Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

ΣΚΑΛΙΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ: Προδοσία και εγκατάλειψη

Ευστράτιος Καθομιλνός (αν ζούσε στο Παρίσι Ευ Καθομίλ), ετών 35, άγαμος, ορφανός, ψιλικατζής επί της οδού Τύχης 113, καλυμμένος και πλήρης ως θεατής της ζωής των άλλων, ζώντας εξ αντανακλάσεως, ως «καθρέφτης»! Οι «άλλοι» είναι το «περίγραμμα της μορφής τους», η «λάμψη στα μάτια τους» ή η «βουβαμάρα στο βλέμματός τους». Αυτά είναι αρκετά για τον άνθρωπο-κάτοπτρο. Ο ρόλος του «καθρέφτη» είναι μία αναγκαστική επιλογή, αφού δεν ζει παρά ως θεατής σκιών. Όπως κάποιος που τηλε-οράται τη ζωή. Γι’ αυτό όταν πέσει το σκοτάδι, όταν χαθεί το φως και οι σκιές, η μοναξιά γίνεται απέραντη, αναβάσταχτη. Τότε, ο θόρυβος από τα αθόρυβα σαμπό, όταν κοπανιούνται στο πάνω πάτωμα, είναι ευλογημένος, είναι αίσθηση ζωής, αφού «σπάνε τη σιωπή και τη μονοτονία». Τέτοια μοναξιά. Να μην έχεις κανέναν να κατοπτριστείς, έναν να σ’ αγαπήσει. Μόνο καθρέφτης των άλλων, κανείς για σένα. Ό,τι οδηγεί στο «ολόλαμπρο σκότος» της τρέλας, στη σύγχυση των χρόνων, του φαντασιακού και του πραγματικού. Εγκλεισμός. Φυλακισμένος στην «κανονικότητα» μιας πόλης που έχει καταστεί άπολις. Αθήνα. Κυψέλη. Εγκλεισμός «έξω». Ο «ελεύθερος» εγκλεισμός αλλά και ο πραγματικός, στη λευκή μη κανονικότητα του φρενοκομείου. Ποιον εγκλεισμό να διαλέξει κανείς; Κι αν ο λευκός εγκλεισμός είναι μία άμυνα, η έσχατη αντίδραση ενός όντος που ζει χωρίς να ζει, που ζει και τα τινάζει χωρίς να το πάρει είδηση; Αυτά είναι τα ερωτήματα, αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο εξελίσσεται η «Προδοσία και εγκατάλειψη» της Σταυρούλας Σκαλίδη (εκδόσεις Πόλις). Ο ψιλικατζής, το πρεζόνι, ο Γιάννης, ο Μάνος και η Ζωή, ο Γαβριήλ, ο Βασίλης, ο Αποστολάκης, η μουσουλμάνα μετανάστρια, η Ειρήνη, όλοι ήρωες της μεγάλης μοναξιάς της πόλης.
«Εδώ πιο κάτω» μένει η 80χρονη κυρία Ειρήνη, «γριά και μόνη κομουνίστρια», πρώην ωραία, «χωρίς παιδιά και σκυλιά», με μοναδικά πάθη την εφημερίδα της, τα αρωματικά λεπτά σκούρα πουράκια και τον βραζιλιάνικο καφέ εισαγωγής, με έκδηλη τη «θλίψη για τη μετανιωμένη μοναξιά της». Η Ζένια-Ζωή (το ζην του Ευ, η γυναίκα ως μαγική αρχή της ζωής, που έλεγε ο Μπαχτίν), ο έρωτας, αλλά και η «μουσουλμάνα ξένη», η ζωή ως αγάπη, ως ανθρωπιά, εκεί όπου το όνειρο είναι πραγματικό, καθιστάμενο ως νόημα ζωής η μόνη οδός διαφυγής από τη «μαρμάγκα αυτής της πόλης», που είναι πλέον άπολης, ανερωτική, απάνθρωπη. «Να ερωτευτείς, να απατήσεις, να απατηθείς, να τριφτείς με τους ανθρώπους… παράτα τα όλα! Συγκρούσου!... Μη βολεύεσαι… είναι προδοσία και εγκατάλειψη του ίδιου σου του εαυτού» λέει η Ειρήνη, ξεσκίζοντας με τα τσιγκέλια των ερωτηματικών τη βολή, τις ψευδαισθήσεις του Ευ. Αλλά φευ. Ο Ευ μένει δειλός, άπραγος, υφιστάμενος τις ταπεινώσεις καλοσύνης (ελεημοσύνης) των άλλων. Λαθρομετανάστης στις ζωές των άλλων, ζει από τα χρήματα και τις ζωές των λαθρομεταναστών. Εδώ η μοναξιά είναι άγρια, πεινασμένη, θηριώδης, φονική ή αυτοκτονική, ανάλογα με την κατεύθυνση της κατάθλιψης. Και στους «πάνω» υπάρχει μοναξιά και τρέλα, μόνο που εκεί είναι διαχειρίσιμη, ενώ στους «κάτω» όχι. Εδώ η μοναξιά ειρηνεύει με τη μοναξιά, η απελπισία με την απελπισία, ο όμοιος με τον όμοιο. Αλλά η ιδιότυπη αγάπη για το