Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Σαραμάγκου

Είναι στιγμές που τα πράγματα μεγεθύνονται και ταυτόχρονα μικραίνουν, κενώνονται από κάθε νόημα και κάθε σημασία. Η ύπαρξη τότε χάνει την ουσία και τη σημασία της, χάνει ό,τι την κινεί και τη νοηματοδοτεί. Είναι φορές που το σαλιγκάρι συρρικνώνεται και κλείνεται στο καβούκι του έξω από τη χαρά και πέρα από τη θλίψη. Πλήρης μαρασμός και αφυδάτωση από συναισθήματα, δηλαδή τρέλα. Ο κίνδυνος είναι εκεί έξω, απροσδιόριστος, πραγματικός, ή μη, πάντως ανάλογος με την ψυχική διάθεση. Η συρρίκνωση, ο μαρασμός, η κατάθλιψη, το κλείσιμο στο καβούκι είναι η έσχατη άμυνα απέναντι στην απώλεια ταυτότητας, στην απώλεια νοήματος, στην απώλεια πραγματικής, δηλαδή αγαπητικής επικοινωνίας, να ’χεις κάποιον να σ’ αγαπά, να μπορείς να βλέπεις σ’ αυτόν τον εαυτό σου. Στην εκούσια ή ακούσια μοναξιά ο εχθρός είναι πάντα εκεί έξω, είναι πάντα εκεί μέσα, είσαι εσύ “όμοιέ μου, αδελφέ μου”, είναι ο άλλος ως κόλαση, είναι ο εντός μας ξένος, ο άλλος μας εαυτός. Αυτός ο εαυτός με τη μορφή του άλλου που απορρίπτεται, ή μάλλον έχει απορριφθεί προ πολλού από ανάγκη, επιλογή ή τύχη. Το σαλιγκάρι απορρίπτει με το να μαζεύεται. Το κλείσιμο, η καφκική συρρίκνωση σημαίνει το φόβο απέναντι στον άλλο, τον ξένο πλην τόσο οικείο εαυτό, τον απωθημένο και εξορισμένο εαυτό που κάποτε –όχι πάντοτε- επιστρέφει από την υπερορία για να απαγγείλει τις κατηγορίες του. Και τότε, αλίμονο, αν υπάρχει κοντά ένα γεμάτο περίστροφο. Γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να αρχίσει η ρώσικη ρουλέτα μεταξύ των δύο εαυτών, το έσχατο και πιο δραματικό παιχνίδι που μπορούν να παίζουν μόνο οι άνθρωποι της άκρας ευαισθησίας.
“Ο άνθρωπος αντίγραφο” του νομπελίστα Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου είναι η συνάντηση με τον άλλο μας εαυτό. Ο καθηγητής της ιστορίας Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, αυτός που προτείνει το μάθημα της ιστορίας να διδάσκεται όχι από πίσω προς τα μπρος, αλλά από μπροστά προς τα πίσω –σαν το ταξίδι της πέστροφας προς τις πηγές-, ο παντρεμένος που δεν ξέρει γιατί παντρεύτηκε, ο διαζευγμένος που δεν ξέρει γιατί χώρισε, ο δεσμευμένος που δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που τον συνδέει με τη Μαρία Ντα Παζ, αυτός που ζει και δεν θυμάται πια γιατί ζει, αυτός που δέχεται ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο ως την πλέον ακραία παραβίαση της ελευθερίας του και ως πατερναλισμό (από εδώ προκύπτει η τρομερή οργή των πράων), ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, λοιπόν, είναι ένας τυπικός σαραντάρης κι ένας απέραντα μοναχικός άνθρωπος, που ανακαλύπτει τυχαία, αλλά την κατάλληλη στιγμή, βλέποντας μία βιντεοκασέτα, τον άλλο του εαυτό, έναν όμοιό του, έναν σωσία, ένα πανομοιότυπο αντίγραφό του, το διπλό του, την αρμονική του εαυτού του. Τότε αρχίζει η αναζήτηση και η ανακάλυψη του άλλου εαυτού, του πανόμοιου που είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός, ο Αντόνιο Κλάρο, που ζει στην ίδια πόλη. Ο ήρωας θα ξεκινήσει την “εκστρατεία” παρά τις προειδοποιήσεις της μάνας-Κασσάνδρας για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει αυτός ο Δούρειος Ίππος για την Τροία. Οι δύο όμοιοι… εαυτοί συγκρούονται διεκδικώντας ο καθένας για τον… εαυτό του την πρωτοτυπία, όπως ο Κάιν από τον Άβελ την πρωτοκαθεδρία. “Λένε”, γράφει ο Σαραμάγκου, “πως μισεί κανείς τον άλλο μόνο όταν μισεί τον εαυτό του, το χειρότερο όμως απ’ όλα τα μίση είναι αυτό που βαραίνει όταν δεν μπορείς ν’ αντέξεις την ομοιότητα του άλλου, κι ίσως να είναι ακόμη χειρότερα όταν ομοιότητα αυτή κάποια στιγμή γίνει απόλυτη”. Ο άλλος δεν αναγνωρίζεται παρά ως το αντίγραφο, μια απλή μίμηση της φύσης! Τελικά, η ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος και του άλλου μας εαυτού οδηγεί σε μια επιγραφή που γράφει: “Άβυσσος”.
Ο Σαραμάγκου παρεμβαίνει άλλοτε ως αφηγητής που κάνει μαθήματα λογοτεχνίας, ακολουθώντας και συγχρόνως αμφισβητώντας τους κανόνες της “δημιουργικής γραφής” και εισάγοντας μια νέα μορφή λογοτεχνίας, πιο αναλυτικής, περισσότερο εσωτερικής και σκεπτόμενης: “Αυτό που κάποια τεμπέλα λογοτεχνία αποκαλούσε για πολύ καιρό εύγλωττη σιωπή δεν υπάρχει, οι εύγλωττες σιωπές είναι απλώς λέξεις που έμειναν εμποδισμένες στο λαιμό, λέξεις που καταπόθηκαν και δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό της γλώσσας”. Διότι η αφήγηση όπως και η φύση “τρέμουν το κενό”. Ο συγγραφέας παρεμβαίνει άλλοτε ως ο “κοινός νους”, αυτό το Υπερεγώ-εισαγγελέας που διαλέγεται με τον καθηγητή της ιστορίας και θέτει τους όρους και τα κοινωνικά όρια των πράξεών του. “Δυστυχώς” γράφει ο Σαραμάγκου, “ο κοινός νους δεν εμφανίζεται πάντα όταν υπάρχει ανάγκη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που από μια στιγμιαία απουσία του προκύπτουν τα μεγαλύτερα δράματα και οι πλέον ισοπεδωτικές καταστροφές”! Όμως τι είναι ο κοινός νους; “Μη γελιέστε, ο κοινός νους είναι υπερβολικά κοινός για να είναι πραγματικά λογικός, στην πραγματικότητα είναι απλώς ένα κεφάλαιο στατιστικής, το πιο εκλαϊκευμένο απ’ όλα” λέει ο καταθλιμμένος καθηγητής της ιστορίας. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα της εποχής είναι η μοναξιά. Ενώ οι τεχνολογίες της επικοινωνίας φαίνεται ότι προχωρούν από το καλό στο καλύτερο “η άλλη επικοινωνία, η κυριολεκτική, η πραγματική, η εσύ-κι-εγώ, η εμείς-κι-εσείς, εξακολουθεί να είναι η ίδια μπερδεμένη αδιέξοδη διασταύρωση, με όλες τις ψευδαισθησιακές αλάνες της, εξίσου υποκριτική όταν εκφράζεται όσο και όταν αποκρύπτει”. Και ο άνθρωπος συνεχίζει την ιστορία του εσωτερικού μαρασμού, των συνεχών μεταμορφώσεων, από σκουλήκι σε πεταλούδα, από ανόργανος σε οργανικό, από σαλιγκάρι σε χρυσαλίδα, αλλά κάποιες φορές όταν η αντίδραση στο μαρασμό εξωτερικεύεται, τότε η μεγάλη οργή των πράων οδηγεί σε συμβολικούς και πραγματικούς θανάτους σε διαρκείς πυρπολήσεις και τότε συμβαίνει η μεγάλη τεχνητή μεταμόρφωση της ανθρώπινης περιπέτειας σε Δούρειο Ίππο. Θα κλείσουμε την αναφορά στο θαυμάσιο έργο του Ζοζέ Σαραμάγκου με την άποψή του για τις λέξεις. Οι λέξεις από μέσο επικοινωνίας έγιναν αυτοσκοπός. Ή το περιεχόμενο χάθηκε στη μορφή. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μιας παρέκβασης στη σελίδα 66-67: “Ο τροχός ανακαλύφθηκε κι από τότε έμεινε μια για πάντα ανακάλυψη, ενώ οι λέξεις, εκείνες κι όλες οι άλλες, ήρθαν στον κόσμο με πεπρωμένο νεφελώδες, συγκεχυμένο, είναι δηλαδή φωνητικοί και μορφολογικοί οργανισμοί με χαρακτήρα ιδιαζόντως προσωρινό, παρόλο ου, χάρη ίσως στο φωτοστέφανο που κληρονόμησαν από την εωθινή τους δημιουργία, επιμένουν πεισματικά να λογίζονται, όχι τόσο καθ’ αυτές, αλλά εξαιτίας εκείνου που κατά τρόπο ποικίλο σημαίνουν ή αναπαριστούν, για αθάνατες, απέθαντες, ή αιώνιες, ανάλογα με τα γούστα της ταξινόμησης. Αυτή η εγγενής τάση, που δεν την ήξεραν ούτε και μπόρεσαν να της αντισταθούν, μετατράπηκε, με το πέρασμα του χρόνου, σε σοβαρότατο και ενδεχομένως άλυτο πρόβλημα επικοινωνίας, τόσο της συλλογικής όσο και της δυαδικής, ώστε να χάσουν δηλαδή οι λέξεις τα αυγά και τα πασχάλια, να πεδικλωθούν, αφού σφετερίστηκαν τη θέση εκείνου που πρωτίστως, καλύτερα ή χειρότερα ήθελαν να εκφράσουν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα, σε γνωρίζω μάσκα απατηλή, μια εκκωφαντική αναμπουμπούλα από άδεια κονσερβοκούτια, μια καρναβαλική αυλή από τενεκεδάκια με επιγραφή απ’ έξω αλλά τίποτα μέσα, ή, απλώς, και μόνο, την υποβλητική οσμή, καθώς διαλύονται, των τροφών για το σώμα και το πνεύμα που κάποτε περιείχαν και φυλούσαν μέσα τους”!

Δεν υπάρχουν σχόλια: