Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

«Σ’ αυτό το βιβλίο όλα είναι αληθινά, τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο» μας προειδοποιεί η Σώτη Τριανταφύλλου στο νέο της μυθιστόρημα (Λίγο από το αίμα σου, Πατάκης). Τι θέλει, άραγε, να πει; Νομίζω ότι βρίσκω την απάντηση στο τέλος του βιβλίου, στην 388 σελίδα: «ακόμα και η πιο αριστοτεχνική γραφή αφήνει κενά, ρωγμές και χάσματα μέσα από τα οποία η πραγματικότητα έρπει, αστράφτει και τινάζεται∙ ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος». Άρα, η πραγματικότητα θάλλει στις ρωγμές, στα χάσματα της γραφής. Αλλά αν η πραγματικότητα, αν ο κόσμος είμαι εγώ ο ίδιος, πώς να δω (με τι βλέμμα) το «μη ίδιο», το άλλο, τον άλλο, τους άλλους; Από από-σταση ή ως υπό-σταση, αποστασιοποιημένος –εκτός του κόσμου- ή υποστασιοποιημένος –εντός του κόσμου-; Πώς, λοιπόν, να «δω» το μυθιστόρημα της Σώτης; Εκ των έσω, με όλη την υποκειμενικότητα για έναν άνθρωπο και συγγραφέα που αγαπώ και εκτιμώ, ή απ’ έξω, ως δήθεν αντικειμενικός κριτής-αυθέντης; Αποφασίζω ότι τα ερωτήματα είναι ψευδή και συνεχίζω. Πως, λοιπόν, να προσεγγίσω το «λίγο από το αίμα σου», ως μία ανατομία της βρετανικής αποικιοκρατίας, ως μία ανατομία του «άγιου μίσους» -των δεξιών και των αριστερών φονταμενταλισμών- ή ως μία σάγκα αποικιοκρατών που αδυνατούν να ερωτευτούν πραγματικά (όσοι μπορούν και ερωτεύονται, τα αισθαντικά πλάσματα του εράν πεθαίνουν, όπως η Μπέθανυ); Αποφασίζω ότι ο καθένας επιλέγει να διαβάσει ανάλογα με το βλέμμα του, ανάλογα με τον κόσμο του, ανάλογα με αυτό που είναι ο ίδιος. Σκέφτομαι, όμως, ότι ενδέχεται αυτή η επιλογή, το «βλέμμα» του αναγνώστη να έχει υποβληθεί, να έχει κατασκευαστεί από τους κατασκευαστές του σύγχρονου γούστου και των πλυντηρίων. Γι’ αυτό αποφασίζω να ακολουθήσω τη λεγόμενη πρόθεση της συγγραφέως μέσα στις ρωγμές και στα λαγκάδια, που προϋποθέτουν τις «βουνοκορφές», τα μεγάλα πάθη, που με τη σειρά τους είναι το καύσιμο του κινητήρα, του δόλου της ιστορίας. Τι θέλει, λοιπόν, να μας πει η Σώτη; Η διατύπωση του ερωτήματος με οδηγεί και πάλι σε μία παρέκβαση. Ίσως γιατί έχω μάθει να «πλαγιοκοπώ», να ακολουθώ σκολιές ατραπούς. Ίσως γιατί η Σώτη είναι από τους ελάχιστους πλέον που επιμένουν στη γραφή της «παρέμβασης», που δεν αποδέχονται τη λογοτεχνία ως αμιγώς αισθητική απόλαυση, ως μία τεχνολογία της εξουσίας, αλλά ως κριτική των λογής εξουσιών. Εδώ η λογοτεχνία δεν εκκινεί από το «πως λέγεται κάτι», αλλά από το «κάτι», από το «τι». Το «πως» ακολουθεί. Ναι, οι αποικιοκράτες, αυτοί που «μεταφυτεύτηκαν» σ’ ένα κλίμα που δεν τους σήκωνε και ξεφλούδιζε το δέρμα τους, αυτοί που οι δικές τους ελευθεριότητες προϋπέθεταν την τάξη των «αποκάτω» δεν ήταν χωρίς αισθήματα. Μόνο που τα αισθήματα αυτά οργανώνονταν και κανοναρχούνταν από μία συγκεκριμένη θρησκευτική πίστη, που ο πυρήνας της ήταν το «άγιο μίσος». Γι’ αυτό ο έρωτας ήθελε αίμα (λίγο από το αίμα σου) για να τραφεί, ακριβώς όπως και η αποικιοκρατία. Η Τριανταφύλλου δεν περιορίζεται ασφαλώς σ’ αυτή την κοινοτοπία. Αντιθέτως, προσεγγίζει τις αποχρώσεις, τις διαφορές των αριστοκρατών και της θρησκευτικής τους πίστης με τους ανερχόμενους πλην «άπιστους» βρετανούς της εμπορικής τάξης. Εδώ ισχύει ενδεχομένως η διάκριση της Κρίστεβα για τους ξένους (πιστοί και είρωνες). Αλλά η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην αποικιοκρατική εξουσία και τις συνέπειές της αλλά επεκτείνει την κριτική της και στην «επαναστατική εξουσία». Η απάντηση των σκλάβων στην αποικιοκρατική εξουσία ήταν ομοιομερής και ομοιότροπη, είχε το ίδιο ύφος και χρησιμοποίησε τους ίδιους τρόπους με αυτούς των πρώην αφεντικών: «…οι επαναστάτες δεν ελάφρυναν το φορτίο της τυραννίας… άλλαζαν απλώς τον ώμο που το κρατούσε…». Τόσο οι αποικιοκράτες, ακόμη και οι ιεραπόστολοι, όσο και οι επαναστάτες «είχαν το μυαλό ενός μονόφθαλμου λαγού». Και τούτο γιατί δεν ήταν καθόλου εξελιγμένοι. Γιατί «ζούσαν μια ζωή χωρίς έρωτα». Να, λοιπόν, το κριτήριο της ανθρώπινης εξέλιξης, ο έρωτας. Από την άλλη πλευρά, η πίστη είτε η θρησκευτική του Ιερώνυμου είτε η πολιτική του Φίλιπς , η πορφύρα και το τζάκετ είναι οι όψεις του ίδιου νομίσματος. Γιατί και η πίστη του Φίλιπς (του επαναστάτη μπάτλερ που περνούσε πάντα «ξυστά από τα σφάλματα») δεν ήταν λιγότερο αιμοβόρα καθώς στον ισπανικό εμφύλιο «οι Δημοκρατικοί, οι «Καλοί», κατά τον Φίλιπς, ανάγκαζαν τους Καθολικούς παπάδες να σκάβουν τους λάκκους τους κι έπειτα τους έθαβαν ζωντανούς…». Η επανάσταση, συνεπώς, ήθελε κι αυτή «λίγο από το αίμα σου». Άρα, κάτω οι πίστεις. Ή αλλιώς ζήτω οι άπιστοι, οι απάτριδες, οι «είρωνες». Αλλά προπάντων ζήτω τα ερωτευμένα υποκείμενα της δαπάνης, όπως η μικρή Μπέθανυ. Και επειδή «όλα είναι αληθινά» και επαναλαμβανόμενα και τότε όπως και σήμερα ο Ευγένιος(κι εδώ το όνομα κάτι σημαίνει, όπως και το Ιερό-νυμος) ήθελε να πει στη Λύντια ότι «ο έρωτας, οι προγαμιαίες σχέσεις, όλα αυτά, δεν είναι θανάσιμες αμαρτίες παρά τους ισχυρισμούς των παπάδων…». Για να θυμηθούμε και τα «περί πορνείας» της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Αλλά επανέρχομαι στο «όλα είναι αληθινά, αλλά τίποτα δεν είναι βέβαιο», που, τελικά, νομίζω ότι φωτίζεται από άλλη οπτική γωνία στη σελίδα 216: «Στην Αφρική κάτι που είναι αλήθεια την αυγή είναι ψέμα το μεσημέρι». Οι Αμερικανοί Πραγματιστές (Πιρς, Τζέιμς και Ντιούη) έλεγαν να προετοιμαζόμαστε ώστε να δεχτούμε τη σημερινή αλήθεια (πίστη) ως το αυριανό ψεύδος. Δεν θα επεκταθούμε σ’ αυτό. Εξάλλου, τα ερεθίσματα που μας δίνονται είναι άπειρα. Θα μείνουμε απλώς στην «προσευχή» του Ευγένιου (συγγραφέας) που «ζητούσε να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά…». Και ο συγγραφέας-καλλιτέχνης αν και δεν μπορεί να ερωτευθεί, δηλαδή να εξελιχθεί, παρ’ όλα αυτά εξελίσσεται, μετουσιώνοντας την αναπηρία του σε τέχνη, εκφράζοντας το θυμό του («είμαι ένα θυμωμένος άνθρωπος που πέρασε πολλά άδεια χρόνια χωρίς να αισθανθεί θυμό για κανέναν»), μισώντας όσους τον μισούν (αναγνώστη, κριτικό). Έτσι, το «μίσος» γίνεται όχι μόνο ο κινητήρας της ζωής αλλά και της τέχνης (γι’ αυτό η διαφάνεια του κακού, η εξαφάνισή του μας στερεί από την ενέργειά του-Μποντριγιάρ). Ο «καλός», δημοκρατικός συγγραφέας «θάβει» τους «κακούς»! Η ειρωνεία εδώ γίνεται ανατρεπτικός αυτοσαρκασμός. Όλα αυτά που μόλις σας περιέγραψα, δεν ξέρω αν πραγματικά τα γράφει ή τα υπαινίσσεται η Τριανταφύλλου μέσα στο άπειρο πλήθος των ρωγμών μέσα στις οποίες κρύβεται, ούτε ξέρω αν «είδα» πραγματικά το «αληθινό» πλην αβέβαιο χάσμα της. Ένα είναι βέβαιο, πως όσα είχα ανάγκη να δω, τα είδα. Έτσι διαβάζουμε με όσους συμφωνούμε. Η συμφωνία, βέβαια, είναι πληκτική, αντίθετα με τη διαφωνία και το «μίσος». Το ζήτημα είναι να κάνουμε και τη συμφωνία ενδιαφέρουσα, αναζητώντας τις αποχρώσεις και ζώντας τα «συν» της. Αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσω του έρωτα…

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Οι βότκες του Galaxy

Οι «σκεπτόμενοι» ξεδίψαγαν στη μπάρα του Galaxy με βότκες. Οι άλλοι, οι «απ’ έξω», οι «απλοϊκοί» συνέχιζαν να πορεύονται. Κάποιος είπε ότι δεν είχε νόημα η «κατάληψη της ΕΣΗΕΑ. Της Βουλής ναι»! «Ήρθε ο Γκοντό» είπε γελώντας ο Κώστας στην εμφάνιση του Γιώργου. Τον Γκοντό, λοιπόν, περίμεναν οι σκεπτόμενοι (άλλως πως διανοούμενοι); Οι «απλοϊκοί» έξω που φώναζαν, που διεκδικούσαν, τι τάχα ανέμεναν; Ποιος είναι ο δικός τους Γκοντό; Οι «σκεπτόμενοι» και οι «απλοϊκοί», δύο διαφορετικές ράτσες. Άραγε, ο (πάντα) αναμενόμενος Γκοντό είναι και για τις δύο ο ίδιος; Προσπάθησα να βρω έναν ορισμό των «σκεπτόμενων» και των «απλοϊκών» και θυμήθηκα τον Ντάνιελ Κέλμαν (Εγώ και ο Καμίνσκι, εκδόσεις Καστανιώτη). Στο διάλογο του βιογράφου με τη σερβιτόρα, ο πρώτος θα πει πως «απλοϊκοί» είναι αυτοί που «ζουν αντί να σκέφτονται», ενώ οι διανοούμενοι «σκέφτονται αντί να ζουν». Φρυκτωρίες οι φλόγες των νευροδιαβιβαστών κουβαλούν μαζί με τον Κέλμαν και τον Πιραντέλο που έθετε το δίλημμα «ή ζεις ή γράφεις». Μπορείς, άραγε, και να ζεις και να γράφεις, και να ζεις και να σκέφτεσαι; Τι ισορροπίες, ή μάλλον τι σχοινοβασίες χρειάζονται για να το καταφέρει κανείς; Πως μπορείς να κρατηθείς τόσο κοντά και