Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Κούτας Βαγγέλης: Μια χαραμάδα φως

Ο Χρήστος επιτέλους θα μιλήσει γι’ αυτό που είχε απωθήσει και είχε θάψει μέσα του, θα πει για τον πολλαπλό, συμβολικό και πραγματικό βιασμό του, προπάντων θα καταφέρει να γίνει δέκτης της αγάπης των άλλων, κάνοντας «έλλογη λαβή», εξηγώντας, δηλαδή, τη μέχρι τότε διαστροφή του. Όλα αυτά στο νέο βιβλίο του Βαγγέλη Κούτα «Μια χαραμάδα φως» (Εκδόσεις Ψυχογιός). Όλα εκτυλίσσονται αρχικά σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό, ύστερα σ’ ένα ορφανοτροφείο και, τέλος, στην Αθήνα. Το πρώτο μέρος θα κινηθεί σε τρίτο πρόσωπο. Ενώ στο δεύτερο, ο ενήλικος πρωταγωνιστής θα αποκτήσει τη δική του φωνή, το δικό του ενικό(πρώτο) πρόσωπο.
Φαντασιακό και πραγματικό συγχωνεύονται. Ο έρωτας της Πολυξένης, της μάνας του Χρήστου, είναι γυναικείος και γι’ αυτό απόλυτος. Ο έρωτας μες στο κεφάλι της γυναίκας είναι ολικός, ιδανικός. Η απόλυτη αφοσίωση είναι η απόδειξη της διαχρονικότητάς του. Η αταξία, όμως, μέσω της απιστίας του εραστή, θέτει τέρμα στην κοινή ιερή αποστολή πάνω στη γη. Η σεξουαλικότητα «αυτοκτόνησε» τον έρωτα. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει μια διακριτή ισορροπία μεταξύ του έρωτα και της σεξουαλικότητας. Κι ένα μέτρο. Η ύβρις είναι η υπέρβαση του μέτρου, των ανερωτικών κανονιστικών πλαισίων της καθυστερημένης αγροτικής κοινωνίας.
Ο άντρας-έρωτας της Πολυξένης είναι ο Λουκάς(κατ’ εικόνα του αδελφού της Χρήστου-ναρκισσισμός μέσω τρίτου προσώπου). Γιατί ερωτευόμαστε τον άλλο στο βαθμό που είναι η ίδια μας η εικόνα σύμφωνα με τον Λακάν. Η Πολυξένη ερωτεύτηκε τον Λουκά (επειδή έμοιαζε στον αδελφό της). Δεν αγάπησε καν τον κατά κόσμον, κατά σύμβαση(προξενειό) και κατ’ ευφημισμό Αναστάση(σύζυγος). Γι’ αυτό οι αναστολές, τα συμπτώματα και το άγχος είναι μια άλλη γλώσσα που αντικαθιστά την ομιλία με τη σιωπή της υπομονής, συντελώντας στη νευρωσική οργάνωση της ψυχής της Πολυξένης. Ο εραστή Λουκάς θα γίνει η μοναδική χαραμάδα φωτός της ακρωτηριασμένης συναισθηματικά και σωματικά γυναίκας(σ. 35). Η Πολυξένη ανακαλύπτει και συμφιλιώνεται για πρώτη φορά μέσω του έρωτα με το σώμα της (Ένγκελς: στο νικητή άντρα, η νικημένη γυναίκα φοράει για στεφάνι τα κέρατα). Η «απιστία» του εραστή, όμως, θα απορυθμίσει ολόκληρη την οικογένεια. Η τρέλα θα σώσει τη γυναίκα από την αυτοχειρία καθώς το φαντασιακό θα αναπληρώσει τα τραγικά κενά της πραγματικότητας. Γιατί η τρέλα πληροί με εικόνες το κενό της πλάνης και συνδέει τις φαντασιώσεις με την κατάφαση του ψευδούς(«Παπούλη θα πιεις ούζο με τον Λουκά;». Ο απών Λουκάς είναι παρών μέσω της τρέλας). Άρα, κατά κάποιον τρόπο είναι πληρότητα, που ενώνει τα σχήματα της νύχτας με τις δυνάμεις της ημέρας, τις μορφές της φαντασίας με την δραστηριότητα του εν εγρηγόρσει πνεύματος. Όμως αυτή η πληρότητα δεν είναι άραγε το άκρον άωτον του κενού; Η παρουσία των εικόνων δεν προσφέρει, πραγματικά, παρά φαντασιώσεις ζωσμένες από νύχτα. Εδώ θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το τραγικό σαν τον προθάλαμο της τρέλας, που είναι το τελικό, ανεπίστροφο, αδιάκοπο κατασπάραγμα της καρδιάς (στις τραγωδίες του ΙΖ αιώνα η τρέλα έλυνε το δράμα, απελευθερώνοντας την αλήθεια και ανακτώντας το πραγματικό).
Η γυναίκα του καθήκοντος και της συνήθειας, του habitus, η Πολυξένη(γυναίκα του καθήκοντος όπως η Λυγερή του Καρκαβίτσα) θα βρει καταφύγιο στην τρέλα. Και σαν άλλη Μήδεια θα επιδιώξει να εκδικηθεί τον εραστή της, σκοτώνοντας συμβολικά, εξορίζοντας τον καρπό της σχέσης τους. Ο παπάς του χωριού θα γίνει το όργανο της Μήδειας-Πολυξένης. Ο Αναστάσης, ο σύζυγός της, αυτός ο αντιήρωας, που δεν έμαθε ποτέ πώς να «αγαπάει» μια γυναίκα, ο άνθρωπος που αγνάντευε τους ορίζοντες από το ύψος του πανοπτικού του, που ήταν ο λευκός φάρος, θα δικαιωθεί από το παιδί του που δεν ήταν παιδί του. Ο Αναστάσης θα ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος «Ο γέρος και η θάλασσα» στα μάτια του παιδιού, θα γίνει πρότυπο –αλλά λειψό- γιατί είναι αυτός που αγάπησε έστω λίγο το παιδί, κι ας ήταν σημάδι του εξευτελισμού του από τον μεγάλο τιμωρό, τον μεγάλο άλλο, το περίφημο Υπερεγώ, την κοινωνία του μικρού χωριού(σελ. 73, «Δεν θα γίνουμε περίγελος του χωριού. Πολυξένη, το παιδί θα μείνει εδώ», λέει ο Αναστάσης). Αυτό το φοβερό μάτι θα τον καταδιώξει, στέλνοντάς τον στο καταφύγιο του αλκοόλ μέχρι θανάτου. Ποιος τον σκότωσε; Ποιος τους τρέλανε όλους; Ποιος εξόρισε τα μεγαλύτερα αδέλφια του μικρού, του μπάσταρδου, Χρήστου, αυτού που τράβηξε τα πάθη του Χριστού;
Ο μικρός Χρήστος θα εγκλειστεί στην «Παιδόπολη», στο ορφανοτροφείο. Πρόκειται για έναν πραγματικό χώρο, ένα γκέτο για ορφανά παιδιά(λογοτεχνικά έχει ασχοληθεί και ο Μπούτος παλαιότερα, που αναφέρθηκε σε ανάλογους βιασμούς). Εκεί ο μικρός Χρήστος θα βιαστεί από έναν ζωώδη, διεστραμμένο φύλακα. Ο βιασμός θα καλυφθεί από το πολιτικό πελατειακό σύστημα. Αλλά στον μικρό θα προκαλέσει ανεπούλωτα ψυχικά τραύματα, ένα είδος διαστροφής, καθώς θα του ακρωτηριάσει τη δυνατότητα της σωματικής επαφής με το άλλο φύλο, με τη δυνατότητα να ερωτευθεί ολοκληρωμένα. Πρόκειται για ένα είδος μερικής τρέλας.
Στη μερική τρέλα δεν αλλοιώνεται η νοημοσύνη αλλά οι δυνάμεις του συναισθήματος που εκδηλώνονται με «διαταραχή στις πράξεις» -μανιακές παρεκτροπές, ξεσπάσματα παραφοράς και βιαιότητα. Οι Άγγλοι θα την ονομάσουν moral insanity και ο Φουκό «Ηθική Τρέλα»: Τρέλα που καθιστά οιονεί αόρατη την απουσία κάθε αλογίας(κρυφή τρέλα).
Ο homo mente captus (παράφρων άνθρωπος), βρίσκεται στη διασταύρωση των δρόμων, της μέρας και της νύχτας, του έρωτα και του θανάτου, εμβαθύνοντας ακραία την αρνητικότητα του ανθρώπου και φιλοσοφώντας με σφυριές. Δεν υπάρχει τρόπος υπέρβασης της μερικής τρέλας, της διαστροφής, η οποία επιτείνεται από την απέραντη μοναξιά του επαρχιώτη στην πόλη άπολη, στην απρόσωπη Αθήνα. Ο Χρήστος δεν έχει μάθει να δίνει τέλος στην αλογία, μετουσιώνοντας δημιουργικά (όπως ένας ζωγράφος ή ένας λογοτέχνης) την τρέλα του και ανακτώντας τη χαμένη δυνατότητα της επαφής. Δεν λέει, δεν εξωτερικεύει το πρόβλημά του. Η μοναξιά θα οξύνει το έλλειμμα, μεγαλώνοντας τη διαστροφή. Τελικά, η αλογία εγκαταλείπει τη σχεδόν σιωπή (τον ψίθυρο του υπόρρητου) και ανασυντίθεται μέσα σε μια σιωπή που διασχίζεται από κραυγές-βιασμούς. Εδώ η τρέλα είναι η κραυγή της ομόλογης κατάστασης με αλλαγή ρόλου, (σ. 288, «μύρισα το φόβο») είναι η κραυγή του τέλους. Η δυνατότητα για μια νέα αρχή θα υπάρξει μέσω της αποκάλυψης. Το πρόβλημα ομολογήθηκε. Τώρα υπάρχει «Μια χαραμάδα φως» όχι ως τετελεσμένο αλλά ως αναμενόμενο γεγονός…
Ένα θαυμάσιο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Σκαλίδη Σταυρούλα: Κρέας από σταφύλι

Μετά το βραβευμένο μυθιστόρημα «Προδοσία και εγκατάλειψη», η Σταυρούλα Σκαλίδη κάνει τη δεύτερη εμφάνισή της με το μυθιστόρημα «Κρέας από σταφύλι»(εκδόσεις Πόλις). «Μια ιστορία ωμοφαγίας» και «ομοφαγίας» όπως σημειώνει η ίδια. Αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που μου αρέσει στα κείμενα της Σκαλίδη; Πρωτίστως μου αρέσει η διαχείριση των λέξεων, ο τρόπος γραφής που χωρίς να είναι μελό προκαλεί βαθιά συγκίνηση. Πάνω απ’ όλα μου αρέσει ο τρόπος προσέγγισης των θεμάτων της. Στο «Κρέας από σταφύλι» αποτυπώνεται ο κανιβαλισμός που επισυμβαίνει στο όνομα της αγάπης. Ένας κανιβαλισμός που ξεκινάει από την εποχή του Οιδίποδα, περνάει από την Ηλέκτρα, τη φόνισσα του Παπαδιαμάντη και καταλήγει στη σύγχρονη αθηναϊκή κοινωνία, όπου επέρχεται η συμφιλίωση. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, αλλά και η προσπάθεια απελευθέρωσης του γιου από τη μάνα του δια της φυγής. Ο άλλος τρόπος ήταν ο φόνος της Μαγδαληνής, της Μαγδάλως, της μάνας του Θεόφιλου: «Φεύγα, πριν κάνεις μεγαλύτερο κακό. Φεύγα» του είπε η καλαμιά. Κι έφυγε. Η ελευθερία του όμως θα έχει ως συνέπεια την «αναμονή δίχως τέλος» της γυναίκας του της Φρόσως και το έλλειμμα των δύο θυγατέρων, που θα μεγαλώσουν χωρίς πατέρα(σύνδρομο της Ηλέκτρας και αδυναμία αγαπητικής επικοινωνίας με τους άντρες). Όλα εκκινούν από την «τρελή». Έτσι αποκάλεσαν στο χωριό τη Μαγδάλω. «Της βάλανε την ταμπελίτσα και καθάρισαν». Κι όπως λέει η Φρ. Ντολτό αρκεί να σε βλέπουν οι άλλοι σαν τρελό για να τρελαθείς. Αλλά εδώ η τρέλα ήταν κανονική, αυθύπαρκτη και αγιάτρευτη, δηλαδή βιολογική. Σύμφωνα με τον Φουκό η «αληθινή» τρέλα συμβαίνει όταν «όλες οι εκκεντρικότητές μας, όλες οι αυταπάτες της φιλαυτίας και όλα τα πάθη μας φθάνουν μέχρι την Τύφλωση». Η τύφλωση είναι «το διακριτικό χαρακτηριστικό της τρέλας» είναι «όλο το υπόβαθρο από πλάνες που είναι αχώριστο από την τρέλα». Η Μαγδάλω ήταν τρελή με τον τρόπο του Φουκό, τυφλώνονταν, ήταν δολοφονικά επιθετική, αφού θα μπορούσε να σκοτώσει ακόμα και το παιδί της. Μάλιστα, ο γιος της ο Θεόφιλος την είδε να πνίγει ένα κορίτσι κι αυτή η συνενοχή τους συνέδεσε. Ώσπου ο γιος έφυγε, αφήνοντας γυναίκα και δύο κόρες έρμαια στις διαθέσεις της μάνας-πεθεράς. «Δεν έχω δει πιο αδίσταχτη ματιά από της μάνας μου. Θα με έχωνε μέσα στη γης, άμα το μπορούσε. Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί. Ξέρεις τι είναι πατέρας στα τριάντα εφτά σου να παρατάς τις κορούλες σου, εφτά και κάτι η μία, χρονιάρικο μωρό η άλλη, για να γλιτώσεις από τη μάνα σου; Δυο μέτρα άντρας; Και πως ν’ αντικρίσεις τη γυναίκα που τις γέννησε και σ’ αγάπησε τόσο;» λέει ο Θεόφιλος στο Νικηφόρο, που διαπιστώνει: «Μέσα σε τριάντα χρόνια η Ελλάδα πέρασε από τα διάσελα στα άσυλα… Έτοιμους για τα ιδρύματα μας έχουνε. Φύγαμε από τους τόπους μας. Βασανιστήκαμε βουβά. Φαλιρίσαμε. Κι είμαστε τώρα βάρος… Α, κοίτα ποιοι φέρνουν εδώ τα’ αμάξια τους εδώ και τα αράζουνε. Χρυσά τα πλερώνουμε. Οι τίποτα…». Ο Θεόφιλος έχει πλέον καταστεί κλοσάρ, αφήνοντας τη σήψη να νεκρώνει αργά αργά το σώμα και την ψυχή του. Ώσπου στο δρόμο του θα έρθει η δεκάχρονη Μαριάννα για να του σώσει ό,τι απέμεινε απ’ την ψυχή.
Στη συνέχεια έχουμε τη διαπραγμάτευση της ερωτικής ζωής των δύο κοριτσιών του Θεόφιλου, που μεγάλωσαν χωρίς τον πατέρα τους. Η μία κόρη θα τον αναζητεί στους πάμπολλους σεξουαλικούς συντρόφους, η άλλη θα απορρίπτει τον έρωτα, όπως και τον άντρα. Εξάλλου, δεν ήταν μόνο η απουσία του πατέρα αλλά και η λάθος συμβουλή της μητέρας που νουθετεί εξ ιδίων: «Να μην αγαπήσετε ποτέ κανέναν. Όποιον παντρευτείτε να είναι μόνο από συμφέρον δικό σας. Από τίποτα άλλο». Ούτε έρωτας ούτε αγάπη, μόνο συμφέρον. Το υλικό συμφέρον ενώνει πλέον τα ζευγάρια, όπως η ξενότητα ενώνει τους ξένους της Αθήνας, τις διάφορες εθνότητες, τις φυλές, τον Θεόφιλο και τη μικρή Μαριάννα. Όλες οι ενώσεις είναι αποτέλεσμα της ανάγκης, δηλαδή της βίας αλλά και της έγνοιας: «Την ανάγκη να έχεις κάποιον να νοιάζεσαι και να σε νοιάζεται κι εκείνος, άμα γίνεται».
Οι ήρωες της Σκαλίδη, δηλαδή η ίδια, δεν σκέφτονται μανιχαϊστικά, δεν σκέφτονται με βάση την απόλυτη αντίθεση σε καλό και σε κακό: «Δεν θα μιλάμε με καλό και με κακό, παιδί μου. Θα μιλάμε αλλιώς, πια», λέει ο Θεόφιλος στη Μαριάννα. Όχι γιατί βρίσκεται με νιτσεϊκό τρόπο πέραν του καλού και του κακού αλλά γιατί έχει συμφιλιωθεί με το κακό, με την κακότητα της μάνας του, βλέποντας και το κακό που προξένησε ο ίδιος ως πατέρας στις κόρες του. Η συγγραφέας με άλλα λόγια αρνείται τόσο τον Νίτσε όσο και τον Φουκό, που διατείνονται ότι τίποτα, καμία επιθυμία «δεν είναι παρά φύσιν» ούτε καν ο φόνος(!), αφού ακόμη και αυτή την φονική επιθυμία «την έχει βάλει στον άνθρωπο η ίδια η φύση». Η Σκαλίδη περιορίζεται στην απλή, την ειρηνική συμφιλίωση, όπως η Γιουρσενάρ. Και το φάρμακο για όλα είναι η αγάπη: «Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι όσο πληγωμένος και να ’σαι από το σπίτι σου, όσο κι αν σε μαραζώσανε παιδάκι, μόλις έρθει η αγάπη, αφήνεσαι σ’ αυτή με θάρρος για να γίνεις καλύτερος, να νιώσεις μια στάλα πιο ολόκληρος. Αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής σου. Η μόνη ευκαιρία να είσαι άνθρωπος…»!
Ένα πραγματικά αξιοδιάβαστο βιβλίο.

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Αυδίκος Ευ. Λαϊκός Πολιτισμός

Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, εξέδωσε πρόσφατα τη σημαντική συγκριτική μελέτη του υπό τον τίτλο «Εισαγωγή στις σπουδές του λαϊκού πολιτισμού-Λαογραφίες, λαϊκοί πολιτισμοί, ταυτότητες», εκδόσεις Κριτική, όπου επιχειρεί να ανατρέψει τα στερεότυπα και να καταδείξει γιατί και πως «Η αναζήτηση του αρχετυπικού μύθου» συνέβαλε στη συγκρότηση των εθνικών κρατών, πως οδηγηθήκαμε «από το υπερεθνικό στο εθνικό και αντιστρόφως», όπως συνέβη με την μετάβαση από την οθωμανική αυτοκρατορία στο εθνικό, τουρκικό κράτος και, αντιστρόφως. Εξετάζεται, επίσης, η συμβολή του λαϊκού πολιτισμού στην έξοδο των εθνικών κρατών από την κρίση αλλά και η εκμετάλλευσή του από τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου(που οδήγησε στην άδικη ταύτιση της λαογραφίας με το φασισμό και την απαξίωσή της). Τέλος, εξετάζονται οι νέοι δρόμοι στους οποίους οδηγείται ο λαϊκός πολιτισμός κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Εισαγωγικά ο Αυδίκος ασχολείται με τα επιστημολογικά και μεθοδολογικά προβλήματα που προέκυψαν από τον «κονστρουβιστικό» τρόπο αναπαράστασης της λαογραφίας από τον Herzfeld, τη σύγκρουση των λαογράφων με τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, και τους δεύτερους να κατηγορούν τους πρώτους -χωρίς διακρίσεις- για «εθνικισμό». Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η Λαογραφία είναι εθνική επιστήμη και όχι εθνικιστική, όπως κατηγορούν οι ανθρωπολόγοι, και αντιτείνει στους τελευταίους πως «τους σπουδαίους ανθρωπολόγους ανέδειξαν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες». Πέρα, όμως, από τη διαιώνιση της αντιπαράθεσης προτείνει τη σύνθεση ή τη συνδυαστική, διαλεκτική λειτουργία των δύο επιστημών. Στην οπτική αυτή η «λαογραφία, όχι ως θεωρία του πολιτισμού, αλλά ως ιστορία ενός συγκεκριμένου παραδοσιακού πολιτισμού, ως ιστορία της τέχνης, και ως φιλολογική επιστήμη ακόμη, έχει να επιτελέσει μεγάλο έργο, που καμιά άλλη επιστήμη δεν έχει τα εφόδια να το κάμει εξίσου καλά»(Γρ. Σηφάκης, 2003. «Λαογραφία, Ανθρωπολογία ή τα ετερώνυμα που έλκονται»). Ο Αυδίκος κατά το ανάλογο του Σηφάκη μιλάει για μια «ανθρωπολογική λαογραφία», παραθέτοντας, τέλος, και το σεβασμό του Σπ. Ασδραχά στην «περιφρονημένη λαογραφία».
Στην αναζήτηση του αρχετυπικού μύθου ο Αυδίκος εκκινεί από τη φράση του D’ Azeglio «δημιουργήσαμε την Ιταλία: τώρα πρέπει να δημιουργήσουμε και Ιταλούς» που παραθέτει ο Ε. Χομπσμπάουμ και ο Τ. Ράνγκερ στην «επινόηση της παράδοσης»(2004). Ο Ιταλός τελικά θα συγκροτηθεί από τα «πολιτισμικά στοιχεία που θα εστιάζουν στα συγκλίνοντα στοιχεία των ιδιαίτερων πληθυσμιακών ομάδων». Ο πολιτισμός, συνεπώς, θα είναι τόσο αυτός που θα δημιουργήσει τον Ιταλό ως «ιστορικό υποκείμενο» αλλά, συγχρόνως, θα αποτελέσει ως «πολιτισμικό πρόταγμα» και τον συνεκτικό ιστό που θα συνέξει τους Ιταλούς μεταξύ τους, δημιουργώντας την εθνική τους συνείδηση. Αλλά που βρίσκονται τα στοιχεία των πολιτισμικών προταγμάτων; Βρίσκονται μέσα στους μύθους που χαρτογραφούν το παρελθόν αλλά και βάζουν τάξη στο χάος σε περιόδους κρίσεων, νομιμοποιώντας τις κοινωνικές και πολιτικές δομές λέει ο συγγραφέας. Ο (καταγωγικός-εθνογένεση και ο απελευθερωτικός-εθνοαφύπνιση, ηρωικός ) μύθος θα οργανώσει το χρόνο και το χώρο του εθνικού κράτους.
