Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ευσταθιάδη Μαρία

Κι εδώ, όπως και στον Σωτήρη Δημητρίου(το προηγούμενο Σάββατο), ανασύρονται τα «αρχειακά δεδομένα» της μνήμης. Αυτά που είναι καταχωνιασμένα και απωθημένα, αλλά είναι συγχρόνως και ασύνηδες «κατευθυντήριες αρχές ζωής». Η Μαρία Ευσταθιάδη στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» (εκδόσεις Κέδρος) μιλάει για τις «μικρές και τις μεγάλες ουλές», για τις πληγές, για ό,τι μας κατευθύνει: «Πάντοτε αυτό κάνουμε, μιλάμε γι’ αυτά μιλώντας για άλλα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Αυτά κρατούν τα αόρατα γκέμια». Εδώ η μορφή είναι διαλογική, θεατρική. Ένας εσωτερικός διάλογος, όπως και στην αφήγηση του Δημητρίου. Αλλά εδώ είναι ο Πατέρας που εξειδανικεύεται, ενώ η μητέρα μισείται. Εν προκειμένω, δεν είναι η αγάπη της μάνας που γίνεται η βελούδινη αλυσίδα των αντρών, αλλά το βλέμμα, αυτό που θέλει να σε δει, όπως εκείνη θέλει («…νοσταλγεί με σπαραγμό αυτό που δεν έγινα»). Απ’ αυτό το βλέμμα θέλει να απαλλαγεί «Η Φωνή» μαζί με τα «καλοραμμένα, καθωσπρέπει» ρούχα της μητέρας της, «τον τακτοποιημένο τον ψεύτικο κόσμο σας». Και η φυγή εγγράφεται παιδιόθεν ως ασίγαστη επιθυμία: «Θα φύγω με το τσίρκο Μεντράνο εγώ». Εδώ η φυγή δεν γίνεται προς το χωριάνικο καταφύγιο του Δημητρίου αλλά στις πόλεις: «Στις πόλεις ονειρεύεται, στις άγνωστες σκοτεινές πόλεις. Στο σκοτάδι το φως είναι πιο φωτεινό… Εκεί ψάχνει αντικλείδια. Γι’ αυτό κάθε τόσο φεύγει». Τελικά, η φυγή αναπληρώνεται με «μικροκοπάνες». Οι γονείς απόντες. «Ήθελε να είναι αγόρι». Ευνουχισμός της θηλυκότητας(ή ο φθόνος του πέους); Μάλλον ευνουχισμός από κάτι, από ένα ελλείπον. Από αγάπη. Να και η αθώα παιδικότητα, ο (ανα)μαγεμένος κόσμος, εκεί που δύο κούκλες είναι «παρουσίες» (όπως τα «ανθρωποπράματα» του Δημητρίου). Αλλά να και πάλι το βλέμμα της μητέρας, ή καλύτερα το βλέμμα θαυμασμού των άλλων για την όμορφη μητέρα. Πώς να γίνεις σαν κι αυτή; Μίσος, ζήλια. Ή μήπως αίτημα για αγάπη; (Ο Δημητρίου, ένας άντρας είχε τη μητρική αγάπη και το λακανικό πρόβλημά του είναι να την «ξεφορτωθεί»). Εδώ η μητρική αγάπη δεν είναι το ενεργητικό δόσιμο του εαυτού, αλλά μάλλον ένα φαντασιακό και ναρκισσιστικό πάθος, ένα είδος διαστροφής, καθώς είναι μία απόπειρα να αιχμαλωτίσει τον άλλον/η στον εαυτό της, δίκην αντικειμένου. Εδώ η αγάπη (ουσιαστικά η επιθυμία ν’ αγαπηθούμε) επιδιώκει την υποδούλωση του άλλου στη δική μας φαντασίωση. Αντίθετα, το ενεργητικό δόσιμο της αγάπης στοχεύει στον άλλον, στο είναι του (όπως είναι) και όχι στην ιδιαιτερότητά του(όπως θα θέλαμε να είναι). Βέβαια, δεν πρόκειται για μία διαφορά της αγάπης του χωριάνικου πολιτισμού και του πολιτισμού των πόλεων (όπως θα έλεγε ο Σωτήρης Δημητρίου), αλλά για τον αλτρουισμό του χριστιανικού πολιτισμού κι ενός διεστραμμένου ατομικισμού που καλλιεργεί ο χομπσιανός πολιτισμός, ή αλλιώς ένας χριστιανικός θεός της δύναμης(κατάκτησης) και όχι της αγάπης και της συμπόνιας. Οι ψυχαναλυτές (όσοι εξ αυτών αρνούνται τις ιστοριο-κοινωνιολογικές προσεγγίσεις) μιλούν για ερωτική νεύρωση, που προέρχεται από τη φαντασιακή οργάνωση της συνείδησής μας. Έτσι, θεωρείται ότι η εγωιστική αγάπη (δηλαδή η νευρωσική αγάπη) έχει σχέση με ένα υπερβολικό συναίσθημα και μια συναίσθηση υπερβατικότητας που πηγάζει από τον εγωισμό και την παιδική φαντασία. Γι’ αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις το μίσος είναι το ίδιο πράγμα με μία ορισμένη αγάπη (μισαγάπη). Στη φαντασιακή διάσταση του μίσους θέλουμε να υποδουλώσουμε τον άλλο μέσω της καταστροφής του. Η αγάπη θέλει την ανάπτυξη του άλλου(να τον κάνει καλύτερο απ’ αυτόν ώστε να καθρεφτιστεί-ναρκισσευτεί καλύτερα), ενώ το μίσος θέλει να τον μειώσει(έχει τον άλλο όσο περισσότερο τον καταστρέφει). Άρα η πραγματική αγάπη είναι ένα Δώρο χωρίς ανταπόδοση. Ακριβώς όπως το δώρο του Μώς, ή το δόσιμο στο πότλατς, ή ακόμη όπως το κατάλαβε ο Αλτουσέρ στο «μέλλον διαρκεί πολύ», μόνο που χρειάστηκε πρώτα να στραγγαλίσει τη γυναίκα του!
Στην Ευσταθιάδη η διεστραμμένη αγάπη που δέχεται η… Ηλέκτρα-Φωνή δεν προκαλεί ενοχές (δεν ενδοβάλεται, δεν γίνεται ενοχή όπως στον Δημητρίου) αλλά «θυμός», επιθετικότητα για τη μητέρα, «αθώωση» για τον Πατέρα μέσα από το ξεπέρασμα του φόβου(Νόμου). Στον πατέρα την γοήτευε «η δυνατότητα που είχε να φεύγει». Αυτό χαρακτήριζε τη «δύναμη» του πατρός. Αυτή τη δύναμη ήθελε να οικειοποιηθεί. Μόνο που η οικειοποίηση είναι αδύνατη, το πρόσωπο μένει χωρίς πρόσωπο καθώς δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να ανακτηθεί λόγω της απουσίας, μιας βίαιης παρούσας απουσίας. Αντί του προσώπου οι μάσκες, οι μεταμφιέσεις. Η φυγή μέσω των υποκατάστατων. Ψευδαίσθηση ελευθερίας. Κι ύστερα ο πυροβολισμός προς την μητέρα: «Με τσάκισε». Και να ο Ορέστης, ο άγνωστος αδελφός που θα ήθελε να έχει. Ο μητροκτόνος. Ή καλύτερα για να γίνει αυτή μητροκτόνος μέσω άλλου. Και οι Ερινύες είναι εδώ. Είναι τα ομοιώματα, οι οικογενειακές φωτογραφίες. Κι ο θυμός. Συσσώρευση θυμού. Σωρίτης. Μια ανεξέλεγκτη δύναμη. Κανένα δώρο, «δώρο κάλεσμα», δώρο χωρίς ανταπόδοση ποτέ. Σπασμένοι καθρέφτες. Κατακερματισμένα Εγώ. Πόνος. Ένα βιβλίο είναι «μία κραυγή, ένα λογοκριμένο ουρλιαχτό».
Στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» ή στο «κόκκινο σπίτι» κατοικούν «όλες οι ανεπανόρθωτες απώλειες», τα «ανολοκλήρωτα πένθη». Αυτές που σημαίνουν κι ένα χαμένο κομμάτι μας. Όπως η πέστροφα που επιστρέφει για να γεννήσει στις πηγές και χάνει τα κομμάτια της από την πλεύση στο αντίθετο ρεύμα, από τα φοβερά άλματα που μερικές φορές καταλήγουν στα βράχια. Μια φυγή προς τα πίσω, ή μια φυγή μπροστά; «Μακριά από το μισητό εγώ». Σ’ ένα ακόμα αλλού. Μία ακόμη φυγή. Προς τα πού;
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Δημητρίου Σωτήρης

"Σαν το λίγο το νερό"
Όταν πέθανε είχε μια περίεργη αίσθηση του σώματός του. Ένιωθε. Ένιωσε την ψυχή του (ροή πνοής) και τον έπιασε μια «αλυπία» χωρίς να χάσει τη συνείδηση της εν ζωή ζωής (σύνδεση με τη μετά θάνατο) και κυρίως τη μνήμη του. Τα καταχωνιασμένα, τα απωθημένα βγήκαν στο φως. Όλες οι θύμησες έπρεπε να αναδυθούν, να λουστούν στο λαμπρό φως, προϋπόθεση για τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, για τη συμφιλίωση με το θάνατο. Ο αφηγητής στο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Σαν το λίγο το νερό» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) υπερίπταται, για να δει από ψηλά τον κόσμο και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του.
Το πεθαμένο Εγώ υπερίπταται. Κοιτάζει κάτω, στη Γη, ανασύροντας τα «αρχειακά δεδομένα» του, την παρακαταθήκη των παιδικών αναμνήσεων, που εν ζωή κοιμούνταν στα βάθη της ψυχής, αλλά στην πραγματικότητα κατηύθυναν τη ζωή μέσα από τα απατηλά όνειρα ή τα δαντικά φαντάσματα. Με το θάνατο φαίνεται ότι αυτά τα φαντάσματα γίνονται ορατά. Και τότε καταλαβαίνει τις «αρχαϊκές κατευθυντήριες ζωής». Τις ανακαλύπτει μέσα στους μύθους και τους θρύλους, ή στις αφηγήσεις με την ασύγκριτα πλούσια «χωριάνικη» λαλιά που άκουγε μικρό παιδί. Τις «βλέπει» στο χωριάνικο τρόπο ζωής που βίωσε ο ίδιος. Το συνειδητό και το ασυνείδητο (η λήθη και οι «προστατευτικές αμνησίες»), η επίσημη αλλά και η απόκρυφη βιο-ιστορία, αντί να πεθάνουν με το θάνατο, ανασταίνονται. Τα καταχωνιασμένα αναδύονται στην επιφάνεια, όπου συναντούν τα φανερά και συμφιλιώνονται. Η ψυχή του ιπτάμενου παρατηρητή βλέπει ό,τι έβλεπε και, κυρίως, ό,τι δεν έβλεπε εν ζωή. Βέβαια, επειδή η φαντασία είναι δομημένη όπως η γλώσσα, το φαντασιακό ξεδιπλώνεται μόνο εντός των ορίων των νόμων της. Τα όρια, όμως, αυτά διευρύνονται όταν προσφεύγουμε στην ποίηση και τις μεταφορές της ντοπιολαλιάς, όπως τη μεταχειρίζεται ο Δημητρίου.
Νόστος; Ναι. Πικρία ζοφερή, όμως, γιατί; Είναι αντιδραστική η «επιστροφή» σ’ έναν τρόπο ζωής, σ’ έναν πολιτισμό που δεν υφίσταται πλέον; Υπό προϋποθέσεις όχι. Ο Δημητρίου επιστρέφει στο χωριό του, υμνώντας τη φυσικότητα των ανθρώπων του «χωριάνικου πολιτισμού», τη στενή σχέση των ανθρώπων με τη φύση και τη φύση τους, που έκανε τα πάντα φυσικά, κυρίως το θάνατο. Αυτή η φυσικότητα δεν χάθηκε με το θάνατο του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά πολύ νωρίτερα, από την Αναγέννηση, όταν κάποιοι επινόησαν την αντίθεση του ανθρώπου με τη φύση (για να την ελέγξουμε), τότε που αποχωρίστηκε το πνεύμα από το σώμα(Κώστας Παπαϊωάννου). Όμως, το «ενιαίον» υπάρχει ακόμη έντονο στον χωριάνικο τρόπο ζωής και αναδεικνύεται, όπως και η συλλογικότητα σε αντίστοιξη με την ατομικότητα, η μοναξιά και η ξενότητα του πολιτισμού της πόλης (μόνο που ούτε η πόλη υπάρχει πια) σε αντίθεση με τη συμπάθεια και την αβίαστη συμπόνια. Ο αφηγητής επιστρέφει στη σαρμανίτσα του(κούνια), στην παιδική ηλικία, τότε που όλος ο κόσμος ήταν σκυμμένος πάνω του. Τότε που χτίστηκε η ναρκισσιστική τελειότητα της παιδικής ηλικίας και το ιδανικό Εγώ μέσα από την εξειδανικευμένη αγάπη της μάνας. Αυτού του τρομερού, τέλειου καθρέφτη. Ο αφηγητής σημειώνει «Την ατελέσφορη ολοζωής προσπάθεια να ξεφύγω απ’ την μητρική σκιά που με αιχμαλώτισε ερήμην της μητρός μου. Όποτε ευθυγραμμιζόμουν, ζούσα την ζωή ενός άλλου, και όποτε –σπανίως- ξέφευγα, με πλημμύριζαν οι ενοχές». Τέλειος καθρέφτης, που σε κρατάει καθηλωμένο, καθώς σε βλέπει το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο (κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι πραγματικά) και γι’ αυτό τρομερή, άσπαστη αλυσίδα, που δεν σ’ αφήνει να πετάξεις για να βρεις –να συγκροτήσεις- τον πραγματικό εαυτό σου. Και στο προηγούμενο μυθιστόρημα («Τους τα λέει ο Θεός») και σε όλα τα άλλα, ο Δημητρίου περιστρέφεται γύρω από τον χωριάνικο τρόπο ζωής και τη Μάνα!
Εδώ κανένα παράπονο «δεν θα το φάει το χώμα», καθώς τα πάντα διέπονται από ένα πνεύμα που ζει παραδομένο στους κυκλώνες και τους ανέμους του κόσμου και του Κόσμου. Κι αν κάτι πάει στραβά, αν κάτι ξεφύγει υπάρχει πίσω μια ύστατη άμυνα, η Μάνα: «Μάστορα στην Ελλάδα είμαι χρόνια με την φαμίλια μου και ξέρει λεπτό προς λεπτό τι κάνω, πως τα πορεύω. Περσινού καιρού κάπου στριμώχτηκα άγρια και το μυρίστηκε. Δεν σε φτάνω μου λέει να σου δώκω χέρι. Μωρ’ ο Θεός τους τα λέει;»
Στα προηγούμενα η αφήγηση του Δημητρίου ήταν λιτή, πέτρινη, χωρίς εμηνευτικές διαμεσολαβήσεις-αρμούς, ακριβώς όπως η ξερολιθιά. Το πελέκημα και το γώνιασμα τέλειο, ώστε να «κάτσουν» οι πέτρες-ιστορίες η μία πάνω στην άλλη, έτσι όπως είναι: σκληρά, βίαια, φυσικά, σ’ ένα τέλειο «φίλημα». Στο μυθιστόρημα «τους τα λέει ο Θεός» δεν μιλάει η ζωή, δεν μιλάει η αγάπη, μιλάει ένας ξένος στον ίδιο του τον τόπο, που, ξαπλωμένος ανάσκελα στο ντιβάνι του, προβάλλει στο ταβάνι στιγμές του ψυχοκαθαρτικού κοινοτικού τρόπου ζωής της γενέθλιας πόλης του και μιας άλλης εποχής. Εκεί πίσω αναζητά τη χαμένη «σμίξη», καθώς η μοναξιά της Αθήνας δεν έχει άλλη διέξοδο από τη... νεωτερική λύση των ψυχαναλυτικών ντιβανιών. Στο «Σαν το λίγο το νερό» κάνει το ίδιο ακριβώς. Κρατάει σαν ακριβό υλικό, φυλάει το λίγο νερό των ψυχικών αποθεμάτων του από την ανθρωπιά του χωριάνικου τρόπου ζωής για να ξεδιψάει στην έρημο της ξενότητας τη μεγαλούπολης. Με άλλα λόγια, αν πικραίνεται είναι από την απώλεια της συλλογικότητας και της ανθρωπιάς. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην απώλεια του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά στην απώλεια της ίδιας της πόλης (δες και Κ. Τσουκαλά). Ο Δημητρίου είναι πάντα δίβουλος «Στα ταξίδια μισός, ο άλλος μισός πίσω». Αιωρείται μεταξύ της πόλης και του χωριού. Με το δεύτερο να κερδίζει πάντα. Η συνεχής αιώρηση δημιούργησε μία «Ζωή εσωστραμμένη, ζωή ανεόρταστη». Ακόμη και η λογοτεχνική μετουσίωση είναι αγκυρωμένη στη «μητρική γλώσσα». Θυμάμαι τον Καμύ να περιγράφει την εγγραφή στην ύπαρξή του των οικείων φωνών (της γλώσσας) και κυρίως την ομιλούσα σιωπή της κωφάλαλης και αναλφάβητης μάνας του. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο μέσω μια συγκεκριμένης «θέασης» αλλά και στον Άλλο μέσω της ερωτικής πράξης. Ο αντικειμενικός χώρος που είχε εγγραφεί στο «σώμα» του Αλμπέρ Καμύ είναι η τραγικότητα του μεσογειακού πολιτισμικού «εδάφους». Στο Σωτήρη Δημητρίου εγγράφεται η τραγικότητα της Πόβλας. Αλλά αυτή η τραγικότητα μοιράζονταν με την «δακρυρόεσσα φιλαλληλία» κι έτσι απαλύνονταν. Κυρίως όμως υπονομευόταν από την φυσικότητα των ανθρώπων και την πεποίθηση ότι στη φύση όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Αντίθετα, ο άνθρωπος της πόλης «καταπίνει», αφού η έκπληξη, το δέος, το αλαφροΐσκιωτο και κυρίως «η αποφόρτιση του διηγείσθαι» του χωριάνικου πολιτισμού εξέλειπε. Γι’ αυτό στην πόλη η ψυχή παθαίνει λουμπάγκο από το βάρος. Το πρόσωπο χάθηκε υπέρ του μαζικού ατόμου. Η ενότητα έγινε μόνο εξωτερική. Να και ο εμφύλιος, όπου οι «κακοί» είναι οι κομμουνιστές! Καθώς κατά τη γνώμη του συγγραφέα επιχειρούσαν «να επιβάλλουν την ιδανική ζωή» σ’ έναν «υψηλότατο» (και ιδανικό;) πολιτισμό. Δεν θα επιμείνω στις εξειδανικεύσεις («μέχρι το χωράφι της πήγαινε μια χωριάτισσα κι αυτά που είχε να διηγηθεί ήταν ολόκληρη περιπέτεια») και τις συγκρίσεις του συγγραφέα(προδήλως διαφωνώ. Συμφωνώ βέβαια με την απομάγευση και την ανάγκη «αναμάγευσης» και την επανεύρεση της φυσικότητας, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Η ζωή ως γιορτή του χωριάνικου πολιτισμού, αυτή που επιχειρεί να αναπαραστήσει ο συγγραφέας παραπέμπει στα «ταγικά υπολείμματα», στα άδεια κουτιά μπύρας, στα άδεια μπουκάλια κρασί, στα χαρτιά, στα σκουπίδια τελικά της γιορτής, που όμως έχουν απογυμνωθεί από επιθυμία. Είναι αδύνατη η επιστροφή, το να ξαναζήσεις τη μνήμη, περνώντας ξανά στην Πράξη της χωριάνικης ζωής). Γι’ αυτό επιστρέφω στη Μάνα. Επιστρέφω γιατί εκ πρώτης όψεως στους άντρες φαίνεται να έχουμε τη λατρεία της θεάς Μάνας(ταυτόσιμη με τη θυσία, το ολοκληρωτικό δόσιμο), στις γυναίκες (Μαργαρίτα Καραπάνου) έχουμε τη μάνα-Χάρο! Στην πραγματικότητα, όμως, και στους άντρες έχουμε τη μάνα-δεσμώτη με τις αλυσίδες της αγάπης: «Με ανακούφιζε λίγο καθώς φανταζόμουν την, μόλις χαμογελαστή, συγκαταβατικότητά της, αν τυχόν μάθαινε τις σκέψεις μου. Βέβαια μάλλον έφταιγε κι αυτή για τον εγκλωβισμό στο πρόσωπό μου. Μερικές δε φορές αναλογιζόμουν πώς να μοιάζει η ζωή χωρίς αυτήν, με τις πάμπολλες επιλογές, την χαώδη ελευθερία, την αδιαφορία για την ύπαρξή μου. Φανταζόμουν το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μετά το θάνατό της και την απαλλαγή απ’ την μαθητική καθήλωση στις διακρίσεις». Η απόπειρα απελευθέρωσης από τη μητρική αγάπη αποτυγχάνει ακόμη και μετά το θάνατό της. Γιατί τότε δεν παλεύεται. Γίνεται μια διηνεκής ενοχή: «Ήπρεπε να την είχαμε σαν το λίγο το νερό και την απαρατήσαμαν». Ενδεχομένως, αυτό οι ψυχαναλυτές να το πούνε ευνουχισμό. Αλλά ενούχοι είναι ο ίδιοι, αφού τους λείπει κάτι, αυτή η καταπληκτική αγάπη της χωριάνικης μάνας (εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Σωτήρη Δημητρίου).
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Η θέση μου για την καθεστωτική κριτική

Η κριτική του Δημοσθένη Κούρτοβικ για την «καθεστωτική κριτική» ανοίγει ξανά τη συζήτηση όχι μόνο για τα κριτήρια αξιολόγησης των «κριτικών βιβλίου» αλλά και για την ίδια τη λογοτεχνία. Παλαιότερα, ο ΔΚ είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «κάτω τα καλά βιβλία», καταγγέλλοντας ουσιαστικά τον μονοδιάστατα «διασκεδαστικό» χαρακτήρα (με την έννοια του σκορπίσματος) της εγχώριας λογοτεχνίας, την αδυναμία της να συνταράξει συθέμελα την ύπαρξη και να «αναστατώσει» τον αναγνώστη. Είναι κοινός τόπος ότι, σήμερα, βρισκόμαστε υπό την πλήρη κυριαρχία της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της τεχνικά άρτιας, αλλά αναλώσιμης, αμμώδους και γαργαλιστικά γαλακτώδους λογοτεχνίας. Η τρομοκρατία της «λογοτεχνικής μόδας» και της αγοράς όπου λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει εδώ και τώρα, είναι τρομερή. Δεν υπάρχει χώρος για τη διατύπωση διερωτήσεων, κανείς δεν αντιμετωπίζει τη γραφή σαν μια δραστηριότητα υψηλού κινδύνου και το κείμενο ως κάτι που αν θέλει να είναι έγκυρο, οφείλει να ανοίγει νέους δρόμους και να επιχειρεί να διατυπώσει με τον τρόπο της «μεταφοράς» αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλά μόνο να δειχθεί (Βιτγκενστάιν). Αυτό το νεωτερικό θέαμα των συγγραφέων που βυθίζονται με θράσος στην περιπέτεια των απόλυτων διαστάσεων της δημιουργίας, στο δαιμονικό χάος (αυτό που κάποιοι είπαν «δαιμονιακό ύψιστο»), στις φωνές χρόνων, στις φωνές δευτερολέπτων, στις φωνές που μπλέκονται στο δίχτυ του κόσμου, παίζοντας στα όρια του πραγματικού και του φαντασιακού, στα όρια της τρέλας δεν υπάρχει πια. Η κληρονομιά της αισθητικής του ρομαντισμού με το μαγικό «απόλυτό» της έχει απορριφθεί προ πολλού από τη μιας χρήσης «αισθητική» της αγοράς. Εν τέλει, να γράφει κανείς, σήμερα, πέρα από την πεπατημένη σημαίνει να ουρλιάζει βουβά, εξορισμένος από την αγορά και τους μεσίτες της, τους κριτικούς, τους «παρουσιαστές» βιβλίων, τους μάνατζερ, ή τους συμβούλους ρίσκων. Αλλά αυτό δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο. «Προσπάθησα ν’ ανακαλύψω νέα άνθη, νέα άστρα, νέα σάρκα, νέες γλώσσες. Πίστεψα πως αποχτούσα υπερφυσικές δυνάμεις. Ε! Καλά! Πρέπει να θάψω τη φαντασία και τις θύμισές μου. Πάει περίπατο η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του λογοπλόκου», λόγια του Αρθούρου Ρεμπό λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα την ποίηση για να γίνει έμπορος όπλων.
Κανείς δε διαλέγει σήμερα τη μοναξιά, κανείς δεν επιλέγει έναν τάφο, που θα γίνει για τον ίδιο μια εποχή στην κόλαση όπου θα πρέπει να γράφει, να γράφει, να γράφει. Ποιος διαλέγει να γράφει αντί να ζει, αφού «ή ζεις ή γράφεις»(Πιραντέλο); Στο κάτω κάτω γιατί να είναι προτιμότερη η «υπεραπόλαυση» της πίστης σε μια ματαιόδοξη αθανασία, από την «απόλαυση» της ζωής εδώ και τώρα;
Με άλλα λόγια, είναι προτιμότερο να αποφαινόμαστε απόλυτα «κάτω τα καλά βιβλία» ή μήπως οφείλουμε να ορίσουμε τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησής τους; Μήπως, ακόμα, πρέπει να ξαναδούμε τον ορισμό του «Ωραίου» από τον Μπωντλαίρ, όπου συνυπάρχουν οι διαχρονικές και οι συγχρονικές αλήθειες, η διαχρονική έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας με τις συγχρονικές έννοιες του γούστου και των συνηθειών μιας συγκεκριμένης εποχής; Οι διαχρονικές χωρίς τις συγχρονικές αλήθειες, είναι απάνθρωπες έλεγε ο Μπωντλαίρ. Συνεπώς, είναι το ίδιο «απάνθρωπο» όταν επιλέγουμε μόνο είτε τις συγχρονικές (αγοραία λογοτεχνία του στομαχιού) είτε μόνο τις διαχρονικές αλήθειες. Χρειάζονται και οι δύο. Οφείλουμε να τονίσουμε πάντως με όλη μας τη δύναμη ότι στο σύγχρονο δυτικό μυθιστόρημα παρά τις απεριόριστες δυνατότητες έκφρασης εκείνο που συσκοτίζεται είναι αυτό «που συνδέει τους συγγραφείς με το κράτος και με έναν παγκόσμιο ‘’μητροπολιτικό’’ ιμπεριαλισμό» που, την ώρα που έγραφαν, τους εξόπλισε όσον αφορά τις μυθιστορηματικές τεχνικές της αφήγησης και των περιγραφών με τα εσωτερικευμένα υποδείγματα συσσώρευσης, πειθαρχίας και κανονικοποίησης. «Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, σημειώνει ο Έντουαρντ Σαΐντ είναι γιατί τόσο λίγοι ‘’μεγάλοι’’ μυθιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν ευθέως τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά εξωτερικά γεγονότα της ύπαρξής τους –την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό- και γιατί, επίσης, οι κριτικοί του μυθιστορήματος συνεχίζουν να υπολήπτονται αυτή την αξιοπρόσεκτη σιωπή». Την άποψη αυτή του Σαΐντ είχαν υιοθετήσει μετά τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, κάποιοι από τους μεγάλους ‘’μυθιστοριογράφους’’ (όπως ο Μέηλερ). Όλοι μέμφονται τους «ειδήμονες» και την «ειδημοσύνη» που έχει καταστεί μία υπηρεσία πωλούμενη στην κεντρική εξουσία της κοινωνίας και γι’ αυτό συνιστά την «προδοσία των διανοουμένων» (trahison des clercs-Ζυλιέν Μπεντά), η οποία στηρίζεται στη «μη παρέμβαση». «Λέμε στους φοιτητές μας» επισημαίνει ο Σαΐντ, «ότι υπερασπιζόμαστε την κλασική παιδεία, τις αρετές μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης και τις πολύτιμες απολαύσεις της λογοτεχνίας ακόμη και όταν παραμένουμε αδρανείς (ίσως και ανίκανοι) σε ό,τι αφορά τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο (…) οι ανθρωπιστές και οι διανοούμενοι αποδέχονται την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να διαβάζει υψηλή λογοτεχνία και ταυτόχρονα να σκοτώνει και να ακρωτηριάζει, επειδή ο πολιτιστικός κόσμος χρησιμεύει γι’ αυτό το είδος μεταμφίεσης..».
Σήμερα, επιμένει πάντα ο Σαΐντ, τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η αμερικανική κριτική και λογοτεχνική θεωρία αποδέχονται ανοιχτά την «αρχή της μη παρέμβασης». Η κειμενικότητα έγινε το υποκατάστατο της ιστορίας καθώς υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γενικά,«Η λογοτεχνική κριτική στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα, απομονώνει ως επί το πλείστον την κειμενικότητα από τις καταστάσεις, τα γεγονότα, τις σωματικές αισθήσεις που την ανέδειξαν και την έκαναν κατανοητή ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας». Η καθαρή κειμενικότητα και η μη παρεμβατική κριτική συμπίπτει με την περίοδο του ρεηγκανισμού και εξελίχθηκε σε μία επιτηδευμένη ειδική γλώσσα της οποίας η πολυπλοκότητα συσκοτίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Προσπαθώντας να προσδιορίσει την κριτική συνείδηση στις μέρες μας ο Σαΐντ αφού παραθέτει το πλαίσιο της κυρίαρχης κουλτούρας ως σύστημα αξιών και αποκλεισμών που σήμερα είναι αόρατο και την ανάγκη της αντίστασης σ’ αυτό, σημειώνει «Τι είναι, λοιπόν, κατά βάθος η κριτική συνείδηση, εάν όχι μια διαρκής επιλογή εναλλακτικών λύσεων;». Συνεπώς, ένας θετικός προσανατολισμός πέρα από την καταγγελία των «καλογραμμένων» αλλά ανούσιων μυθιστορημάτων, είναι να αναζητούμε συνεχώς και να προτείνουμε εκείνες τις εναλλακτικές λύσεις που θα αντιστέκονται στην κυρίαρχη κουλτούρα, δίνοντας στον «αναγνώστη» να καταλάβει, αποκαλύπτοντας και δημιουργώντας τις συνθήκες μιας αντι-κουλτούρας.
Υπ’ αυτή την οπτική, η «καθεστωτική κριτική», αυτή που διαμεσολαβεί, στιμάροντας και πλασάροντας, ό,τι δεν αμφισβητεί και δεν θίγει την κυρίαρχη εξουσία αλλά και μία κυρίαρχη αναγνωστική κουλτούρα, αυτή που κολακεύει τον αναγνώστη, νομιμοποιώντας το δήθεν δικαίωμά του ότι δεν οφείλει να καταβάλει καμία πνευματική προσπάθεια για να καταλάβει, αυτή η κριτική υπάρχει για να νομιμοποιεί το status quo. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς; Η αποκάλυψη της λειτουργίας της «καθεστωτικής κριτικής» και των «κριτηρίων» της είναι το ένα σκέλος, το άλλο είναι να διαμορφώσουμε κάποια κοινά αποδεκτά κριτήρια. Γι’ αυτό έκανα την παραπάνω αναφορά(Μπωντλαίρ, Σαΐντ…). Σε ατομικό επίπεδο έχω επιλέξει την τακτική ενός ιδιότυπου «ανταρτοπόλεμου», που αποκαλώ «μέσα-έξω». Το διαδίκτυο, όμως παρέχει νέες δυνατότητες δημιουργίας μιας ισχυρής αντι-κουλτούρας και ενδεχομένως πιο οργανωμένες παρεμβάσεις. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα ανοιχτό που απαιτεί συζήτηση. Αυτά για την ώρα…
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Καθεστωτική κριτική-Δημοσθένης Κούρτοβικ

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στη λογοτεχνία ως τεχνο-λογία της εξουσίας. Μια τέτοια λογοτεχνία όμως χρειάζεται και τη στήριξη μιας αντίστοιχης κριτικής, της "καθεστωτικής κριτικής", όπως σημειώνει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο κείμενό του στα ΝΕΑ, το οποίο και παραθέτω:


"Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα. Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπροσώπευε η στήλη τους, οι άλλοι μισοί δέχτηκαν ασμένως ή και προκάλεσαν τη συμμετοχή τους σε επιτροπές βραβείων (όπου είναι γνωστό τι παιχνίδια παίζονται), σεμινάρια, τηλεοπτικές εκπομπές, σύνταξη ανθολογιών κ.λπ. Ακολουθώντας μάλιστα ολοένα επιθετικότερη τακτική, πολλαπλασίασαν στο πέρασμα του χρόνου τέτοιους μοχλούς επιρροής τους και τους χρησιμοποιούσαν με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση. Είναι κανείς ελεύθερος να κρίνει όπως θέλει αυτές τις δύο στάσεις. Μπορεί π.χ. να επαινέσει την πρώτη κατηγορία για εντιμότητα ή να την επικρίνει για ολιγωρία και μοραλιστική αφέλεια. Μπορεί, από την άλλη, να καταλογίσει στη δεύτερη κατηγορία εξουσιομανία και κυνισμό ή να εγκωμιάσει την ενεργητικότητά της και την έξυπνη προώθηση των θέσεών της. Δεν είναι αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου μου. Το θέμα είναι οι συνέπειες, ολοένα πιο αισθητές, αυτής της διαφοροποίησης για την ελληνική λογοτεχνία και τον τρόπο υποδοχής της. Γιατί, ανεξάρτητα από το γόητρο που μπορεί να περιβάλλει ατομικά τον ένα ή τον άλλο κριτικό, αυτή η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ομάδας δημιουργεί, αφ΄ ενός, νομοτελειακά σχέσεις ώσμωσης ανάμεσα στα μέλη της, όπως επίσης ανάμεσα στην ομάδα και άλλες μορφές εξουσίας, αφ΄ ετέρου οδηγεί εξίσου νομοτελειακά στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της και την αυθαιρεσία. Βλέπουμε, πράγματι, τα ίδια τρία-τέσσερα ονόματα να εμφανίζονται σταθερά και συνήθως από κοινού σε διάφορες επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων και επιχορήγησης μεταφράσεων, να παρουσιάζουν βιβλία λογοτεχνών του γούστου τους ή του κλίματός τους σε επίσημες εκδηλώσεις για την προώθηση των πωλήσεών τους, να επιμελούνται για λογαριασμό εκδοτικών οίκων ανθολογίες που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τον νεότερο λογοτεχνικό Κανόνα, ακόμα και να ιδρύουν, με τη στήριξη ισχυρών εκδοτών, περιοδικά μέσα από τα οποία προβάλλουν τις απόψεις και τις επιλογές τους. Τίποτα, βέβαια, από όλα αυτά δεν είναι επιλήψιμο από μόνο του. Εντυπωσιάζει ωστόσο το άθροισμά τους και προβληματίζει η τάση συνεχούς μεγέθυνσής του, που υποδηλώνει κάτι το βουλιμικό. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Βραβείου Αναγνωστών», που θεσπίστηκε από το ΕΚΕΒΙ πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια τουλάχιστον ατυχή έμπνευση, αφού το αναγνωστικό κοινό απονέμει έτσι κι αλλιώς τα βραβεία του με τις αγοραστικές προτιμήσεις του, που ξέρουμε καλά τι είδους βιβλία ευνοούν. Όταν το ΕΚΕΒΙ, με τα πρώτα αποτελέσματα, κατάλαβε τη γκάφα του και βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο εξευτελισμού του νεότευκτου θεσμού, προσπάθησε να διορθώσει τα πράγματα με μια κριτική επιτροπή που προεπέλεγε τα βιβλία τα οποία καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες! Στην πρώτη γκάφα προστέθηκε μια δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη, ένα εξωφρενικό οξύμωρο, που έχει το ανάλογό του μόνο στα εκλογοδικεία μερικών ημιδικτατορικών χωρών. Και όμως, οι εν λόγω κριτικοί δεν δίστασαν να στελεχώσουν και αυτή την επιτροπή (που, ευτυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει), χωρίς να υπολογίσουν, ή μάλλον χωρίς να φοβηθούν, πως αυτό θα υπέσκαπτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους. Δεν φοβήθηκαν, ακριβώς επειδή η πολλαπλή παρουσία τους σε κέντρα θεσμικής επιρροής έχει εδραιώσει μέσα τους ένα αίσθημα παντοδυναμίας, αν όχι ασυλίας. Συνέπεια αυτού είναι ότι η σχέση τους με τα βιβλία που αναλαμβάνουν να κρίνουν δεν είναι αυτή ενός διαλόγου, ο οποίος μπορεί και να θέσει σε δοκιμασία τα κριτήριά τους, αλλά μιας αφ΄ υψηλού εφαρμογής πάγιων κανόνων, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε καν συζήτηση. Σε άρθρο της πριν από δέκα χρόνια στο περιοδικό Ποίηση (τεύχος 11), με τίτλο «Ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής», η Ελισάβετ Κοτζιά έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής: «... ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής θα ασχοληθεί επισταμένως με τα αμφισβητούμενα γραπτά, θα προσπαθήσει να τα σταθμίσει και να τα αξιολογήσει, θα θελήσει να ζυγίσει όσα θεωρεί προτερήματα και όσα αδυναμίες τους, να κρίνει ποια μικρή δόση εκείνου του συστατικού ανέτρεψε την ισορροπία των αναλογιών του και πόση δόση του άλλου συστατικού θα χρειαζόταν για να την αποκαταστήσει, ποια αδιόρατη απόχρωση τίνος πράγματος περισώζει το συγκεκριμένο έργο και ποια το καταστρέφει. Κι έτσι σταθμίζει κάθε βιβλίο αδιάκοπα και η πλάστιγγα γέρνει πότε από δω και πότε από εκεί» (σ. 226). Μένει κανείς άφωνος μπροστά στον αυτάρεσκο, νομικίστικο σχολαστικισμό αυτής της θέσης, που κρεμάει το περιεχόμενό της σε λέξεις-μανταλάκια όπως «σταθμίζω», «ζυγίζω», «δόση» ενός «συστατικού», «πλάστιγγα» κ.λπ. Μιλάει εδώ ένας κριτικός λογοτεχνίας ή ένας δικαστής, ένας δάσκαλος που βαθμολογεί εκθέσεις μαθητών, ολίγον και ένας δοκιμαστής κρασιών; Βέβαια, αναρωτιέται κανείς αν η τόση πολυπραγμοσύνη των συγκεκριμένων κριτικών τούς επιτρέπει έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια αυτή τη μέθοδο, να «σταθμίσουν», να διακρίνουν «μικρές δόσεις» και «αδιόρατες αποχρώσεις». ΄Ενας κριτικός που διατηρεί μία, αν όχι και δύο μόνιμες στήλες σε εφημερίδα, είναι μέλος σε τρεις-τέσσερις επιτροπές, αρθρογραφεί τακτικά σε άλλα τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, επιμελείται τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο, παραδίδει σεμινάρια στο ΕΚΕΒΙ, συμμετέχει με εκτενείς γραπτές εισηγήσεις στη διαφημιστική καμπάνια του ενός ή του άλλου βιβλίου κ.λπ. κ.λπ., έχει άραγε τον χρόνο να διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία που κρίνει κάθε βδομάδα (για να σκεφτεί πάνω σ΄ αυτά ούτε συζήτηση); Η λογική απαντάει όχι. Και πραγματικά, βλέπουμε ολοένα πιο συχνά στα κείμενα αυτών των κριτικών απίθανες ανακρίβειες και παρανοήσεις, αδιανόητες όχι μόνο για επαγγελματία κριτικό μα ακόμα και για έναν απλό, αλλά στοιχειωδώς συγκεντρωμένο αναγνώστη. Aυτό όμως είναι το λιγότερο. Πολύ πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η προϊούσα σύγκλιση έως ταύτιση των περί ων ο λόγος κριτικών στις λογοτεχνικές προτιμήσεις τους ή ακόμα και στις ευκαιριακές επιλογές τους, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με τις αισθητικές αρχές τους και υποκρύπτουν αλλότριες σκοπιμότητες. Λέω ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ανησυχητικό επειδή, σε συνδυασμό με την πολυκεντρική θεσμική επιρροή αυτών των κριτικών, τείνει να δημιουργήσει στον χώρο της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής μια μονοφωνία που δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο ανασταλτικά επιδρά στην ανάπτυξη και ανανέωση της λογοτεχνίας μας. Τα βραβεία του Διαβάζω, που ξεκίνησαν το 1996, εισήγαγαν μια σημαντική καινοτομία: κάθε μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν υποχρεωμένο, μετά την ανακοίνωση των βραβείων, να δημοσιοποιεί και μάλιστα να αιτιολογεί την ψήφο του για κάθε κατηγορία βιβλίου (ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, δοκίμιο). Οι καθεστωτικοί κριτικοί συμμετείχαν σ΄ αυτή την επιτροπή, είτε εξαρχής (οι περισσότεροι) είτε από μια μεταγενέστερη χρονιά, και έδιναν τον τόνο στις επιλογές της. ΄Ετσι, τα τεύχη του Διαβάζω με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τις σχετικές εκθέσεις συνιστούν ένα ανεκτίμητο αρχείο για την ανίχνευση της στάσης τους, του βαθμού σύγκλισης μεταξύ τους και απόκλισής τους από τους υπόλοιπους κριτές. Το εντυπωσιακότερο, κάθε άλλο όμως παρά το μόνο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τους δύο από τους τέσσερις καθεστωτικούς κριτικούς: την Ελισάβετ Κοτζιά και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Είναι βέβαια γνωστή (και ομολογημένη) η «εκλεκτική συγγένεια» των δύο. Άλλο συγγένεια όμως και άλλο ταύτιση. Από τις συνολικά 35 ψηφοφορίες στις οποίες πήραν μέρος ανάμεσα στο 1996 και το 2004 (τελευταία χρονιά παρουσίας τους στην επιτροπή), στις 32 συνέπεσαν πλήρως, ενώ και στις υπόλοιπες τρεις δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά, απλώς έδωσαν διαφορετική έμφαση σε βιβλία που και οι δύο είχαν συμπεριλάβει σε όσα θεωρούσαν αξιοβράβευτα! Τέτοιος βαθμός συμφωνίας, και μάλιστα για όλα τα είδη βιβλίου, από την ποίηση ώς το δοκίμιο, πολύ δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από κοινές ευαισθησίες. Μάλλον εγείρει υποψίες για συμπαιγνία. Όταν μιλάω για καθεστωτικούς κριτικούς, έχω πλήρη συνείδηση της σημασίας του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για τη διείσδυσή τους σε σχεδόν όλους τους θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά και με αυτόν καθεαυτό τον τύπο λογοτεχνίας που προωθούν. Το αρχείο των βραβείων του Διαβάζω επιβεβαιώνει την εντύπωση που έτσι κι αλλιώς μας αφήνει η κριτικογραφία τους χρόνια τώρα. Πέρα από τις καταφανείς περιπτώσεις προσωποληψίας- εύνοιας προς ορισμένους συγγραφείς και αρνητικής διάθεσης για άλλους, με κριτήρια που μεταμφιέζονται σε λογοτεχνικά- μπορούμε να δούμε την αποθέωση μιας λογοτεχνίας όπου κυριαρχούν ο μινιμαλισμός, ο μιζεραμπιλισμός, ο συγγραφικός αυτισμός, ο εστετισμός της κλεισούρας και της ναφθαλίνης, την επιβολή μιας αντίληψης αλλεργικής στον στοχασμό, φοβικής απέναντι στα μεγάλα θέματα, καχύποπτης απέναντι σε ό, τι θυμίζει πραγματικότητα και δεν εμπνέεται μόνον από την ίδια τη λογοτεχνία. Μια εφησυχασμένη κριτική, που αγαπάει μια εφησυχασμένη λογοτεχνία. Μια κριτική που ο προβληματισμός της εξαντλείται στην «απόλαυση» του κειμένου και η αγωνία της στην κατάκτηση ολοένα περισσότερων θεσμικών θέσεων. Αν αυτό δεν είναι καθεστωτισμός, τότε ας μας παρηγορήσει η σκέψη ότι η καθεστωτική νοοτροπία δεν μπορεί ποτέ να απλωθεί και στα πολιτισμικά φαινόμενα μιας κοινωνίας. Υ.Γ. Επειδή θα υπάρξουν σίγουρα καλοθελητές που θα σταθούν στο δάχτυλο και όχι σ΄ αυτό που το δάχτυλο δείχνει, δηλώνω ο ίδιος ευθέως ότι έχω προσωπική αφορμή να λέω τα παραπάνω. Αθέμιτο δεν είναι, στο κάτω κάτω. Για πολλά χρόνια δεν αντιδρούσα στην απαράδεκτη τακτική των συγκεκριμένων κριτικών, ακριβώς επειδή συγκαταλεγόμουν στα θύματά τους (διευκρινίζω και τονίζω ότι με αυτό δεν εννοώ τυχόν αρνητικές κριτικές) και ήθελα να αποφύγω μια αντιδικία που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική. Σφάλμα μου! ΄Επρεπε να ξεχειλίσει το ποτήρι, με δύο κατάφωρα στημένες κριτικές (κοινά, εξ αμοιβαίας αντιγραφής πραγματολογικά λάθη και τερατώδεις διαστρεβλώσεις), για να χάσω τη χαζή υπομονή μου. Και αν χρειαστεί, θα πω περισσότερα και εξοργιστικότερα επ΄ αυτού.