τόσο μακριά από τη σαγήνη της σκέψης και της φαντασίας ώστε να μη μαρμαρώσεις από το σκοτάδι ή να καείς από το φως; Ο Νίτσε, ας πούμε, δεν τα κατάφερε. Αλλά τι θέλει να μας πει ο Κέλμαν με το βιογράφο που επιχειρεί να «κλέψει» τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου; Ο βιογράφος κατ’ αρχήν κλέβει από τη δόξα του βιογραφούμενου (κλέφτης βίων). Αλλά συγχρόνως, ο κλέφτης (όπως οι κλέφτες της Βιέννης του Φρόυντ) αφήνει κάτι από την ψυχή στον τόπο της κλοπής. Είναι ο «βιογράφος του» ζωγράφου. Του ανήκει. Είναι σκλάβος του. Άρα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για να μπορέσει να έχει το ελεύθερο και αντικειμενικό βλέμμα του αποστασιοποιημένου παρατηρητή. Ο βιογράφος είναι νεαρός, φιλόδοξος, ταλαντούχος, αλλά χωρίς δική του ιστορία, χωρίς το έρμα μιας αυτοτελούς βιογραφίας. Έτσι, κινδυνεύει να χειραγωγηθεί από τον φαινομενικά αδύνατο, μεγάλο καλλιτέχνη, που βρίσκεται ένα βήμα πριν από τον τάφο. Η ουσία του μυθιστορήματος είναι η σχέση εξουσίας του Καμίνσκι με τους γύρω του. Ο τίτλος «Εγώ και ο Καμίνσκι» απηχεί ακριβώς τη διαπάλη του Εγώ του βιογράφου με το Άλλο, που είναι ένα τεράστιο Εγώ. Η ιστορία είναι απλή, αλλά γραμμένη με τρόπο που κρατάει εν εγρηγόρσει τον αναγνώστη. Ο βιογράφος νομίζει ότι απαγάγει τον Καμίνσκι και μέσα από μία περιπετειώδη προσπάθεια επιχειρεί να τον πάει κοντά στο μεγάλο του έρωτα. Ο μεγάλος έρωτας όμως του Καμίνσκι δεν ήταν παρά ένας απλός έρωτας, που έγινε «μεγάλος» γιατί το θύμα του είχε διαφύγει, είχε απελευθερωθεί από τη γοητεία του διάσημου καλλιτέχνη. Ο έρωτας έγινε «μεγάλος» γιατί διέλυσε την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του παντοδύναμου ζωγράφου. «Τότε είχα νομίσει ότι θα πέθαινα», λέει ο Καμίνσκι, «Νομίζεις ότι ζεις. Και, ξαφνικά, χάνονται τα πάντα. Η τέχνη δεν σημαίνει τίποτα. Όλα είναι ψευδαίσθηση. Και το ξέρεις, και δεν μπορείς παρά να συνεχίσεις». Η τέχνη δεν σημαίνει, λοιπόν, τίποτα αφού από την απόχη της μπορούν και διαφεύγουν κάποιες θαυμαστές πεταλούδες. Η τέχνη δεν είναι παντοδύναμη, δεν είναι ανίκητη, αφού νικήθηκε από μία γυναίκα. Άρα, μπορεί άνετα να νικηθεί από το χάρο. Η αθανασία μέσω της τέχνης, συνεπώς, είναι μία ψευδαίσθηση. Μόνο που η προσωπική ιστορία κάποιου, η βιογραφία του, η ζωή του είναι η βίωση αυτών των ψευδαισθήσεων και ενδεχομένως η διάψευσή τους. Γι’ αυτό απέναντι στο μεγάλο Εγώ του γηραιού καλλιτέχνη βρίσκεται το μικρό Εγώ του βιογράφου ή της κόρης. Αυτών που ζουν στη σκιά του μεγάλου Εγώ. Η φαινομενικά δυναμική κόρη του ζωγράφου «ζήλευε την Τερέζ», τον μεγάλο του έρωτα, «Επειδή δεν είχε ζήσει άλλη ζωή εκτός από τη ζωή του (διάσημου καλλιτέχνη πατέρα της), επειδή κι εκείνη ήταν χωρίς παρελθόν. Όπως κι εγώ (βιογράφος)». Ένα από τα καλά στοιχεία του μυθιστορήματος είναι η δυνατότητα του Κέλμαν να αφηγείται τις σκέψεις, να καθιστά μυθιστορηματικό το δοκιμιακό λόγο. Έτσι, οι μεγάλες διερωτήσεις και κάποιες απαντήσεις γίνονται ένας γρήγορος διάλογος, ή μία απλή περιγραφή τριών αράδων. Τελικά, όμως, όλα είναι ψευδαίσθηση; Και αν είναι, τότε τι είναι η πραγματικότητα; Η απάντηση σχετικά με την πραγματικότητα αφορά μόνο την τέχνη. Έτσι, «Η πραγματικότητα μεταβάλλεται με κάθε βλέμμα, κάθε δευτερόλεπτο. Η προοπτική είναι μια συλλογή από κανόνες, για να μπορέσουμε κάπως να συμμαζέψουμε αυτό το χάος. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο». Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο «το φως πρέπει να περάσει μέσα από πάρα πολλούς φακούς πριν θεωρήσουμε μια εικόνα ρεαλιστική». Αλλά θα το πιστεύατε ποτέ; Ένας ζωγράφος που ζωγράφισε τη θάλασσα, δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή του! Λέτε γι’ αυτό να τη ζωγράφιζε όπως δεν την «έβλεπε» κανείς άλλος; Ίσως. Αλλά να και πάλι οι καλλιτέχνες, οι «σκεπτόμενοι» του Calaxy. Ο Τζιάκομο Λεοπάρντι, ο ποιητής, έλεγε πως η δυστυχία των μεγάλων σκεπτόμενων Εγώ είναι πολύ μεγάλη, όσο και τα τεράστια Εγώ τους και γι’ αυτό καλό είναι να «πνίγουν» που και που την απέραντη θλίψη της οριστικής ματαίωσης (ψευδαίσθησης) στο αλκοόλ και στα ψυχοτρόπα!

Alain Badiou
Η πολιτική και η λογική του συμβάντος
Μετάφραση, Δ. Βεργέτης, Τ. Μπέτζελος
Πατάκη

Στον καιρό που πολλοί μιλούν για την ανασημασιοδότηση του «πολιτικού» ή ακόμα και για την «απόσυρσή του», ο Μπαντιού ξανασκέφτεται το πολιτικό με όρους μυθοπλασίας. Αν λοιπόν το πολιτικό είναι μυθοπλασία, τότε η πολιτική είναι εκείνο το συμβάν, που επιφέρει τη διάτρηση της μυθοπλασίας. Και για όσους ευλόγως δεν καταλαβαίνουν, το πολιτικό είναι ένας μύθος, μία ιριδίζουσα επινόηση-πομφόλυγας, που η πολιτική(συμβάν) «τρυπάει». Αλλά τι απομένει όταν ο πομφόλυγας εξαερωθεί; «η συνάθροιση, ο δεσμός, η σχέση» (το συν-είναι) λέει ο Μπαντιού. Αυτός ο δεσμός-ιστός είναι η ιδεολογική δοξασία. Δηλαδή όταν σκάσει ο μύθος, μέσα βρίσκουμε έναν άλλο μύθο (μπάμπουσκα) την ιδεολογία που συνέχει την κοινωνία (το ίδιο λέει και ο Ζίζεκ). Δεν είναι τυχαίο ότι Μπαντιού και Ζίζεκ επηρεάζονται από τον Λακάν.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Η συμφιλίωση με τη φύση μας

Κοιτάζω τα μάτια της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και ερωτεύομαι το βλέμμα της, αυτή την αδιόρατη μελαγχολία της ομορφιάς. Κοιτάζω ένα εξώφυλλο (Μια ευλαβική ανάμνηση-Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ εξομολογείται στην Εύα Νικολαΐδου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα). Σκέφτομαι ότι η ομορφιά δεν μπορεί να είναι μία αφαίρεση. Παύουμε να βλέπουμε την ομορφιά όταν αυτή γίνεται αφαίρεση. Αλλά τι είναι η αφαίρεση εν προκειμένω; Η απόσταση του ανθρώπου από τη φύση και τη φύση του. Αυτή η διχοστασία που κάνει την ανθρώπινη ψυχή πεδίο μάχης της φύσης, της φύσης μας και της άρνησής της. Βγήκαμε από τη φύση και βαλθήκαμε να την κυριεύσουμε. Στήσαμε τον εαυτό μας (τη φύση μας) απέναντι και επιχειρούμε να τον καταλάβουμε (να τον εννοήσουμε και να τον κυριεύσουμε). Αυτή η προσπάθεια έχει ενδυθεί το πρόσχημα του νοήματος της ζωής. Λες κι αν δεν κατακυριεύσουμε τον σιωπηλό (ενδεχομένως ζωώδη και φυσικό) εαυτό μας, θα ζούμε χωρίς νόημα και νήμα. Λες και το γεγονός ότι ζούμε δεν είναι ένα θαύμα έμπλεο αυτοτελούς νοήματος. Αυτά σκεφτόμουν καθώς «άκουγα» τη Γιουρσενάρ να λέει: «Θα πεθάνω… Δεν παραπονιέμαι για το πεπρωμένο αυτό που μοιράζομαι με τα λουλούδια, τα έντομα και τα’ αστέρια… Δεν παραπονιέμαι που τα πράγματα, τα όντα, οι καρδιές είναι όλα φθαρτά, αφού ένα μέρος της ομορφιάς ανήκει σ’ αυτή τη δυστυχία…». Θυμήθηκα τη γιαγιά μου την Αγγελική, που μου έδειχνε τα λουλούδια, λέγοντας «Δεν στενοχωριέμαι που θα φύγω. Λυπάμαι μόνο που δεν θα ξαναδώ αυτή την ομορφιά». Η γιαγιά μου ήταν αγράμματη αλλά είχε βγάλει το ίδιο συμπέρασμα με τη Γιουρσενάρ. Αλλά αφού τα πράγματα είναι τόσο απλά, τόσο φυσικά, γιατί τόση οδύνη, τόσος φόβος, τόση τρέλα; Τι είναι η τρέλα; Αναζητώ την απάντηση στην «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή» του Μισέλ Φουκώ (εκδόσεις Καλέντη). Η προσέγγιση του Φουκώ έχει ως αφετηρία την άποψη του Λακάν σύμφωνα με την οποία η τρέλα, «το παραλήρημα κάτι θέλει να πει». Τι όμως; Είναι η απελευθέρωση του έγκλειστου, του ζωώδους, που έχουμε απωθήσει, μέσω της γλώσσας; Είναι μία απάτη, ένα ξεγέλασμα του φύλακα, που είναι η ηθική του εκάστοτε πολιτισμού; Είναι η κλαγγή των όπλων αυτής της κολοσσιαίας εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ της ψυχής και του σώματος; Διαβάζω τις 733 σελίδες του κλασικού πια έργου του Φουκώ και καταλήγω ότι μπορεί κανείς να αντιστοιχίσει τα επικρατούντα είδη τρέλας στους ανθρώπους με την κρατούσα τρέλα του πολιτισμού μιας εποχής. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η κυρίαρχη μορφή «τρέλας» σήμερα είναι η μανιοκατάθλιψη (διπολική διαταραχή ή όπως αλλιώς τη λένε) που αντιστοιχεί στην τρέλα του σημερινού πολιτισμού, που είναι ο «μανιακός καπιταλισμός», αυτό το «συμφέρον» των επιθυμιών που μας αλλοτριώνει. Αλλά όπως προείπαμε η βάση της «τρέλας» είναι η απόσπαση του ανθρώπου από τη φύση και τη φύση του. Να τι έγραφε ο άγνωστός μας στην Ελλάδα Κώστας Παπαϊωάννου (στο θαυμάσιο αφιέρωμα της Νέας Εστίας): «Από την Αναγέννηση και μετά, δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε το σύμπαν ως ένα δομημένο και συνεκτικό όλον». Και συνεχίζει ο Παπαϊωάννου, λέγοντας πως «ο κόσμος των πραγμάτων και ο κόσμος του πνεύματος εμφανίζονται ως οι δύο πόλοι μιας πραγματικότητας… Το είναι της φύσης αποτελεί στο εξής αντικείμενο παράστασης, επιστημονικής γνώσης και τεχνικής εκμετάλλευσης. Το είναι του ανθρώπου τίθεται ως υποκείμενο απέναντι στον κόσμο ο οποίος γίνεται πλέον αντιληπτός ως ένα σύστημα αντικειμένων ουσιαστικά ξένο προς τον άνθρωπο, ‘’βουβό’’ σε ό,τι αφορά τον ύστατο προορισμό του. Μέχρι τότε… Η ύπαρξη μπορεί να συγκλονιζόταν από βαθύτατους φόβους, αλλά δεν ήταν προβληματική: ο άνθρωπος αναγνώριζε τη φυσική του θέση μέσα στην αμετακίνητη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία των όντων και των πραγμάτων». Ο άνθρωπος πλέον τίθεται πέρα και πάνω (ως επιθυμία) από τη φύση και σε λίγο και από τη φύση του (κλωνοποίηση, ρομποτ με συνείδηση κ.ά.). Η ανθρώπινη ιστορία στο εξής θα είναι μια ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, μια ιστορία κατάκτησης της φύσης (μέσω της επινόησης της «προόδου») και της επιθυμίας των άλλων. Η διάκριση των πραγμάτων και του πνεύματος, των δύο πόλων της πραγματικότητας, του υποκειμένου που είναι ο άνθρωπος και του αντικειμένου που είναι όλα τα άλλα καθώς επίσης και ο υφιστάμενος την κατάκτηση άνθρωπος, ο άνθρωπος ως άλλος, ως ξένος μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό (Τζούλια Κρίστεβα). Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι ρατσιστές είναι οι παλιοί μετανάστες, καθώς οι νέοι μετανάστες είναι αγχογόνα αντικείμενα, καθώς θυμίζουν στους «παλιούς» τον εαυτό τους. Μισούμε λοιπόν μέσω των άλλων τον ίδιο τον εαυτό μας. Γι’ αυτό ο ρατσισμός δεν είναι παρά μία εξωτερικευμένη, επιθετική «τρέλα». Αλλά η μεγάλη τραγωδία είναι πάντα η εσωτερική, η εμφύλια τραγωδία των σκεπτόμενων (όχι μόνο των διανοούμενων), αυτών που παίρνουν το ρίσκο να παίξουν το παιγνίδι του λόγου και της υποκειμενικής, της συνειδητής «τρέλας» (τύπου Δον Κιχώτη), διακινδυνεύοντας το πέρασμα στην απέναντι όχθη (τρέλα) είτε από τη σαγήνη της πρωτόγνωρης ελευθερίας είτε από ενοχή, όταν συναντώνται στιγμιαία η μέγιστη ενοχή με τη μέγιστη αθωότητα. Γι’ αυτό ο Φουκώ επαναπροτείνει τη συμφιλίωση με τη φύση και τη φύση μας, προτείνει την αντικατάσταση όλων των πίστεων με την πίστη στη φύση σύμφωνα με την οποία «Δεν θα γνωρίζεις τίποτε αν δεν έχεις γνωρίσει τα πάντα, και αν είσαι τόσο άτολμος που κομπιάζεις με τη φύση, αυτή θα σου ξεφύγει για πάντα». Όμως, ο Φουκώ δεν περιορίζεται στην απλή, την ειρηνική συμφιλίωση με τη φύση, όπως η Γιουρσενάρ, αλλά θεωρεί ότι τίποτα, καμία επιθυμία «δεν είναι παρά φύσιν» ούτε καν ο φόνος!, αφού ακόμη και αυτή την φονική επιθυμία «την έχει βάλει στον άνθρωπο η ίδια η φύση». Από εδώ θα προκύψει ο τρελός δολοφόνος στο «Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους», αυτό το τρομερό βλέμμα, που είναι η τρέλα κάτω από το προσωπείο, μια τρέλα που δαγκώνει πρόσωπα, που ροκανίζει καρδιές, ένα φοβερό βλέμμα προσηλωμένο στο τίποτα, μία τρέλα που καταργεί και τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν αυτός ο «τρελός» αντιστοιχεί στον αμερικάνικο πολιτισμό του θανάτου (Ρίφκιν), τότε είναι μία αλληγορία για τον Μπους, μία αλληγορία για την αυτονομημένη, αμερικάνικη στρατιωτική μηχανή που λειτουργώντας ανεξέλεγκτα μπορεί να σημάνει την κατάργηση των ανθρώπων, των πολιτισμών, του κόσμου. Ε, λοιπόν, δεν μπορούμε να δεχθούμε τη νιτσεϊκή, ή καλύτερα τη χομπσιανή «συμφιλίωση με τη φύση» του Φουκώ, αλλά την τρυφερή, την ερωτική συμφιλίωση της Γιουρσενάρ και γιατί όχι της γιαγιάς μου της Αγγελικής.

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Ποιητές, οι αρχαιολόγοι των αισθήσεων

Προς χάριν μιας «ημέρας», της «ημέρας της ποίησης», που παραπέμπει είτε σε μία μνημειακή μη ομιλούμενη πλέον γλώσσα, είτε σε μία διεκδίκηση του ποιητικώς ομιλείν και δραν, διάλεξα σήμερα να μιλήσουμε για την ποίηση. Πιο συγκεκριμένα για το βιβλίο του Παναγιώτη Νούτσου: «Κοινωνία, πολιτική στράτευση και ποίηση-Για τον Τίτο Πατρίκιο» (εκδόσεις Σαββάλας). Για το θέμα της στράτευσης έχουμε μιλήσει πολλές φορές είτε με αφορμή τον Σαρτρ είτε με αφορμή τον Μπουρντιέ και τον Έντουαρντ Σαΐντ. Εδώ θα περιοριστούμε αυστηρά στην παρουσίαση της συλλογιστικής του Π. Νούτσου με την επισήμανση μόνο ότι στην Ελλάδα είχαμε το «παράδοξο», οι μεν αστοί να ηγούνται υλικά και να είναι πάμπτωχοι πνευματικά (εξ ου και το ελληνοχριστιανικό κιτς) και τους «κάτω», εκφρασμένους πολιτικά από την Αριστερά, που αν και φτωχοί υλικά κατείχαν την πνευματική ηγεμονία εντός της κοινωνίας. Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο ότι η πολιτική ηγεμονία των «πάνω» δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς δεν είχε ποτέ την πνευματική νομιμοποίηση(μόνο μετά το 1981 φαίνεται να έχουμε την «ενοποίηση» των δυο «εξουσιών»). Το θέμα της «πνευματικής ηγεμονίας» προσέδιδε στην πολιτική Αριστερά μια ιδιότυπη εξουσία, που εκφράστηκε αυταρχικά στους «διπλά» διαφωνούντες διανοούμενούς της που, έτσι, υπέστησαν μία διπλή εξορία. Η δεύτερη, η εντός, ταπεινωτική εξορία, ήταν πάντα πιο οδυνηρή από τον δοξασμένο εξοστρακισμό. Αλλά ας επανέλθουμε στον Νούτσο και τον Πατρίκιο. «Σε τι συνίσταται αυτή η στράτευση (του Πατρίκιου;» διερωτάται ευθύς αμέσως ο Νούτσος και αναλύει το συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο της εποχής καθώς και τη διαμόρφωση του «αντιφασιστικού μετώπου», όπου ο φασισμός αποτελεί τον «κύριο εχθρό» και ο αγώνας είναι «εθνικοαπελευθερωτικός». Σ’ αυτό το πλαίσιο η ευρεία πολιτική «συστράτευση» (ΕΑΜ) θα εκφραστεί και στην τέχνη. Έτσι, δεν αποκλείεται κανένας εκφραστικός τρόπος ούτε ο επαναστατικός ιδεαλισμός, ούτε ο κριτικός ρεαλισμός, ούτε ο ηρωικός ρομαντισμός. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει μία προτίμηση για τον «δυναμικό ρεαλισμό που συμφωνεί περισσότερο με το πνεύμα των λαϊκών μαζών». Μάλιστα, εντός του κομματικού πνευματικού πυρήνα στηλιτεύεται ο υπερρεαλισμός και το «ασυνείδητο και άλογο παραλήρημα»(Κ. Βάρναλης). Είναι η εποχή που «η πράξη ‘’προλαβαίνει το στοχασμό’’» (σ.σ. αυτό που δεν είναι παρά ένας συνειδητός Πραγματισμός, τον οποίο ο Νούτσος κάπου αλλού χαρακτηρίζει σταλινικό). Είναι, λοιπόν, ο καιρός κατά τον οποίο θέτονταν οι διερωτήσεις για το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Ακολουθούν στη συνέχεια τα πέτρινα χρόνια της Μακρονήσου και του Άη Στράτη, όπου «όχι, δε θα σας κάνω τη χάρη να σας συνηθίσω, να βολευτώ μαζί σας. Δεν προσαρμόζομαι στο θάνατο», όπως θα γράψει ο Πατρίκιος. Η ποίηση «αυτή βρίσκεται πέραν του κομματικού μηχανισμού ελέγχου της συλλογικότητας των εξορίστων…» καθώς είναι η στιγμή που εγκαινιάζεται η εσωκομματική διαφωνία για το μέλλον του σοσιαλισμού («Ηπειρώτες»). Αυτή η διαφωνία στον Πατρίκιο θα εκφραστεί με το φόβο για «όσους στρατεύονται για να μας σώσουν» αλλά και για «όσους μας απαλλάσσουν από την αγωνία του θανάτου/ με ισόβια δάνεια σώματος και ψυχής». Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τον φόβο από τους «εντός», από τους «δικούς», στη δεύτερη ισχύει η σταθερή διαφωνία με τον ψυχικό κατευνασμό που επιβάλλει η χριστιανική θρησκεία. Αλλά όπως προείπαμε η πιο οδυνηρή και η πιο ψυχοφθόρα διαφωνία ήταν αυτή που εκφραζόταν απέναντι στην οικεία πλευρά και η οποία έθετε επί τάπητος όχι την ορθόδοξη αντίληψη για την ελευθερία, αλλά μία άλλη, αυτή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σύμφωνα με την οποία ως «ελευθερία νοείται πάντα η ελευθερία για εκείνον που σκέφτεται διαφορετικά». Αλλά μια τέτοιου είδους ελευθερία θέτει τον ποιητή, το διανοούμενο υπό το καθεστώς της «ξενότητας», της ριζικής ετερότητας αλλά και της ριζικής μοναξιάς, αφού δεν έχει μία «πατρίδα ιδεών» αλλά ούτε και «πολιτική μητρίδα» για να ακουμπήσει. Αυτή είναι η μεγάλη διακινδύνευση, η μεγάλη οδύνη (η καταδίκη στην ισόβια ρετσινιά του «χαφιέ» κ.ά.). Αυτή η διπλή ή πολλαπλή «αντιεξουσιαστικότητα» είναι το μεγάλο ρίσκο. Οι «πιστοί»(κομματική ορθοδοξία) και οι «είρωνες» (ο κατά Λούκατς «ανταρτοπόλεμος» στο δογματισμό) είναι μία διάκριση των «ξένων» (Κρίστεβα) που ισχύει κατά τη γνώμη μας και εν προκειμένω. Ο Νούτσος παραθέτει με ενάργεια το ρόλο των διανοουμένων όπως τον προδιέγραφε ο πολιτικός φορέας της Αριστεράς: Οι διανοούμενοι, λοιπόν, όφειλαν να νομιμοποιούν («μυθοποιούν») και να θαυμάζουν τη «σοφία των αποφάσεων», ακόμα και αν διαφωνούσαν. Διότι προς τα έξω ακόμα και το λάθος έπρεπε να το υπερασπίζεται κανείς ως «αλήθεια» («μην άθελά σου βοηθήσεις τον εχθρό») . Συνεπώς, υπήρχε μία «διπλή αλήθεια» και έτσι «συνέχιζα να καταδικάζω ακόμα και την ώρα/ που άκουγα μέσα μου ν’ ανοίγουν οι ρωγμές». Έτσι, περιγράφει ο Πατρίκιος τη μαθητεία στην υποκρισία και «το λάθος ήταν αυτός ο τοίχος μέσα μας/ που δεν τον γκρεμίσαμε ποτέ». Αλλά ποιος ήταν αυτός ο τοίχος; Ήταν ο «οστρακισμός της εσωκομματικής δημοκρατίας» και η παγίωση ενός «τρομακτικού και έντρομου ολοκληρωτισμού, που ήθελε να μετατρέψει ακόμα και τους ανθρώπους των γραμμάτων σε ‘’μηχανικούς ψυχών’’», σε «ιδεοπράχτες». Και να και πάλι το ζήτημα της ριζικής ξενότητας που επανέρχεται: «ξένοι στους ουρανούς», ξένοι στις πόλεις, «ξένοι παντού». Αλλά τώρα τίθεται και το ερώτημα: τι ψάχνουμε πια; «Πες μου πως ψάχνεις, για να σου πω τι ψάχνεις» λέει ο ποιητής. Ο Πατρίκιος, σύμφωνα πάντα με τον Νούτσο, παραπέμπει στη «θεία Ελευθερία» που είχε τη δύναμη «να μη χαθεί στο πουθενά/ να μην περιπλανιέται στο παντού/ να φτιάχνει χωρίς να μελαγχολεί/ κάθε τόσο ένα καινούργιο εδώ». Κι αυτό που κληροδοτεί υπόρρητα αυτή η «θεία Ελευθερία» είναι το «εγκώμιο στη ζωή»: «έναν γαλήνιο εγωισμό/ των καθημερινών, αμάραντων αισθήσεων». Ο Νούτσος τολμά να κρίνει αιτιολογημένα τη συστράτευση του ποιητή με το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ. Αλλά να που ο ποιητής διαφεύγει πάλι στο απάγκιο της οδυνηρής ξενότητας: «κι ο εαυτός μου ξένος/ που μ’ αντιτρατεύεται». Τελικά, τι είναι οι ποιητές; «Οι ποιητές βέβαια, λέει ο Νούτσος, ως ‘’αρχαιολόγοι των αισθήσεων’’, μπορούν να ‘’ανακαλύψουν’’ στο μέλλον τα ‘’άστεγα βιώματα’’ του παρελθόντος, ακόμη και μέσα από τα ερείπια μιας ‘’έρημης’’ πόλης και να τα «στεγάσουν μόνιμα σ’ ένα τους βιβλίο». Και η στράτευση τότε; Υπέρ ποιου ανθρώπου στρατεύονται οι ποιητές; «Ο άνθρωπος του 5000μ.Χ. δεν πρόκειται να διαφέρει από τον σημερινό «στον έρωτα, στα πάθη, στη λογική ανάλυση/ στο φόβο του θανάτου»! Συνεπώς, η στράτευση υπέρ ενός ερωτικού ανθρώπου, ανθρώπου του πάθους και του ορθού λόγου είναι διαχρονική.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

HOMO AMERICANUS κυκλοφορεί τον Απρίλιο

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου: Ηomo Americanus, Tα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ιδιαιτερότητας(ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ). Ένα δοκίμιο που αναλύει τον αμερικανικό τρόπο σκέψης και αντίληψης της Ιστορίας, παρουσιάζοντας διεξοδικά όλες εκείνες τις ιδεολογικές, πολιτικές και φιλοσοφικές συνισταμένες που τον διαμόρφωσαν μέχρι τη σημερινή του εκδοχή.