Εδώ αναπτύσσεται και η θεωρητική σύγκρουση μεταξύ των οπαδών της κατασκευής-επινόησης ενός έθνους(κονστρουκτιβισμός) και των οπαδών της ουσιοκρατίας(εθνικές ρίζες στο απώτερο παρελθόν-εξελικτικισμός). Τελικά, σύμφωνα με τον Αυδίκο καταλήγουμε πάντα στο μύθο είτε αυτός είναι καταγωγικός είτε επινοημένος. Με άλλα λόγια ο μύθος είναι καθοριστικός για τη δημιουργία του έθνους κράτους είτε έτσι είτε αλλιώς. Πως όμως συγκροτούνται οι εθνικοί μύθοι; Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μελέτης. Υπό τη σκέπη του Ρομαντισμού οι δύο πόλοι στην Ευρώπη λαμβάνουν το σχήμα Εμείς: η δική μας εθνική-θρησκευτική ομάδα και οι Άλλοι: η γειτονική εθνική θρησκευτική-ομάδα. Συνεπώς, ο αυτοπροσδιορισμός έχει την ανάγκη του Άλλου.
Σ’ αυτό το σημείο παρατίθεται το παράδειγμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το Tanzimat, η μεταρρύθμιση, που σήμανε τη μετάβαση από το σύστημα των μιλλιέτ που διαιρούσε τον πληθυσμό σύμφωνα με τη θρησκεία, σε μια νέα διαίρεση με γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια αυτό-προσδιορισμού(P. Misha). Άραγε, όμως, η θρησκεία δεν υπάγεται στα πολιτισμικά κριτήρια; Ο μελετητής δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα καθώς τον ενδιαφέρει περισσότερο ο σχηματισμός του έθνους κράτους επί τη βάση ενός συγκεκριμένου μοντέλου: χώρου(εδαφικά σύνορα αλλά και σύνορα με την ετερότητα) και χρόνου(«ταμείο της μνήμης»), ήτοι ενός συγκεκριμένου συνδυασμού των διαπλεκομένων φυσικών και πολιτισμικών συστατικών. Εδώ τίθεται το ερώτημα της «οικείωσης» του ανοίκειου, της άρσης της ετερότητας, που βρίσκεται εκτός της μεθοριακής γραμμής, όταν τα σύνορα αλλάζουν. Θυμίζουμε ότι τους Θεσσαλούς και τους Αρτινούς οι «παλαιοελλαδίτες» δεν τους θεωρούσαν 100% Έλληνες κατά το 1881. Αξίζει να εξεταστεί, επίσης, τι συνέβη το 1912-1913. Ο Αυδίκος σημειώνει ότι η διάκριση «εντός και εκτός», οικείου και ανοίκειου δεν είναι εύκολη καθώς κατά μήκος των συνόρων υπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες με «συγγενή πολιτισμικά χαρακτηριστικά», που αμφισβητούν την κύρια αρχή του εθνικού κράτους, «την ομοιογένεια». Εδώ επιστρατεύεται ο Φρόυντ ώστε να αποδαιμονοποιηθεί το ανοίκειο(σ.σ. ενδιαφέρουσα και η μελέτη της Κρίστεβα σύμφωνα με την οποία «ο ξένος είναι μέσα μας»), αυτό που εκτείνεται εκτός και είναι μιαρό(αρνητική δαιμονοποίηση του άλλου), απειλώντας το εντός, που είναι «ιερό»(θετική δαιμονοποίηση, υπό την έννοια ότι και οι δύο δαιμονοποιήσεις οδηγούν στο μανιχαϊσμό). Έτσι, το ανοίκειο δεν είναι παρά το οικείο «που αποξενώθηκε με τον καιρό». Υπ’ αυτή την οπτική το ξένο είναι εντός μας. Το δίπολο «Εμείς και οι άλλοι» του Φρόυντ χρησιμοποείται ως «στέρεο εργαλείο» για την περίπτωση της οριοθέτησης των εθνικών κρατών: «Η αποσαφήνιση αυτού του διπόλου ήταν η βασική φροντίδα των εθνικών κρατών, καθώς αποτελούσε συστατικό στοιχείο για την τεκμηρίωση της εδαφικότητας και τη σύνδεσή της με την πολιτισμική ομοιογένεια και την εθνική συνείδηση. Η υπεράσπιση της εδαφικότητας προϋπέθετε τον 19ο αιώνα, και όχι μόνο, την ανάδειξη του άλλου, που απειλούσε την ακεραιότητα του έθνους κράτους». Εντέλει, «Το σύνορο, πέρα από τα άλλα, γίνεται η υλική έκφανση της φαντασιακής κοινότητας του έθνους»(Μπ. Άντερσον, φαντασιακές κοινότητες).
Και φθάνουμε στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, όπου αναπτύσσονται διεξοδικά τόσο οι απόψεις του Φαλμεράγιερ όσο και του Νερουλού και άλλων. Ο Νερουλός υποτιμά τον «νεοελληνικό πολιτισμό» σε σύγκριση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Ενώ το Βυζάντιο δεν έχει τίποτα ελληνικό. Υπ’ αυτή την οπτική, όμως, δεν υπάρχει «ιδεολογική πλατφόρμα» για να σταθεί το νέο εθνικό κράτος, σημειώνει ο Αυδίκος. Στο ερώτημα «τι κάνουμε;», η απάντηση θα δοθεί από τον Σπ. Ζαμπέλιο που θα ασκήσει κριτική, δηλώνοντας ότι χρησιμοποιούμε τους αρχαίους όπως τους επανεισάγουμε(ως αντιδάνειο) με «τας απάτας και την παραφθοράν της δυτικής αβελτηρίας». Συνεπώς, η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα πρέπει να γίνει χωρίς τον μεσολαβούντα παραμορφωτικό φακό της Δύσης(αναζήτηση σύμφωνα με το Ζαμπέλιο της «Ιστορικής πιστώσεως» και της ιστορικής συνέχειας). Ο λαϊκός πολιτισμός θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αναζήτηση αυτής της συνέχειας αρχαιότητας-Βυζαντίου-νεότερης Ελλάδας. Στην τεκμηρίωση της συνέχειας(αλλά και της Μεγάλης Ιδέας) θα στρατευθούν οι Παπαρηγόπουλος και Ν. Γ. Πολίτης. Ο δεύτερος μέσω της συλλογής των «επιβιωμάτων» των πολιτισμικών μορφών που προέρχονται από «την πρώτη ηλικία του ελληνισμού»(Ίδρυση ελληνικής λαογραφικής εταιρείας, το 1909). Γενικά, ο λαϊκός πολιτισμός θα έχει ως στόχο τη διαμόρφωση των συμβόλων εκείνων που θα διαμορφώσουν τη νεοελληνική συμβολική τάξη, αναπαράγοντας «το έθνος σε συμβολικό επίπεδο».

