Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Ισμήνη Καπάνταη

Μια ολόκληρη εποχή (20ος αιώνας) μας προσφέρει η Ισμήνη Καπάνταη μέσα από μία σάγκα, την ιστορία μιας οικογένειας μέλος της οποίας είναι και η συγγραφέας (η Σοφία) η οποία περισσότερο θεάται, παρατηρεί παρά ζει. Εν προκειμένω, ισχύει η άποψη του Πιραντέλο για τη γραφή(κάποιος ή ζει ή γράφει) όχι τόσο ως επιλογή αλλά ως μία έξι που προκλήθηκε από την αντιμετώπιση των άλλων: «ήταν θεατής, εκείνη δεν μετείχε, η άποψή της ήταν προαποφασισμένη, για κείνην άλλοι αποφάσιζαν για όλα, πάντοτε». Προπάντων, η συγγραφέας-Σοφία στιγματίζεται από έναν ιδιότυπο οικογενειακό αποκλεισμό λόγω της «επιλεκτικής μνήμης» της(στην πραγματικότητα παραχωρεί το δικαίωμα του αποφασίζειν στους άλλους με αντάλλαγμα την ασφάλειά της)!
Αναφέρομαι στο νέο μυθιστόρημα της Ισμήνης Καπάνταη «Με θέα τη ζωή» (εκδόσεις Καστανιώτη). Το πρώτο μέρος του βιβλίου («βιβλίο πρώτο») αναφέρεται και μας πληροφορεί για την οικογένεια της συγγραφέα(η πρόσληψη του έργου είναι καλύτερη αν γνωρίζουμε τη συγγραφέα). Όλα ξεκινούν στην ανάγνωση της διαθήκης του πλούσιου θείου. Εκεί αρχίζουν οι μνήμες να ανακαλούνται συμπυκνωμένες. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται για να αρχίσει η περιπέτεια της γραφής. Να, λοιπόν, που εν προκειμένω η γραφή δεν είναι παρά η παράθεση και κατάθεση των «ταγικών υπολειμμάτων»(ταγικών όχι τραγικών), αυτών των «σκουπιδιών» που αποκλείστηκαν από την επιλεκτική μνήμη, αλλά που εντούτοις δεν είναι σκουπίδια. Από εδώ ο ένας θείος, ο αδερφός του πατέρα, άκληρος, με μόνο σκοπό και νόημα στη ζωή του τη συσσώρευση χρήματος και δύναμης. Στην αντίπερα όχθη, η θεία Ελπίδα, η αριστερή, η πραγματική μάνα, αφού αυτή μεγάλωσε τα παιδιά. Βέβαια, η σύγκρουση δεν αναπτύσσεται εντός της οικογένειας με πολιτικούς όρους. Αντιθέτως, η Καπάνταη προκρίνει την πολιτιστική σύγκρουση όπως εκφράζεται και βιώνεται μεταξύ της φυσικής μάνας, της «μικροαστής» Δήμητρας ή Ντιντής και της διανοούμενης, αριστερής Ελπίδας. Έτσι, το θέμα των Ελλήνων προσφύγων και των σχέσεών τους με τους γηγενείς θα λάβει διάφορα χαρακτηριστικά, όπως δυσπιστία, απαξίωση αλλά και δαιμονοποίηση. Ο μόνος τρόπος εξάλειψης του ρατσισμού απέναντι στους «-ογλου» ή «τουρκόσπορους» ήταν το χρήμα των τελευταίων. Συνεπώς η οικονομική επιτυχία ήταν όρος για την ένταξη των προσφύγων, ακριβώς όπως και στη χώρα των μεταναστών την Αμερική. Άλλη κορυφαία, προγενέστερη, αλλά διαρκέστερη αντίθεση ήταν αυτή μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών. Όμως, εκτός από τις αντιθέσεις που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία υπάρχουν και οι ιδιότυπες συνθέσεις, όπου «και οι κομμουνιστές τα ίδια πάνω κάτω διδάσκουν με τον Χριστούλη, που ’διωξε τους εμπόρους απ’ το ναό… Ο Χριστός δεν είπε ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον άλλον στον πιο φτωχό;…». Έτσι, εδώ η θρησκεία δεν λειτουργεί σαν όπιο του λαού(Μαρξ) αλλά σαν κάτι «παρηγορητικό»(Βόνεγκατ), σαν αυτό που απαλύνει ή ανακουφίζει από τον πόνο. Ή για να το πούμε αλλιώς, αυτή η σύνθεση οδηγεί στον «αγαθοκομμουνισμό», όπως άκουσα κάποτε τον Σωτήρη Δημητρίου να τον αποκαλεί! Στην Καπάνταη, όμως, όλα απαιτούν το μέτρο. Ακόμα και η καλοσύνη χρειάζεται μέτρο, αφού «τα αιμοβόρα θηρία που παραμονεύουν κρυμμένα, έτοιμα να κατασπαράξουν τους αγαθούς». Συνεπώς άλλο καλός, άλλο πρόβατο.
Ακολουθεί το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο «Πόλεμος». Εδώ παρατίθενται οι βιωμένες ιστορίες των μελών της οικογένειας(κυρίως της μάνας), όπως τις αφηγούνται στην μελλοντική συγγραφέα, αυτή τη συλλέκτρια λέξεων και αφηγήσεων. Οι ιστορίες της Ελπίδας που μιλούσαν για το άδικο του πολέμου, για τους ήρωες και τους σακατεμένους ή για τι «ζαλωμένες» γυναίκες της Ηπείρου, ήταν αυτές που γοήτευαν περισσότερο τη Σοφία. Η μεταπολεμική περίοδος θα σημάνει κι έναν άλλο βιασμό, αυτόν της χώρας από τους Άγγλους και τους Αμερικανούς με τη συγκατάθεση της ξενομανούς Ντιντής που δημιουργεί σχέση με τον Τέρυ, βιάζοντας την ψυχή της μικρής κόρης της Σοφίας που «τους βλέπει».
Το «βιβλίο τρίτο» είναι «Τα ‘’νομίσματα’’ της Σοφίας», είναι οι σκέψεις της. Εδώ παρουσιάζεται κα πάλι το θέμα της επιλεκτικής μνήμης. Για την ακρίβεια, η απώθηση ή η άρνηση «να θυμηθώ» είναι ένα πρώτο επίπεδο, ενώ η γραφή είναι, τελικά, για τη συγγραφέα μία δευτερογενής βίωση των γεγονότων, ένας μηρυκασμός. Ό,τι δηλαδή είναι η λογοτεχνική γραφή. Θεματικά το μυθιστόρημα, σύμφωνα με τη δηλωμένη πρόθεση της συγγραφέα, είναι η αποτύπωση της σημασίας της «οικογένειας και τι επίδραση μπορεί να έχει στα μέλη της». Και η πρώτη μεγάλη αλυσίδα που φορτώνει η οικογένεια στα παιδιά της-διαφορετικά στα αγόρια και τα κορίτσια- είναι το περίφημο «Τι θα πει ο κόσμος;». Ο «κόσμος» είναι με λακανικούς όρους «ο μεγάλος Άλλος» που τα πανθ’ ορά, που μας ακολουθεί, μας παρακολουθεί, μας ακούει και στο όνομα του οποίου (για την εκ μέρους του αναγνώριση) ενεργούμε, παθαίνουμε, δυστυχούμε ή χαιρόμαστε. Βλέποντας εμάς, ο κόσμος βλέπει ολόκληρη την οικογένεια, γι’ αυτό οι πράξεις μας εκθέτουν τους πάντες, αδέρφια, γονείς, παππούδες και θείους. Συνεπώς, τα άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι όμηροι μέσω των οποίων μας εκβιάζει και μας βιάζει ο «μεγάλος Άλλος», ο κόσμος, κάνοντάς μας να προσαρμόσουμε σ’ αυτόν την αποκλίνουσα λογική μας. Ένας τρόπος να αποφύγεις αυτό τον εκ-βιασμό, αυτό το όνειδος και την οδύνη, είναι να κρυφτείς εντός της οικογένειας, εκχωρώντας τις ενέργειες που συνεπάγονται ευθύνη και έκθεση στο «μεγάλο Άλλο», στον κόσμο, στα μέλη της οικογένειας. Έτσι «η οικογένεια ποτέ δεν μου επέτρεψε να είμαι μόνο ο εαυτός μου, να ’μια μονάχα εγώ…» σημειώνει η συγγραφέας-Σοφία. Άρα η σύσταση του Εγώ δεν επισυμβαίνει. Ώσπου να έλθει ο πρόωρα λήξας γάμος αλλά κυρίως η τρέλα του αγαπημένου ετεροθαλούς αδελφού, του προικισμένου Ορέστη(το καμάρι του πατέρα και της αριστερής Ελπίδας). Εδώ η τρέλα παρουσιάζεται ως αναχώρηση όχι εντός αλλά εκτός του κόσμου(«κλείστηκε σ’ έναν κόσμο δικό του»). Η ίδια η συγγραφέας παρουσιάζεται κι αυτή σαν αναχωρητής, αλλάς εντός του κόσμου. Για την ακρίβεια κινείται στα όρια, καθώς η δικής της λογική διαφέρει από την «κρατούσα»(εξ ου και η αφόρητη μοναξιά). Όσο για τους άλλους, εκείνοι είναι «ο εαυτός τους» ανάλογα με το συσχετισμό δύναμης. Η αριστοκράτης Δαπόντε είχε λόγω της δύναμης της οικογένειάς της τη δυνατότητα να είναι ο εαυτός της. Αντίθετα, η Δήμητρα ή Ντιντή έπρεπε «να βρίσκει τρόπους για να εξευμενίζει τους γύρω της». Η συγγραφέας είναι η διαφορετική, η δακτυλοδειχτούμενη, που θα συμφιλιωθεί με τη μητέρας της μόνο όταν εκείνη πεθάνει. Αλλά η διαπίστωση που σοκάρει είναι ότι «σαν λαός δεν έχουμε ταυτότητα πια, κι αν είχαμε, σιγά σιγά τη χάνουμε… ξενιτεμένοι όλοι στον ίδιο τους τον τόπο… δεν ανήκουν πια πουθενά, δεν ανήκουν, είναι μονάδες, λειτουργούν σαν μονάδες…». Οι «αριστεροί εκ του ασφαλούς», οι προδότες της τάξης τους είναι τίποτα μπροστά στην προηγούμενη διαπίστωση αλλά και μπροστά στον αριστερό εργάτη της Κοκκινιάς. Ύστερα η ανάγκη του να πιστεύεις, να ανήκεις κάπου σαν αντίδοτο στην αφόρητη μοναξιά. Αλλά να, η νέα εποχή έρχεται, είναι η εποχή της μεγάλης «απληστίας» των γιάπις. Η πραγματική οικονομία (πατέρας-μηχανουργείο) θα συγκρουσθεί με τα παιδιά(εικονική οικονομία-χρηματιστήριο) που εντέλει θα καταστραφούν(όχι όλα, όχι εντελώς). Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη σκηνή της διαθήκης, έτσι δηλαδή όπως άρχισε, και τη ρήση «μια οικογένεια είμαστε»! Ο ειρωνικός τόνος δείχνει την παρακμή του θεσμού της ευρείας οικογένειας αλλά και ενδεχομένως ότι έχει απομείνει, δηλαδή της πυρηνικής οικογένειας.
Συμπέρασμα: Αντικειμενικά το μυθιστόρημα είναι αξιοδιάβαστο. Υποκειμενικά, η Ισμήνη Καπάνταη είναι από τις αγαπημένες μου συγγραφείς.