Αντι-άγιοι

Τα 13 βιβλία της σειράς «Βίοι αγίων-υπόγειες διαδρομές» των εκδόσεων Ηλέκτρα (ήδη εκδόθηκαν άλλες δύο βιογραφίες) και η παρουσίασής τους την προηγούμενη Τρίτη μας δίνει την ευκαιρία να εξετάσουμε τους λόγους της λογοτεχνικής «αγιοποίησης» κάποιων προσωπικοτήτων πραγματικών ή φανταστικών. Ήδη ο Μίλτον είχε αποκαταστήσει το Διάβολο ως «επαναστάτη» για να εκφράσει στο φαντασιακό των πολιτών ότι η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης δεν ήταν δαιμονικό γεγονός. Από εδώ προέκυψε και το νεωτερικό «δαιμονιακό ύψιστο», αλλά και οι αποκαλούμενοι «καταραμένοι» της λογοτεχνίας και της ζωής. Με άλλα λόγια στο φαντασιακό των ανθρώπων μέσω της αλλαγής της εικόνας του διαβόλου διαμορφώνεται ένας πιο δημοκρατικός ουρανός που μπορεί να έχει την αντιστοιχία του στη Γη. Έτσι, λοιπόν, έχουμε μια πίστη σ’ ένα εκείθεν απολυταρχικό και στη συνέχεια μία πίστη σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, που δεν έρχεται ποτέ, αλλά που εκδημοκρατίζει, καθώς αναγνωρίζει τους «κάτω», τους καταραμένους. Συνεπώς, η ζωή εξακολουθεί να «διαβάζεται» με τα γυαλιά των λογής πίστεων-επινοήσεων, από τους αιματηρούς μανιχαϊσμούς των βιρτουόζων του πνεύματος, των «ιδεοπρακτών», των «μηχανικών ψυχών» και των ουροβόρων του πνεύματος, αλλά και των «αντι-αγίων». Οι τελευταίοι, οι αντάρτες άγιοι είναι αυτοί που αρνούνται την εξουσία-αυθεντία της αγιοσύνης τους, αυτοί που παραμένουν αιρετικοί, αντινομικοί, ετερόδοξοι, δηλώνοντας έτσι την πολυσημία της ζωής. Σ’ αυτούς τους «άγιους» αναφέρεται η σειρά «βίοι αγίων». Και έχει ενδιαφέρον η μελέτη τους καθώς διάγουμε μία εποχή όπου επιχειρείται μία αντίστροφη κίνηση, η λεγόμενη «απεκκοσμίκευση» (βλέπε Σαρκοζί). Δεν θα μιλήσουμε εδώ για το φονταμενταλισμό (ΗΠΑ), όπου οι άγιοι μιας θρησκείας αντιπαρατίθενται με τους άγιους μιας άλλης(ισλάμ), αλλά για τους άγιους των «πάνω», της καθεστηκυίας τάξης και τους άγιους των «κάτω», των απόκληρων. Ήδη στις ΗΠΑ στις στρατιές των Αμερικανών στο Βιετνάμ θα αναπτυχθούν «οι στρατιές της νύχτας», οι άγιοι του Μέηλερ.
Αλλά για να δούμε τη δική μας περίπτωση σκεφτήκαμε να εξετάσουμε τους «αγίους των αγίων», όπως καταγράφονται στις 13 βιογραφίες. Σε τι θεό, δηλαδή, σε ποιους αγίους πίστευαν οι δικοί μας «άγιοι»; Είναι οι αποκλεισμένοι; Οι καταραμένοι; Τα ερωτικά υποκείμενα της δαπάνης; Τα ιστορικά υποκείμενα της επανάστασης; Οι αυθύπαρκτοι άγιοι του λογοτεχνικού φαντασιακού; Ποιοι; Στους «βίους αγίων» κυκλοφορούν όλα τα είδη.
Στη βιογραφία της Φλέρυς Νταντωνάκη (Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος) γίνεται λόγος για τις «κυρίες που μοιράζουν γλυκά και βίους αγίων τις Κυριακές στα νοσοκομεία». Μόνο που αυτοί οι άγιοι είναι άχρηστοι. Εν προκειμένω χρήσιμοι είναι μόνο οι άγιοι που μας παρέχουν τα όπλα να αμαρτήσουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τη δεκαετία του 60 η αμερικανική αριστερά επανέφερε την έννοια της αμαρτίας, σε μία ad hominem αντιπαράθεση με τη χριστιανική δεξιά. Γι’ αυτό έπρεπε να επινοήσει τις δικές της στρατιές των αγίων.
Αυτό επιβεβαιώνει και ο Τεό Ρόμβος όταν αναφέρει ότι ο Πλωτίνος Ροδακανάκης στο Μεξικό «Για να βρει ένα ηθικό στήριγμα, ενώθηκε με τις ευαγγελικές κοινότητες της περιοχής, ώστε να μπορέσει να πολεμήσει τους ιερείς της καθολικής εκκλησίας, που είχαν συμμαχήσει με την αριστοκρατία και, αντί για ποιμένες, είχαν γίνει δήμιοι του λαού». Ο Πλωτίνος αποκαλούσε το όραμά του «Χριστιανικό Οικουμενισμό». Στον κοινωνισμό του Ροδοκανάκη που είναι «η πανθεϊστική φιλοσοφία του 19ου αιώνα» όπου από την απόλυτη-απολυταρχική πίστη στον ένα Θεό, επιστρέφουμε στους πολλούς θεούς και σ’ έναν εκδημοκρατισμό του ουρανού. Αυτό αποδυναμώνει την εξουσία της μονοθεϊστικής θρησκείας (μονοθεϊστική αγορά κατ’ άλλους) και παρέχεται χώρος στον μυστικισμό Μεξικανών («Μέρα των νεκρών»). Στη ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ (Ηλίας Καφάογλου) οι άγιοι είναι οι «αμαρτωλοί»: «Κάθε φορά που αμάρταινα μισάνοιγε μια πόρτα/ με βλέπαν οι άνθρωποι άσχημη κ’ οι άγγελοι, μόνο, ωραία» (Φλεγόμενη βάτος, «εξιλέωση»). Εδώ έχουμε την αποσκλήρυνση της ενοχής και ως μόνη αμαρτία λογίζεται η αμαρτία της αλαζονείας (όπως στο Ν. Χώθορν: Ήθαν Μπραντ, όπου έχουμε την απόσπαση της λογικής από την καρδιά). Οι άγιοι του Γ.Ιωάννου (Ελενα Χουζούρη) είναι «Οι μοναχικοί, οι απομονωμένοι, οι απροσάρμοστοι, αυτοί που ζουν μονάχοι τους γιατί το θέλουν[…], μα αυτοί το σκάζουν από όλους και βαδίζουν στους μεγάλους δρόμους τις Κυριακές και τις γιορτές […] Τις μεγάλες μέρες οι δρόμοι είναι ακόμα μεγαλύτεροι και η ανεμπόδιστη μοναξιά ουρλιάζει πάνω κάτω σαν ασθενοφόρο». Ο άγιος εδώ είναι ένας Flaneur.
Η περίπτωση του Μιχαλή Κατσαρού είναι ιδιαίτερη. Για τον Κατσαρό (Δημήτρης Τσιμιτάκης) οι «άγιοι» είναι οι διπλά εξοστρακισμένοι, είναι οι εξόριστοι τόσο από την εξουσία του κράτους τη δεξιάς όσο και από την «πνευματική» εξουσία της αριστεράς που επέβαλε «νόμους και κανόνες που δεν επέτρεπαν την κριτική στάση στον άνθρωπο…».
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος) λέει: «Δεν θέλω καμία ευθύνη και εμπλοκή με καμία αγιότητα, με τη ζωντάνια νοιάζομαι… δεν θέλω καμία απόδραση, ΜΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΗΜΟΥ, να τον κάνει να μου οφείλει συνεχώς ΛΕΞΕΙΣ που μου λείπουν θέλω…»
Αλλά τι πράγμα είναι αυτή η πίστη στις λέξεις; Τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι φορείς ιδεών και με τη μεταφορική τους διάσταση, ως τελεστές γοητείας, γεννούν ιδέες. «Υπάρχει στη χρονικότητα των λέξεων ένα σχεδόν ποιητικό παιχνίδι θανάτου και αναγέννησης: οι διαδοχικές μεταφορές κάνουν μία ιδέα να γίνεται κάτι περισσότερο και κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της», γίνεται, δηλαδή, «μία μορφή σκέψης» (Ζαν Μπωντριγιάρ: «Συνθήματα»).
Ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Μπωντριγιάρ δεν άρχισε να κατασκευάζει τα πράγματα με προορισμό ένα κόσμο της ανταλλακτικής αξίας, αλλά για να τα «γοητεύσει», να τα εκτρέψει από την ταυτότητά τους (όπως στην ανταλλαγή δώρων του potlatch, όπου ο νικητής, ο δωρητής, χάνει οικονομικά και κερδίζει σε κύρος). Υπ’ αυτή την έννοια η γοητεία αναφέρεται στα πάντα και όχι μόνο στην ανταλλαγή ανάμεσα στα φύλλα. Η γοητεία είναι μία πρόκληση, μία μορφή που πάντα τείνει να διαταράξει την ταυτότητα και το νόημα της ζωής κάποιου. Το αρχικό έγκλημα του ανθρώπου είναι η εξάλειψη του βάσκανου εδάφους της γοητείας. «Θέλω τη σκέψη», γράφει ο Μπωντριγιάρ, «να είναι παράδοξη, γοητευτική», όχι ως χειραγωγητική κολακεία, αλλά ως εκτροπή ταυτότητας, ως εκτροπή του είναι.
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (Φίλιππος Φιλίππου) «Δεν πίστευε ούτε σε θεό ούτε σε δαίμονα» και «δεν του άρεσαν (από μικρός) καθόλου τα παραμύθια». Αλλά είχε κι αυτός τους δικούς του αγίους, τον Μαρξ, τον Μπακούνιν, τον Κροπότκιν αλλά και τον Τολστόι. Εδώ δεν χρειάζονται οι πίστεις και οι φανατικές αλήθειες, αφού το Εμείς θα μπορεί να συνυπάρχει με μία ήπια ατομικότητα, με ένα «νηφάλιο εγωϊσμό».
Όμως οι άγιοι του Θεοτόκη, του Ροδακανάκη και του Κατσαρού προς το παρόν έχουν υποχωρήσει. Οι Άγιοι του εδώθε, του εδώ κάτω, οι κοσμικοί άγιοι παραμέρισαν, όχι γιατί νίκησαν οι άγιοι του εκείθεν, αλλά γιατί νίκησαν οι «μάγοι» μιας σάπιας μαγείας. Μιλάω για τη νέα «επιστήμη» που αποκαλείται «νευρο-οικονομία» και έχει ως αντικείμενο τον εντοπισμό των κέντρων συγκίνησης του εγκεφάλου. Απώτερος στόχος είναι η χειραγώγηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας μέσω του IRM (εικονοποίηση δια των μαγνητικών αντηχήσεων). Η εγκεφαλική εικονοποίηση θεωρείται περισσότερο ισχυρή από τη λογική για τη λήψη μιας απόφασης και αυτό ενδιαφέρει πάρα πολύ το εμπορικό και το πολιτικό μάρκετινγκ. Η «απόλυτη» αυτή χειραγώγηση είναι ιδιαίτατα ανησυχητική, καθώς παραπέμπει σε ολοκληρωτισμούς. Πως μπορεί να συμβεί αυτό; Ο Ερνστ Κασσίρερ έλεγε ότι στη ναζιστική Γερμανία η «ανανέωση» των πολιτικών μύθων και των λέξεων συνέβη παράλληλα με τον επανεξοπλισμό της. Η μαγική λειτουργία των λέξεων επικάλυψε τη σημασιολογική. Πλάστηκαν «καινούργιες λέξεις», ενώ οι παλιές άλλαξαν νόημα με σκοπό «να προκαλέσουν ορισμένα αποτελέσματα διεγείροντας ορισμένα συναισθήματα». Οι νέες λέξεις φορτίστηκαν μόνο με «αισθήματα και βίαια πάθη» καθώς και μία συγκινησιακή ατμόσφαιρα που τις «περιβάλλει και τις διαποτίζει». Τότε είχαμε μία έκδηλη ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΛΕΞΕΩΝ (Ο Χίτλερ νίκησε γιατί αντί να δοξάζει την προλεταριοποίηση των εκπεσόντων μικρομεσαίων αστών, τους έταξε την επαναφορά στην προτεραία τους κατάσταση). Τώρα, έχουμε μία σύγκρουση ΕΙΚΟΝΩΝ, όπου συνυπάρχουν, εμπεριέχονται όλες οι προηγούμενες συγκρούσεις.
Η διέγερση των πολιτικών παθών από την πολιτική προπαγάνδα γίνεται με τις νέες λέξεις-εικόνες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Απαιτούνται και νέες τελετουργίες. Σήμερα, οι νέες τελετουργίες γίνονται μπροστά από τα σύγχρονα τοτέμ που βρίσκονται σε κάθε σπίτι και είναι οι τηλεοράσεις. Εκεί ενεργοποιούνται οι «μαγικές εικονοποιήσεις» και διαμορφώνονται οι εντυπώσεις. Η σκέψη γίνεται αποσπασματική, καθιστάμενη κομμάτια-καρέ για να γίνει ύστερα το μοντάζ, αφού αφαιρεθούν οι «διαταρακτικές εντάσεις». Το ποσοτικό δεσπόζει και το ποιοτικό ξορκίζεται ως νοσταλγία και παρελθοντολογία. Όλα κινούνται στο όνομα της «Αποτελεσματικότητας». Ενώ η ηθική αφορά μόνο τους… ποιητές. Οι νέοι Ελεάτες (Α. Λεφέβρ) όπως και οι αρχαίοι ξορκίζουν το χρόνο. Θέτουν τέλος στην ιστορία, που όμως επιστρέφει από το παράθυρο.