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Σταμάτης Αλέξης

«Στο φίλο Γιώργο, με όλη μου την αγάπη-Αλέξης». Διαβάζω την αφιέρωση του Αλέξη Σταμάτη στο βιβλίο του «Σκότωσε ό,τι αγαπάς»(Καστανιώτης) και ως πολύ αγαπώμενος, τουτέστιν υποψήφιο θύμα, ανατριχιάζω! Ο πρώτος «πυροβολισμός» ακούγεται κατά την ανάγνωση των πρώτων σειρών: «ΤΥΦΛΗ βία, τα δικαιώματα των πολιτών, κούφια συνθήματα, ξύλινη γλώσσα αντι-εξουσιαστών, παραστάσεις που διακόπτονται, ενοχικοί μεσήλικες, το οργισμένο ξυπνητήρι… το κατεστημένο, η εξουσία, ενοχικοί μεσήλικες». Σαφής παραπομπή στον Δεκέμβρη του 2008. Στη διακοπή της θεατρικής παράστασης του Φάις για την Κούνεβα. Στην τυφλή βία. Όλα αυτά παρατίθενται, λες, για να προσδιορισθεί ο γενέθλιος χρόνος του Άρη Μανιάτη(μισός αιώνας ζωής) αλλά συγχρόνως και ο χρόνος της συνάντησης με τους φίλους του σ’ ένα εξοχικό όπου θα τους διαβάσει το τελευταίο του αυτοβιογραφικό σενάριο. Ο ταραχώδης Δεκέμβρης του 2008 θα συναντηθεί τελικά με τη δίδυμη χρονιά του, το 1980, κλείνοντας τον κύκλο. Γιατί όλα, μια ολόκληρη ζωή, οι κινηματογραφικές ταινίες, οι έρωτες, όλα σφραγίστηκαν από εκείνη την στιγμιαία πράξη, εκείνη την ενοχή και την απώθησή της στα κουάρκ της ψυχής, τη φυγή και την εγκατάλειψη του αδελφικού φίλου, που σκότωσαν οι ματατζήδες στην οδό Ρώμα. Γιατί οι νεκροί της πορείας του Πολυτεχνείου του 1980 δεν ήταν δύο αλλά τρεις.
Ο Μανιάτης φεύγει από το πάρτι των γενεθλίων του και της ανάγνωσης του σεναρίου, αλλά επιστρέφοντας τρακάρει και καταλήγει σ’ ένα περίεργο σπίτι όπου τον υποδέχονται και εν τέλει περιθάλπουν την ψυχή και το μυαλό του η Δάφνη και ο «γιατρός». Η γυναίκα ως «μαγική αρχή της ζωής»(Μπαχτίν) και ο ανοιχτομάτης τυφλός! Εκεί θα αποκαλύψει το κρυμμένο του μυστικό, εκεί θα συμφιλιωθεί με τη φύση και τη φύση του, με την εντός του ξενότητα.
Αλλά μαζί με την αναζήτηση της ταυτότητάς του ως προς τον τρόπο του ζην, ο καλλιτέχνης αναζητά και την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Έτσι, προτείνει το Δεικνύναι του Βιτγκενστάιν, τη λογοτεχνία ως μεταφορά, «χωρίς εξηγήσεις». Προτείνει επίσης τη συνεχή διακινδύνευση, ό,τι δηλαδή προτείνει ο Ρομαντισμός. Και το γράψιμο με καρδιά, η κένωση του εγώ. Αλλά ποιο είναι το δράμα του Άρη Μανιάτη; Η απελπισία. «Ουσιαστικά καθρεφτίζεστε νοσταλγικά στο αυτοείδωλό σας(η μελαγχολία απλώς καλύπτει την απελπισία). Αν μπορούσατε να εκφράσετε αυτό που πραγματικά αισθάνεστε, θα ήταν απλώς μια κραυγή…» αποφαίνεται ο γιατρός. Τελικά «Απελπισμένος είναι εκείνος που κρύβει τα πραγματικά του συναισθήματα στο υπόγειο της ψυχής του». Ένας άνθρωπος σαν τους ήρωες του Κάφκα, που συστέλλουν τον εαυτό τους. Ώσπου φθάνουμε στην «αντιδικία με την πραγματικότητα». Την αντιδικία που έχει ο κλέφτης, ο αλήτης κι ο επαναστάτης. Ο μικρός Άλλος και ο μεγάλος Άλλος, ο μικρός και ο μέγας κριτής, είναι εκεί απέναντι. Ποιος τους έχει κατασκευάσει; Εμείς οι ίδιοι απαντά ο συγγραφέας.
Ο άνθρωπος πλέον τίθεται πέρα και πάνω (ως επιθυμία) από τη φύση και σε λίγο και από τη φύση του (κλωνοποίηση, ρομποτ με συνείδηση κ.ά.). Η ιστορία του στο εξής θα είναι μια ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, μια ιστορία κατάκτησης της φύσης (μέσω της επινόησης της «προόδου») και της επιθυμίας των άλλων. Και τούτο συνέβη λόγω της διάκρισης των πραγμάτων και του πνεύματος, των δύο πόλων της πραγματικότητας, του υποκειμένου που είναι ο άνθρωπος και του αντικειμένου που είναι όλα τα άλλα καθώς επίσης και ο υφιστάμενος την κατάκτηση άνθρωπος-αντικείμενο (ο άνθρωπος ως δούλος, ως εξάρτημα, αλλά και ως μεγάλος Άλλος, ως θεός).
«Το χάρτινο σπίτι» του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες (εκδόσεις Πατάκη) παρατίθεται στο βιβλίο του Σταμάτη. Η καθηγήτρια της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας Μπλούμα Λέννον σκοτώνεται από ένα αυτοκίνητο, ενώ διάβαζε ένα ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον. Και το ερώτημα είναι αν τη σκότωσε το αυτοκίνητο ή το ποίημα, αν τη σκότωσε το πνεύμα ή το πράγμα. Ο Λεοπάρντι μας μιλάει για τη δυστυχία των διανοουμένων από την εποχή που το πνεύμα αποκόπηκε από τα πράγματα, ενώ ο Σέλερ μας μιλάει για την κατάσταση του συγγραφέα, που ζώντας συνέχεια στο φαντασιακό, χάνει εντέλει το πραγματικό. Έτσι, ό,τι απέμεινε από την τεράστια βιβλιοθήκη του Μπράουερ, που χάθηκε σε μια πυρκαγιά, του εραστή της μιας νύχτας της Λέννον, θα αποτελέσει το υλικό για την κατασκευή του χάρτινου σπιτιού. Πριν, τα βιβλία είχαν υποκαταστήσει όλες τις ανάγκες ακόμη και για σεξ. Γιατί η πνευματικότητα, ή το φαντασιακό, όταν καταλαμβάνει τη θέση της πραγματικότητας, αρνείται από ένα σημείο και μετά ότι «ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει αρκετά θαύματα και μυστήρια∙ θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και στη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους, που θα ‘χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση». Εδώ ισχύει και ο ακρωτηριασμός που έχει επιφέρει η Λογική του Καντ, όπως επισημαίνει τόσο ο Κώστας Παπαϊωάννου όσο και ο Ερνέστο Σάμπατο. Δεν είναι τυχαίο ότι το «χάρτινο σπίτι» διαλύεται από το αίτημα της αγάπης (έστω και της μιας νύχτας) για επιστροφή του δώρου υπό τη μορφή ενός βιβλίου του Κόνραντ.
