Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Δημητρίου Σωτήρης

"Σαν το λίγο το νερό"
Όταν πέθανε είχε μια περίεργη αίσθηση του σώματός του. Ένιωθε. Ένιωσε την ψυχή του (ροή πνοής) και τον έπιασε μια «αλυπία» χωρίς να χάσει τη συνείδηση της εν ζωή ζωής (σύνδεση με τη μετά θάνατο) και κυρίως τη μνήμη του. Τα καταχωνιασμένα, τα απωθημένα βγήκαν στο φως. Όλες οι θύμησες έπρεπε να αναδυθούν, να λουστούν στο λαμπρό φως, προϋπόθεση για τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, για τη συμφιλίωση με το θάνατο. Ο αφηγητής στο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Σαν το λίγο το νερό» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) υπερίπταται, για να δει από ψηλά τον κόσμο και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του.
Το πεθαμένο Εγώ υπερίπταται. Κοιτάζει κάτω, στη Γη, ανασύροντας τα «αρχειακά δεδομένα» του, την παρακαταθήκη των παιδικών αναμνήσεων, που εν ζωή κοιμούνταν στα βάθη της ψυχής, αλλά στην πραγματικότητα κατηύθυναν τη ζωή μέσα από τα απατηλά όνειρα ή τα δαντικά φαντάσματα. Με το θάνατο φαίνεται ότι αυτά τα φαντάσματα γίνονται ορατά. Και τότε καταλαβαίνει τις «αρχαϊκές κατευθυντήριες ζωής». Τις ανακαλύπτει μέσα στους μύθους και τους θρύλους, ή στις αφηγήσεις με την ασύγκριτα πλούσια «χωριάνικη» λαλιά που άκουγε μικρό παιδί. Τις «βλέπει» στο χωριάνικο τρόπο ζωής που βίωσε ο ίδιος. Το συνειδητό και το ασυνείδητο (η λήθη και οι «προστατευτικές αμνησίες»), η επίσημη αλλά και η απόκρυφη βιο-ιστορία, αντί να πεθάνουν με το θάνατο, ανασταίνονται. Τα καταχωνιασμένα αναδύονται στην επιφάνεια, όπου συναντούν τα φανερά και συμφιλιώνονται. Η ψυχή του ιπτάμενου παρατηρητή βλέπει ό,τι έβλεπε και, κυρίως, ό,τι δεν έβλεπε εν ζωή. Βέβαια, επειδή η φαντασία είναι δομημένη όπως η γλώσσα, το φαντασιακό ξεδιπλώνεται μόνο εντός των ορίων των νόμων της. Τα όρια, όμως, αυτά διευρύνονται όταν προσφεύγουμε στην ποίηση και τις μεταφορές της ντοπιολαλιάς, όπως τη μεταχειρίζεται ο Δημητρίου.
Νόστος; Ναι. Πικρία ζοφερή, όμως, γιατί; Είναι αντιδραστική η «επιστροφή» σ’ έναν τρόπο ζωής, σ’ έναν πολιτισμό που δεν υφίσταται πλέον; Υπό προϋποθέσεις όχι. Ο Δημητρίου επιστρέφει στο χωριό του, υμνώντας τη φυσικότητα των ανθρώπων του «χωριάνικου πολιτισμού», τη στενή σχέση των ανθρώπων με τη φύση και τη φύση τους, που έκανε τα πάντα φυσικά, κυρίως το θάνατο. Αυτή η φυσικότητα δεν χάθηκε με το θάνατο του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά πολύ νωρίτερα, από την Αναγέννηση, όταν κάποιοι επινόησαν την αντίθεση του ανθρώπου με τη φύση (για να την ελέγξουμε), τότε που αποχωρίστηκε το πνεύμα από το σώμα(Κώστας Παπαϊωάννου). Όμως, το «ενιαίον» υπάρχει ακόμη έντονο στον χωριάνικο τρόπο ζωής και αναδεικνύεται, όπως και η συλλογικότητα σε αντίστοιξη με την ατομικότητα, η μοναξιά και η ξενότητα του πολιτισμού της πόλης (μόνο που ούτε η πόλη υπάρχει πια) σε αντίθεση με τη συμπάθεια και την αβίαστη συμπόνια. Ο αφηγητής επιστρέφει στη σαρμανίτσα του(κούνια), στην παιδική ηλικία, τότε που όλος ο κόσμος ήταν σκυμμένος πάνω του. Τότε που χτίστηκε η ναρκισσιστική τελειότητα της παιδικής ηλικίας και το ιδανικό Εγώ μέσα από την εξειδανικευμένη αγάπη της μάνας. Αυτού του τρομερού, τέλειου καθρέφτη. Ο αφηγητής σημειώνει «Την ατελέσφορη ολοζωής προσπάθεια να ξεφύγω απ’ την μητρική σκιά που με αιχμαλώτισε ερήμην της μητρός μου. Όποτε ευθυγραμμιζόμουν, ζούσα την ζωή ενός άλλου, και όποτε –σπανίως- ξέφευγα, με πλημμύριζαν οι ενοχές». Τέλειος καθρέφτης, που σε κρατάει καθηλωμένο, καθώς σε βλέπει το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο (κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι πραγματικά) και γι’ αυτό τρομερή, άσπαστη αλυσίδα, που δεν σ’ αφήνει να πετάξεις για να βρεις –να συγκροτήσεις- τον πραγματικό εαυτό σου. Και στο προηγούμενο μυθιστόρημα («Τους τα λέει ο Θεός») και σε όλα τα άλλα, ο Δημητρίου περιστρέφεται γύρω από τον χωριάνικο τρόπο ζωής και τη Μάνα!
Εδώ κανένα παράπονο «δεν θα το φάει το χώμα», καθώς τα πάντα διέπονται από ένα πνεύμα που ζει παραδομένο στους κυκλώνες και τους ανέμους του κόσμου και του Κόσμου. Κι αν κάτι πάει στραβά, αν κάτι ξεφύγει υπάρχει πίσω μια ύστατη άμυνα, η Μάνα: «Μάστορα στην Ελλάδα είμαι χρόνια με την φαμίλια μου και ξέρει λεπτό προς λεπτό τι κάνω, πως τα πορεύω. Περσινού καιρού κάπου στριμώχτηκα άγρια και το μυρίστηκε. Δεν σε φτάνω μου λέει να σου δώκω χέρι. Μωρ’ ο Θεός τους τα λέει;»
Στα προηγούμενα η αφήγηση του Δημητρίου ήταν λιτή, πέτρινη, χωρίς εμηνευτικές διαμεσολαβήσεις-αρμούς, ακριβώς όπως η ξερολιθιά. Το πελέκημα και το γώνιασμα τέλειο, ώστε να «κάτσουν» οι πέτρες-ιστορίες η μία πάνω στην άλλη, έτσι όπως είναι: σκληρά, βίαια, φυσικά, σ’ ένα τέλειο «φίλημα». Στο μυθιστόρημα «τους τα λέει ο Θεός» δεν μιλάει η ζωή, δεν μιλάει η αγάπη, μιλάει ένας ξένος στον ίδιο του τον τόπο, που, ξαπλωμένος ανάσκελα στο ντιβάνι του, προβάλλει στο ταβάνι στιγμές του ψυχοκαθαρτικού κοινοτικού τρόπου ζωής της γενέθλιας πόλης του και μιας άλλης εποχής. Εκεί πίσω αναζητά τη χαμένη «σμίξη», καθώς η μοναξιά της Αθήνας δεν έχει άλλη διέξοδο από τη... νεωτερική λύση των ψυχαναλυτικών ντιβανιών. Στο «Σαν το λίγο το νερό» κάνει το ίδιο ακριβώς. Κρατάει σαν ακριβό υλικό, φυλάει το λίγο νερό των ψυχικών αποθεμάτων του από την ανθρωπιά του χωριάνικου τρόπου ζωής για να ξεδιψάει στην έρημο της ξενότητας τη μεγαλούπολης. Με άλλα λόγια, αν πικραίνεται είναι από την απώλεια της συλλογικότητας και της ανθρωπιάς. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην απώλεια του χωριάνικου πολιτισμού, αλλά στην απώλεια της ίδιας της πόλης (δες και Κ. Τσουκαλά). Ο Δημητρίου είναι πάντα δίβουλος «Στα ταξίδια μισός, ο άλλος μισός πίσω». Αιωρείται μεταξύ της πόλης και του χωριού. Με το δεύτερο να κερδίζει πάντα. Η συνεχής αιώρηση δημιούργησε μία «Ζωή εσωστραμμένη, ζωή ανεόρταστη». Ακόμη και η λογοτεχνική μετουσίωση είναι αγκυρωμένη στη «μητρική γλώσσα». Θυμάμαι τον Καμύ να περιγράφει την εγγραφή στην ύπαρξή του των οικείων φωνών (της γλώσσας) και κυρίως την ομιλούσα σιωπή της κωφάλαλης και αναλφάβητης μάνας του. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο μέσω μια συγκεκριμένης «θέασης» αλλά και στον Άλλο μέσω της ερωτικής πράξης. Ο αντικειμενικός χώρος που είχε εγγραφεί στο «σώμα» του Αλμπέρ Καμύ είναι η τραγικότητα του μεσογειακού πολιτισμικού «εδάφους». Στο Σωτήρη Δημητρίου εγγράφεται η τραγικότητα της Πόβλας. Αλλά αυτή η τραγικότητα μοιράζονταν με την «δακρυρόεσσα φιλαλληλία» κι έτσι απαλύνονταν. Κυρίως όμως υπονομευόταν από την φυσικότητα των ανθρώπων και την πεποίθηση ότι στη φύση όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Αντίθετα, ο άνθρωπος της πόλης «καταπίνει», αφού η έκπληξη, το δέος, το αλαφροΐσκιωτο και κυρίως «η αποφόρτιση του διηγείσθαι» του χωριάνικου πολιτισμού εξέλειπε. Γι’ αυτό στην πόλη η ψυχή παθαίνει λουμπάγκο από το βάρος. Το πρόσωπο χάθηκε υπέρ του μαζικού ατόμου. Η ενότητα έγινε μόνο εξωτερική. Να και ο εμφύλιος, όπου οι «κακοί» είναι οι κομμουνιστές! Καθώς κατά τη γνώμη του συγγραφέα επιχειρούσαν «να επιβάλλουν την ιδανική ζωή» σ’ έναν «υψηλότατο» (και ιδανικό;) πολιτισμό. Δεν θα επιμείνω στις εξειδανικεύσεις («μέχρι το χωράφι της πήγαινε μια χωριάτισσα κι αυτά που είχε να διηγηθεί ήταν ολόκληρη περιπέτεια») και τις συγκρίσεις του συγγραφέα(προδήλως διαφωνώ. Συμφωνώ βέβαια με την απομάγευση και την ανάγκη «αναμάγευσης» και την επανεύρεση της φυσικότητας, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Η ζωή ως γιορτή του χωριάνικου πολιτισμού, αυτή που επιχειρεί να αναπαραστήσει ο συγγραφέας παραπέμπει στα «ταγικά υπολείμματα», στα άδεια κουτιά μπύρας, στα άδεια μπουκάλια κρασί, στα χαρτιά, στα σκουπίδια τελικά της γιορτής, που όμως έχουν απογυμνωθεί από επιθυμία. Είναι αδύνατη η επιστροφή, το να ξαναζήσεις τη μνήμη, περνώντας ξανά στην Πράξη της χωριάνικης ζωής). Γι’ αυτό επιστρέφω στη Μάνα. Επιστρέφω γιατί εκ πρώτης όψεως στους άντρες φαίνεται να έχουμε τη λατρεία της θεάς Μάνας(ταυτόσιμη με τη θυσία, το ολοκληρωτικό δόσιμο), στις γυναίκες (Μαργαρίτα Καραπάνου) έχουμε τη μάνα-Χάρο! Στην πραγματικότητα, όμως, και στους άντρες έχουμε τη μάνα-δεσμώτη με τις αλυσίδες της αγάπης: «Με ανακούφιζε λίγο καθώς φανταζόμουν την, μόλις χαμογελαστή, συγκαταβατικότητά της, αν τυχόν μάθαινε τις σκέψεις μου. Βέβαια μάλλον έφταιγε κι αυτή για τον εγκλωβισμό στο πρόσωπό μου. Μερικές δε φορές αναλογιζόμουν πώς να μοιάζει η ζωή χωρίς αυτήν, με τις πάμπολλες επιλογές, την χαώδη ελευθερία, την αδιαφορία για την ύπαρξή μου. Φανταζόμουν το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μετά το θάνατό της και την απαλλαγή απ’ την μαθητική καθήλωση στις διακρίσεις». Η απόπειρα απελευθέρωσης από τη μητρική αγάπη αποτυγχάνει ακόμη και μετά το θάνατό της. Γιατί τότε δεν παλεύεται. Γίνεται μια διηνεκής ενοχή: «Ήπρεπε να την είχαμε σαν το λίγο το νερό και την απαρατήσαμαν». Ενδεχομένως, αυτό οι ψυχαναλυτές να το πούνε ευνουχισμό. Αλλά ενούχοι είναι ο ίδιοι, αφού τους λείπει κάτι, αυτή η καταπληκτική αγάπη της χωριάνικης μάνας (εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Σωτήρη Δημητρίου).
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

3 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Καλημέρα, Γιώργο, και χρόνια πολλά.
Έτυχε να τελειώσω σήμερα το βιβλίο και έπεσα πάνω στην κριτική σου. Πολύ ωραία αυτή η αυθεντική ζωή, πολύ ωραία η αναπόληση και η νοσταλγία. Την αποτυπώνεις πολύ καλά. Αλλά δεν άκουσα τίποτα για τον βερμαλισμό ειδικά στην αρχή, για την ομφαλοσκόπηση που δεν αφήνει το βιβλίο να ανοιχτεί στον αναγνώστη, στον στατικό χαρακτήρα που αυτοπεριορίζεται, για τη μανιέρα της ηπειρώτικης λαλιάς που πλέον δεν ικανοποιεί...
Έτσι για έναν αντίλογο σε όσα λες, γιατί συχνά βλέπουμε μονόπλευρα.
Πατριάρχης Φώτιος

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ είπε...

Καλησπέρα και αντεύχομαι. Σε παρακαλώ ξαναδιάβασε το κείμενο της κριτικής. Είμαι κατά της νοσταλγίας και της "αυθεντικής" ζωής με την έννοια της εξιδανείκευσης. Ναι στη συλλογικότητα, όχι στο χυδαίο ατομικισμό, αλλά όχι επιστροφή στο χωριάνικο πολιτισμό. Θεωρώ ότι η σύγκριση του χωριάνικου πολιτισμού με την πόλη, που κάνει ο ΣΔ, είναι μη δυνατή καθώς η πόλη με τους επικοινωνιακούς της θεσμούς(Κ. Τσουκαλάς) δεν υφίσταται. Άρα η σύγκριση γίνεται μ' έναν πολιτισμό που δεν υπάρχει και έναν (πόλις-άπολις) που τείνει να εξαφανιστεί. Όσο για τα "αρχικά", επειδή γνωρίζω το Σωτήρη, είναι τα πιο τραγικά παρά την κάλυψη της "ελαφράδας". Όσο για την ηπειρώτικη λαλιά, τι σημαίνει δεν ικανοποιεί; Μία λαλιά(language)είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός. Με όχημα αυτή τη λαλιά εγώ, ως ηπειρώτης, ανασύρω μνήμες-γεγονότα και πρόσωπα- και μία ορισμένη ποίηση. Σ' έναν μη ηπειρώτη όχι μόνο δεν λέει τίποτα, αλλά είναι και φρικτά βαρετή. Εκτός και είναι ο Λεβί-Στρος! Μέμφομαι τον Σωτήρη για "καθήλωση". Βαριά κουβέντα αδερφέ. Γι' αυτό σου λέω ξαναδιάβασε το κείμενο.
Καλές γιορτές

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Ομολογώ πως τα σχόλιά σου είναι πιο κατατοπιστικά από την ίδια την κριτική σου, όσο κι αν την ξαναδιάβασα. Έχει μια θολή τεθλασμένη διατύπωση που αποπροσανατολίζει. Κι αν κατάλαβα πάλι καλά το σχόλιό σου, η ηπειρώτικη λαλιά δεν λέει τίποτα σε κάποιον μη Ηπειρώτη -ακριβώς αυτό που λέω κι εγώ (αν και είμαι Ηπειρώτης). Πόσο μάλλον που εγώ επισημαίνω ότι "δεν ικανοποιεί" η μανιέρα της χρήσης της.
Καλά Χριστούγεννα
και πάντα διεισδυτικές κριτικές.
Πατριάρχης Φώτιος

ΥΓ. Έχουμε έναν κοινό γνωστό (διαδικτυακό δικό μου, πραγματικό σε σένα), τον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη. Σε εκτιμώ μέσω εκείνου.