Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Αυδίκος Ευ. Λαϊκός Πολιτισμός

Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, εξέδωσε πρόσφατα τη σημαντική συγκριτική μελέτη του υπό τον τίτλο «Εισαγωγή στις σπουδές του λαϊκού πολιτισμού-Λαογραφίες, λαϊκοί πολιτισμοί, ταυτότητες», εκδόσεις Κριτική, όπου επιχειρεί να ανατρέψει τα στερεότυπα και να καταδείξει γιατί και πως «Η αναζήτηση του αρχετυπικού μύθου» συνέβαλε στη συγκρότηση των εθνικών κρατών, πως οδηγηθήκαμε «από το υπερεθνικό στο εθνικό και αντιστρόφως», όπως συνέβη με την μετάβαση από την οθωμανική αυτοκρατορία στο εθνικό, τουρκικό κράτος και, αντιστρόφως. Εξετάζεται, επίσης, η συμβολή του λαϊκού πολιτισμού στην έξοδο των εθνικών κρατών από την κρίση αλλά και η εκμετάλλευσή του από τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου(που οδήγησε στην άδικη ταύτιση της λαογραφίας με το φασισμό και την απαξίωσή της). Τέλος, εξετάζονται οι νέοι δρόμοι στους οποίους οδηγείται ο λαϊκός πολιτισμός κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Εισαγωγικά ο Αυδίκος ασχολείται με τα επιστημολογικά και μεθοδολογικά προβλήματα που προέκυψαν από τον «κονστρουβιστικό» τρόπο αναπαράστασης της λαογραφίας από τον Herzfeld, τη σύγκρουση των λαογράφων με τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, και τους δεύτερους να κατηγορούν τους πρώτους -χωρίς διακρίσεις- για «εθνικισμό». Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η Λαογραφία είναι εθνική επιστήμη και όχι εθνικιστική, όπως κατηγορούν οι ανθρωπολόγοι, και αντιτείνει στους τελευταίους πως «τους σπουδαίους ανθρωπολόγους ανέδειξαν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες». Πέρα, όμως, από τη διαιώνιση της αντιπαράθεσης προτείνει τη σύνθεση ή τη συνδυαστική, διαλεκτική λειτουργία των δύο επιστημών. Στην οπτική αυτή η «λαογραφία, όχι ως θεωρία του πολιτισμού, αλλά ως ιστορία ενός συγκεκριμένου παραδοσιακού πολιτισμού, ως ιστορία της τέχνης, και ως φιλολογική επιστήμη ακόμη, έχει να επιτελέσει μεγάλο έργο, που καμιά άλλη επιστήμη δεν έχει τα εφόδια να το κάμει εξίσου καλά»(Γρ. Σηφάκης, 2003. «Λαογραφία, Ανθρωπολογία ή τα ετερώνυμα που έλκονται»). Ο Αυδίκος κατά το ανάλογο του Σηφάκη μιλάει για μια «ανθρωπολογική λαογραφία», παραθέτοντας, τέλος, και το σεβασμό του Σπ. Ασδραχά στην «περιφρονημένη λαογραφία».
Στην αναζήτηση του αρχετυπικού μύθου ο Αυδίκος εκκινεί από τη φράση του D’ Azeglio «δημιουργήσαμε την Ιταλία: τώρα πρέπει να δημιουργήσουμε και Ιταλούς» που παραθέτει ο Ε. Χομπσμπάουμ και ο Τ. Ράνγκερ στην «επινόηση της παράδοσης»(2004). Ο Ιταλός τελικά θα συγκροτηθεί από τα «πολιτισμικά στοιχεία που θα εστιάζουν στα συγκλίνοντα στοιχεία των ιδιαίτερων πληθυσμιακών ομάδων». Ο πολιτισμός, συνεπώς, θα είναι τόσο αυτός που θα δημιουργήσει τον Ιταλό ως «ιστορικό υποκείμενο» αλλά, συγχρόνως, θα αποτελέσει ως «πολιτισμικό πρόταγμα» και τον συνεκτικό ιστό που θα συνέξει τους Ιταλούς μεταξύ τους, δημιουργώντας την εθνική τους συνείδηση. Αλλά που βρίσκονται τα στοιχεία των πολιτισμικών προταγμάτων; Βρίσκονται μέσα στους μύθους που χαρτογραφούν το παρελθόν αλλά και βάζουν τάξη στο χάος σε περιόδους κρίσεων, νομιμοποιώντας τις κοινωνικές και πολιτικές δομές λέει ο συγγραφέας. Ο (καταγωγικός-εθνογένεση και ο απελευθερωτικός-εθνοαφύπνιση, ηρωικός ) μύθος θα οργανώσει το χρόνο και το χώρο του εθνικού κράτους.
Εδώ αναπτύσσεται και η θεωρητική σύγκρουση μεταξύ των οπαδών της κατασκευής-επινόησης ενός έθνους(κονστρουκτιβισμός) και των οπαδών της ουσιοκρατίας(εθνικές ρίζες στο απώτερο παρελθόν-εξελικτικισμός). Τελικά, σύμφωνα με τον Αυδίκο καταλήγουμε πάντα στο μύθο είτε αυτός είναι καταγωγικός είτε επινοημένος. Με άλλα λόγια ο μύθος είναι καθοριστικός για τη δημιουργία του έθνους κράτους είτε έτσι είτε αλλιώς. Πως όμως συγκροτούνται οι εθνικοί μύθοι; Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μελέτης. Υπό τη σκέπη του Ρομαντισμού οι δύο πόλοι στην Ευρώπη λαμβάνουν το σχήμα Εμείς: η δική μας εθνική-θρησκευτική ομάδα και οι Άλλοι: η γειτονική εθνική θρησκευτική-ομάδα. Συνεπώς, ο αυτοπροσδιορισμός έχει την ανάγκη του Άλλου.
Σ’ αυτό το σημείο παρατίθεται το παράδειγμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το Tanzimat, η μεταρρύθμιση, που σήμανε τη μετάβαση από το σύστημα των μιλλιέτ που διαιρούσε τον πληθυσμό σύμφωνα με τη θρησκεία, σε μια νέα διαίρεση με γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια αυτό-προσδιορισμού(P. Misha). Άραγε, όμως, η θρησκεία δεν υπάγεται στα πολιτισμικά κριτήρια; Ο μελετητής δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα καθώς τον ενδιαφέρει περισσότερο ο σχηματισμός του έθνους κράτους επί τη βάση ενός συγκεκριμένου μοντέλου: χώρου(εδαφικά σύνορα αλλά και σύνορα με την ετερότητα) και χρόνου(«ταμείο της μνήμης»), ήτοι ενός συγκεκριμένου συνδυασμού των διαπλεκομένων φυσικών και πολιτισμικών συστατικών. Εδώ τίθεται το ερώτημα της «οικείωσης» του ανοίκειου, της άρσης της ετερότητας, που βρίσκεται εκτός της μεθοριακής γραμμής, όταν τα σύνορα αλλάζουν. Θυμίζουμε ότι τους Θεσσαλούς και τους Αρτινούς οι «παλαιοελλαδίτες» δεν τους θεωρούσαν 100% Έλληνες κατά το 1881. Αξίζει να εξεταστεί, επίσης, τι συνέβη το 1912-1913. Ο Αυδίκος σημειώνει ότι η διάκριση «εντός και εκτός», οικείου και ανοίκειου δεν είναι εύκολη καθώς κατά μήκος των συνόρων υπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες με «συγγενή πολιτισμικά χαρακτηριστικά», που αμφισβητούν την κύρια αρχή του εθνικού κράτους, «την ομοιογένεια». Εδώ επιστρατεύεται ο Φρόυντ ώστε να αποδαιμονοποιηθεί το ανοίκειο(σ.σ. ενδιαφέρουσα και η μελέτη της Κρίστεβα σύμφωνα με την οποία «ο ξένος είναι μέσα μας»), αυτό που εκτείνεται εκτός και είναι μιαρό(αρνητική δαιμονοποίηση του άλλου), απειλώντας το εντός, που είναι «ιερό»(θετική δαιμονοποίηση, υπό την έννοια ότι και οι δύο δαιμονοποιήσεις οδηγούν στο μανιχαϊσμό). Έτσι, το ανοίκειο δεν είναι παρά το οικείο «που αποξενώθηκε με τον καιρό». Υπ’ αυτή την οπτική το ξένο είναι εντός μας. Το δίπολο «Εμείς και οι άλλοι» του Φρόυντ χρησιμοποείται ως «στέρεο εργαλείο» για την περίπτωση της οριοθέτησης των εθνικών κρατών: «Η αποσαφήνιση αυτού του διπόλου ήταν η βασική φροντίδα των εθνικών κρατών, καθώς αποτελούσε συστατικό στοιχείο για την τεκμηρίωση της εδαφικότητας και τη σύνδεσή της με την πολιτισμική ομοιογένεια και την εθνική συνείδηση. Η υπεράσπιση της εδαφικότητας προϋπέθετε τον 19ο αιώνα, και όχι μόνο, την ανάδειξη του άλλου, που απειλούσε την ακεραιότητα του έθνους κράτους». Εντέλει, «Το σύνορο, πέρα από τα άλλα, γίνεται η υλική έκφανση της φαντασιακής κοινότητας του έθνους»(Μπ. Άντερσον, φαντασιακές κοινότητες).
Και φθάνουμε στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, όπου αναπτύσσονται διεξοδικά τόσο οι απόψεις του Φαλμεράγιερ όσο και του Νερουλού και άλλων. Ο Νερουλός υποτιμά τον «νεοελληνικό πολιτισμό» σε σύγκριση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Ενώ το Βυζάντιο δεν έχει τίποτα ελληνικό. Υπ’ αυτή την οπτική, όμως, δεν υπάρχει «ιδεολογική πλατφόρμα» για να σταθεί το νέο εθνικό κράτος, σημειώνει ο Αυδίκος. Στο ερώτημα «τι κάνουμε;», η απάντηση θα δοθεί από τον Σπ. Ζαμπέλιο που θα ασκήσει κριτική, δηλώνοντας ότι χρησιμοποιούμε τους αρχαίους όπως τους επανεισάγουμε(ως αντιδάνειο) με «τας απάτας και την παραφθοράν της δυτικής αβελτηρίας». Συνεπώς, η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα πρέπει να γίνει χωρίς τον μεσολαβούντα παραμορφωτικό φακό της Δύσης(αναζήτηση σύμφωνα με το Ζαμπέλιο της «Ιστορικής πιστώσεως» και της ιστορικής συνέχειας). Ο λαϊκός πολιτισμός θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αναζήτηση αυτής της συνέχειας αρχαιότητας-Βυζαντίου-νεότερης Ελλάδας. Στην τεκμηρίωση της συνέχειας(αλλά και της Μεγάλης Ιδέας) θα στρατευθούν οι Παπαρηγόπουλος και Ν. Γ. Πολίτης. Ο δεύτερος μέσω της συλλογής των «επιβιωμάτων» των πολιτισμικών μορφών που προέρχονται από «την πρώτη ηλικία του ελληνισμού»(Ίδρυση ελληνικής λαογραφικής εταιρείας, το 1909). Γενικά, ο λαϊκός πολιτισμός θα έχει ως στόχο τη διαμόρφωση των συμβόλων εκείνων που θα διαμορφώσουν τη νεοελληνική συμβολική τάξη, αναπαράγοντας «το έθνος σε συμβολικό επίπεδο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: