Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009
Τριανταφύλλου Σώτη: Άμπατρος
«Ο λογικός άνθρωπος προσαρμόζεται στον κόσμο. Ο παράλογος επιμένει να προσαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Άρα, η πρόοδος εξαρτάται από τον παράλογο άνθρωπο. Αυτή είναι μία από μόνο από τις αιτίες που ο θάνατος του Έντμουντ Γιάρροου μου προξενεί βαθειά θλίψη...», έγραψε στο συλυπητήριο σημείωμα που έστειλε στη Μόλλυ Γιάρροου ο Μπέρναρντ Σω, επανεντάσσοντας το παράλογο, πριν από τον Φουκώ, στο «λογικό» σύστημα της κοινωνίας. Τα όρια της λογικής και του παραλόγου, όπως καθορίζονται από τον συσχετισμό δύναμης των κοινωνικών τάξεων και όπως αυτά υπερβαίνονται από τα μέλη τους, είναι το μοτίβο του νέου μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ-Γιάρροου, ο αποστάτης της τάξης του, το «άλμπατρος» της Μόλλυς Γιάρροου, πραγματοποίησε επιτέλους το «βυρωνικό του ταξίδι» του και πέθανε, όπως ο ήρωάς του, στο Μεσολόγγι. Ο Έντμουντ θα μπορούσε να είναι ο Μπέρτραντ Ράσελ, θα μπορούσε να είναι ένας ακτιβιστής Μαρξ, μα πιο πολύ θα μπορούσε να είναι ένας εξωστρεφής Βίτγκενσταϊν της Πράξης.
Βρισκόμαστε στο 1880, την «εποχή μεταξύ των εποχών»: Η αυτοκρατορική Βρετανία της Βασίλισσας Βικτωρίας βρίσκεται στα όρια της ακμής και της παρακμής της· οι βικτωριανές, πουριτανικές αξίες κυριαρχούν· την ίδια στιγμή, όμως, το εργατικό και το γυναικείο κίνημα καθώς και το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας εισέρχονται στην πολιτική ημερήσια διάταξη. Η πρόβλεψη του Μαρξ ότι η επανάσταση θα επισυμβεί στην αναπτυγμένη βιομηχανικά Αγγλία καταδεικνύει την «ωρίμανση των αντιφάσεών» της. Οι νέοι διανοούμενοι του Λονδίνου αρνούνται την «κενή πόζα» τόσο της παρηκμασμένης κουλτούρας της αυλής της Βασίλισσας Βικτωρίας όσο και το νεοπλουτίστικο κιτς της ανερχόμενης αστικής τάξης. Πολλά μέλη της νεότερης γενιάς, υποφέρουν τρομερά από την ασυμφωνία του κόσμου όπως είναι και του κόσμου όπως θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τις δικές τους αρχές, και μεταξύ της νεύρωσης και της άρνησης προτιμούν τη δεύτερη. Ένας απ’ αυτούς ο Έντμουντ Μάθιουσελντ θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Καίημπριτζ, την προδιαγραμμένη στο «όνομα του πατρός» πορεία του, και θα μετουσιώσει την άρνησή του, αφού ξεφτιλίσει τους κανόνες και την κυρίαρχη «πολιτική ορθότητα» που εκπροσωπεί η τάξη του, σε ριζοσπαστική πολιτική αντίδραση, γι’ αυτό και θα αποκληρωθεί από τον πατέρα του. Όσοι από την τάξη του δεν επιτυγχάνουν αυτό το passage a l’ acte καταλήγουν στη νεύρωση των ροδόκηπων ή της ιππασίας, στην ηθική ακαμψία, που αντιστοιχεί και ενισχύεται από τις πουριτανικές αξίες, και στην αποχαύνωση. Απέναντι στις βικτωριανές αξίες θα βρεθεί ο μύθος και η πράξη του λόρδου Μπάυρον, πραγματικό ευαγγέλιο για τους αποστάτες της αστικής τάξης· απέναντι στη συντηρητική πολιτική θα σταθεί η ποίηση και ο παράφορος ρομαντισμός. Ανάλογες καταστάσεις λαμβάνουν, εξάλλου, χώρα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η jung wien αντιδρά το ίδιο στην αυλή των Αψβούργων και ο Βίτγκενστάιν χαρίζει την τεράστια πατρική του περιουσία στις αδελφές του, ενώ πηγαίνει εθελοντής στο στρατό, όταν ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ αντίθετα αποφεύγει τη στράτευσή του, καθώς ήδη είναι στρατευμένος στην πολιτική, αλλά το άλτερ έγκο του, ο ομοφυλόφιλος μαρκήσιος Νέλσον Τζαίημς αναγκάζεται να γίνει στρατιωτικός· συμμετέχει στον πόλεμο των Μπόερς· λιποτακτεί και εκτελείται.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει «η ένδεια του καιρού» που αδυνατεί να ενδυθεί την «ορεινή πορεία» των ερωτημάτων και από την άλλη υπάρχει η νέα γνώση, η έλλογη διαύγαση των συμβαινόντων και η προσφυής ενθυμική βίωση, η εμπειρία. Στη Βρετανία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, που είναι ο κεντρικός «τόπος» του μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου, ένα μέρος των νέων μεγαλοαστικής προέλευσης θα προσπαθήσει να γεμίσει το «διψαλέο κενό του», ακολουθώντας τον παράφορο ρομαντισμό του Μπάυρον. Στόχος της ζωής και του αχαλίνωτου Εγώ θα γίνει η αίσθηση της ύπαρξης μέσω της διακινδύνευσης του ταξιδιού και της περιπέτειας καθώς και των ακόλαστων επιδιώξεων κάθε είδους. Αυτή θα είναι η απάντηση στον βικτωριανό πουριτανισμό και των πέντε Π της βρετανικής αυτοκρατορίας που είναι: «Περιέργεια, Πολιτική, Περιπέτεια, Πατριωτισμός, Πολιτισμός».
Η συγγραφέας, παράλληλα με τους «επάνω», ακτινογραφεί και τους «κάτω», τους ανθρώπους της απέναντι όχθης. Η Μόλλυ Γιάρροου καταφέρνει, από τη δική της πλευρά, να ξεφύγει από την τάξη των εξαθλιωμένων· μορφώνεται και λαμβάνει μέρος στο κίνημα για την ψήφο των γυναικών. Αλλά μεταξύ των ασυμφιλίωτων κομματιών, που χωρίζει ο Τάμεσης, υπάρχει ένας κοινός τόπος, η καρδιά του Λονδίνου, η χοάνη των ιδεών και του πολιτικού ακτιβισμού, το Σίτυ. Εκεί η Μόλλυ θα συναντηθεί με τον Έντμουντ Μάθιουσελντ, και θα παντρευτούν. Η «αβύθιστη» Μόλλυ είναι εξοικειωμένη με το θάνατο, ο ναρκισσισμός της είναι μηδενικός: «Δεν ήθελε να γίνει τίποτα, ήθελε να είναι αυτό που ήταν». Γι’ αυτό αγαπάει βαθιά, σαν τον Home Generique (τον Καθολικό Άνθρωπο) του Μαρξ (Ιρλανδικό ζήτημα). Αντίθετα, ο ναρκισσισμός του Έντμουντ, που σιχαίνεται τους μαρξιστές, επιθυμεί τον μισαλλόδοξο, «εκστατικό έρωτα» που θα είναι μόνο γι’ αυτόν· αποζητά την αποκλειστικότητα. Η Μόλλυ το μόνο που επιθυμεί είναι ότι «πρέπει να κάνει την απελπισία ανίκητη ελπίδα» και έτσι κάνει τον Έντμουντ, δίκην Τζ. Τζόυς, να παραληρεί από «έρωτα» και ζήλεια! Ο αποστάτης της τάξης του, ο Έντμουντ, παρά τους τροπισμούς του στέκεται απολιθωμένος, σαν τη νάγια την ορχούμενη, μπροστά στη ναρκισσιστική τελειότητα της νιότης του. Γι’ αυτό, τελικά, θα πεθάνει ματαιόδοξα σαν τον Μπάυρον στο Μεσολόγγι, «στο κέντρο της σιωπής και της βραδύτητας», γιατί ήθελε «ν’ αφήσει ένα γλυκό σημάδι πίσω του...».
Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι άφθαστος τεχνίτης, και δομεί μ’ εκπληκτικό τρόπο ένα σύνθετο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας άρεσε ιδιαιτέρως η άρνησή της να υπακούσει στην «επίσημη ορθογραφία» που έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Και μια διόρθωση: Το «άλμπατρος» μπορεί να είναι και ποίημα του Μπωντλαίρ, αλλά η συγγραφέας, όπως γράφει, το «δανείστηκε» από τον Κόουλριτζ
Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009
Ισμήνη Καπάνταη
Αναφέρομαι στο νέο μυθιστόρημα της Ισμήνης Καπάνταη «Με θέα τη ζωή» (εκδόσεις Καστανιώτη). Το πρώτο μέρος του βιβλίου («βιβλίο πρώτο») αναφέρεται και μας πληροφορεί για την οικογένεια της συγγραφέα(η πρόσληψη του έργου είναι καλύτερη αν γνωρίζουμε τη συγγραφέα). Όλα ξεκινούν στην ανάγνωση της διαθήκης του πλούσιου θείου. Εκεί αρχίζουν οι μνήμες να ανακαλούνται συμπυκνωμένες. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται για να αρχίσει η περιπέτεια της γραφής. Να, λοιπόν, που εν προκειμένω η γραφή δεν είναι παρά η παράθεση και κατάθεση των «ταγικών υπολειμμάτων»(ταγικών όχι τραγικών), αυτών των «σκουπιδιών» που αποκλείστηκαν από την επιλεκτική μνήμη, αλλά που εντούτοις δεν είναι σκουπίδια. Από εδώ ο ένας θείος, ο αδερφός του πατέρα, άκληρος, με μόνο σκοπό και νόημα στη ζωή του τη συσσώρευση χρήματος και δύναμης. Στην αντίπερα όχθη, η θεία Ελπίδα, η αριστερή, η πραγματική μάνα, αφού αυτή μεγάλωσε τα παιδιά. Βέβαια, η σύγκρουση δεν αναπτύσσεται εντός της οικογένειας με πολιτικούς όρους. Αντιθέτως, η Καπάνταη προκρίνει την πολιτιστική σύγκρουση όπως εκφράζεται και βιώνεται μεταξύ της φυσικής μάνας, της «μικροαστής» Δήμητρας ή Ντιντής και της διανοούμενης, αριστερής Ελπίδας. Έτσι, το θέμα των Ελλήνων προσφύγων και των σχέσεών τους με τους γηγενείς θα λάβει διάφορα χαρακτηριστικά, όπως δυσπιστία, απαξίωση αλλά και δαιμονοποίηση. Ο μόνος τρόπος εξάλειψης του ρατσισμού απέναντι στους «-ογλου» ή «τουρκόσπορους» ήταν το χρήμα των τελευταίων. Συνεπώς η οικονομική επιτυχία ήταν όρος για την ένταξη των προσφύγων, ακριβώς όπως και στη χώρα των μεταναστών την Αμερική. Άλλη κορυφαία, προγενέστερη, αλλά διαρκέστερη αντίθεση ήταν αυτή μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών. Όμως, εκτός από τις αντιθέσεις που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία υπάρχουν και οι ιδιότυπες συνθέσεις, όπου «και οι κομμουνιστές τα ίδια πάνω κάτω διδάσκουν με τον Χριστούλη, που ’διωξε τους εμπόρους απ’ το ναό… Ο Χριστός δεν είπε ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον άλλον στον πιο φτωχό;…». Έτσι, εδώ η θρησκεία δεν λειτουργεί σαν όπιο του λαού(Μαρξ) αλλά σαν κάτι «παρηγορητικό»(Βόνεγκατ), σαν αυτό που απαλύνει ή ανακουφίζει από τον πόνο. Ή για να το πούμε αλλιώς, αυτή η σύνθεση οδηγεί στον «αγαθοκομμουνισμό», όπως άκουσα κάποτε τον Σωτήρη Δημητρίου να τον αποκαλεί! Στην Καπάνταη, όμως, όλα απαιτούν το μέτρο. Ακόμα και η καλοσύνη χρειάζεται μέτρο, αφού «τα αιμοβόρα θηρία που παραμονεύουν κρυμμένα, έτοιμα να κατασπαράξουν τους αγαθούς». Συνεπώς άλλο καλός, άλλο πρόβατο.
Ακολουθεί το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο «Πόλεμος». Εδώ παρατίθενται οι βιωμένες ιστορίες των μελών της οικογένειας(κυρίως της μάνας), όπως τις αφηγούνται στην μελλοντική συγγραφέα, αυτή τη συλλέκτρια λέξεων και αφηγήσεων. Οι ιστορίες της Ελπίδας που μιλούσαν για το άδικο του πολέμου, για τους ήρωες και τους σακατεμένους ή για τι «ζαλωμένες» γυναίκες της Ηπείρου, ήταν αυτές που γοήτευαν περισσότερο τη Σοφία. Η μεταπολεμική περίοδος θα σημάνει κι έναν άλλο βιασμό, αυτόν της χώρας από τους Άγγλους και τους Αμερικανούς με τη συγκατάθεση της ξενομανούς Ντιντής που δημιουργεί σχέση με τον Τέρυ, βιάζοντας την ψυχή της μικρής κόρης της Σοφίας που «τους βλέπει».
