Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Σέργιος Γκάκας: Στάχτες

«…πάλι κρυώνω, θα πάω για τη βότκα, πάγος στον πάγο, πάω, παραπατάω, παραμιλάω… φοβάμαι την εισβολή, το τέλος, πάντα έκλαιγα στη τελευταία παράσταση των έργων […] ποιος σέρνεται έξω, ποιος θέλει να μου πάρει τη βότκα, καίει η πουτάνα, σκιές, βλέπω σκιές, ακούω τις σκιές να περπατάνε, που είναι η πόρτα, καίει ο δαίμονας, πάγος στον πάγο, φωτιά στη φωτιά, κάνει κρύο έξω, σκιές πίσω από το φράχτη, θα το κόψω, αγάπη μου, θα δεις, θα το κόψω και θα γίνω καλά…». Η περιγραφή μιας γενιάς ριγμένης στο αλκοόλ και στα «αποσιωπητικά φάρμακα»(Σέργιος Γκάκας: Στάχτες, εκδόσεις Καστανιώτη). Μάλλον όχι δεν πρόκειται για ολόκληρη γενιά αλλά για εκείνο το κομμάτι της γενιάς της μεταπολίτευσης, το ποιο ευαίσθητο, το πιο ελπιδοφόρο, που δεν αναζήτησε την αναγνώριση στις μπίζνες και το χρήμα αλλά στις ιδέες και τις λέξεις, στην τέχνη και την αλλαγή του κόσμου. Μόνο που ο νέος κόσμος, ο δικός τους κόσμος δεν υπήρξε ποτέ, δεν έλαβε χώρα ποτέ, παραμένοντας έτσι στη χορεία των μεγάλων ψευδαισθήσεων. Τώρα (όπως τους «βλέπει» ο Γκάκας) είναι αφοπλισμένοι, ηττημένοι και αναγκασμένοι να συμβιβαστούν με τον κόσμο που αρνήθηκαν, τον παλιό κόσμο, αυτόν που δεν συλλαμβάνεται ούτε με την πίστη ούτε με τη λογική. Το χειρότερο είναι πως αυτή η γενιά δεν έχει πλέον περιθώρια μιας νέας αρχής, δεν μπορεί να αναβιώσει τη ζωή, όπως την ξαναρχίζουν όσοι βρίσκονται εδώθε από το μεταίχμιο, δηλαδή οι παιγνιώδεις αθάνατοι έφηβοι. Γι’ αυτό και η μεγάλη Αγωνία. Ένας έντιμος και σχεδόν κοκαϊνομανής μεγαλομπάτσος κι ένας αλκοολικός δικηγόρος θα αφυπνισθούν από την άγρια δολοφονία του κοινού, μεγάλου έρωτά τους. Τα νόμιμα και παράνομα κυκλώματα, οι χουλιγκάνοι και οι φασίστες, η Εκκλησία, η πολιτική, οι οργανωμένοι σύνδεσμοι, όλοι οι «νόμιμοι» και παράνομοι θεσμοί, συνδεδεμένοι με υπόγειες διαδρομές, όλες οι διαπλεκόμενες εξουσίες παρουσιάζονται εναργώς και με όλο το ρατσιστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο και την εγκληματική πρακτική τους σ’ ένα κατά τα άλλα νουάρ μυθιστόρημα, όπου οι πρωταγωνιστές είναι δύο, η αφήγηση πρωτοπρόσωπη αλλά για δύο, ενώ το οδυνηρό παραλήρημα για τρεις. Στο μυθιστόρημα του Γκάκα η αφύπνιση της μνήμης του έρωτα λειτουργεί καταλυτικά, ενεργοποιώντας και πάλι τα εξουθενωμένα Εγώ. Εκεί που ο Μίγγας μαζί με τον Αξελό μιλούν για τη δύναμη της Φιλίας, ο Γκάκας μιλάει ή μάλλον δεν μιλάει αλλά υπονοεί τη δύναμη του ξεχασμένου έρωτα με τον τρόπο του Μαρκές(σ.σ. θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην «ανερωτική αμαύρωση», τη λήθη, το αλτσχάιμερ λόγω έλλειψης έρωτα κατά το ανάλογο της «αλκοολικής αμαύρωσης»).
«Ανακάλυψα, τελικά,», λέει ο Μαρκές, «πως ο έρωτας δεν είναι μία ψυχική κατάσταση, αλλά ένα ζώδιο στο ζωδιακό κύκλο», μία μεταφυσική! Μεταφυσικά σχεδόν αντιμετωπίζει και ο Γκάκας τον έρωτα. Όλα τ’ άλλα, όλη η ζωή χωρίς τον έρωτα, δεν είναι ζωή, αλλά μία νευρωτική προσομοίωση της ζωής. Κάνουμε ότι ερωτευόμαστε, παριστάνουμε τους ερωτευμένους, τακτοποιώντας τον «έρωτα» σε μία λογική τάξη και σ’ ένα από εκείνα τα «κουτάκια» όπου τοποθετούμε με καταναγκαστική εμμονή «το καθετί στη θέση του, κάθε υπόθεση στην ώρα της, κάθε λέξη στο ύφος της…» (Μαρκές). Ο έρωτας είναι μία υπόθεση του φαντασιακού. Η διαφορά είναι ότι στον Γκάκα το φαντασιακό λειτουργεί παραληρηματικά (η ηδονή και τα ψυχοτρόπα σβήνουν την οδύνη αλλά και τον έρωτα ως πάθος) και συμπλέκεται με το πραγματικό μόνο μετά το θάνατο του παρωχημένου ερωτικού υποκειμένου. Ο θάνατος εκείνης όπου δαπανήθηκε παθιασμένα το νεανικό εγώ, αφυπνίζει. Ο πρωταγωνιστής του Μαρκές ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του στα ενενήντα χρόνια συνειδητοποιώντας –δάνειο από τον Δον Κιχώτη- πως «η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη Γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες, αλλά όσοι συναντούν εμπόδια». Στον Γκάκα ο εγγεγραμμένος στα κύτταρα αλλά εν υπνώσει έρωτας αφυπνίζεται όταν ο τρόμος του τέλους ενσκήπτει.
Διαβάζοντας τις «Στάχτες» για έναν ανεξήγητο λόγο δεν οδηγήθηκα στο παράλογο του Μπέκετ (όπως οδηγήθηκε ο συγγραφέας), αλλά στην τρέλα των μπήτνικς, στην τρέλα του θλιμμένου αμερικανικού παράδεισου, κατάσπαρτου από κομμάτια σμπαραλιασμένων, ενός «παράδεισου» που είναι πλέον διάσπαρτος σε όλον τον κόσμο.
Η αποσύνθεση και ανασύνθεση του προσώπου-Εγώ έρχεται και επανέρχεται στην αμερικάνικη λογοτεχνία, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα. Γράφει ο Κέρουακ: «Ακριβώς εκεί απέναντι υπάρχει ένα κέντρο αναψυχής - το βλέπεις! Λέγεται Nickel -O (Πενταροδεκάρες), βλέπεις τη μεγάλη επιγραφή; - κι εκεί περίπου στις τέσσερις το πρωί, παίρνεις μια γεύση αποσύνθεσης· γερο-μεθύστακες, πόρνες, αδερφές, κακοποιοί, ναρκομανείς, όλα τα αποβράσματα της αστικής κοινωνίας μαζεμένα εκεί... κι όταν βρεθείς εκεί ανάμεσα σ’ όλα τα παιδιά του θλιμμένου αμερικάνικου παράδεισου, δεν μπορείς παρά να κοιτάξεις κατάματα, στην κατάθλιψη της μπεζεντρίνης (...) Θα δεις μεγαλοβιομήχανους να καταρρέουν ξαφνικά και να τρελαίνονται, θα δεις ιεροκήρυκες στον άμβωνα ξάφνου να εκρήγνυνται... θα δεις πως όλοι έχουν γίνει παράφρονες - ένα παρανοϊκό σύμπαν». Παντού η τρέλα, παντού και πάντα το παραλήρημα. Αλλά εκεί που οι Αμερικανοί διανοούμενοι προτείνουν τα αυτοκαταστροφικά ψυχοτρόπα, ο Γκάκας επαναπροτείνει τον έρωτα και βεβαίως τις λέξεις, την ποίηση (εδώ με τη μορφή παραληρήματος) που κάνει τον έρωτα (ως λαβωμένο εγώ) να μιλάει. Και μέσα από τις λέξεις, τον έρωτα που μιλάει, ξορκίζεται το τέλος. Γιατί ο έρωτας και οι λέξεις είναι πνεύμα και το «Το πνεύμα δεν πεθαίνει», όπως λέει ο Φουέντες. Αντίθετα, «Μεταφέρεται. Διπλασιάζεται. Και κάποτε υποκαθιστά ή ακόμα και εκλιπαρεί. Εξαφανίζεται, περνιέται για νεκρό. Επανεμφανίζεται. Στα αλήθεια, το πνεύμα αναγγέλλεται σε κάθε λέξη που προφέρουμε. Δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορτισμένη από λήθη και αναμνήσεις, χρωματισμένη με προσδοκίες και αποτυχίες. Και παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει λέξη που να μη νικάει το θάνατο, γιατί δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορέας μιας επικείμενης ανανέωσης. Η λέξη (σ.σ. η ιδέα) παλεύει κόντρα στο θάνατο γιατί είναι αλληλένδετη με το θάνατο, τον κλέβει, τον αναγγέλλει, τον κληρονομεί... δεν υπάρχει λέξη που να μην είναι φορέας μιας ανάστασης... είμαστε φάσμα των περασμένων εποχών και προμήνυμα των επερχόμενων»! Γι’ αυτό λέω ότι ενώ το αλκοόλ είναι μια ύπνωση (ένα αποσιωπητικό φάρμακο) ενόψει του τέλους του υπερτροφικού μας εγώ, ο έρωτας και οι λέξεις ως συγκεκριμένη «μορφή» του είναι μία απάντηση (έστω παραμυθία, ένα ξόρκι) απέναντι στην τέλεια ματαίωση, το θάνατο.
Είναι φορές που οι λογοτεχνικοί κριτικοί για είναι συνεπείς με τον… εαυτό τους πρέπει να βρουν και μία, δύο αδυναμίες, ενώ θα έπρεπε απλώς να πουν αν τους άρεσε ή όχι ένα βιβλίο. Ε, λοιπόν, το μυθιστόρημα του Γκάκα μου άρεσε πολύ, προπάντων γιατί συνδέει τα σύγχρονα υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων με τις εξουσίες, ασκώντας κριτική στις τελευταίες. Γιατί, όπως έχουμε ξαναπεί στον καιρό μας η λογοτεχνία δεν είναι παρά μία τεχνολογία της εξουσίας.

2 σχόλια:

Λωτοφάγος είπε...

Μου άρεσε πολύ το βιβλίο, αν και στην αρχή με ξένισε: "μήπως πήρα κατά λάθος ένα αισθηματικό μυθιστόρημα;" Ο Γκάγκας είναι εξαιρετικός στους διαλόγους του. Οι διάλογοι μεταξύ των δύο ηρώων, αλλά και εκείνος μεταξύ του Πιερτζοβάνη και του Θεσσαλονικιού συμφοιτητή του είναι απολαυστικοί!
Ελπίζοντας ότι δεν επηρεάστηκα από το γεγονός πως ένας συνομήλικος αποτυπώνει τη γενιά μου, "γκουγκλάρισα" και σε βρήκα.

Ανώνυμος είπε...

Μου άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο...Ζήλεψα λίγο αυτή τη γενιά που είναι και η γενιά των γονιών μου. Κατεστραμμένοι,το δίχως άλλο,ο Συμεών αλκοολικός και ο Χαλκίδης κοκαινομανής,αλλά μου φαίνονται πιο αληθινοί-η γενιά η δική μου συνήθισε να κρύβει την απελπισία πίσω απο χαμόγελα.
Περιμένω τη συνέχεια! Άλλωστε...δεν υπάρχει τέλος στις ιστορίες..!