Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Μάτεσις Παύλος

Συνάντηση στο Βοξ. Κάθεται στο ίδιο τραπέζι κοντά στο τζάμι. Με συγχωρεί μεγαλοθύμως για την καθυστέρηση. Δηλώνει εξόριστος. Χωρίς περιουσία, χωρίς προστάτες, χωρίς άγκυρα. Αναφέρεται στους προσωκρατικούς, στον Όμηρο, τον Παρμενίδη, τον Αναξίμανδρο, ό,τι «αυτός που είναι στην πάνω πλευρά της Γης και αυτός που είναι στην κάτω, είναι και οι δύο πάνω». Μου λέει για την καταστροφή της ελληνικής φόρμας, για τη «Μητέρα του σκύλου» που διασκευάστηκε και παίζεται σε θέατρο της Πράγας, για την ελληνική σιωπή απέναντι στο έργο του. Μία ισχυρή σιωπή που, όμως, κάποτε σπάει από νέα παιδιά, όπως οι ερασιτέχνες του Ταύρου.
Διαπιστώνει ότι δεν του υποβάλλουν πολιτικές ερωτήσεις και με τρόπο άμεσο τοποθετείται αυτοβούλως. «Έχει δημιουργηθεί ρήγμα» λέει «μεταξύ του πολίτη (η λέξη «λαός» είναι ταλαιπωρημένη πολιτικώς και την παραλείπω) και των τριών Αρχών που κυβερνούν τον πολίτη. Ρήγμα με τη θρησκεία-εκκλησία (ένας μητροπολίτης βρίσκεται στον Κορυδαλλό για κλοπές). Ρήγμα με τη Δικαιοσύνη (λειτουργοί της είναι επίσης στον Κορυδαλλό αλλά και φυγόδικοι). Και ρήγμα με τους πολιτικούς που ψηφίζουν υπέρ εαυτών για «παραγραφή μετά διετίαν». Οι πολιτικοί, επίσης, είναι ασήμαντοι ως προσωπικότητες». Μου δίνει την εντύπωση ότι σε λίγο θα βγει έξω, στην πλατεία, για να ηγηθεί των «παιδιών», να τους δώσει τον επεξεργασμένο πολιτικό σκοπό που δεν έχουν. Μιλάει για τους αντάρτες και τις γυναίκες της Ηπείρου και το βλέμμα του λάμπει, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του θάρρους και του σθένους, που έχει πλέον χαθεί. Είναι κατ’ εξοχήν «πολιτικό ον» παρά τη φαινομενική του μοναχικότητα. Γι’ αυτό οι ερωτήσεις για τη γραφή μοιάζουν ακρωτηριασμένες χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις τους. Αλλά πρώτα πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο Παύλος Μάτεσις και υποχρεωτικά ξεκινώ από τη «ληξιαρχική πράξη» της συγγραφικής και κυρίως της θεατρικής του γέννησης.

Παπασωτηρίου: Ποιο ήταν το ελληνικό θέατρο ως γραφή την εποχή της «Τελετής» (σ.σ. το πρώτο έργο του Παύλου Μάτεση στα μέσα της δεκαετίας του 1960) και ποιο είναι σήμερα;

ΜΑΤΕΣΙΣ: Ήταν ένα θέατρο «αθώο» (ουδεμία ειρωνική πρόθεση). Αγαπητό στο τότε κοινό. Μέριμνά του είχε να τέρπει τον θεατή ανωδύνως, με τη σύμπραξη άξιων και δημοφιλών κωμικών. Στον μη κωμικό χώρο, ασχολήθηκε με κοινωνικά προβλήματα της τότε κοινωνίας. Είχε βέβαια προηγηθεί το θέατρο του 19ου αιώνα με ορισμένα σημαντικά έργα.

Π. Ποιοι ήταν οι συγγραφείς, που εμφανίσθηκαν τότε, προκαλώντας τη συγγραφική «έκρηξη» και ποιες ήταν οι επιρροές τους;

Μ. Από την είσοδο του Καμπανέλη μέχρι και αυτήν του Γιάννη Χρυσούλη, προκαλείται μία έκρηξη. Οι ενεχόμενοι συγγραφείς δεν αποτελούσαμε «Σχολή». Και, κυρίως, δεν μιμηθήκαμε ούτε επηρεαστήκαμε, αλλά, κυριολεκτικά διασταυρωθήκαμε με τα μεγάλα ρεύματα: μοντερνισμός, υπερρεαλισμός, το παράλογο. Εγκαταλείψαμε τα «κοινωνικά» προβλήματα ως θέμα του έργου, και στη θέση του ορθώσαμε τον ψυχικό χώρο του ανθρώπου. Ένα θέμα που παραμένει σύγχρονο, μοντέρνο, από τον καιρό του Ηράκλειτου.

Π. Η αρχαία ελληνική σκέψη ενυπάρχει και διαπερνά συνεχώς τα έργα σας. Δεν είναι έτσι;

Μ. Δεν είμαι ελληνολάτρης. Παράλληλα, όμως, κατά έναν ανεξήγητα μαγικό τρόπο, μέσα στα κείμενά μας εκρήγνυνται ερωτήσεις, θέσεις, διαπιστώσεις, που ενυπάρχουν στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Η κοσμογολογία του Αναξίμανδρου φερ’ ειπείν.

Π. Ο ίδιος ο χώρος φαίνεται ότι μας υποβάλλει τα ίδια ερωτήματα. Αλλά ποιοι άλλοι φιλόσοφοι ήταν σημαντικοί για σας και ποια σημεία της σκέψης τους σας εντυπωσίασαν;

Μ. Ο Παρμενίδης που έλεγε πως «το σύμπαν δεν είναι πλήρες, υπάρχει κενό διαστήματος», εισάγοντας την έννοια του απείρου ως χώρου και ως χρόνου, ο Πίνδαρος («Εν ανδρών, εν θεών γένος, εκ μιας δε πνέομεν ματρός…»- θεοί και άνθρωποι είναι μιας μητέρας παιδιά-Νεμεόνικος VI), ο Όμηρος για το εφήμερο του ανθρώπινου βίου («όπως τα φύλλα των δέντρων, έτσι είναι και τα γένη των ανθρώπων») και κυρίως ο Ηράκλειτος για τη σκέψη του περί ενότητας όλων των όντων, και την αιώνια μεταβολή τους, για τα γνωμικά του (όπως ότι «αρμονίη αφανής φανερής κρείττων», ή πως «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί», ή ακόμη ότι ο Άναξ του Μαντείου των Δελφών «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει»), αλλά κυρίως η ρήση του που αποτελεί άξονα για κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα, ότι δηλαδή «τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα βρεις, όσους δρόμους και αν περιτρέξεις», διότι «ούτω βαθύν λόγον έχουν». Αυτή η ρήση είναι η ουσιώδης αφετηρία για τη γραφή πεζογραφικού ή θεατρικού έργου.

Π. (Τον κοιτάζω. Καταλαβαίνει αμέσως την ερώτηση)…

Μ. Για μένα ισχύει ο Πρωταγόρας και το «πάντων χρημάτων (σ.σ. πραγμάτων) μέτρον άνθρωπος». Με τη φράση αυτή δηλώνεται ότι όλων των αξιών μέτρο είναι ο άνθρωπος. Ο θεός παραμερίζεται. Ο Πρωταγόρας με ενίσχυσε. Τότε εγώ δεν έγραφα, ούτε και το είχα σκεφτεί. Το γράψιμο το άρχισα στα τριάντα μου, σχεδόν χωρίς να το επιζητήσω, χωρίς ουδεμία χροιά φιλοδοξίας, και μάλιστα ακόπως. Το γράφειν μου είναι έκτοτε μία εύκολη και ευχάριστη ασχολία.

Π. Οι θεατρικοί «εκδρομείς» του ’60 αντλούσατε όλοι από τις ίδιες πηγές; Το θεατρικό κοινό πως αντέδρασε;

Μ. Όλο αυτό το ορυχείο έδωσε ώθηση στο θεατρικό έργο της εποχής εκείνης. Το περίπου μαγικό στοιχείο είναι ότι το θεατρικό κοινό αντέδρασε θετικότατα. Τα έργα μας έγιναν αμέσως και ταμιακές επιτυχίες. Θυμάμαι ότι οι κοπέλες μου χάριζαν τις ταμπέλες που αναρτούσαν στο ταμείο για να δηλώσουν την εξάντληση των εισιτηρίων!

Π. Από τους ξένους ομοτέχνους σας ποιες επιρροές είχατε;

Μ. Δεν πρόκειται για επιρροές αλλά για συνάντηση, για διασταύρωση των οδών μας. Διάβαζα από 7 χρόνων, αλλά όχι παραμύθια. Στα 15 μου διάβασα τον Ντοστογιέφσκι (τον ξαναδιάβασα και τον ξαναδιαβάζω). Με διέπλασε, νομίζω, και η κλασική μουσική που σπούδασα. Στα 22 μου διάβασα πρώτη φορά Φώκνερ, Ιονέσκο, Μπέκετ(στο πρωτότυπο) και Κάφκα στα αγγλικά. Με επανέφεραν στην κοσμολογία του Αναξίμανδρου για τη στρογγυλή γη. Μετά από τόσους «κλασικούς» Ευρωπαίους, διάβασα στους ανωτέρω πράγματα για τα οποία μίλησε ο Αναξίμανδρος. Είπα, ώστε γράφουν και «έτσι». Ήξερα τον Μότσαρτ, τον Παρθενώνα της Ευρώπης, τώρα διασταυρώθηκα με τον Κάφκα.

Π. Σήμερα, τα έργα σας εκείνης της εποχής δεν παίζονται. Είναι παρωχημένα;

Μ. Πιστεύω ότι τα περισσότερα από τα έργα μας αυτά, επειδή, όντως ήταν πρωτοποριακά, προηγήθηκαν και της εποχής τους και του κοινού. Γι’ αυτό θα έπρεπε τώρα να παρουσιαστούν πάλι. Μάλιστα, σχεδόν το σύνολο των έργων αυτών (από Καμπανέλη μέχρι Γ. Χρυσούλη) είναι, πιστεύω ακλόνητα, πολύ υψηλής θεατρικότητας και πνευματικότητος, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Αλλά ελάχιστα έχουν προβληθεί εκτός Ελλάδος. Ονομάστε εσείς τον υπεύθυνο και ένοχο.

Π. Οι «κρατικοί φορείς πολιτισμού» φαίνεται να σας αγνοούν. Γιατί;

Μ. Είναι δικαίωμά τους. Προσωπικές ενστάσεις και παράπονα εγώ θα τα θεωρούσα επαιτεία. Όμως, σχετικά με το Εθνικό Θέατρο, εμένα με «απέβαλε» ο προηγούμενος καλλιτεχνικός διευθυντής του. Επειδή, όταν παρουσίασε το έργο μου «Προς Ελευσίνα», εγώ αποκήρυξα δια του Τύπου την παράσταση, και μετά από τρεις ημέρες το έργο κατέβηκε. Αναγκάστηκα να προβώ στην ενέργεια αυτή επειδή οι προετοιμασίες (απεργίες και άλλα) ήσαν άκρως αρνητικές. Έκτοτε παραμένω απόβλητος από Εθνικό και Επίδαυρο.

Π. Πάντως, στην Πράγα ανέβηκε η θεατρική διασκευή της «Μητέρας του σκύλου»

Μ. Μόνοι τους το ανακάλυψαν. Μόνοι τους το μετέφρασαν (Κόχουτ) και μόνοι το ανέβασαν. Ήταν κάτι μαγικό. Όταν πήγα ως προσκεκλημένος δεν πίστευα ότι ένας μονόλογος επί τόση ώρα θα ήταν τόσο συγκλονιστικός.

Π. Κάποτε λέγατε ότι για να υπάρξει μεγάλο θέατρο χρειάζονται τα βάσανα, ο πόνος. Ισχύει αυτό;

Μ. Αρχαιόθεν. Πάλι ο Όμηρος μας κατηχεί. Προς το τέλος της Ιλιάδος, έχουμε τη συνάντηση του Πρίαμου με τον φονέα του γιου του Έκτορα, τον Αχιλλέα, ο οποίος γνωρίζει ότι πλησιάζει και η δική του ώρα να πεθάνει. Η αποδοχή της λύπης ως αναγκαίου συστατικού της ανθρώπινης ζωής και η αξιοπρεπής αντιμετώπισή του, αποτελεί την ηρωική βιοθεωρία του Έλληνα, με πρότυπο τον ομηρικό Αχιλλέα.

Μιλάμε ώρα πολύ ακόμη. Προς το τέλος μου δίνει τρυφερά το δώρο του, το τελευταίο του διήγημα, τον «Εναερίτη»(δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Λέξη). Αρχίζω να διαβάζω: «Να ποτίζεις τις γλάστρες, Βλαδίμηρε, τώρα που θα λείπω, μου είπε πεθαίνοντας η μητέρα μου». Έτσι, απλά, ειρηνικά ξορκίζεται ο θάνατος, σκέφτηκα. Και παραδόξως ανατρεπτικά. Η τρομοκρατία του Χάρου εξανεμίζεται. Πόση ηρεμία και πόση σοφία χρειάζεται το αντάρτικο απέναντι στο οριστικό τέλος; «Μην το διαβάζεις τώρα», με προτρέπει και με επαναφέρει. Τον χαιρετώ και βγαίνω. Η πόλη άλλαξε. Έγινε μαγική. Κι εκεί που αρχίζουν τα δέντρα της Στουρνάρη, νομίζω πως είδα τη Μυρτάλη να μου χαμογελά. Είναι ακριβώς στο ίδιο σημείο που μια μεγάλη γυναίκα ρώτησε μια μέρα τον Μάτεσι «εσείς γράψατε τη Μητέρα του σκύλου;». Ύστερα, του χάιδεψε τρυφερά το χέρι κι έφυγε.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Ενέδρα στη λογική

«Αναξιόπιστο» χαρακτήρισε σχεδόν περιφρονητικά το σχέδιο δολοφονίας του Ομπάμα ο Αμερικανός εισαγγελέας. Μη σας φαίνεται παράξενο, στις ΗΠΑ όλα κρίνονται με βάση την αποτελεσματικότητά τους. Οι υποψήφιοι δολοφόνοι θα ήταν «αξιόπιστοι» αν κατάφερναν να σκοτώσουν τον υποψήφιο πρόεδρο. Άρα, τους αξίζει η περιφρόνηση! Αλλά το ίδιο κριτήριο της αποτελεσματικότητας και της κατάκτησης του οφέλους με όλα τα μέσα ισχύει και παρ’ ημίν. Αυτό αποδεικνύει η ενέδρα που έστησαν… «25 μηχανάκια» (sic) οπαδών του Ολυμπιακού στην κυπριακή, ποδοσφαιρική ομάδα της Ανόρθωσης («ούτε στην Τουρκία» τέτοια συμπεριφορά δήλωσαν οι Ελληνοκύπριοι). Η πρακτική αυτή που παραπέμπει στην εποχή του λήσταρχου Νταβέλη ενδέχεται να αποδειχθεί αξιόπιστη και άρα «νόμιμη», αν η τρομοκρατία συντελέσει ώστε ο Ολυμπιακός να κερδίσει με 4-0, οπότε προκρίνεται στο χρυσοφόρο όμιλο του «τσάμπιονς λιγκ». Συνελήφθη άραγε κανείς από τους τραμπούκους; Κανείς. Ούτε ένα «μηχανάκι»! Με την ίδια λογική, δηλαδή του χρησιμοθηρικού οφέλους, καλούμαστε να κρίνουμε και την αξιοπιστία της Μισέλ Ομπάμα σχετικά με το «αμερικάνικο όνειρο» και τη δυνατότητα κάθε αμερικανού να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ ή της… Τζένεραλ Μότορς. Αν δηλαδή εκλεγεί τελικά ο Ομπάμα, τότε κάθε «πομφόλυξ», κάθε ψεύδος καθίσταται αληθές. Αλλά για να έχουν πέραση τα ψεύδη ως αλήθειες απαιτείται και μία άλλη παράμετρος, που είναι ο αποπροσανατολισμός των «κάτω». Πρόκειται για «τη διαίρεση των Αμερικανών» (Κρούγκμαν), ή, κατ’ άλλους, για τον διαρκή «εμφύλιο των κάτω» με βάση φυλετικά, εθνοτικά ή θρησκευτικά γνωρίσματα και τη μοιρολατρική αποδοχή μιας συντηρητικής, τρομοκρατικής ιδεολογίας που προειδοποιεί ότι κάθε προσπάθεια να βοηθηθούν οι λιγότερο προνομιούχοι θα οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή. Οι αμερικανικές ελίτ (δημοκρατικών και ρεπουμπλικάνων) καταφέρνουν να συντηρούν αυτή τη «διαίρεση των κάτω» σε μεγάλο βάθος ιστορικού χρόνου με ένα επεξεργασμένο και θεσμοποιημένο σύστημα συμπεριλήψεων και αποκλεισμών(μαύρων, καθολικών, Γερμανο-αμερικανών, Ιρλανδών, ασιατών, «κόκκινων» και τώρα των ισπανόφωνων).

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

HOMO AMERICANUS-ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Το εγχείρημα ποτέ δεν ήταν απλό:
η σκιαγράφηση και η ανάλυση ενός
αχαρτογράφητου κι ανερμάτιστου
κόσμου ενέχουν κινδύνους και πα-
γίδες, που μπορούν να αποπροσα-
νατολίσουν εντελώς τον εκάστοτε
επίδοξο σκαπανέα. Με το «Homo
Americanus» ο δημοσιογράφος
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου δείχνει
να έχει γνώση των εμποδίων που
προβάλλει η μελέτη ενός ευρύ-
τατου πεδίου ανάλυσης, το οποίο
τοποθετείται στο παρόν και κατορ-
θώνει να γράψει ένα στοχαστικό δο-
κίμιο πάνω στις προβληματικές και
τα διακυβεύματα της «αμερικανικής
ιδιαιτερότητας».
Στερεότυπα
Η Αμερική έχει καταστεί εδώ και
καιρό μια μεγάλη γενίκευση. Είναι
«η υπερδύναμη», «η χώρα του αμε-
ρικανικού ονείρου», «το πιο ελεύ-
θερο μέρος στον πλανήτη», αλλά
ταυτόχρονα και η «αυτοκρατορία»,
ο «παγκόσμιος χωροφύλακας», η
«χώρα του νεοσυντηρητισμού και
του νεοφιλελευθερισμού». Αυτά τα
στερεότυπα που εν πολλοίς διαχέ-
ονται μέσω του δημοσιογραφικού
και πολιτικού λόγου διαστρεβλώ-
νουν την πραγματική εικόνα και
υπονομεύουν τον πλέον σημαντικό
διάλογο που αφορά στις παγκόσμιες
εξελίξεις και το μέλλον του πλανή-
τη. Η πρόσληψη της Αμερικής ως
παγκόσμιας δύναμης στην Ελλάδα
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από
ιδεολογήματα και συνθήματα που
διακονούνται ευκαιριακά από κόμ-
ματα και Μέσα, γεγονός που έχει ως
αποτέλεσμα η σχετική ελληνική βι-
βλιογραφία να είναι πενιχρή.
Το σοβαρό αυτό κενό έρχεται να
καλύψει, εγκαινιάζοντας ενδεχο-
μένως μια πιο στέρεη και ακηδεμό-
νευτη βάση συζήτησης, ο Γιώργος
Χ. Παπασωτηρίου με το βιβλίο του.
Ως επαρκής γνώστης των καταγω-
γικών ιδεών που συνέστησαν την
Αμερική, αλλά κι ως ευφάνταστος
αναγνώστης της επικαιρότητας, ο
Ελληνας δημοσιογράφος επιχειρεί
Του Μανώλη Ανδριωτάκη
να παρουσιάσει κριτικά τα μείζονα
διακυβεύματα που θέτει η παρουσία
του «αμερικανού ανθρώπου» στον
πλανήτη.
Ομως, εδώ δεν συναντάμε το
απλό ψυχογράφημα ενός νέου αν-
θρωπολογικού τύπου. Ο συγγρα-
φέας πηγαίνει πολύ πιο μακριά: έχο-
ντας εντοπίσει τις ρίζες, ακολουθεί
το νήμα που οδηγεί στο παρόν δια-
μέσου κειμένων και συγγραφέων,
για να καταλήξει στην αναγκαιότητα
ίδρυσης ενός «παγκόσμιου κινήμα-
τος της διευρυμένης πολιτικής και
κοινωνικής οικολογίας».
Ο ρόλος της θρησκείας, του
«αμερικανού Θεού», του Προτεστα-
ντισμού, του Πουριτανισμού, του
Πραγματισμού, της Αριστεράς, των
μεταναστών, της Μαφίας, της Ευρώ-
πης, των κινημάτων αμφισβήτησης,
της τεχνολογίας, και πλήθος άλλων
παραμέτρων αναλύονται διεξοδικά
μέσα απ’ το πρίσμα της Φιλοσοφίας,
της Κοινωνιολογίας, της Λογοτεχνί-
ας, της Ψυχολογίας, της Πολιτικής
Οικονομίας.
Φιλοσοφικές συνομιλίες
Στο δοκίμιό του ο Παπασωτηρίου
συνομιλεί άνετα με τον Χέγκελ, τον
Μποντριγιάρ και τον Ζίζεκ, αλλά δι-
ακατέχεται εμφανώς απ’ το άγχος
του αναγνωστικού βάθους φιλοσο-
φικών κειμένων, γεγονός που συχνά
καθιστά το κείμενό του στεγνό απ’
το πάθος της βιωματικής σχέσης με
το αντικείμενο που έχει φέρ’ ειπείν ο
Ζίζεκ. Σε πολλές περιπτώσεις η Αμε-
ρική του Παπασωτηρίου μοιάζει με
διακείμενο κι όχι με «ζωντανό» τόπο.
Μολονότι η προσέγγισή του είναι
ξεκάθαρα διεπιστημονική, τα πιο
ενδιαφέροντα κομμάτια του βιβλί-
ου του είναι τα πιο αφηγηματικά και
«παθιασμένα», καθώς κι εκείνα που
παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρουσες
υποκειμενικές και «αντιεπιστημονι-
κές παρεκτροπές».
Σαν ένα καλό λυσάρι
Ωστόσο, το βιβλίο παραμένει ένα
σημαντικό βήμα κατανόησης των
αμερικανικών θεμάτων. Ο αναγνώ-
στης του εξοικειώνεται με τις αιτίες
που βρίσκονται πίσω απ’ τα γεγονότα
της τρέχουσας πολιτικής και κοινω-
νικής πραγματικότητας, παραλαμ-
βάνοντας ένα κράμα σκέψεων που
ανατέμνει και αποδομεί τις στερε-
οτυπικές απεικονίσεις των Μέσων.
Η Αμερική, ως πολιτικοοικονομικό
και πολιτισμικό μόρφωμα, είναι το
αποτέλεσμα ιστορικών διεργασιών
και συγκρούσεων. Τα σημερινά της
χαρακτηριστικά, ο φονταμενταλι-
σμός, ο πραγματισμός, η κυριαρχία
του εγώ πάνω στο εμείς, «η εγγε-
νής ασυνειδησία του Αμερικανού»,
η θεοποίηση του χρήματος και της
κατανάλωσης, καθώς και η ηγεμο-
νική διάθεση των ΗΠΑ συνιστούν
πεδία που, κατά τον Παπασωτηρίου,
είναι πάντα ανοιχτά στο δημόσιο δι-
άλογο και τη διεκδίκηση, αφού δι-
ανύουμε μια εποχή μεταβάσεων,
όπου «το καινούργιο δεν έχει ακό-
μη εμφανιστεί...». Μετά το «Homo
Americanus», η Αμερική είναι -σε
θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο-
λιγότερο απρόσιτη και, κυρίως, λίγο
πιο πραγματική.
manolis@andriotakis

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Σέργιος Γκάκας: Στάχτες

«…πάλι κρυώνω, θα πάω για τη βότκα, πάγος στον πάγο, πάω, παραπατάω, παραμιλάω… φοβάμαι την εισβολή, το τέλος, πάντα έκλαιγα στη τελευταία παράσταση των έργων […] ποιος σέρνεται έξω, ποιος θέλει να μου πάρει τη βότκα, καίει η πουτάνα, σκιές, βλέπω σκιές, ακούω τις σκιές να περπατάνε, που είναι η πόρτα, καίει ο δαίμονας, πάγος στον πάγο, φωτιά στη φωτιά, κάνει κρύο έξω, σκιές πίσω από το φράχτη, θα το κόψω, αγάπη μου, θα δεις, θα το κόψω και θα γίνω καλά…». Η περιγραφή μιας γενιάς ριγμένης στο αλκοόλ και στα «αποσιωπητικά φάρμακα»(Σέργιος Γκάκας: Στάχτες, εκδόσεις Καστανιώτη). Μάλλον όχι δεν πρόκειται για ολόκληρη γενιά αλλά για εκείνο το κομμάτι της γενιάς της μεταπολίτευσης, το ποιο ευαίσθητο, το πιο ελπιδοφόρο, που δεν αναζήτησε την αναγνώριση στις μπίζνες και το χρήμα αλλά στις ιδέες και τις λέξεις, στην τέχνη και την αλλαγή του κόσμου. Μόνο που ο νέος κόσμος, ο δικός τους κόσμος δεν υπήρξε ποτέ, δεν έλαβε χώρα ποτέ, παραμένοντας έτσι στη χορεία των μεγάλων ψευδαισθήσεων. Τώρα (όπως τους «βλέπει» ο Γκάκας) είναι αφοπλισμένοι, ηττημένοι και αναγκασμένοι να συμβιβαστούν με τον κόσμο που αρνήθηκαν, τον παλιό κόσμο, αυτόν που δεν συλλαμβάνεται ούτε με την πίστη ούτε με τη λογική. Το χειρότερο είναι πως αυτή η γενιά δεν έχει πλέον περιθώρια μιας νέας αρχής, δεν μπορεί να αναβιώσει τη ζωή, όπως την ξαναρχίζουν όσοι βρίσκονται εδώθε από το μεταίχμιο, δηλαδή οι παιγνιώδεις αθάνατοι έφηβοι. Γι’ αυτό και η μεγάλη Αγωνία. Ένας έντιμος και σχεδόν κοκαϊνομανής μεγαλομπάτσος κι ένας αλκοολικός δικηγόρος θα αφυπνισθούν από την άγρια δολοφονία του κοινού, μεγάλου έρωτά τους. Τα νόμιμα και παράνομα κυκλώματα, οι χουλιγκάνοι και οι φασίστες, η Εκκλησία, η πολιτική, οι οργανωμένοι σύνδεσμοι, όλοι οι «νόμιμοι» και παράνομοι θεσμοί, συνδεδεμένοι με υπόγειες διαδρομές, όλες οι διαπλεκόμενες εξουσίες παρουσιάζονται εναργώς και με όλο το ρατσιστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο και την εγκληματική πρακτική τους σ’ ένα κατά τα άλλα νουάρ μυθιστόρημα, όπου οι πρωταγωνιστές είναι δύο, η αφήγηση πρωτοπρόσωπη αλλά για δύο, ενώ το οδυνηρό παραλήρημα για τρεις. Στο μυθιστόρημα του Γκάκα η αφύπνιση της μνήμης του έρωτα λειτουργεί καταλυτικά, ενεργοποιώντας και πάλι τα εξουθενωμένα Εγώ. Εκεί που ο Μίγγας μαζί με τον Αξελό μιλούν για τη δύναμη της Φιλίας, ο Γκάκας μιλάει ή μάλλον δεν μιλάει αλλά υπονοεί τη δύναμη του ξεχασμένου έρωτα με τον τρόπο του Μαρκές(σ.σ. θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην «ανερωτική αμαύρωση», τη λήθη, το αλτσχάιμερ λόγω έλλειψης έρωτα κατά το ανάλογο της «αλκοολικής αμαύρωσης»).
«Ανακάλυψα, τελικά,», λέει ο Μαρκές, «πως ο έρωτας δεν είναι μία ψυχική κατάσταση, αλλά ένα ζώδιο στο ζωδιακό κύκλο», μία μεταφυσική! Μεταφυσικά σχεδόν αντιμετωπίζει και ο Γκάκας τον έρωτα. Όλα τ’ άλλα, όλη η ζωή χωρίς τον έρωτα, δεν είναι ζωή, αλλά μία νευρωτική προσομοίωση της ζωής. Κάνουμε ότι ερωτευόμαστε, παριστάνουμε τους ερωτευμένους, τακτοποιώντας τον «έρωτα» σε μία λογική τάξη και σ’ ένα από εκείνα τα «κουτάκια» όπου τοποθετούμε με καταναγκαστική εμμονή «το καθετί στη θέση του, κάθε υπόθεση στην ώρα της, κάθε λέξη στο ύφος της…» (Μαρκές). Ο έρωτας είναι μία υπόθεση του φαντασιακού. Η διαφορά είναι ότι στον Γκάκα το φαντασιακό λειτουργεί παραληρηματικά (η ηδονή και τα ψυχοτρόπα σβήνουν την οδύνη αλλά και τον έρωτα ως πάθος) και συμπλέκεται με το πραγματικό μόνο μετά το θάνατο του παρωχημένου ερωτικού υποκειμένου. Ο θάνατος εκείνης όπου δαπανήθηκε παθιασμένα το νεανικό εγώ, αφυπνίζει. Ο πρωταγωνιστής του Μαρκές ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του στα ενενήντα χρόνια συνειδητοποιώντας –δάνειο από τον Δον Κιχώτη- πως «η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη Γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες, αλλά όσοι συναντούν εμπόδια». Στον Γκάκα ο εγγεγραμμένος στα κύτταρα αλλά εν υπνώσει έρωτας αφυπνίζεται όταν ο τρόμος του τέλους ενσκήπτει.
Διαβάζοντας τις «Στάχτες» για έναν ανεξήγητο λόγο δεν οδηγήθηκα στο παράλογο του Μπέκετ (όπως οδηγήθηκε ο συγγραφέας), αλλά στην τρέλα των μπήτνικς, στην τρέλα του θλιμμένου αμερικανικού παράδεισου, κατάσπαρτου από κομμάτια σμπαραλιασμένων, ενός «παράδεισου» που είναι πλέον διάσπαρτος σε όλον τον κόσμο.
Η αποσύνθεση και ανασύνθεση του προσώπου-Εγώ έρχεται και επανέρχεται στην αμερικάνικη λογοτεχνία, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα. Γράφει ο Κέρουακ: «Ακριβώς εκεί απέναντι υπάρχει ένα κέντρο αναψυχής - το βλέπεις! Λέγεται Nickel -O (Πενταροδεκάρες), βλέπεις τη μεγάλη επιγραφή; - κι εκεί περίπου στις τέσσερις το πρωί, παίρνεις μια γεύση αποσύνθεσης· γερο-μεθύστακες, πόρνες, αδερφές, κακοποιοί, ναρκομανείς, όλα τα αποβράσματα της αστικής κοινωνίας μαζεμένα εκεί... κι όταν βρεθείς εκεί ανάμεσα σ’ όλα τα παιδιά του θλιμμένου αμερικάνικου παράδεισου, δεν μπορείς παρά να κοιτάξεις κατάματα, στην κατάθλιψη της μπεζεντρίνης (...) Θα δεις μεγαλοβιομήχανους να καταρρέουν ξαφνικά και να τρελαίνονται, θα δεις ιεροκήρυκες στον άμβωνα ξάφνου να εκρήγνυνται... θα δεις πως όλοι έχουν γίνει παράφρονες - ένα παρανοϊκό σύμπαν». Παντού η τρέλα, παντού και πάντα το παραλήρημα. Αλλά εκεί που οι Αμερικανοί διανοούμενοι προτείνουν τα αυτοκαταστροφικά ψυχοτρόπα, ο Γκάκας επαναπροτείνει τον έρωτα και βεβαίως τις λέξεις, την ποίηση (εδώ με τη μορφή παραληρήματος) που κάνει τον έρωτα (ως λαβωμένο εγώ) να μιλάει. Και μέσα από τις λέξεις, τον έρωτα που μιλάει, ξορκίζεται το τέλος. Γιατί ο έρωτας και οι λέξεις είναι πνεύμα και το «Το πνεύμα δεν πεθαίνει», όπως λέει ο Φουέντες. Αντίθετα, «Μεταφέρεται. Διπλασιάζεται. Και κάποτε υποκαθιστά ή ακόμα και εκλιπαρεί. Εξαφανίζεται, περνιέται για νεκρό. Επανεμφανίζεται. Στα αλήθεια, το πνεύμα αναγγέλλεται σε κάθε λέξη που προφέρουμε. Δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορτισμένη από λήθη και αναμνήσεις, χρωματισμένη με προσδοκίες και αποτυχίες. Και παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει λέξη που να μη νικάει το θάνατο, γιατί δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορέας μιας επικείμενης ανανέωσης. Η λέξη (σ.σ. η ιδέα) παλεύει κόντρα στο θάνατο γιατί είναι αλληλένδετη με το θάνατο, τον κλέβει, τον αναγγέλλει, τον κληρονομεί... δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορέας μιας ανάστασης... είμαστε φάσμα των περασμένων εποχών και προμήνυμα των επερχόμενων»! Γι’ αυτό λέω ότι ενώ το αλκοόλ είναι μια ύπνωση (ένα αποσιωπητικό φάρμακο) ενόψει του τέλους του υπερτροφικού μας εγώ, ο έρωτας και οι λέξεις ως συγκεκριμένη «μορφή» του είναι μία απάντηση (έστω παραμυθία, ένα ξόρκι) απέναντι στην τέλεια ματαίωση, το θάνατο.
Είναι φορές που οι λογοτεχνικοί κριτικοί για είναι συνεπείς με τον… εαυτό τους πρέπει να βρουν και μία, δύο αδυναμίες, ενώ θα έπρεπε απλώς να πουν αν τους άρεσε ή όχι ένα βιβλίο. Ε, λοιπόν, το μυθιστόρημα του Γκάκα μου άρεσε πολύ, προπάντων γιατί συνδέει τα σύγχρονα υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων με τις εξουσίες, ασκώντας κριτική στις τελευταίες. Γιατί, όπως έχουμε ξαναπεί στον καιρό μας η λογοτεχνία δεν είναι παρά μία τεχνολογία της εξουσίας.