Το «βιβλίο τρίτο» είναι «Τα ‘’νομίσματα’’ της Σοφίας», είναι οι σκέψεις της. Εδώ παρουσιάζεται κα πάλι το θέμα της επιλεκτικής μνήμης. Για την ακρίβεια, η απώθηση ή η άρνηση «να θυμηθώ» είναι ένα πρώτο επίπεδο, ενώ η γραφή είναι, τελικά, για τη συγγραφέα μία δευτερογενής βίωση των γεγονότων, ένας μηρυκασμός. Ό,τι δηλαδή είναι η λογοτεχνική γραφή. Θεματικά το μυθιστόρημα, σύμφωνα με τη δηλωμένη πρόθεση της συγγραφέα, είναι η αποτύπωση της σημασίας της «οικογένειας και τι επίδραση μπορεί να έχει στα μέλη της». Και η πρώτη μεγάλη αλυσίδα που φορτώνει η οικογένεια στα παιδιά της-διαφορετικά στα αγόρια και τα κορίτσια- είναι το περίφημο «Τι θα πει ο κόσμος;». Ο «κόσμος» είναι με λακανικούς όρους «ο μεγάλος Άλλος» που τα πανθ’ ορά, που μας ακολουθεί, μας παρακολουθεί, μας ακούει και στο όνομα του οποίου (για την εκ μέρους του αναγνώριση) ενεργούμε, παθαίνουμε, δυστυχούμε ή χαιρόμαστε. Βλέποντας εμάς, ο κόσμος βλέπει ολόκληρη την οικογένεια, γι’ αυτό οι πράξεις μας εκθέτουν τους πάντες, αδέρφια, γονείς, παππούδες και θείους. Συνεπώς, τα άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι όμηροι μέσω των οποίων μας εκβιάζει και μας βιάζει ο «μεγάλος Άλλος», ο κόσμος, κάνοντάς μας να προσαρμόσουμε σ’ αυτόν την αποκλίνουσα λογική μας. Ένας τρόπος να αποφύγεις αυτό τον εκ-βιασμό, αυτό το όνειδος και την οδύνη, είναι να κρυφτείς εντός της οικογένειας, εκχωρώντας τις ενέργειες που συνεπάγονται ευθύνη και έκθεση στο «μεγάλο Άλλο», στον κόσμο, στα μέλη της οικογένειας. Έτσι «η οικογένεια ποτέ δεν μου επέτρεψε να είμαι μόνο ο εαυτός μου, να ’μια μονάχα εγώ…» σημειώνει η συγγραφέας-Σοφία. Άρα η σύσταση του Εγώ δεν επισυμβαίνει. Ώσπου να έλθει ο πρόωρα λήξας γάμος αλλά κυρίως η τρέλα του αγαπημένου ετεροθαλούς αδελφού, του προικισμένου Ορέστη(το καμάρι του πατέρα και της αριστερής Ελπίδας). Εδώ η τρέλα παρουσιάζεται ως αναχώρηση όχι εντός αλλά εκτός του κόσμου(«κλείστηκε σ’ έναν κόσμο δικό του»). Η ίδια η συγγραφέας παρουσιάζεται κι αυτή σαν αναχωρητής, αλλάς εντός του κόσμου. Για την ακρίβεια κινείται στα όρια, καθώς η δικής της λογική διαφέρει από την «κρατούσα»(εξ ου και η αφόρητη μοναξιά). Όσο για τους άλλους, εκείνοι είναι «ο εαυτός τους» ανάλογα με το συσχετισμό δύναμης. Η αριστοκράτης Δαπόντε είχε λόγω της δύναμης της οικογένειάς της τη δυνατότητα να είναι ο εαυτός της. Αντίθετα, η Δήμητρα ή Ντιντή έπρεπε «να βρίσκει τρόπους για να εξευμενίζει τους γύρω της». Η συγγραφέας είναι η διαφορετική, η δακτυλοδειχτούμενη, που θα συμφιλιωθεί με τη μητέρας της μόνο όταν εκείνη πεθάνει. Αλλά η διαπίστωση που σοκάρει είναι ότι «σαν λαός δεν έχουμε ταυτότητα πια, κι αν είχαμε, σιγά σιγά τη χάνουμε… ξενιτεμένοι όλοι στον ίδιο τους τον τόπο… δεν ανήκουν πια πουθενά, δεν ανήκουν, είναι μονάδες, λειτουργούν σαν μονάδες…». Οι «αριστεροί εκ του ασφαλούς», οι προδότες της τάξης τους είναι τίποτα μπροστά στην προηγούμενη διαπίστωση αλλά και μπροστά στον αριστερό εργάτη της Κοκκινιάς. Ύστερα η ανάγκη του να πιστεύεις, να ανήκεις κάπου σαν αντίδοτο στην αφόρητη μοναξιά. Αλλά να, η νέα εποχή έρχεται, είναι η εποχή της μεγάλης «απληστίας» των γιάπις. Η πραγματική οικονομία (πατέρας-μηχανουργείο) θα συγκρουσθεί με τα παιδιά(εικονική οικονομία-χρηματιστήριο) που εντέλει θα καταστραφούν(όχι όλα, όχι εντελώς). Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη σκηνή της διαθήκης, έτσι δηλαδή όπως άρχισε, και τη ρήση «μια οικογένεια είμαστε»! Ο ειρωνικός τόνος δείχνει την παρακμή του θεσμού της ευρείας οικογένειας αλλά και ενδεχομένως ότι έχει απομείνει, δηλαδή της πυρηνικής οικογένειας.
Συμπέρασμα: Αντικειμενικά το μυθιστόρημα είναι αξιοδιάβαστο. Υποκειμενικά, η Ισμήνη Καπάνταη είναι από τις αγαπημένες μου συγγραφείς.
Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009
Δάνδολος Στέφανος: Ο τελευταίος κύκνος
Στο αξιοδιάβαστο αυτό βιβλίο, ο Στέφανος Δάνδαλος κινείται στα όρια, σχοινοβατεί, ανάμεσα στην εκλαΐκευση και την εμβάθυνση. Κατά τη γνώμη μας τα κατάφερε.
Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009
Ζιν Χάουαρντ, διακηρύξεις ελευθερίας
Ένα άλλο ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι ο «νόμος και δικαιοσύνη» και η πολιτική ανυπακοή. Μπορεί κάποιος να μην υπακούει στο νόμο; Ναι, λέει ο Ζιν, αρκεί η πράξη του να συνάδει με τη δικαιοσύνη. Άρα όταν ο νόμος υπηρετεί την αδικία μπορεί να τον παραβαίνει κανείς. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν έχουμε παραβίαση του νόμου για κοινωνικούς σκοπούς. Το ανώτατο κριτήριο δεν είναι ο νόμος αλλά η δικαιοσύνη(υπ’ αυτή την οπτική ότι «είναι νόμιμο δεν είναι και ηθικό»).
Αλλά το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι ότι ο αντίπαλος των εργαζομένων είναι αόρατος. Όπως στα «Σταφύλια της Οργής» του Τζον Στάιμπεκ, όπου ένας αγρότης που έχασε τη γη του έρχεται αντιμέτωπος με τον οδηγό της μπουλντόζας που γκρέμιζε το σπίτι του, τον σημαδεύει με το όπλο, αλλά ο οδηγός του λέει ότι εκτελεί διαταγές ενός τραπεζίτη από την Οκλαχόμα, που ομοίως εκτελεί διαταγές ενός τραπεζίτη της Ν. Υόρκης. Ο αγρότης χτυπιέται: «Τότε εγώ ποιον να πυροβολήσω;»!
Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009
HOMO AMERICANUS(εκδόσεις Καστανιώτη)
Το πρόβλημα σήμερα των ΗΠΑ είναι η απώλεια του κύρους τους ως υπόδειγμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και η κρίση των νομιμοποιητικών όρων της πολιτικής τους. Γι’ αυτό οι επιστροφές, η ανάγκη για νέα αρχή. Η δεκαετία του 1920 είναι η στιγμή της ενηλικίωσης των ΗΠΑ, της απεξάρτησης από τα ευρωπαϊκά «δάνεια», της εκκίνησης του αμερικανικού οχήματος, που με καύσιμο την μεγάλη φαντασιακή κατασκευή και την «τεράστια ζωτικότητα των ψευδαισθήσεων» (το αμερικανικό όνειρο και η πίστη ότι «ο κόσμος στηριζόταν στο φτερό της νεράιδας») θα σπάσει όλα τα όρια ταχύτητας, δημιουργώντας τον σημερινό ίλιγγο του κενού. Τότε υπήρχαν «μόνο οι κυνηγημένοι, (και) αυτοί που κυνηγούν», «οι πλούσιοι (που) γίνονται πιο πλούσιοι» σημειώνει ο Φιτζέραλντ. Ακριβώς όπως και σήμερα. Ο υπέροχος Γκάτσμπι ήθελε να φέρει «πίσω το παρελθόν», να ξαναβιώσει την παιδικότητά του, που ήταν άθλια, ανασυστήνοντάς την μέσω του χρήματος. Ανάλογες επιστροφές στην «καθαρότητα», ή στη βίωση εκείνου που δεν βιώθηκε ή διέλαθε παρατηρούνται συνεχώς στις ΗΠΑ. Αλλά, ενώ ο Κρούγκμαν μιλάει για μία επιστροφή στη δεκαετία του 1920(ο ίδιος όπως και ο Ρίφκιν θα ήθελαν την επιστροφή στο 1960), ο Βόννεγκατ μιλάει για την επιστροφή στην εποχή με τα «ματζούνια»[40]!
ΟΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ
Στις ΗΠΑ «οι θυμωμένοι άνθρωποι» σαν τον Λεπέν βρίσκονται ήδη στην εξουσία, γράφει σε άρθρο του στους «The New York Times» o γνωστός οικονομολόγος του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης Πώλ Κρούγκμαν και αναφέρει την περίπτωση του πολιτικά ακραίου αμερικανού υπουργού Δικαιοσύνης, Τζον Άσκροφτ. Ο Κρούγκμαν, κάνοντας μία σύγκριση μεταξύ της Γαλλίας και των ΗΠΑ θεωρεί ότι ο Λιονέλ Ζοσπέν κατά το ανάλογο του Αλ Γκορ, αν και θαυμάσιος άνθρωπος, ήταν «άχρωμος» στην προεκλογική του εκστρατεία και έπεσε θύμα του εφησυχασμού και της απάθειας των «μετριοπαθών ψηφοφόρων». Το πρόβλημα του μεγάλου ποσοστού των «θυμωμένων ανθρώπων» και στις δύο χώρες οφείλεται στην ανασφάλεια και την επιθυμία τους να επιστρέψουν σε μια μορφή «καθαρότητας», σε παλαιότερες, δηλαδή, εποχές και παραδοσιακές αξίες στις οποίες δεν υπήρχε το ενοχλητικό μείγμα ανθρώπων και ιδεών που υπάρχει σήμερα.
Πολλοί αναλυτές στις ΗΠΑ, όπως και ο Π. Κρούγκμαν, εκδηλώνουν την αγωνία και το φόβο ότι η δυσαρέσκεια και η δυσανεξία τείνουν να μεταφερθούν πλέον από την περιφέρεια και τις φτωχές χώρες στην κοινωνική βάση των μητροπολιτικών κέντρων. Μόνο που αυτό συνέβαινε πάντα. Οι ΗΠΑ ως χώρα έχει δεχτεί τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα στην ιστορία. Και γι’ αυτό ανέπτυξε μία ποικιλότροπη πολιτική συμπεριλήψεων (ενσωμάτωσης) και αποκλεισμών. Κυρίως ανέπτυξε τις τεχνικές μετάθεσης της κεντρικής σύγκρουσης στην περιφέρεια μέσω της διόγκωσης των πολιτισμικών διαφορών των «κάτω», των γηγενών και των ξένων (νέων μεταναστών). Αλλά αυτοί που βλέπουν τη μετανάστευση ως σημερινό φαινόμενο, ισχυρίζονται πως επειδή τα παλαιά πολιτικά μορφώματα (τα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά και η Εκκλησία) και το εργατικό κίνημα έχουν αποσυντεθεί πλήρως, ο κίνδυνος της σύγκρουσης «κοινωνίας και αγοράς» φαίνεται να προέρχεται όχι πλέον από την αριστερά αλλά από την πλευρά του φασισμού. Θεωρούν μάλιστα ότι οι μεγαλύτερες βιομηχανικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν σήμερα μια τέτοια σύγκρουση, που αν εδραιωθεί και σκληρυνθεί μέσα στο πολιτικό αδιέξοδο, τότε το έδαφος θα είναι και πάλι έτοιμο για την πολιτική παρόρμηση που είναι γνωστή ως φασισμός. «Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν μπει σε μια προ-φασιστική κοινωνική κατάσταση που θα ωριμάσει με άσχημο τρόπο εάν επικρατήσουν οι επιταγές της αγοράς, εάν το εμπόριο και η χρηματοπιστωτική οικονομία αρνηθούν να υιοθετήσουν διαλλακτικότερες επιδιώξεις» γράφει ο Ουίλιαμ Γκρέιντερ, αρχισυντάκτης του περιοδικού Rolling Stone[41]. Η περίπτωση Χάιντερ στην Αυστρία και του Λεπέν στη Γαλλία φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις θέσεις αυτές που επαληθεύονται ακόμα περισσότερο στις ΗΠΑ όπου οι ομοϊδεάτες του Λεπέν, όπως σημειώνει ο Κρούγκμαν, βρίσκονται ήδη στην εξουσία εκ του γεγονότος ότι είναι ενσωματωμένοι στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Όμως, ο Λεπέν καταποντίστηκε από τον Σαρκοζί, καθώς ο δεύτερος ενσωμάτωσε το λόγο του πρώτου. Σημαίνει άραγε αυτό ότι και στην Ευρώπη οι φασίστες είναι πλέον στην εξουσία; Αλλά το πιο σημαντικό δεν είναι ότι ο φασισμός και ο ρατσισμός είναι στην εξουσία. Το σημαντικότερο είναι πως ο φασισμός και ο ρατσισμός έχουν ενσταλαχθεί στην «καρδιά» των «κάτω» της Ευρώπης, στους οποίους έχει επιβληθεί μια ξενοφοβική ανασφάλεια, που έχει αντικειμενική αφετηρία, αφού οι μετανάστες απειλούν τους «γηγενείς» στην εργασία (και υποστηρίζονται από τους «πάνω» ως φτηνή και απεργοσπαστική εργατική δύναμη). Εδώ φαίνεται η υπεροχή της πολιτικής δεξιάς από την αριστερά, καθώς η πρώτη επιβάλλει τη δική της πολιτισμική, ρατσιστική εξήγηση (φταίνε οι «κακοί» από την φυλετική τους κούνια μετανάστες), ενώ η δεύτερη αδυνατεί να αντιπαραθέσει τη δική της πολιτική εξήγηση, αποκαλύπτοντας το ψεύδος ό,τι για όλα φταίει η δήθεν παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, που δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη ακολουθεί τα βήματα και τις πολιτικές των έμπειρων Αμερικανών στα ζητήματα αντιμετώπισης όχι μόνο των μεταναστών αλλά και των «κάτω» συνολικά. Κοντολογίς, ο ρατσισμός έχει μία καίρια πολιτική διάσταση που είναι ο διαρκής «εμφύλιος των κάτω» καθώς μεταθέτει τη σύγκρουση στην περιφέρεια(σε δευτερεύοντα ζητήματα), δημιουργώντας συνθήκες αποσυσσωμάτωσης και ελέγχου.
Μερικοί θεωρούν πως το κεντρικό οικονομικό πρόβλημα στην εποχή μας, η οποία δεν είναι και τόσο διαφορετικής φύσεως από την προηγούμενη βιομηχανική επανάσταση, είναι η υπερβολική προσφορά, «η συσσώρευση πλεοναζόντων εργοστασίων, καθώς χτίζονται συγχρόνως και νέα στις αναδυόμενες αγορές, η μαζική ανεργία και οι φθίνοντες μισθοί, οι αρρύθμιστοι εμπορικοί αγώνες για είσοδο στην αγορά και τα μερίδια στη βιομηχανική βάση, ο κορεσμός της αγοράς που ρίχνει τιμές και κέρδη, οι ανελέητοι ανταγωνισμοί που οδηγούν στη δημιουργία καρτέλ...» (Ουίλιαμ Γκρέιντερ: «Ο Μανιακός Καπιταλισμός»). Η υπερβολική λοιπόν προσφορά δεν μπορεί να απορροφηθεί ούτε από τον άνεργο καταναλωτή ούτε από το συνεχώς μειούμενο μισθό του εργαζόμενου. Η υπερσυσσώρευση λειτουργεί σαν ένα «πανωσήκωμα» που απειλεί να γκρεμίσει όλο το οικοδόμημα. Και είναι ψευδαίσθηση ότι το σύστημα μπορεί να αυτορυθμιστεί επιτυγχάνοντας μία ισορροπία μεταξύ προσφοράς-ζήτησης και χαλιναγωγώντας την τάση του κεφαλαίου για γρήγορη και υψηλότερη απόδοση. Η καταστροφή θα είναι βέβαιη αν δεν υπάρξουν άμεσα μέτρα ελέγχου του κεφαλαίου και στήριξης του «χαμένου της επανάστασης» που είναι η εργασία. Ο αντι-Ροβεσπιέρος δε αυτής της «επανάστασης», ο τρομοκράτης είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που επιβάλλει την ύψιστη αρχή «της μεγέθυνσης των αποδόσεων του κεφαλαίου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εθνική ταυτότητα ή οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες». Η σχετική αυτονόμηση μάλιστα του συστήματος οδηγεί και στη θυσία ακόμα και των μεγάλων παικτών, δηλαδή των «παιδιών» του συστήματος, πρωτίστως όμως οδηγεί στην αναντιστοιχία πραγματικής και εικονικής οικονομίας. Οι σκεπτικιστές αυτοί έχουν την πεποίθηση ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη, αρκεί οι όροι της μεγέθυνσης να επανακαθοριστούν με στόχο την επίτευξη μιας σταθερής ισορροπίας τόσο με την εργασία όσο και το φυσικό κόσμο. Η μεγέθυνση μ’ αυτούς τους όρους σημαίνει βελτίωση της «γενικής ευημερίας». Επισημαίνεται, όμως, η άμεση ανάγκη της επαναρρύθμισης της παγκόσμιας αγοράς, όσο είναι νωρίς, μέσω της επιβράδυνσης της κινητικότητας των κεφαλαίων και τον περιορισμό των αμιγώς κερδοσκοπικών εγχειρημάτων, με στόχο τη σταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος. Με άλλα λόγια, να υπάρξει μια λογική, αναλογική και ελεγχόμενη απόκλιση της «μη πραγματικής»-χρηματιστικής οικονομίας από την πραγματική οικονομία και να βοηθηθούν «οι περιφερειακές χώρες» να επιβιώσουν. Όλα αυτά, όμως, πρέπει να γίνουν αποδεκτά απ’ όλες τις χώρες και κυρίως απ’ αυτές που ωφελούνται σήμερα, όπως οι ΗΠΑ. Αλλά οι μεγάλες χρηματιστικές επιχειρήσεις αντιδρούν εντονότατα σε μια τέτοια προοπτική. Το ίδιο και οι μεγάλοι βιομηχανικοί κολοσσοί, καθώς βλέπουν ότι η ελεύθερη ροή κεφαλαίων μειώνει το κόστος εργασίας και δεν επιτρέπει τις κοινωνικές πολιτικές. Γι’ αυτό προτείνουν ρυθμίσεις στις οποίες θα δεσμεύονται μόνο οι άλλοι, όπως π.χ. η επιβολή de facto κανόνων στις διάφορες χώρες, μέσω της «βοήθειας» που θα παρέχει σ’ αυτές το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όμως, όλη αυτή η συλλογιστική που βασίζεται στη διάκριση προσφοράς-ζήτησης και την υποτιθέμενη δύναμη του καταναλωτή είναι ψευδής, όπως λέει ο Γκαλμπρέηθ. Το οικονομικό και πολιτικό μάρκετινγκ ελέγχει τους πάντες και τα πάντα.
Τέλος, η προτεινόμενη νέα ιδεολογία ενός «παγκόσμιου ουμανισμού» και ακόμα «ο συγκερασμός της αγοράς και της δημοκρατίας», «η επιβολή διεθνών κανόνων για ελάχιστα ημερομίσθια», «ο ιδιοκτήτης εργαζόμενος», «ο εθνικός έλεγχος πάνω στο παγκόσμιο κεφάλαιο» θεωρούνται υλοποιήσιμες μόνο μετά από μία καταστροφική κρίση, πολιτική ή οικονομική, αφού για την ώρα κανείς δεν σκέφτεται τέτοιου είδους διευθετήσεις. Ήδη, η καταστροφική επιστροφή σ’ ένα «φαιό» πολιτικό παρελθόν είναι ήδη ορατή...
ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΙΣΤΗ και η ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ
Οι νέες τεχνολογίες ως πίστη και λατρεία είναι μία ακόμη προσπάθεια μεταφυσικής νομιμοποίησης του status quo. Η αντίληψη ότι το μέσο είναι το μήνυμα είναι μία ιδεοληπτική υπερβολή, προερχόμενη από τη λατρεία των νέων τεχνολογιών, και για να ισχύσει απαιτεί την πίστη σε μία… πίστη είτε αυτή είναι ο προτεσταντικός φονταμενταλισμός είτε ο νέο-θετικισμός είτε ακόμη ο καλτ καταναλωτισμός είτε η νέα civil religion, η νέα πολιτική θρησκεία του αμερικάνικού πατριωτισμού (με την έννοια ενός κατασκευασμένου και προσαρμοσμένου «πολυπολιτισμού»), που καθιστά «ιερή» και απαραβίαστη την Αμερική. Χρειάζεται δηλαδή ένα νέο «ιδεολογικό» περιεχόμενο που παραδόξως περικλύει το μέσο και το οποίο δήθεν μεταδίδεται… κληρονομικά από μηχανή σε μηχανή! Αυτή είναι η συνέπεια μιας σχετικά νέας πίστης, που είναι η λατρεία της μηχανής και των νέων τεχνολογιών. Μια λατρεία η οποία εμφυλοχώρησε ακόμη και στην Αριστερά, δημιουργώντας έναν ακόμη ιδιότυπο μυστικισμό, που έχει ως αφετηρία την προτεσταντική παράδοση και συνδέθηκε με τον Θετικισμό (τη λατρεία της γραμμικής Προόδου μέσω των νέων τεχνολογιών) και τον καταναλωτισμό, για να καταλήξει στη σημερινή προσπάθεια δημιουργίας μιας civil religion της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, τη «νέα πολυθρησκευτική», ή «πολυπολιτισμική» θρησκεία, τη νέα πολύ-πίστη, που περιλαμβάνει όλους όσους πιστεύουν σ’ ένα Θεό (εκτός βρίσκονται μόνο οι άθεοι-άπιστοι) και έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας νέας «εμπνέουσας αξίας» (ή πολύ-αξίας), ενοποιώντας πνευματικά και πολιτικά (το ομοσπονδιακό Σύνταγμα παραμένει υπεράνω όλων) την αμερικανική αυτοκρατορία, όπως ο χριστιανισμός ενοποίησε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Έχουμε, δηλαδή, μία Civitas Dei που χρειάζεται συνεχώς νέες πίστεις και γιατί όχι νέους θεούς (καλτ πρόσωπα). Αυτή η χύτρα που θα χωράει τα πάντα, συμφύροντάς τα αδιακρίτως θα είναι η αντίληψη της «μετανεωτερικότητας».
Στη μετανεωτερική οπτική του κόσμου «όλα παίζουν» και «όλα παίζονται», αλλά και όλα είναι σχετικά μέσα στη γενικευμένη αβεβαιότητα. Γι’ αυτό ο ενδεικνυόμενος τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων είναι η «θεωρία των παιγνίων», οι θεωρίες του χάους και ο περίφημος νόμος της Τύχης, δηλαδή της απροσδιοριστίας. Μόνο που η μετανεωτερικότητα εμπεριέχει μια σοβαρή αντίφαση, αρνείται το απόλυτο, αρνείται τους νόμους (ακόμη και αυτός της απροσδιοριστίας είναι ένας «νόμος») και συνεπώς τις «ταυτότητες» και τις απόλυτες βεβαιότητες-πίστεις. Είναι δηλαδή μία πίστη που αρνείται την πίστη. Ή, διαφορετικά, είναι μία πίστη που ενσωματώνει και τη μη πίστη. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να παράσχει μια νέα «ταυτότητα» ειμή μόνο αυτή του χαμαιλέοντα που, όμως, τρελαίνεται σαν τον Άμλετ από την πληθώρα (πραγματικών ή ψευδαισθησιακών) επιλογών καθώς δεν ξέρει ποιο χρώμα να διαλέξει, όταν βρίσκεται πάνω σε μια πολύχρωμη σκωτσέζικη φούστα. Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε τις ΗΠΑ παρουσίασε πολλές δυσκολίες διότι τα παλαιά δίπολα «εσωτερικό-εξωτερικό», «δημόσιο-ιδιωτικό», «πόλεμος-ειρήνη» και ακόμη «παγκόσμιο-τοπικό» έχουν και δεν έχουν καταργηθεί, είναι και δεν είναι, αλλά προπάντων δεν έχουν αποσαφηνιστεί οι νέες αντιθέσεις. Αυτό οφείλεται στην μεταιχμιακή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε (σε μια εποχή μεταξύ των εποχών) και όπου η μεταβατικότητα διαπερνά τα πάντα, ενώ άλλοτε αποδυναμώνει και άλλοτε ενισχύει τις παλιές αντιθέσεις. Η πολιτιστική ομογενοποίηση ενισχύει μεν τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση αλλά συγχρόνως ενισχύει την τοπικότητα και τις ιδιαίτερες, εθνικές κουλτούρες, που αντιστέκονται στην εξαφάνιση. Ο πόλεμος, ή η βία αλλού γίνονται αποδεκτές ως εγγεγραμμένες στη… φύση των πραγμάτων (δημιουργική βία, δημιουργική καταστροφή κ.ά.) και αλλού λογίζονται ως παραλογισμός, τροφοδοτώντας ένα ογκούμενο παγκόσμιο φιλειρηνικό κίνημα. Η τέχνη και κυρίως η θρησκεία, παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ[42] είχε προδιαγράψει εδώ και δύο αιώνες ότι όσο και αν τις θαυμάζουμε δεν κλίνουμε πια το γόνυ μπροστά τους, λειτουργούν ακόμη λατρευτικά, διαμορφώνοντας ένα ακόμη δίπολο, δύο κόσμους: έναν που χρειάζεται τη θρησκεία για να τονώνει τη φαντασία των μαζών, νομιμοποιώντας τους σκοπούς της ηθικής και πολιτικής τάξης του και έναν άλλον, πιο περιορισμένο κόσμο που έχει αντικαταστήσει τη θρησκεία με την επιστήμη και την τεχνολογική επανάσταση χωρίς όμως τις μεταφυσικές και τις δήθεν ουδέτερες ιδεολογικά διαστάσεις τους. Τα μέλη του δεύτερου κόσμου δεν είναι άθρησκοι, αλλά μη-θρήσκοι, που αντιμετωπίζουν τη θρησκεία ως μέρος της «παράδοσης» και ακολουθούν το τελετουργικό της κατά τις σημαντικές γιορτές. Για να το θέσουμε αλλιώς, σήμερα υπάρχει ένας κόσμος που «κάνει ότι πιστεύει», ακολουθώντας ορισμένα θρησκευτικά τελετουργικά και ήθη, δίκην σεβασμού στην παράδοση και σ’ έναν τρόπο ζωής (lifestyle), όπως συμβαίνει στην Ευρώπη κι ένα μικρό μέρος των πολιτών των ΗΠΑ και σε εκείνους που «πιστεύουν πραγματικά», τους οποίους αποκαλούμε φονταμενταλιστές. Άρα το νέο δίπολο είναι «φονταμενταλιστές-μη φονταμενταλιστές»[43]. Υπ’ αυτή τη διάκριση, η Ευρώπη (χαμηλός αριθμός θρησκευόμενων) είναι «μη φονταμενταλιστική» ενώ οι ΗΠΑ καθώς και ένα σημαντικό μέρος του ισλαμικού κόσμου είναι φονταμενταλιστικό καθώς ο αριθμός των θρησκευόμενων εκεί (όπου η θρησκεία βιώνεται ως «ριζική εμπειρία») είναι τεράστιος. Παραδόξως, δεν έχουμε μία σύγκρουση της Ευρώπης με την Αμερική (τουλάχιστον όχι ακόμα), αλλά μία σύγκρουση των φονταμενταλισμών Δύσης και Ανατολής. Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε μία ταυτότητα, η οποία, όμως, παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη αντίθεση. Εδώ δεν έχουμε την ενότητα των αντιθέτων, αλλά την αντίθεση των ομοίων. Αυτό δεν είναι τόσο διακριτό λόγω της απόκρυψης της ύπαρξης του αμερικανικού φονταμενταλισμού. Ο Λευκός Οίκος οργανώνει βομβαρδισμούς άλλων φονταμενταλισμών, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που οι φανατικοί δεξιοί πολέμιοι της ανδρικής ομοφυλοφιλίας στις ΗΠΑ οργανώνουν τα «ξυλοφορτώματα των γκέι» κατά τη διάρκεια των οποίων τους βιάζουν, αποδεικνύοντας ότι πίσω από το φανατισμό τους κρύβεται η δική τους ομοφυλοφιλία! Όπως ο γκέι συναντά στον φανατικό αντι-γκέι τον εγελιανό «αντιθετικό προσδιορισμό» του, το ίδιο και ο αμερικανικός φονταμενταλισμός συναντά τον όμοιό του, ή καλύτερα ικανοποιείται με τη μορφή του αντιθέτου του που είναι ο ίδιος, δηλαδή το βιασμό του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
Βλέπουμε ότι δίπλα στα «παλαιά» δίπολα παρά την ανακήρυξη του «τέλους» τους έχουμε και νέα δίπολα, αλλά όχι νέες αντιθέσεις, καθώς τα κυρίαρχα δίπολα σήμερα (ΗΠΑ-Ισλάμ) είναι ταυτολογικά (δηλαδή ψευδοδίπολα)! Και κάτω από το σεντόνι των «ψευδο-αντιθέσεων» βρίσκονται τα πραγματικά και κυνικά οικονικο-γεωπολιτικά συμφέροντα. Αλλά το γεγονός και μόνο ότι η επίκληση των «ψευδο-αντιθέσεων» λειτουργεί στις ΗΠΑ και αλλού σημαίνει την ύπαρξη ενός πολιτιστικού «εδάφους» που τις αποδέχεται, νομιμοποιώντας τις πραγματικές δραστηριότητες και σκοπιμότητες.
Πάντως, καθώς η μεταβατικότητα καθιστά τα πάντα ρευστά, η προσπάθεια να καταγράψει κανείς το «νέο» εν κινήσει είναι αφόρητα δύσκολη και ανάγεται περισσότερο στην φιλοσοφική ενατένιση ή την ποιητική διαίσθηση. Όμως, μπορεί κανείς να προσδιορίσει πιο ορθολογικά γιατί φθάσαμε ως εδώ και όχι αλλού. Μπορούμε να διακρίνουμε γιατί σκεφτόμαστε έτσι και όχι αλλιώς και κυρίως να δούμε τις διαγραφόμενες τάσεις σ’ ένα πάντα ρευστό και συγκρουσιακό περιβάλλον. Αυτό προσπαθήσαμε εδώ.
Ενίοτε οι ιστορικές αναλογίες βοηθούν να «δούμε» το μέλλον. Αλλά πάντα οι αναγωγές είναι επικίνδυνες όταν πρόκειται για ριζικές αλλαγές. Πάντως, όλα είναι ανοιχτά. Και αυτή ή η άλλη έκβαση θα εξαρτηθεί από το συσχετισμό δυνάμεων, που αυτή τη στιγμή είναι καταφανώς υπέρ των «πλανητικών πάνω». Οι τελευταίοι δρουν χωρίς αντίπαλο αφού ένα κίνημα των «πλανητικών κάτω» δεν υφίσταται ούτε είναι ορατό ακόμη. Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός εξακολουθούν να δημιουργούν της αποσσυσωματώσεις και τις πολυδιασπάσεις των «κάτω» σε εθνικό επίπεδο. Στο πλανητικό πεδίο δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο εκτός από το «φόρουμ» στο οποίο επενδύει ο Νόαμ Τσόμσκι και που μέχρι στιγμής είναι η «σκιά» του G8, εξαντλούμενο σ’ ένα αντίπαλο θέαμα, που αποκτάει νόημα και διαφεύγει από τον έλεγχο μόνο όταν έχει νεκρούς. Καμία νέα «πίστη», κανένα νέο ιδεολογικό όχημα των «κάτω» δεν υπάρχει που να αντιπαρατίθεται ισχυρά στο αξιακό σύστημα των «πάνω», που είναι το Εγώ και το Χρήμα. Η ισορροπία μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας με τη διαμόρφωση «ορίων συσσώρευσης» είναι μία πλάνη, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, καθώς η προσπάθεια διαμόρφωσης κάτι τέτοιου σε εθνικό επίπεδο είναι σαν να προσπαθεί κανείς να ξεφύγει μόνος του από την παγκόσμια μαφία. Συνεπώς, ή θα υπάρξει ένα παγκόσμιο κίνημα που δεν θα αμύνεται απλώς αλλά και θα προτείνει, αντιπαραθέτοντας ένα νέο είδος ανθρώπου στο σημερινό εγωτικό κανίβαλο, ένα είδος που θα βρίσκει τον εαυτό του και την πλήρωσή του στο Εμείς, στη συλλογικότητα, που θα επανεφεύρει την Αγάπη ως αρμό των διυποκειμενικών σχέσεων σε βάρος της δύναμης και της απληστίας, που θα προτείνει μία προοπτική της εργασίας που δεν θα είναι άχθος αλλά δημιουργία, ή η σημερινή κίνηση με ιλιγγιώδη ταχύτητα του κανιβαλικού καπιταλισμού, που ήδη έχει στρατιωτικοποιήσει τις οικονομικές σχέσεις και σαρώνει το κράτος πρόνοιας, προς την άβυσσο θα συνεχιστεί αδιατάρακτα. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένα παγκόσμιο κίνημα της διευρυμένης πολιτικής και κοινωνικής «οικολογίας», που θα περιλαμβάνει τη σχέση μας με τη φύση (που σημαίνει επίσης ένα οικονομικό όριο στη συσσώρευση αλλά και να ξαναγίνουμε «φυσικοί») αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του «οίκου» που λέγεται Γη, των ανθρώπων ως μερών της φύσης. Αυτό σημαίνει επανένταξη του ανθρώπου και του πνεύματός του στη φύση και τη φύση του. Σημαίνει μια νέα φιλοσοφία και στάση ζωής, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν είναι εκτός αλλά εντός της φύσης. Σημαίνει εξάλειψη του ρατσισμού και σε πολιτικό επίπεδο απάλειψη της δυνατότητας των «πάνω» να μεταθέτουν τις συγκρούσεις στην περιφέρεια, δημιουργώντας τους εμφυλίους των «κάτω». Όλοι οι «κάτω» είμαστε μετανάστες στο σπίτι μας, ακόμη και στον εαυτό μας. Γι’ αυτό όλοι «οι άλλοι (δεν είμαστε αλλά αντικειμενικά) είναι εμείς». Ο πλούτος του μείγματος που θα δημιουργηθεί από αυτή τη συνάντηση ανθρώπων και πολιτισμών θα είναι εκρηκτικό και θα παράσχει ένα νέο πλούσιο νόημα ζωής όχι μόνο για τους «κάτω» αλλά και για τους «πάνω». Με άλλα λόγια, οι «κάτω», όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα, θα εκφράσουν και τα υπαρξιακά και οντολογικά αιτήματα των «πάνω». Βέβαια, «το μέλλον διαρκεί πολύ», όπως κάθε μεταβατική περίοδος, όπως κάθε εποχή μεταξύ των εποχών, όπως κάθε μεσαίωνας, όπου το παλιό έχει ξεθυμάνει τελείως αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμη εμφανιστεί…
Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009
Κακουλίδης Γιώργος
Ο τυφλός Έκτορας μεγάλωσε ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Λέσχης της Στιγμής και αφού σπούδασε δημιούργησε ένα δικό του κύκλο όπου δίδασκε την «ελευθερία της στιγμής». Η αποδοχή στη Λέσχη είχε ως αναγκαίο όρο να μπορείς «να νιώθεις πως κάθε στιγμή, που είναι η μητέρα της ευγένειας, είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να υπερασπιστείς αυτή την έρημη ζωή. Ο κόσμος αγνοεί τις στιγμές του, τις πετά, νομίζει πως δεν είναι τίποτα…». Η σπείρα των διαδοχικών στιγμών παράγει «φύση», αυτή που όταν «έρχεται η τρομερή τελευταία ώρα του καθενός, του δίνει τη δύναμη να χαθεί». Εδώ βλέπουμε ότι η βίωση των στιγμών επανασυνδέει τον άνθρωπο με τη φύση (από την οποία αποσπάστηκε κατά την Αναγέννηση σύμφωνα με τον Κώστα Παπαϊωάννου). Υπό μία άλλη οπτική, τη λογοτεχνική της Ισμήνης Καπάνταη, ο ου-τόπος της δικαιοσύνης, της αγάπης και του θεωμένου έρωτα για τον Άλλον υπάρχει και βιώνεται για μια στιγμή, εκείνη τη στιγμή της άρσης, της μεγάλης άρνησης, του ξεσηκωμού, τότε που συστήνονται οι βιογραφίες και συντελείται η Ιστορία, τότε που η ζωή, όπως και ο θάνατος, αποκτούν το νόημά τους. Έτσι, περίπου, καταλήγει η ηρωίδα της Ισμήνης Καπάνταη, όταν προτρέπει τον αναζητητή της ιστορικής αλήθειας να δει με «χριστιανική αρετή» και «ευσπλαχνία» τους ήρωες των ηττημένων, τους τρελούς και τους αλαφροϊσκιωτους (Ζηλωτές), αυτούς στους οποίους όλοι οι αδικημένοι που εξανέστησαν χρωστούν τη βίωση της ανεπανάληπτης στιγμής του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» και γι’ αυτό το λόγο τους απονέμουν τον τίτλο του «άλατος της Γης». Η διαφορά στον Κακουλίδη είναι ότι αυτός δεν μιλάει μόνο για τη μία, τη μοναδική ενδεχομένως Μεγάλη Στιγμή της Καπάνταη, αλλά για όλες τις στιγμές(κυρίως τις μικρές), που είναι ιερές και τους αξίζει ένας λατρευτικός χώρος, όπως η εκκλησία στο Μπουένος Άιρες, όπου η ιεροτελεστία είναι ο χορός, το τάνγκο. Για να καταλάβετε ακόμα και ο καρκίνος οφείλεται σ’ ένα «κύτταρο που δε βρίσκει ούτε μια στιγμή δική του για ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί…». «Ζήστε όπως θέλετε…» λέει το καταστατικό της Λέσχης της Στιγμής, ή «Ζήστε όπως σας ταιριάζει» που θα έλεγε κι ο παλιός ποιητής Τζιάκομο Λεοπάρντι, αλλιώς θα είστε ένας «πεθαμένος εν ζωή».
Οι αλκοολικοί εργάτες, οι μητέρες που είναι τιναγμένες στον αέρα, γενικώς οι τρελοί είναι οι απελπισμένοι που θέλησαν να ζήσουν τις στιγμές τους και δεν τα κατάφεραν. Γι’ αυτό ο χημικός ζουρλομανδύας, τα χάπια επιχειρούν την αναχαίτιση των στιγμών. Η «γιορτή της στιγμής» (στο εστιατόριο του Φιλίπο) μοιάζει με την «τρελίτσα», που οι Άγγλοι θα ονομάσουν moral insanity και ο Φουκό «ηθική τρέλα: «Τρέλα που καθιστά οιονεί αόρατη την απουσία κάθε αλογίας» (κρυφή τρέλα).
Η «τρελίτσα» ή η κρυφή τρέλα είναι η αντιπυρά που σώζει από την πυρά, από την τρέλα και δεν είναι παρά το τελετουργικό βύθισμα στις φαντασιώσεις, εκεί όπου το τραγικό πρόσωπο, που είμαστε, βρίσκει «μέσα στην νύχτα τη σκοτεινή αλήθεια της μέρας» (στη μανιο-κατάθλιψη που κατά τον Γουίλλις δεν είναι ασθένεια), είναι «κρυφή φωτιά, που εντός της μάχονται φλόγες (μανία) και καπνός(μελαγχολία), είναι ο φορέας αυτού του φωτός και αυτής της σκιάς». Αλλά τι σημαίνει τρελίτσα και σε τι διαφέρει από την «αντικειμενική», μη συνειδητή τρέλα; Αν ο μη τρελός μέσω της συνειδητής «τρέλας» επιχειρεί μέσω του λυρισμού και της τελετουργίας να βρει μέσα στη νύχτα το σκοτάδι της ημέρας. Ο τρελός και ο τραγικός δεν διαλέγονται, δεν έχουν κοινή γλώσσα, όπως παλιότερα(κλασική εποχή). Τώρα η τρέλα δεν είναι το σημάδι ενός άλλου κόσμου αλλά σημάδι του τίποτε, κάτι που δεν υπάρχει. Γι’ αυτό ο εγκλεισμός είναι «μια πράξη εκμηδενισμού του μηδενός». Όλη αυτή η παρέκβαση για να υποστηρίξουμε ότι οι ήρωες του Κακουλίδη δεν είναι τρελοί(όπως πιθανόν να εκληφθούν) αλλά τραγικοί.
Οι ήρωες εδώ είναι έξ-υπνοι (εκτός ύπνου), αλλά σκέφτονται με όρους ονείρου. Εκείνο που τους σώζει από το θάμπωμα και τη νοητική νύχτα το καταμεσήμερο είναι η τρελίτσα και δη η συλλογική(η παρέα της Λέσχης), τουτέστιν η πράξη. Κανείς εδώ δεν είναι μόνος. Αυτή η συλλογικότητα είναι η ασπίδα μπροστά στο ρίσκο να κοιτάξεις τον ήλιο, τη Μέδουσα χωρίς να μαρμαρώσεις. Εδώ συμβαίνει ότι με τον Ντεκάρτ που «κλείνει τα μάτια και βουλώνει τα αυτιά του»(Φουκό) και προστατεύεται για να μην τυφλωθεί από τη γητειά, όπως τυφλώνεται ο τρελός, που κοιτάζοντας τον ήλιο και όντας τυφλωμένος «βλέπει» ό,τι φαντάζεται για να βλέπει καλύτερα την αληθινή διαύγεια του ουσιώδους φωτός. Η μαθηματική επιστήμη και η καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- θα γίνει «μία μάθηση του φωτός», που ό,τι περισσεύει θα το κόβει, θεωρώντας το παράλογο, σκοτεινό, μεταφυσικό, τρελό. Αυτό που κόβει ο χασάπης ο Προκρούστης, δηλαδή οι στιγμές μας, αρνούνται οι ήρωες του Κακουλίδη.
Τελικά η στιγμή είναι ο ψίθυρος του υπόρρητου, του χρόνου που ανασυντίθεται μέσα σε μια σιωπή που διασχίζεται από κραυγές. Εδώ η τρέλα είναι η κραυγή του τέλους και η δυνατότητα για μια νέα αρχή, είναι το διφορούμενο του χάους και της αποκάλυψης. Αλλά είναι και η επανακάλυψη της ελευθερίας που έχει λησμονηθεί. Εδώ, στις στιγμές, απελευθερώνονται όλα αυτά που η ηθική, η θρησκεία, η κοινωνία έχουν καταπνίξει. Η τρέλα της επιθυμίας, τα πιο αλόγιστα πάθη και οι παράλογοι φόνοι νομιμοποιούνται, είναι «σωφροσύνη και λόγος, αφού ανήκουν στην τάξη της φύσης». Εδώ ο άνθρωπος συντονίζεται με τη φύση του.
Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009
Οικονομίδου Χριστίνα, ποίηση
Αλλά ποια είναι η Shirley και ποιος ο Matthew; Η ταυτότητα του αρσενικού και του θηλυκού αναζητείται μέσω της σεξουαλικότητας αλλά και της συμβολικής ή ουσιαστικής εξουσίας, αυτής της «συνήθειας χρόνων» που «σου επιτρέπει να επιβάλλεσαι, δια της απουσίας σου, στην καθημερινότητά της». Η ηδονή πάει κι έρχεται ατσαλάκωτη. Όλα είναι απλοί αντικατοπτρισμοί καθρεπτών. Κανείς δεν ξοδεύεται. Κανείς δεν χάνει. Γι’ αυτό κανείς δεν κερδίζει. Όλα μια ηδονή αυτεπίστροφη. Σαν αυνανισμός εις διπλούν(όρος θρησκευτικός). Κι ύστερα η «γλώσσα των δακρύων». Το «είδα στον ύπνο μου/μια ολόκληρη σειρά/ από δάκρυα μου θυμίζουν εκείνο το ερώτημα του Πετράρχη αλλά και του Τζιάκομο Λεοπάρντι: «γιατί μια στιγμή ηδονής να ισοδυναμεί με χίλιες οδύνες;». Η «γλώσσα των δακρύων», το πληγωμένο Εγώ που αγορεύει, τι καταπληκτικό ποίημα. Γιατί τα διακείμενα ενίοτε είναι ένα καινούργιο κείμενο, ένα νέο ποίημα(«Λες πως δεν γράφω/Πια συνθήματα/Στον χάρτη/Της αφής/Σου… Σε πλένω θλιμμένα/Προσπαθώ να ξεβάψω/Εμένα/Απ’ το χείλι του νόστου/Σου…».
Ακολουθούν οι «Ταυτότητες»: «Κάποιες φορές το πλήθος σού παραχωρεί ένα πρόσωπο, του δίνεις όνομα, μπολιάζοντας το μύθο στην πραγματικότητα...»(Carol Ann Duffy). Έτσι, άλλοτε «ντύνεσαι» Shirley, άλλοτε γίνεσαι Matthew κι άλλοτε θέλεις να φύγεις: «…να γίνω άγαλμα/μακριά από τον πόθο και την ενοχή/να ξεμπερδέψω με την υστεροφημία μου/σ’ ένα μουσείο λαϊκής πορνογραφίας,/να ξεπαστρέψω τους έρωτες και τα μελλούμενα/σ’ ένα συκώτι μουλιασμένο στο αλκοόλ». Να πάλι ο Λεοπάρντι και το μέγα πρόβλημα(αντίφαση) των διανοουμένων που δεν μπορούν να αντέξουν τη ματαιότητα σε συνδυασμό με το τεράστιο Εγώ τους και την αγάπη για ΖΩΗ. Γι’ αυτό «σβήνουν» το πάθος τους μες σε ηδονές-υποκατάστατα και τα λογής ψυχοτρόπα. Και να τα «Σπασμένα κόκκαλα ανθίζουν/στο μπακόνι στου». Γιατί όλα είναι «Ζήτα Ωμέγα Ήτα», δηλαδή ΖΩΗ, «ή μήπως Ήττα». Να, η ματαίωση που φεύγει από το παράθυρο του διανοούμενου και επιστρέφει από την πίσω πόρτα. Παρακάμπτουμε, λόγω χώρου, το «σπίτι»-σώμα και προχωράμε στον «επίλογο». Εδώ η ύπαρξη συνυφαίνεται με τη βιο-ιστορία καθώς «δεν θα ήμασταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν κάποιοι να αφηγηθούν την ιστορία μας…». Θαυμάσια ποίηση.