Άραγε, το νόημα της ζωής είναι ο θάνατος, δηλαδή η λήθη; Όχι λέει ο Σταμάτης, το νόημα είναι η μνήμη. Τελικά, η διάκριση των δύο πόλων της πραγματικότητας: του πνεύματος και των πραγμάτων, η βύθιση σ’ αυτή την πνευματικότητα, η προϊούσα πνευματικοποίηση, η συμβολικοποίηση της πρόσληψης του υπαρκτού κόσμου και των ανθρώπων, ως αντικειμένων νέων μυθιστορημάτων-κόσμων, οδηγεί στην εκτράχυνση των αισθήσεων, στην αναισθητοποίηση με συνέπεια η χαρά να γίνεται εγκεφαλική, τα ίδια τα όργανα των αισθήσεων να γίνονται άτονα κι αδύναμα, ενώ το συμβολικό καταλαμβάνει όλο και περισσότερο τη θέση του υπαρκτού. Αλλά έτσι χάνονται τόσο οι πηγές του πραγματικού κόσμου όσο και τα μέσα-τρόποι απόλαυσης του φανταστικού κόσμου της τέχνης. Η ελπίδα τότε γίνεται απελπισία, η ευφωνία αφωνία και μελαγχολία, το νόημα αποκτά τη ματαιότητά του και όλα γίνονται μονότονα. Η καθήλωση θα εισπραχθεί ως «φαντασιακή κατάρρευση» και θα είναι περισσότερο οδυνηρή, λόγω της υπερεπένδυσης των συμβόλων, από εκείνη του αποτυχημένου Μπράουερ που προσπάθησε να αποεπενδύσει τα «σημεία-βιβλία» του, δίνοντάς τους τις φυσικές-υλικές διαστάσεις των τούβλων! Συνεπώς, όπως και με την αισθητική του Ρομαντισμού, το ρομαντικό απόλυτο, η επιχείρηση της άρθρωσης του ανείπωτου θα συστήσει το νεωτερικό θέαμα των συγγραφέων που παραλύουν σαν τη Νάγια την ορχούμενη μπροστά στις απόλυτες διαστάσεις της δημιουργίας και την αδυναμία τους να γίνουν πραγματικοί θεοί, όπως στα λογοτεχνήματά τους, ή έστω να κατανοήσουν την αδυναμία τους. Αξιοδιάβαστο βιβλίο

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Καπότε Τρούμαν

Ο Τζέραλντ Κλαρκ(«Καπότε, Μια ζωή εν θερμώ», Μεταίχμιο) «γνωρίζει περισσότερα για μένα απ’ ό,τι και εγώ ο ίδιος» έλεγε ο Τρούμαν Καπότε για το βιογράφο του. Εμείς έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον Καπότε με αφορμή τα βιβλία του και δεν νομίζουμε ότι η βιογραφία του μας κομίζει κάτι περισσότερο. Μάλιστα, περισσότερα είχαμε βρει στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα του Καπότε, δηλαδή τα τρία πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος που είχαν προδημοσιευθεί στο Esquire και όπου ο κεντρικός ήρωας παραπέμπει στο “σκοτεινό είδωλο” του Καπότε. Το βιβλίο εκείνο σοκάρει. Όχι τόσο εμάς, αλλά την πουριτανική Αμερική της εποχής του Καπότε (πιθανότατα και τη σημερινή). Ο συγγραφέας ξεσκίζει με βίαιο τρόπο το σελοφάν της υποκρισίας και παρουσιάζει την Αμερική της παιδικής πορνείας, του προχωρημένου μάρκετινγκ λευκής σάρκας και τη σαδομαζοχιστική διαστροφή της “πάνω” τάξης που εξαπλώνεται από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο. Συγχρόνως, παρουσιάζεται η Αμερική των “κάτω” με τους νταβατζήδες, τους εμπόρους ναρκωτικών, τους ζητιάνους και τις πόρνες που χλευάζουν τον ιεροκήρυκα, αυτόν που βλέπει σατανάδες να τρέφονται από το “κακό” των δυστυχισμένων και τους οποίους καλεί να αφήσουν “το φως του Κυρίου” να τους ανυψώσει στα ουράνια! Η απάντηση του Καπότε έρχεται δια στόματος μιας πόρνης που λέει στο ιεροκήρυκα: “Ναι. Κι εσένα ποιος θα σε ανυψώσει; Είσαι τόσο μαλάκας που δεν σηκώνεσαι με τίποτα!”. Η Αμερική του Καπότε μοιάζει απόλυτα μανιχαϊστική: από τη μία η τελειο-μανία των καθαρών, των αγνών και αμόλυντων και από την άλλη η λαγνεία και η ακολασία, ο ασκητισμός (με όλη την ενοχή και την… αγνή υποκρισία που αποτυπώνεται στη λεγόμενη χριστιανική “ευσέβεια των απατεώνων” ) και η πλήρης ελευθεριότητα ως οι δύο αντιθετικοί πόλοι του αμερικάνικου εκκρεμούς που δεν βρίσκει σημείο ισορροπίας.