όμοιο δεν απέχει πολύ από το μίσος. Ενίοτε, η ομοιότητα συνιστά το «αγχογόνο αντικείμενο», γι’ αυτό προκαλεί φονικά συναισθήματα, γι’ αυτό οι πιο ρατσιστές είναι αυτοί που έχουν υπάρξει πριν θύματα του ρατσισμού. Το ίδιο μίσος προκαλεί και η αγάπη. Αλλά η Ειρήνη είναι νεκρή, η ζωή του Ευ δεν ανασταίνεται, μένει νεκρή. «Η ζωή είναι νεκρή». Μόνο η ζωή του Βασίλη Τούντου, ενός ακόμη αποκλεισμένου, λόγω χαμηλής νοημοσύνης, βρίσκει νόημα μέσα από την «αγάπη» ενός πτώματος, αυτού της Ειρήνης. Μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι. Όντως μακάριοι, αντίθετα με τη μεγάλη δυστυχία των σκεπτόμενων, αυτών που αντιλαμβάνονται τη ζωή διογκώνοντας υπέρμετρα το Εγώ τους, ώσπου όλα γίνονται ένα ανικανοποίητο εγώ, μια φονική επιθυμία αθανασίας. Η διαφυγή από τη μοναξιά ενός φτωχού στο πνεύμα μπορεί να συμβεί και πάνω (η δίπλα) σ’ ένα πτώμα, που «αγαπάει». Όπως οι ναυαγοί που σώζονται, χρησιμοποιώντας ένα πτώμα σαν σωσίβιο. Ο Ευ σκότωσε την Ειρήνη, αυτή που «σκότωσε» την ψεύτικη ζωή του. Αλλά ηθικός αυτουργός του φόνου είναι η ίδια η γηραιά συγγραφέας, που θα επιδιώξει με το θεαματικό θάνατό της την αθανασία. Έτσι, λειτουργούν οι συγγραφείς. Το κίνητρό τους είναι η εν ζωή απόλαυση της αθανασίας. Κι έτσι κυλάει η ζωή μέσα από αλλεπάλληλες προδοσίες εαυτών και αλλήλων.
Η σωτηρία του Ευ θα περάσει δίπλα του, θα προκύψει από μία ξένη, από μία μουσουλμάνα «βρεφοκρατούσα», από αυτόν τον ξενιστή της ανθρωπιάς και της ανιδιοτελούς αγάπης. Το τελικό μήνυμα για το νόημα της ζωής είναι η ανιδιοτελής Αγάπη, η αγάπη χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς υπολογισμούς. Μόνο που αυτό το ανιδιοτελές δόσιμο είναι και μία προδοσία του εαυτού.
Μέσα από αυτές τις διαλεκτικές αντιθέσεις των σχέσεων και των συναισθημάτων, μέσα από συνεχείς προδοσίες και εγκαταλείψεις, μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των επιθυμιών και το χάος της έσχατης ματαίωσης πορεύεται η ζωή, ως εική, όπως τύχει, χωρίς οδηγό, χωρίς πόρο διαφυγής, χωρίς πόλη. Αλλά μήπως υπάρχει διαφυγή και δεν τη βλέπουμε; Η Σκαλίδη προτείνει την Αγάπη, το δόσιμο χωρίς ανταπόδοση, τη ζωή ως αέναο πότλατς. Μόνο που η Αγάπη προϋποθέτει την κένωση από το Εγώ. Δεν θέλω να μετρήσω με το υποδεκάμετρο αν εδώ έχουμε μία νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Θα ήταν βλακώδες. Θέλω μόνο να πω ότι πέραν της θεματικής (οι περιθώριοι, οι «κάτω», οι αποτυχημένοι) που για μένα είναι σημαντικό κριτήριο, το πρώτο έργο της Σταυρούλας Σκαλίδη είναι θαυμάσιο, είναι μία ευχάριστη έκπληξη, γιατί το θέμα και η μορφή είναι συγχρονισμένα. Γιατί η συγγραφέας συλλαμβάνει και αποτυπώνει το λόγο (ως ήχο ψυχής) του περιθωρίου, αυτόν που κινείται στα όρια, στη γραμμή ανοχής και μη ανοχής της κοινωνίας καθώς και της μεγάλης μοναξιάς. Η αλογία εδώ διαλέγεται με το λόγο, η τρέλα με τη λογική και το παραλήρημα, αυτό το ζοφερό σκοτάδι αποκτά μία λαμπερή λευκότητα. Αυτό συμβαίνει μ’ έναν υπέροχο τρόπο, σαν να βλέπεις ένα σχοινοβάτη να χορεύει πάνω από το χάος με μία εκπληκτική άνεση, στη γλώσσα, στο ύφος. Η αλογία είναι εγγεγραμμένη στην πραγματικότητα και η πραγματικότητα στην αλογία και αυτό εκφράζεται περίτεχνα τόσο υφολογικά όσο και γλωσσικά τρόπο. Δεν κρύβω ότι έχω ενθουσιαστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: