμετρο αν εδώ έχουμε μία νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Θα ήταν βλακώδες. Θέλω μόνο να πω ότι πέραν της θεματικής (οι περιθώριοι, οι «κάτω», οι αποτυχημένοι) που για μένα είναι σημαντικό κριτήριο, το πρώτο έργο της Σταυρούλας Σκαλίδη είναι θαυμάσιο, είναι μία ευχάριστη έκπληξη, γιατί το θέμα και η μορφή είναι συγχρονισμένα. Γιατί η συγγραφέας συλλαμβάνει και αποτυπώνει το λόγο (ως ήχο ψυχής) του περιθωρίου, αυτόν που κινείται στα όρια, στη γραμμή ανοχής και μη ανοχής της κοινωνίας καθώς και της μεγάλης μοναξιάς. Η αλογία εδώ διαλέγεται με το λόγο, η τρέλα με τη λογική και το παραλήρημα, αυτό το ζοφερό σκοτάδι αποκτά μία λαμπερή λευκότητα. Αυτό συμβαίνει μ’ έναν υπέροχο τρόπο, σαν να βλέπεις ένα σχοινοβάτη να χορεύει πάνω από το χάος με μία εκπληκτική άνεση, στη γλώσσα, στο ύφος. Η αλογία είναι εγγεγραμμένη στην πραγματικότητα και η πραγματικότητα στην αλογία και αυτό εκφράζεται περίτεχνα τόσο υφολογικά όσο και γλωσσικά τρόπο. Δεν κρύβω ότι έχω ενθουσιαστεί.