Ο Καπότε σπάει την αψεγάδιαστη εικόνα-μύθο των πάντων, των Κένεντυ, της Γκάρμπο, των Σάχιδων, των κροίσων, των γαλαζοαίματων. Οι Έλληνες έχουν περίοπτη θέση στο βιβλίο. Μαθαίνουμε ότι ο πρίγκιπας και κατόπιν βασιλιάς Παύλος είχε μακρόχρονη ομοφυλοφιλική σχέση μ’ έναν από τους ήρωες του βιβλίου (σφράγισαν μάλιστα τον έρωτά τους με δερματοστιξία, ένα μικρό τατουάζ κάποιου γαλάζιου εμβλήματος, πάνω από το μέρος της καρδιάς). Για το Νιάρχο σημειώνεται πως σε μια συγκέντρωση όπου “Το κονιάκ που είχε πιει ήταν αρκετό για να κάνεις τουρσί ένα ρινόκερο” έλεγε πως εκείνο που τον γαληνεύει και τον κάνει ευτυχισμένο ήταν να κυνηγά στη ζούγκλα και να σκοτώνει! Και το συμπέρασμα για τους Έλληνες: «Ναι, οι Έλληνες έχουν σκοτεινά μυαλά. Οι πλούσιοι Έλληνες. Μοιάζουν στους υπόλοιπους ανθρώπους όσο και τα κογιότ στους σκύλους»! Ο Καπότε σαρκάζει και τους συγγραφείς (αυτοσαρκάζεται) και γενικότερα τους διανοούμενους που εκπορνεύονται για να μπουν στην πιάτσα και να αναγνωριστούν. Οι κριτικοί στις μεγάλες εφημερίδες και οι salonistes του Παρισιού είναι κανονικοί προαγωγοί, αμειβόμενοι (-ες) σε χρήμα και είδος τσάτσοι της ενημέρωσης. Ο μπόμπιρας-ζιγκολό, ο ίδιος ο Καπότε, που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας γιατί από γεννησιμιού του είναι ψεύτης, θα λάβει τα ιδιαίτερα μαθήματα γλώσσας, γενικής μόρφωσης και δημιουργικής γραφής επί κλίνης -επικλινής ή ως επιβήτορας! Όλα για τη δόξα και το χρήμα. Αλλά τελικά όλοι καθίστανται απατεώνες αισθημάτων και το πληρώνουν. Η συμβουλή της περίφημης Κολέτ συμπυκνώνει τα πάντα σχετικά με τον τρόπο και το κόστος της μεγαλωσύνης: «…για να γίνεις ανθεκτικός στο χρόνο, τέλειος, για να μεγαλώσεις δηλαδή, πρέπει να μεταμορφωθείς σε αντικείμενο, βωμό, στη φιγούρα σ’ ένα υαλογράφημα: από μια στόφα που μπορούν να θαυμάζουν ή να λατρεύουν οι άλλοι. Μεταξύ μας όμως, είναι πολύ προτιμότερο να φταρνίζεσαι και να νιώθεις άνθρωπος». Άρα το «μεγάλωμα», η απαλλαγή του πνεύματος από κάθε ασχήμια-ζήλια, κακία, πλεονεξία κι ενοχή- είναι αδύνατη, είναι μια ψευδαίσθηση. Η αλήθεια είναι μια ψευδαίσθηση. Αλλά ο Καπότε προτιμά την αλήθεια “ως ψευδαίσθηση”. Ή μάλλον την ψευδαίσθηση που είναι πιο αληθινή από την αλήθεια. Αυτή είναι μία καλλιτεχνική επιλογή. Διότι είναι γνωστό ότι τις περισσότερες φορές η αλήθεια δεν είναι πιστευτή, δεν πείθει ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη. Εν προκειμένω, πάντως, έχουμε την παράσταση κάποιων γυρολόγων-ζιγκολό, τις φτωχές βδέλλες της διανόησης που κολλούν στα αγκάθια των σκυλόψαρων και των μεγαλοκαρχαριών με σκοπό να αναρριχηθούν και να γίνουν αριστοκράτες του πνεύματος. Εν τέλει, έχουμε τους “πάνω” που μια ορισμένη ηθική τους σκοτώνει με την πλήξη της και γι’ αυτό καταφεύγουν στη σωτηρία της «αμαρτίας». Και τους «κάτω», τον homo humilis (τον ταπεινωμένο άνθρωπο) που προσπαθεί να ξεφύγει από την κατάστασή του και το πολύ να καταφέρει να γίνει ένας «παρίας ελίτ». Ο Καπότε λέει για τους κριτικούς: «Κάθε συγγραφέας έχει τα δικά του κόλπα κι αργά ή γρήγορα οι κριτικοί τα πιάνουν. Αυτό δεν πειράζει. Εξακολουθούν να σ’ αγαπάνε, αρκεί να ξέρουν πραγματικά ποιος είσαι… (οι κριτικοί) μισούν κάθε είδος αλλαγής –δεν τους αρέσει να βλέπουν το συγγραφέα να ωριμάζει ή να μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο». Για τους συγγραφείς: τα πάνε καλά με τους ήρωές τους και τον εαυτό τους, ενώ «όλοι οι άλλοι είναι απλοί θεατές». Ο Κάποτε διέθετε ένα τραγικό αίσθημα της ζωής και έκανε την αποτίμηση μέσω της υπέρβασης του αισθήματος αυτού, που τελικά του σάπισε το συκώτι!

Εν ψυχρώ
Το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, είναι ένα επιτόπιο –δύο χρόνων- ρεπορτάζ με λογοτεχνικές (νουάρ) προδιαγραφές, που μόνο στις ΗΠΑ θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Κι ενώ κατά τη γνώμη μας το κορυφαίο έργο του Τρούμαν Καπότε είναι το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι» (ή άδεια δωμάτια) που εκδόθηκε το 1948, το «Εν ψυχρώ» ήταν το μυθιστόρημα που καθιέρωσε τον συγγραφέα τη δεκαετία του 60 αλλά και αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία και πολύ περισσότερο στη δημοσιογραφία, η οποία υιοθέτησε το λογοτεχνικό ύφος. Το πρώτο έργο του Καπότε δεν έχει καμία σχέση με τη μετέπειτα πορεία του και το μη φανταστικό μυθιστόρημα το οποίο πρώτος εισήγαγε. Γενικά, αν το «Εν ψυχρώ» αλλά και το τελευταίο, ατελές, βιβλίο του Καπότε βασίζονται στην πολύχρονη δημοσιογραφική έρευνα, δοσμένη με μία λογοτεχνίζουσα γλώσσα, το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι» είναι το κατ’ εξοχήν φανταστικό μυθιστόρημα (ανεξάρτητα από τις βιογραφικές αφορμές), αγγίζοντας μάλιστα τα όρια του «μαγικού ρεαλισμού» και των «εκατό χρόνων μοναξιάς». Για να είμαστε ακριβέστεροι σε λογοτεχνικό επίπεδο το πρώτο μυθιστόρημα του Καπότε παραπέμπει στη γνωστή λατινοαμερικάνικη σχολή (ο Νότος των ΗΠΑ εξάλλου είναι το μεταβλητό όριο της βόρειας και της λατινογενούς Αμερικής).

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Κολέτ και Αταλί

Ο Νίτσε επηρεασμένος από τις εμπειρίες του απεφάνθη ότι «τα δύο φύλα θα πεθάνουν χωριστά». Η περίφημη Κολέτ στη «Γάτα»(εκδόσεις Scripta) σχεδόν παραπέμπει, αν και με λογοτεχνική μετριοπάθεια, στον Νίτσε αλλά και στην εμπειρία της με τον πρώτο από τους τρεις συζύγους της τον Henry Gauthier-Villars κατά κόσμον Willy. Ο W. ήταν συγγραφέας λαϊκών μυθιστορημάτων κι αυτός που εισήγαγε την Κολέτ στον κόσμο της λογοτεχνίας και της μουσικής. Όμως είχε ερωμένη τη Marie-Louise Servat, σύζυγο του Emile Cohl, με την οποία έκανε ένα γιο. Η ζήλια της Κολέτ παραπέμπει στη ζήλια της μυθιστορηματικής Καμίγ, η οποία είναι σύζυγος του Αλαίν, του ανώριμου και παραχαϊδεμένου νεαρού «μοναχογιού», που είναι εγκλωβισμένος στο πρωκτερωτικό στάδιο και ακολούθως στο στάδιο του καθρέφτη, ερωτευμένος κυριολεκτικά με τη γάτα του, ξεχωριστής είναι η αλήθεια ράτσας, της Σάχας! Η Σάχα είναι η Μαρί-Λουίζ, εκλεκτής όντως ράτσας, ενώ η Καμίγ είναι η Κολέτ που αδυνατεί να «νικήσει» την αντίζηλό της και να επικρατήσει. Μόνο ένα αρσενικό θα μπορούσε να έχει την ανωμαλία να είναι ερωτευμένο μ’ ένα ζώο, με μία γάτα, η οποία αντιμετωπίζεται από τον Αλαίν(και τη συγγραφέα) με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά! Η Καμίγ-Κολέτ περιγράφεται με την αποκλειστικά γυναικεία της ανηθικότητα, δηλαδή με την ανηθικότητα μιας αντισυμβατικής και αντινομικής γυναίκας, μιας γυναίκας που θα κάνει ομοφυλοφιλικές σχέσεις, μιας γυναίκας που θα τιμηθεί από την Γαλλία αλλά και θα αποκηρυχθεί από την Καθολική Εκκλησία, που δεν επέτρεψε την θρησκευτική κηδεία της (γι’ αυτό έγινε «εθνική», δηλαδή πολιτική). Συγχρόνως, υπάρχουν και οι κοινωνικές καταβολές, το κορίτσι είναι ο καρπός μιας ανερχόμενης τάξης, ενώ το αγόρι καρπός μιας παρακμιακής τάξης. Άγνωστο αν εν προκειμένω «τα στεγνωτήρια» ανήκουν στην ανερχόμενη τάξη, ενώ οι μετοχές σε μία παρακμασμένη, ή αν η συγγραφέας αναφέρεται αλληγορικά στο ανερχόμενο φύλο, του θήλεως, αυτό που αρνείται να είναι μία πειθήνια γάτα απέναντι στον άντρα-αφέντη. Γιατί επί της ουσίας, η προσπάθεια της Καμίγ να σκοτώσει(να δολοφονήσει για την ακρίβεια) τη Σάχα δεν είναι παρά η προσπάθεια να εξαλειφθεί η πλευρά της γυναίκας-ζώο, της γυναίκας-κατοικίδιο, της γυναίκας-γάτα. Η Καμίγ-Κολέτ, συνεπώς, πριν να αντιμετωπίσει το αρσενικό, τον σύζυγο, είχε πρώτα να αντιμετωπίσει τον εαυτό της. Λέξεις-κλειδιά, πολιτιστικά κλειδιά, όπως η «φωλιά» και άλλα, που τη διαμόρφωναν και την φυλάκιζαν σ’ έναν ορισμένο ρόλο, εντοπίζονται για να αποτιναχτούν. Από την άλλη υπήρχε το αρσενικό, όχι γενικά αλλά συγκεκριμένα, το αρσενικό-μοναχογιός που δενόταν «με όλα όσα δεν είχε μοιραστεί ποτέ του, ούτε διεκδικήσει…», το αρσενικό-νάρκισσος που στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη απολαμβάνοντας «το χρώμα των ματιών του, γκριζοπράσινο ανάμεσα σε σκούρες βλεφαρίδες». Εκείνος που την κάθε μέρα την «ένιωθε Κυριακή». Αλλά και η παράκρουση του αρσενικού για τη γάτα-Σάχα: «Μικρό μου πούμα! Πολυαγαπημένη μου γάτα! Ύψιστο δημιούργημα! Πως θα ζήσεις αν χωρίσουμε; Θέλεις να πάμε οι δυο μας σε μοναστήρι; Θέλεις…». Κι ακόμα οι φοβεροί χαρακτηρισμοί για τη γάτα και την «αίλουρη αρχοντιά» της, την «απεριόριστη ανυστεροβουλία της», τους άψογους τρόπους της, τις «ομοιότητές της με την ανθρώπινη ελίτ…». Να και ο ελιτισμός. Μόνο η ανθρώπινη ελίτ μπορεί να κατανοήσει μια γάτα, ένα ζώο σαν τη Σάχα! Η Κολέτ σαρκάζει την γατίσια πλευρά της γυναίκας αλλά και την αντρική πλευρά που αρκείται σ’ αυτή τη ζωώδη θηλυκή πλευρά. Γι’ αυτό μια γυναίκα που δεν είναι πειθήνια γάτα είναι ασύμβατη με τον άντρα Αλαίν. Αλλά κι όταν υπάρχει ασυμβατότητα, μια ορισμένη «ερωτική διασκέδαση» και ηδονή σπρώχνει τις μέρες αλλά μέχρι ένα ορισμένο όριο, καθώς γίνεται μια «συνήθεια εριστική». Εδώ η Κολέτ μιλάει για «την έχθρα του άντρα για τη γυναίκα». Όμως μιλώντας για μια τέτοια έχθρα νομιμοποιεί την έχθρα της γυναίκας αλλά και το ψέμα. Στην πραγματικότητα, όταν η συγγραφέας βάζει στο στόμα του αρσενικού το «Αυτή παχαίνει κάνοντας έρωτα… παχαίνει από μένα» ουσιαστικά περιγράφει τον πρωκτερωτισμό του. Αλλά αυτό δεν είναι μόνο μία αρσενική αλλά και μία θηλυκή παθογένεια, μια παθογένεια συνυφασμένη με τον νεωτερικό εγωτισμό(ατομικισμό), που δεν μοιράζεται τίποτα, ούτε το σπέρμα ούτε τα κόπρανά του. Τελικά η λύση ενός ασύμβατου γάμου είναι το διαζύγιο. Ο νέος θα επιστρέψει στην αγκαλιά της μαμάς και της γάτας του και η νέα θα πάρει το αυτοκίνητο και θα φύγει προς την ελευθερία. Και οι δύο δεν βιώνουν βαθιά απολύτως τίποτα. Τα πάντα είναι παράσταση και ρόλοι. «Μου κλέβει την παράσταση» λέει ο Αλαίν, ενώ «εκείνη διατηρούσε το ύφος της, τη θεατρική της μεγαλοπρέπεια». Όλα ένα θέατρο, μια προσποίηση. Γι’ αυτό η ζωή αργότερα θα γίνει κάτι χειρότερο κι από το θέατρο, μια προσομοίωση ζωής. Μιας ζωής όπου κάνουμε ότι ζούμε, ότι ερωτευόμαστε, ότι πολιτευόμαστε, ότι αγωνιζόμαστε, ότι… Τελικά, τα δύο φύλα θα πεθάνουν χωριστά και θα επιβεβαιωθεί ο Νίτσε;

Ζακ Αταλί
Η ιστορία του έρωτα
Μεταίχμιο

Το βιβλίο αναφέρεται στις πολλαπλές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται ο έρωτας, ο οποίος ερμηνεύεται ως έχων ως συνειδητό και ασυνείδητο στόχο τη «διαιώνιση του είδους». Σημειώνεται για την ακρίβεια ότι «εδώ και πάνω από τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, η ιστορία της ζωής ακολουθεί μια μονάχα διαδρομή, τη διαδρομή της ίδιας της της διαιώνισης». Και επίσης «χρησιμοποιεί μια μονάχα τακτική, την τακτική της βιοποικιλίας. Την ίδια άποψη για τη διαιώνιση του είδους και μάλιστα ως του υπέρτατου και ίσως του μοναδικού νοήματος της ζωής έχει διατυπώσει και ο ποιητής Τζιάκομο Λεοπάρντι. Στο βιβλίο σημειώνεται ότι «η συνεύρεση των δύο φύλων είναι εφήμερη, τυχαία, λειτουργική». Αλλά από τη στιγμή που τα δύο φύλα εκτιμούν ότι μπορούν να ανταλλάξουν πολύ περισσότερα πράγματα από τα γονίδια, τότε «γεννιούνται ο σεβασμός, το ενδιαφέρον, η ανταλλαγή, η τρυφερότητα, ο έρωτας». Εάν όμως στόχος του έρωτα αλλά και εφόσον νόημα της ζωής είναι η διαιώνιση του είδους, τότε η γυναίκα, η μητέρα έχει την πρωτοκαθεδρία έναντι του άντρα κομιστή. Στο βιβλίο αναφέρεται όλη η εξέλιξη των σχέσεων των δύο φύλων, ξεκινώντας μάλιστα από τα ζώα και εξηγώντας τις διάφορες μορφές όπως η πολυγυνία, η πολυανδρία κλ.π. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.