Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Σαραμάγκου

Είναι στιγμές που τα πράγματα μεγεθύνονται και ταυτόχρονα μικραίνουν, κενώνονται από κάθε νόημα και κάθε σημασία. Η ύπαρξη τότε χάνει την ουσία και τη σημασία της, χάνει ό,τι την κινεί και τη νοηματοδοτεί. Είναι φορές που το σαλιγκάρι συρρικνώνεται και κλείνεται στο καβούκι του έξω από τη χαρά και πέρα από τη θλίψη. Πλήρης μαρασμός και αφυδάτωση από συναισθήματα, δηλαδή τρέλα. Ο κίνδυνος είναι εκεί έξω, απροσδιόριστος, πραγματικός, ή μη, πάντως ανάλογος με την ψυχική διάθεση. Η συρρίκνωση, ο μαρασμός, η κατάθλιψη, το κλείσιμο στο καβούκι είναι η έσχατη άμυνα απέναντι στην απώλεια ταυτότητας, στην απώλεια νοήματος, στην απώλεια πραγματικής, δηλαδή αγαπητικής επικοινωνίας, να ’χεις κάποιον να σ’ αγαπά, να μπορείς να βλέπεις σ’ αυτόν τον εαυτό σου. Στην εκούσια ή ακούσια μοναξιά ο εχθρός είναι πάντα εκεί έξω, είναι πάντα εκεί μέσα, είσαι εσύ “όμοιέ μου, αδελφέ μου”, είναι ο άλλος ως κόλαση, είναι ο εντός μας ξένος, ο άλλος μας εαυτός. Αυτός ο εαυτός με τη μορφή του άλλου που απορρίπτεται, ή μάλλον έχει απορριφθεί προ πολλού από ανάγκη, επιλογή ή τύχη. Το σαλιγκάρι απορρίπτει με το να μαζεύεται. Το κλείσιμο, η καφκική συρρίκνωση σημαίνει το φόβο απέναντι στον άλλο, τον ξένο πλην τόσο οικείο εαυτό, τον απωθημένο και εξορισμένο εαυτό που κάποτε –όχι πάντοτε- επιστρέφει από την υπερορία για να απαγγείλει τις κατηγορίες του. Και τότε, αλίμονο, αν υπάρχει κοντά ένα γεμάτο περίστροφο. Γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να αρχίσει η ρώσικη ρουλέτα μεταξύ των δύο εαυτών, το έσχατο και πιο δραματικό παιχνίδι που μπορούν να παίζουν μόνο οι άνθρωποι της άκρας ευαισθησίας.
“Ο άνθρωπος αντίγραφο” του νομπελίστα Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου είναι η συνάντηση με τον άλλο μας εαυτό. Ο καθηγητής της ιστορίας Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, αυτός που προτείνει το μάθημα της ιστορίας να διδάσκεται όχι από πίσω προς τα μπρος, αλλά από μπροστά προς τα πίσω –σαν το ταξίδι της πέστροφας προς τις πηγές-, ο παντρεμένος που δεν ξέρει γιατί παντρεύτηκε, ο διαζευγμένος που δεν ξέρει γιατί χώρισε, ο δεσμευμένος που δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που τον συνδέει με τη Μαρία Ντα Παζ, αυτός που ζει και δεν θυμάται πια γιατί ζει, αυτός που δέχεται ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο ως την πλέον ακραία παραβίαση της ελευθερίας του και ως πατερναλισμό (από εδώ προκύπτει η τρομερή οργή των πράων), ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, λοιπόν, είναι ένας τυπικός σαραντάρης κι ένας απέραντα μοναχικός άνθρωπος, που ανακαλύπτει τυχαία, αλλά την κατάλληλη στιγμή, βλέποντας μία βιντεοκασέτα, τον άλλο του εαυτό, έναν όμοιό του, έναν σωσία, ένα πανομοιότυπο αντίγραφό του, το διπλό του, την αρμονική του εαυτού του. Τότε αρχίζει η αναζήτηση και η ανακάλυψη του άλλου εαυτού, του πανόμοιου που είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός, ο Αντόνιο Κλάρο, που ζει στην ίδια πόλη. Ο ήρωας θα ξεκινήσει την “εκστρατεία” παρά τις προειδοποιήσεις της μάνας-Κασσάνδρας για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει αυτός ο Δούρειος Ίππος για την Τροία. Οι δύο όμοιοι… εαυτοί συγκρούονται διεκδικώντας ο καθένας για τον… εαυτό του την πρωτοτυπία, όπως ο Κάιν από τον Άβελ την πρωτοκαθεδρία. “Λένε”, γράφει ο Σαραμάγκου, “πως μισεί κανείς τον άλλο μόνο όταν μισεί τον εαυτό του, το χειρότερο όμως απ’ όλα τα μίση είναι αυτό που βαραίνει όταν δεν μπορείς ν’ αντέξεις την ομοιότητα του άλλου, κι ίσως να είναι ακόμη χειρότερα όταν ομοιότητα αυτή κάποια στιγμή γίνει απόλυτη”. Ο άλλος δεν αναγνωρίζεται παρά ως το αντίγραφο, μια απλή μίμηση της φύσης! Τελικά, η ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος και του άλλου μας εαυτού οδηγεί σε μια επιγραφή που γράφει: “Άβυσσος”.
Ο Σαραμάγκου παρεμβαίνει άλλοτε ως αφηγητής που κάνει μαθήματα λογοτεχνίας, ακολουθώντας και συγχρόνως αμφισβητώντας τους κανόνες της “δημιουργικής γραφής” και εισάγοντας μια νέα μορφή λογοτεχνίας, πιο αναλυτικής, περισσότερο εσωτερικής και σκεπτόμενης: “Αυτό που κάποια τεμπέλα λογοτεχνία αποκαλούσε για πολύ καιρό εύγλωττη σιωπή δεν υπάρχει, οι εύγλωττες σιωπές είναι απλώς λέξεις που έμειναν εμποδισμένες στο λαιμό, λέξεις που καταπόθηκαν και δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό της γλώσσας”. Διότι η αφήγηση όπως και η φύση “τρέμουν το κενό”. Ο συγγραφέας παρεμβαίνει άλλοτε ως ο “κοινός νους”, αυτό το Υπερεγώ-εισαγγελέας που διαλέγεται με τον καθηγητή της ιστορίας και θέτει τους όρους και τα κοινωνικά όρια των πράξεών του. “Δυστυχώς” γράφει ο Σαραμάγκου, “ο κοινός νους δεν εμφανίζεται πάντα όταν υπάρχει ανάγκη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που από μια στιγμιαία απουσία του προκύπτουν τα μεγαλύτερα δράματα και οι πλέον ισοπεδωτικές καταστροφές”! Όμως τι είναι ο κοινός νους; “Μη γελιέστε, ο κοινός νους είναι υπερβολικά κοινός για να είναι πραγματικά λογικός, στην πραγματικότητα είναι απλώς ένα κεφάλαιο στατιστικής, το πιο εκλαϊκευμένο απ’ όλα” λέει ο καταθλιμμένος καθηγητής της ιστορίας. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα της εποχής είναι η μοναξιά. Ενώ οι τεχνολογίες της επικοινωνίας φαίνεται ότι προχωρούν από το καλό στο καλύτερο “η άλλη επικοινωνία, η κυριολεκτική, η πραγματική, η εσύ-κι-εγώ, η εμείς-κι-εσείς, εξακολουθεί να είναι η ίδια μπερδεμένη αδιέξοδη διασταύρωση, με όλες τις ψευδαισθησιακές αλάνες της, εξίσου υποκριτική όταν εκφράζεται όσο και όταν αποκρύπτει”. Και ο άνθρωπος συνεχίζει την ιστορία του εσωτερικού μαρασμού, των συνεχών μεταμορφώσεων, από σκουλήκι σε πεταλούδα, από ανόργανος σε οργανικό, από σαλιγκάρι σε χρυσαλίδα, αλλά κάποιες φορές όταν η αντίδραση στο μαρασμό εξωτερικεύεται, τότε η μεγάλη οργή των πράων οδηγεί σε συμβολικούς και πραγματικούς θανάτους σε διαρκείς πυρπολήσεις και τότε συμβαίνει η μεγάλη τεχνητή μεταμόρφωση της ανθρώπινης περιπέτειας σε Δούρειο Ίππο. Θα κλείσουμε την αναφορά στο θαυμάσιο έργο του Ζοζέ Σαραμάγκου με την άποψή του για τις λέξεις. Οι λέξεις από μέσο επικοινωνίας έγιναν αυτοσκοπός. Ή το περιεχόμενο χάθηκε στη μορφή. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μιας παρέκβασης στη σελίδα 66-67: “Ο τροχός ανακαλύφθηκε κι από τότε έμεινε μια για πάντα ανακάλυψη, ενώ οι λέξεις, εκείνες κι όλες οι άλλες, ήρθαν στον κόσμο με πεπρωμένο νεφελώδες, συγκεχυμένο, είναι δηλαδή φωνητικοί και μορφολογικοί οργανισμοί με χαρακτήρα ιδιαζόντως προσωρινό, παρόλο ου, χάρη ίσως στο φωτοστέφανο που κληρονόμησαν από την εωθινή τους δημιουργία, επιμένουν πεισματικά να λογίζονται, όχι τόσο καθ’ αυτές, αλλά εξαιτίας εκείνου που κατά τρόπο ποικίλο σημαίνουν ή αναπαριστούν, για αθάνατες, απέθαντες, ή αιώνιες, ανάλογα με τα γούστα της ταξινόμησης. Αυτή η εγγενής τάση, που δεν την ήξεραν ούτε και μπόρεσαν να της αντισταθούν, μετατράπηκε, με το πέρασμα του χρόνου, σε σοβαρότατο και ενδεχομένως άλυτο πρόβλημα επικοινωνίας, τόσο της συλλογικής όσο και της δυαδικής, ώστε να χάσουν δηλαδή οι λέξεις τα αυγά και τα πασχάλια, να πεδικλωθούν, αφού σφετερίστηκαν τη θέση εκείνου που πρωτίστως, καλύτερα ή χειρότερα ήθελαν να εκφράσουν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα, σε γνωρίζω μάσκα απατηλή, μια εκκωφαντική αναμπουμπούλα από άδεια κονσερβοκούτια, μια καρναβαλική αυλή από τενεκεδάκια με επιγραφή απ’ έξω αλλά τίποτα μέσα, ή, απλώς, και μόνο, την υποβλητική οσμή, καθώς διαλύονται, των τροφών για το σώμα και το πνεύμα που κάποτε περιείχαν και φυλούσαν μέσα τους”!

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Κρούγκμαν: Η συνείδηση ενός προοδευτικού

Ο Πωλ Κρούγκμαν είναι από τους πλέον γνωστού αμερικανούς οικονομολόγους. Χρημάτισε, μάλιστα, σύμβουλος του Κλίντον, πράγμα που σημαίνει ότι η γνώμη του είναι βαρύνουσα στις οικονομικές και κυρίως τις πολιτικές ελίτ των ΗΠΑ. Οι απόψεις που διατυπώνει στο τελευταίο βιβλίο του «Η συνείδηση ενός προοδευτικού»(μετάφραση: Α.Δ.Παπαγιαννίδης, εκδόσεις Πόλις) δεν είναι άγνωστες καθώς τις έχει αναλύσει σε μία σειρά άρθρων του. Εξάλλου, το θέμα της «επιστροφής» των δημοκρατικών στην Αμερική του Νιου Ντηλ και της «σχετικής ισότητας» (1960), εν αντιθέσει με την επιστροφή των ρεπουμπλικάνων στην εποχή του 1920 τα έχουμε διαπραγματευθεί εκτενώς τόσο εδώ όσο και στο βιβλίο HOMO AMERICANUS (εκδόσεις Καστανιώτη). Εν προκειμένω θα αρκεστούμε στην παρουσίαση των θέσεων του Κρούγκμαν, οι οποίες έχουν μία ιδιαίτερη σημασία σήμερα καθώς υιοθετούνται από τον Μπάρακ Ομπάμα (κατάργηση των φοροαπαλλαγών των πλούσιων, που εφάρμοσαν οι ρεπουμπλικάνοι και ο Μπους, και φορολόγηση των εισοδημάτων άνω των 250.000 δολαρίων ετησίως). Δεν είναι τυχαίο ότι η διαφορά των δύο αμερικανικών κομμάτων εστιάζεται μόνο στο σημείο αυτό. Αλλά ας δούμε τη διάγνωση του συγγραφέα για τη σημερινή Αμερική: «Η Αμερική πριν από το Νιου Ντηλ –όπως και τώρα η Αμερική των αρχών του 21ου αιώνα- ήταν μια χώρα ακραίας ανισότητας στους τομείς του πλούτου και της ισχύος. Μια χώρα όπου ένα κατ’ όνομα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα δεν αντιπροσώπευε τα οικονομικά συμφέροντα της πλειονότητας. Πέρα από αυτό, οι παράγοντες οι οποίοι επέτρεψαν σε μια πλούσια ελίτ να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή έχουν προφανείς αντιστοιχίες με ό,τι συμβαίνει σήμερα: εντυπωσιακή οικονομική υστέρηση των υποψηφίων με λαϊκίστικες τοποθετήσεις, διαίρεση των Αμερικανών, οι οποίοι είχαν κοινά οικονομικά συμφέροντα, με βάση φυλετικά, εθνοτικά ή θρησκευτικά γνωρίσματα και μοιρολατρική αποδοχή μιας συντηρητικής ιδεολογίας που προειδοποιούσε ότι κάθε προσπάθεια να βοηθηθούν οι λιγότερο προνομιούχοι θα οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή». Η διάγνωση είναι καίρια και κατά τη γνώμη μας σωστή. Όμως, ο Κρούγκμαν είναι οικονομολόγος και η προσέγγισή του αφορά στην αλληλόδραση του οικονομικού και του πολιτικού πεδίου. Έτσι, όμως, του διαφεύγει η εξήγηση για πιο λόγο οι «κάτω»(οι Αμερικανοί με τα ίδια οικονομικά συμφέροντα που «διαιρούνται») αποδέχονται μοιρολατρικά τη συντηρητική ιδεολογία. Και ακόμα περισσότερο δεν εξηγεί με ποιο τρόπο οι αμερικανικές ελίτ (και των δημοκρατικών συμπεριλαμβανομένων) καταφέρνουν να επιφέρουν τη «διαίρεση των κάτω» σε μεγάλο βάθος ιστορικού χρόνου με ένα επεξεργασμένο και θεσμοποιημένο σύστημα συμπεριλήψεων και αποκλεισμών(διαδοχικοί αποκλεισμοί: μαύρων, καθολικών-ποτοαπαγόρευση, Γερμανο-αμερικανών, «κόκκινων» κ.ά.). Ο Κρούγκμαν παρακάμπτει τους «πολιτισμικούς κώδικες» (ιδεολογία) και περιορίζεται στη σχέση πολιτικής και οικονομίας. Η ανάλυσή του εδώ είναι διεισδυτική αλλά παρουσιάζει κενά. Η εξήγηση δηλαδή ότι η ανατροπή της «μεγάλης συμπίεσης» (Νιου Ντηλ) και η επάνοδος στην «επίχρυση» εποχή των μεγάλων ανισοτήτων είναι ελλιπής όταν αποδίδεται μόνο στον εσωτερικό συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων που άλλαξε λόγω της διάλυσης των συνδικάτων. Όχι ότι αυτός δεν είναι ένας σοβαρότατος παράγοντας, αλλά το Νιου Ντηλ δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα της ισχύος των συνδικάτων αλλά και της εξωτερικής πίεσης. Οι ΗΠΑ έπρεπε να αντιπαραθέσουν στο επίπεδο της ιδεολογίας(εικόνας) έναντι της τότε Σοβιετικής Ένωσης (και της σοσιαλιστικής ιδεολογίας) μία χώρα των ίσων ευκαιριών και των ατομικών ελευθεριών. Ο ψυχρός πόλεμος ήταν ένας ιδεολογικός πόλεμος με εσωτερικές επιπτώσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν(1960) η πολιτική καθόριζε τις εξελίξεις και όχι η οικονομία όπως τώρα. Επίσης, ο «κινηματικός συντηρητισμός» έμεινε στα σπάργανα τη δεκαετία του 1960 και αναπτύχθηκε θεαματικά περί το τέλος της δεκαετίας του 1970 λόγω της προϊούσης παρακμής του σοβιετικού καθεστώτος που δέχονταν πλέον τη χαριστική βολή σε όλα τα επίπεδα λόγω της εισβολής στο Αφγανιστάν.
Τι προτείνει σήμερα ο Κρούγκμαν; Ό,τι παλαιόθεν και η αμερικανική, συνδικαλιστική αριστερά, δηλαδή πως «ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει πιο δίκαιος χωρίς να καταργηθεί». Πρόκειται περί αυτού το οποίο από παλιά έχει αποκληθεί «ο καπιταλισμός του προλεταριάτου». Αλλά αυτός «ο δίκαιος καπιταλισμός» μπορεί να ισχύσει μόνο στις αναπτυγμένες οικονομικά και δη στις ηγεμονικές χώρες του καπιταλισμού. Ο Κρούγκμαν προσπαθεί (ακολουθώντας μάλλον τη θεσμική οικονομική σχολή και τον Γκαλμπρέηθ) να συνδέσει την οικονομική «σχετική ισότητα» με τη δημοκρατία και την ανισότητα με την άρνησή της. Άρα προοδευτικός πολιτικά κατά τη γνώμη του είναι αυτός που επιθυμεί την «ισότητα», ήτοι την αναλογική φορολογία των πλουσίων (του 1%). Τα ίδια τα λόγια (πίστης) του οικονομολόγου και ορισμού του «προοδευτικού» είναι τα εξής: «Πιστεύω σε μία κοινωνία σχετικής ισότητας, που στηρίζεται σε θεσμούς οι οποίοι περιορίζουν τα άκρα και του πλούτου και της φτώχειας. Πιστεύω στη δημοκρατία, στα πολιτικά δικαιώματα και στο κράτος δικαίου. Αυτό με καθιστά προοδευτικό…» (σελ. 426). Αμήν!
Ο συγγραφέας παραθέτει απλώς για να δείξει τον «αμερικανικό παράδεισο» των δεκαετιών του 1950 και του 1960 τις μεγάλες ανέσεις των μη πλούσιων (μεσαία τάξη) αλλά και των «κάτω». Αναφέρεται ακόμη και στην εξάλειψη των «διαφορών στο ντύσιμο». Και τούτο χωρίς να κάνει τη διάκριση μεταξύ οικονομικής και «συμβολικής ανισότητας». Διότι η οικονομική ανισότητα μπορεί να γίνει ανεκτή, έχοντας ως όριο την «συμβολική ισότητα»(εικόνα). Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ είναι από τη δεκαετία του 70 η χώρα με τις μεγαλύτερες καταναλωτικές δαπάνες σε προϊόντα «εικόνας». Άρα το «όριο της οργής»(Ο Κ. αναφέρεται στο «θάνατο της οργής») είναι εκεί που πλήττεται η συμβολική ισότητα, όταν η εικόνα των «κάτω» και πολύ περισσότερο των «μεσαίων» δεν είναι δυνατόν να αγορασθεί με συνέπεια να μην υφίσταται ότι «εξαλείφει τις ταξικές διαφορές» σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, ή ό,τι τις αποκρύπτει σύμφωνα μ’ εμάς.Όμως, αν αξίζει το βιβλίο του Κρούγκμαν (ένας ύμνος στο Νιου Ντηλ) είναι γιατί «ξεσκίζει» το μύθο της «αόρατης χείρας» (μύθος της Αγοράς), αναδεικνύοντας το ρόλο που παίζουν οι κοινωνικές δυνάμεις και οι συσχετισμοί πολιτικής ισχύος. Είναι επίσης ένας κόλαφος για όσους απορρίπτουν τη συνωμοσία («η μεγάλη συνωμοσία» του κινηματικού συντηρητισμού) ως μέρος ή δυνατότητα του πολιτικού παιγνίου. Σε κάθε περίπτωση, ένα βιβλίο του Κρούγκμαν, έστω κι αν διαφωνεί κανείς στη «θεραπεία» που προτείνει, έχει πάντα ενδιαφέρον.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

ΑΠΟ-ΣΤΑΣΗ

Πολλές φορές μετεωρίζομαι ανάμεσα στην επαγγελματική ηθική και δεοντολογία και την προσωπική σχέση μ’ ένα κείμενο. Πως ένας «κριτικός βιβλίου» ή «βιβλιοπαρουσιαστής» παίρνει τις αποστάσεις του από ένα έργο όταν πρόκειται για τη δουλειά ενός γνωστού του και πολύ περισσότερο ενός φίλου του; Κάποτε, στην προσπάθεια να γίνω πιο ουσιαστικός και χρήσιμος, γίνομαι πιο αυστηρός με τους φίλους. Άλλοτε, πιο ελαστικός. Τις περισσότερες φορές θεωρώ έντιμο να δηλώσω την προσωπική μου σχέση με τον συγγραφέα. Μόνο που οι… εντιμότατοι φίλοι μου αυξήθηκαν πολύ εσχάτως! Οπότε το πρόβλημα επανέρχεται με τη μορφή των ορίων. Ταύτιση –μέσω της φιλίας, και ακραία υποκειμενικότητα ή πλήρης απόσταση; Επιλέγω τη μεσότητα. Η απόσταση, λοιπόν, χωρίς να απεμποληθεί ή καλύτερα με το να αναγνωρισθεί η συνειδητή ή υποσυνείδητη υπόσταση της φιλίας, αυτό είναι το θέμα. Σκέφτομαι, φερ’ επείν, το γιατρό. Αλίμονο αν ταυτισθεί με τον ασθενή. Ο γιατρός ως επαγγελματίας, αντιμετωπίζει τον ασθενή ως αντικείμενο, ως πράγμα, ως μηχανισμό που έχει τις δυσλειτουργίες και τα ελαττώματά του και χρειάζεται επιδιόρθωση. Το παράδειγμα του γιατρού χρησιμοποιεί ο Γκομπρόβιτς για να δείξει τη σχέση υποκειμένου και αντικειμένου. Στο ίδιο παράδειγμα βασίζεται και το μυθιστόρημα του Ντίνου Οικονόμου «Το μνημόσυνο της χελώνας» (εκδόσεις Καστανιώτη). Σε όλες τις περιπτώσεις οι γιατροί αλλοτριώνονται από τις σχέσεις τους με τους ασθενείς-αντικείμενα, τους ασθενείς-μηχανισμούς. Χάνεται ο ασθενής και η απώλεια βιώνεται σαν την κλοπή ενός αυτοκινήτου. Πως, όμως, διατηρείται υπ’ αυτές τις συνθήκες η ψυχική ισορροπία; Πως αντισταθμίζεται η αλλοτρίωση; Με την πολιτική ένταξη και τον πολιτισμό υποδηλώνει ο Οικονόμου. Οι μεν από τους γιατρούς-ηρωές του κάνουν πολιτική αντίσταση, ζητώντας τη λευτεριά του Παναγούλη, βλέπουν «Άγριες φράουλες» και τραγουδούν Θεοδωράκη, βάζουν το κεφάλι τους στον τορβά του φασιστικού καθεστώτος των συνταγματαρχών, αντιστέκονται στο έξω και το μέσα τους, ερωτεύονται. Αντίθετα, ο δολοφόνος γιατρός είναι αυτός που έχει αποδεχθεί το φασισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Εδώ το Εγώ μεγεθύνεται απεριόριστα ώστε εξαλείφεται ό,τι ανθρώπινο υπάρχει γύρω του και τελικά μέσα του. Όταν αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο σαν αντικείμενο, σαν πράγμα, σαν αρνί στο σφαγείο και αυτή η «διαστροφή» δεν αποκαθίσταται με μία αντίρροπη(αντινομική) κατάσταση στο σπίτι, στην ερωτική σχέση, στην παρέα, στην κοινωνία, τότε η απόσταση από το φόνο είναι μικρή. Ο φόνος επισυμβαίνει όταν η βία εξωτερικεύεται, ενώ όταν εσωτερικεύεται (γι’ αυτό απαιτείται η ενοχή) έχουμε την αυτοκτονία. Ένας γιατρός-συγγραφέας, λοιπόν, ο Ντίνος Οικονόμου, μας παρουσιάζει την ιδιότυπη σχέση των γιατρών με τον κόσμο και τον εαυτό τους μέσω ενός ευκολοδιάβαστου και καλά δομημένου «νουάρ» μυθιστορήματος.
Αλλά το ζήτημα της «απόστασης» διαπραγματεύεται (εν μέρει) και ο Βασίλης Βασιλικός στο έργο του «Γλαύκος Θρασάκης» (επανέκδοση από τα Ελληνικά Γράμματα). Εδώ έχουμε μία πληθώρα σχέσεων του εγώ-υποκειμένου και του εγώ-εαυτού-αντικειμένου (ως παρατηρούμενου, βιογραφούμενου άλλου). Επίσης, έχουμε τη σχέση του συγγραφικού υποκειμένου με τον άλλο, τον αναγνώστη, το αντικείμενο-υποκείμενο. Οι δραματικότερες στιγμές συμβαίνουν πάντα όταν το εγώ τίθεται απέναντι στον εαυτό-καθρέφτη του, όταν το υποκείμενο αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως αντικείμενο. Να, πάλι η βία της «πραγμοποίησης». Η βία των άλλων, καθώς το βλέμμα των άλλων είναι που ορίζει το προσωπείο μας, τη μάσκα μας, το εγώ μας. Γι’ αυτό ο υποδιοικητής Μάρκος κυκλοφορεί με μάσκα (δήλωση στον Μονταλμπάν). Ο Βασιλικός δίνει την εικόνα της παιδικής ηλικίας που είναι μόνο εξωτερική, γιατί την έχουν μόνο οι άλλοι και ποτέ το παιδί. Από τότε αρχίζει να ράβεται το «φόρεμα» της εικόνας-προσωπείο. Αλλά και στη συγγραφή υπάρχει αυτή η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό σου φορούν και την απόστασή σου απ’ αυτό. Γράφει ο Βασιλικός: «Ένα από τα προβλήματα του Θρασάκη, ήταν ότι διάβαζε τα τυπωμένα έργα του συχνότερα από τα χειρόγραφά του. Γιατί, στο τελικό τυπωμένο κείμενο, έβρισκε την αναγκαία απόσταση που ήθελε να ‘χει απ’ τον εαυτό του. Και μαζί το αδύνατο της αλλαγής… Όνειρό του, λοιπόν, η μπρεχτική αποστασιοποίηση».
Σκέφτομαι τη μπρεχτική αποστασιοποίηση του Βασιλικού-Θρασάκη και φαντάζομαι τα ζωντανά κύτταρα του ίδιου οργανισμού καθώς αποστασιοποιούνται από τα νεκρά, που γίνονται θύμηση. Η μνήμη των κυττάρων αλλά και η επαναστατική στιγμή που οι ζωντανοί θάβουν τους νεκρούς τους (τη θύμησή τους) μέσα στο ίδιο τους σώμα. Αυτή η ταφή αποκαλείται και συμφιλίωση. Αλλά το θέμα μας είναι η απόσταση, εκείνη η μαυρόασπρη απόσταση όπου διακρίνεις «κάτι σημάδια γκριζωπά, όλα σε απόχρωση ματ, σέπια παλιά, πολύ παλιά, παλιά όσο και το Τορίνο του Γκράμσι, όσο κι η Θεσσαλονίκη πριν την πυρκαγιά, όσο και το Δουβλίνο του Τζόυς».Είπε ο Βασιλικός Θεσσαλονίκη και θυμήθηκα τον άλλο φίλο, τον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη και «Το παραμύθι του ύπνου»(εκδόσεις Μεταίχμιο). Ο πατέρας λέει τις παραλλαγμένες ιστορίες του στη μικρή του κόρη πριν κοιμηθεί. «Τόσο παραλλαγμένες, που από τη μια να εξασφαλίζεται η αναγκαία απόσταση κι από την άλλη να επιτυγχάνεται η επιθυμητή ταύτιση». Να, πάλι η απόσταση. Αλλά και η ταύτιση. Η μεσότητα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο σ’ έναν άλλο που είναι εμείς, στο παιδί μας. Μόνο που το παιδί ανακαλεί τη δική μας παιδική ηλικία. Μόνο μέσα από το παιδί μας μπορούμε να δούμε το παιδί που είμαστε. Ο αριστερός πατέρας, ο διωγμένος, πνιγμένος στο ούζο, φευγάτος, χωρίς καμία «παραλλαγμένη ιστορία» για να συστήσεις το δικό σου προσωπείο ή πρόσωπο. Και η παράλληλη ιστορία. Οι κλιματικές αλλαγές, η καριέρα, οι συμβιβασμοί, τα λεφτά, η επιτυχία, η βολή, το κρύψιμο της κεφαλής στην άμμο συνεχώς και αδιαλείπτως. Τελικά, η απόσταση από την ίδια τη ζωή ή μήπως η ταύτιση; Το θέμα παραμένει ανοιχτό. Ίσως την απάντηση να τη δίνει εκείνος ο «άνεμος της ιστορίας» που άλλοτε δικαιώνει αυτή και άλλοτε την αντίθετη στάση.