Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ευσταθιάδη Μαρία

Κι εδώ, όπως και στον Σωτήρη Δημητρίου(το προηγούμενο Σάββατο), ανασύρονται τα «αρχειακά δεδομένα» της μνήμης. Αυτά που είναι καταχωνιασμένα και απωθημένα, αλλά είναι συγχρόνως και ασύνηδες «κατευθυντήριες αρχές ζωής». Η Μαρία Ευσταθιάδη στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» (εκδόσεις Κέδρος) μιλάει για τις «μικρές και τις μεγάλες ουλές», για τις πληγές, για ό,τι μας κατευθύνει: «Πάντοτε αυτό κάνουμε, μιλάμε γι’ αυτά μιλώντας για άλλα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Αυτά κρατούν τα αόρατα γκέμια». Εδώ η μορφή είναι διαλογική, θεατρική. Ένας εσωτερικός διάλογος, όπως και στην αφήγηση του Δημητρίου. Αλλά εδώ είναι ο Πατέρας που εξειδανικεύεται, ενώ η μητέρα μισείται. Εν προκειμένω, δεν είναι η αγάπη της μάνας που γίνεται η βελούδινη αλυσίδα των αντρών, αλλά το βλέμμα, αυτό που θέλει να σε δει, όπως εκείνη θέλει («…νοσταλγεί με σπαραγμό αυτό που δεν έγινα»). Απ’ αυτό το βλέμμα θέλει να απαλλαγεί «Η Φωνή» μαζί με τα «καλοραμμένα, καθωσπρέπει» ρούχα της μητέρας της, «τον τακτοποιημένο τον ψεύτικο κόσμο σας». Και η φυγή εγγράφεται παιδιόθεν ως ασίγαστη επιθυμία: «Θα φύγω με το τσίρκο Μεντράνο εγώ». Εδώ η φυγή δεν γίνεται προς το χωριάνικο καταφύγιο του Δημητρίου αλλά στις πόλεις: «Στις πόλεις ονειρεύεται, στις άγνωστες σκοτεινές πόλεις. Στο σκοτάδι το φως είναι πιο φωτεινό… Εκεί ψάχνει αντικλείδια. Γι’ αυτό κάθε τόσο φεύγει». Τελικά, η φυγή αναπληρώνεται με «μικροκοπάνες». Οι γονείς απόντες. «Ήθελε να είναι αγόρι». Ευνουχισμός της θηλυκότητας(ή ο φθόνος του πέους); Μάλλον ευνουχισμός από κάτι, από ένα ελλείπον. Από αγάπη. Να και η αθώα παιδικότητα, ο (ανα)μαγεμένος κόσμος, εκεί που δύο κούκλες είναι «παρουσίες» (όπως τα «ανθρωποπράματα» του Δημητρίου). Αλλά να και πάλι το βλέμμα της μητέρας, ή καλύτερα το βλέμμα θαυμασμού των άλλων για την όμορφη μητέρα. Πώς να γίνεις σαν κι αυτή; Μίσος, ζήλια. Ή μήπως αίτημα για αγάπη; (Ο Δημητρίου, ένας άντρας είχε τη μητρική αγάπη και το λακανικό πρόβλημά του είναι να την «ξεφορτωθεί»). Εδώ η μητρική αγάπη δεν είναι το ενεργητικό δόσιμο του εαυτού, αλλά μάλλον ένα φαντασιακό και ναρκισσιστικό πάθος, ένα είδος διαστροφής, καθώς είναι μία απόπειρα να αιχμαλωτίσει τον άλλον/η στον εαυτό της, δίκην αντικειμένου. Εδώ η αγάπη (ουσιαστικά η επιθυμία ν’ αγαπηθούμε) επιδιώκει την υποδούλωση του άλλου στη δική μας φαντασίωση. Αντίθετα, το ενεργητικό δόσιμο της αγάπης στοχεύει στον άλλον, στο είναι του (όπως είναι) και όχι στην ιδιαιτερότητά του(όπως θα θέλαμε να είναι). Βέβαια, δεν πρόκειται για μία διαφορά της αγάπης του χωριάνικου πολιτισμού και του πολιτισμού των πόλεων (όπως θα έλεγε ο Σωτήρης Δημητρίου), αλλά για τον αλτρουισμό του χριστιανικού πολιτισμού κι ενός διεστραμμένου ατομικισμού που καλλιεργεί ο χομπσιανός πολιτισμός, ή αλλιώς ένας χριστιανικός θεός της δύναμης(κατάκτησης) και όχι της αγάπης και της συμπόνιας. Οι ψυχαναλυτές (όσοι εξ αυτών αρνούνται τις ιστοριο-κοινωνιολογικές προσεγγίσεις) μιλούν για ερωτική νεύρωση, που προέρχεται από τη φαντασιακή οργάνωση της συνείδησής μας. Έτσι, θεωρείται ότι η εγωιστική αγάπη (δηλαδή η νευρωσική αγάπη) έχει σχέση με ένα υπερβολικό συναίσθημα και μια συναίσθηση υπερβατικότητας που πηγάζει από τον εγωισμό και την παιδική φαντασία. Γι’ αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις το μίσος είναι το ίδιο πράγμα με μία ορισμένη αγάπη (μισαγάπη). Στη φαντασιακή διάσταση του μίσους θέλουμε να υποδουλώσουμε τον άλλο μέσω της καταστροφής του. Η αγάπη θέλει την ανάπτυξη του άλλου(να τον κάνει καλύτερο απ’ αυτόν ώστε να καθρεφτιστεί-ναρκισσευτεί καλύτερα), ενώ το μίσος θέλει να τον μειώσει(έχει τον άλλο όσο περισσότερο τον καταστρέφει). Άρα η πραγματική αγάπη είναι ένα Δώρο χωρίς ανταπόδοση. Ακριβώς όπως το δώρο του Μώς, ή το δόσιμο στο πότλατς, ή ακόμη όπως το κατάλαβε ο Αλτουσέρ στο «μέλλον διαρκεί πολύ», μόνο που χρειάστηκε πρώτα να στραγγαλίσει τη γυναίκα του!
Στην Ευσταθιάδη η διεστραμμένη αγάπη που δέχεται η… Ηλέκτρα-Φωνή δεν προκαλεί ενοχές (δεν ενδοβάλεται, δεν γίνεται ενοχή όπως στον Δημητρίου) αλλά «θυμός», επιθετικότητα για τη μητέρα, «αθώωση» για τον Πατέρα μέσα από το ξεπέρασμα του φόβου(Νόμου). Στον πατέρα την γοήτευε «η δυνατότητα που είχε να φεύγει». Αυτό χαρακτήριζε τη «δύναμη» του πατρός. Αυτή τη δύναμη ήθελε να οικειοποιηθεί. Μόνο που η οικειοποίηση είναι αδύνατη, το πρόσωπο μένει χωρίς πρόσωπο καθώς δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να ανακτηθεί λόγω της απουσίας, μιας βίαιης παρούσας απουσίας. Αντί του προσώπου οι μάσκες, οι μεταμφιέσεις. Η φυγή μέσω των υποκατάστατων. Ψευδαίσθηση ελευθερίας. Κι ύστερα ο πυροβολισμός προς την μητέρα: «Με τσάκισε». Και να ο Ορέστης, ο άγνωστος αδελφός που θα ήθελε να έχει. Ο μητροκτόνος. Ή καλύτερα για να γίνει αυτή μητροκτόνος μέσω άλλου. Και οι Ερινύες είναι εδώ. Είναι τα ομοιώματα, οι οικογενειακές φωτογραφίες. Κι ο θυμός. Συσσώρευση θυμού. Σωρίτης. Μια ανεξέλεγκτη δύναμη. Κανένα δώρο, «δώρο κάλεσμα», δώρο χωρίς ανταπόδοση ποτέ. Σπασμένοι καθρέφτες. Κατακερματισμένα Εγώ. Πόνος. Ένα βιβλίο είναι «μία κραυγή, ένα λογοκριμένο ουρλιαχτό».
Στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» ή στο «κόκκινο σπίτι» κατοικούν «όλες οι ανεπανόρθωτες απώλειες», τα «ανολοκλήρωτα πένθη». Αυτές που σημαίνουν κι ένα χαμένο κομμάτι μας. Όπως η πέστροφα που επιστρέφει για να γεννήσει στις πηγές και χάνει τα κομμάτια της από την πλεύση στο αντίθετο ρεύμα, από τα φοβερά άλματα που μερικές φορές καταλήγουν στα βράχια. Μια φυγή προς τα πίσω, ή μια φυγή μπροστά; «Μακριά από το μισητό εγώ». Σ’ ένα ακόμα αλλού. Μία ακόμη φυγή. Προς τα πού;
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

1 σχόλιο:

VITA MI BAROUAK είπε...

Την πρώτη φορά που μου είπε ένας φίλος ότι οι Σουλιώτες δεν είχαν μητρική γλώσσα τα ελληνικά, άρα δεν ήταν έλληνες, αλλά αρβανίτες, πήγα να τον καρυδώσω.

Μα αφού πολέμαγαν τον Αλβανό Αλί Πασά, αφού ο παππούς μου που ‘ταν απ το Σούλι (μια από τις 17 οικογένειες οπλαρχηγών) αρβανίτικα δεν ήξερε.
Αντίθετα οι παππούδες εκείνου που μου το σφύριξε, (κι εκείνοι απόγονοι οπλαρχηγών του Σουλίου), τα μίλαγαν φαρσί τα Αρβανίτικα.
Ζέρβας αυτός, Μπέκας εγώ.
Ο αρχηγός των εθνικοφρόνων του ΕΔΕΣ Ζέρβας δεν ήταν κι αυτός;
Τι σου είναι τα Βαλκάνια...
Gogol Bordello!