Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Μπόμπιο Νορμπέρτο

Εσχάτως, συζητήθηκε εκτεταμένα το ζήτημα της σχέσης «ηθικής και νομιμότητας». Αλλά και διαχρονικά γίνονται διάφορες πολιτικές επικλήσεις σε ηθικές αρχές και αξίες, που κάποιοι άλλοι, όμως, τις αποκαλούν στείρες και συντηρητικές ηθικολογίες. Αυτή τη σχέση ηθικής και πολιτικής αναλύει ο μακαρίτης Νορμπέρτο Μπόμπιο στο τελευταίο βιβλίο του «Εγκώμιο της πραότητας και άλλα κείμενα περί ηθικής» (εκδόσεις Πατάκη). Οι διερωτήσεις του Μπόμπιο όπως κωδικοποιούνται από τη Σώτη Τριανταφύλλου στον ενδιαφέροντα πρόλογό της στο βιβλίο είναι: «Τι πρέπει να θεωρείται παραβίαση ενός οικουμενικού ηθικού κώδικα; Γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα; Τι είναι τελικά ‘’κράτος’’; Γιατί απέτυχαν οι ‘’ανθρωπιστικές’’ πολιτικές όπως εκείνη του ιστορικού συμβιβασμού; Ποια είναι η διαφορά της πολιτικής ‘’πραότητας’’ από εκείνη που κηρύσσουν οι παπάδες (προτείνοντας ως σύμβολο τον αμνό); Γιατί η πραότητα βρίσκεται στο έλεος της πολιτικής;». Η τελευταία διερώτηση έχει σχέση με την α-πολιτική διάσταση της «πραότητας»(«την πλέον απολιτική αρετή»).
Αλλά πριν ασχοληθούμε με όλα αυτά, αξίζει να σημειώσουμε την παρατήρηση του Μπόμπιο σύμφωνα με την οποία «Αν θέλετε να κλείσετε το στόμα κάποιου πολίτη που διαμαρτύρεται, κάποιου που έχει την ικανότητα να αγανακτεί, πείτε ότι ηθικολογεί. Τότε είναι ξεγραμμένος». Και τούτο διότι στην «κοινωνία της ευημερίας ο όρος ηθικός συγχέεται με τον ηθικολόγο»(σ. 45). Ο συγγραφέας αναφέρεται στο «Μακάριοι οι πραείς» (όπως και ο Βόνεγκατ) και προτείνει την «πραότητα» (εμείς θα τη λέγαμε «μετριοπάθεια», αλλά τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτίσουμε τον Μπόμπιο με τον Κοντ και τους «κεντρώους») ως μία εναλλακτική στάση απέναντι στη βία της εξουσίας, ως μία μη-βία (Η Χάνα Άρεντ κάνει τη διάκριση μεταξύ δύναμης και βίας). Η «πραότητα» δεν σημαίνει υποχωρητικότητα, δεν σημαίνει θυσία, αλλά ενέχει δύναμη, αυτή της μη βίας. Από τον Αριστοτέλη (το κοινό καλό και τους σκοπούς) τον Καντ και τον Γκάντι, ο Μπόμπιο καταλήγει στο αντιθετικό ζεύγος Έρασμου- Μακιαβέλι(και Χέγκελ). Στον τελευταίο υπεισέρχεται η έννοια της «κρατικής σκοπιμότητας» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα), οπότε η πολιτική δεν έχει καμία σχέση με την ηθική σφαίρα που καθορίζει τη δράση μόνο του κοινού ανθρώπου αλλά όχι και του ανθρώπου της εξουσίας (πολιτικής). Αλλά και στη φιλοσοφία του Χέγκελ αντιπαρατίθεται η έννοια της πραότητας, αφού για τον Γερμανό φιλόσοφο οι ηγεμόνες, οι ήρωες, αυτοί που δημιουργούν ιστορία είναι πέραν της ηθικής, στην οποία υπόκεινται μόνο οι φτωχοί, οι άνθρωποι της «μη-ιστορίας». Αλλά τι είναι η πραότητα; «Ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα με την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής» (σ.σ. ως εξουσίας)σ. 67. Σε ό,τι αφορά τη σχέση ηθικής και πολιτικής ο συγγραφέας τονίζει πως πρέπει ένας πολιτικός να μην είναι ούτε φανατικός ούτε κυνικός. Η «ηθική της πεποίθησης», ο μονισμός στις αρχές της ηθικής οδηγούμενη στα άκρα οδηγεί στο φανατισμό, ενώ η «ηθική ευθύνη» (το μακιαβελικό και καντιανό –αυτό δεν το παραδέχεται ο Μπόμπιο- καθήκον) οδηγεί στον κυνισμό και στα γκουλάγκ. Τελικά, η πολιτική δραστηριότητα με την έννοια της ηθικής «δεν είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός αλλά η εξουσία για την επίτευξη ενός στόχου που είναι συνήθως το κοινό καλό, το συλλογικό ή γενικό συμφέρον» και πάντως όχι το προσωπικό όφελος. Εδώ εμπίπτει και το θέμα της «πολιτικής διαφθοράς» σύμφωνα με την οποία «ο πολιτικός που διαφθείρεται τοποθετεί το προσωπικό του κέρδος πάνω από το συνολικό, το δικό του συμφέρον πάνω από το κοινό, την ασφάλεια τη δική του, και της οικογένειάς του πάνω από εκείνη της πατρίδας» (σ. 117). Εδώ ο Μπόμπιο παραθέτει και τη «νομική κρίση» της πολιτικής δράσης (σ.σ. το γνωστό σ’ εμάς «το νόμιμο είναι και ηθικό»). Εδώ υπεισέρχεται η λεγόμενη ερμηνεία του σύγχρονου «συνταγματισμού» όπου έχουμε την «κυβέρνηση των νόμων» σε αντίθεση με την «κυβέρνηση των ανθρώπων». Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει πολλές φορές η κρίση του «συνταγματικού σφάλματος»(ερμηνείες και «παραθυράκια») και της «αντιδημοκρατικής πρακτικής». Αλλά για να ορίσουμε μία αντιδημοκρατική πρακτική πρέπει να ορίσουμε και τη δημοκρατία. Τι είναι λοιπόν η δημοκρατία σύμφωνα με τον συγγραφέα; «Είναι εκείνη η μορφή διακυβέρνησης της οποίας οι κύριοι κανόνες της οποίας οι κύριοι κανόνες, όταν τηρούνται, έχουν ως σκοπό την επίλυση των κοινωνικών συγκρούσεων χωρίς την προσφυγή στην αμοιβαία βία» και ακόμα η δημοκρατία «είναι ένα καθεστώς στο οποίο οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μέσω συμφωνιών των διαφόρων ομάδων. Η δημοκρατία δίνει ζωή σε μια ‘’κοινωνία του συμβολαίου’’, η οποία προϋποθέτει και αξιώνει το σεβασμό της αρχής: Pacta sunt servanda» (σ. 137). Ένα δημοκρατικό καθεστώς μπορεί να αξιολογηθεί με κριτήριο το «βαθμό πολιτικής βίας που υπάρχει ακόμα σ’ αυτήν(σ.σ. αστυνομικό κράτος), πόσο μεγάλο τμήμα των πολιτικών σχέσεων είναι ακόμα μυστικές(σ.σ. διαπλοκή με μέσα ενημέρωσης και οικονομικά συμφέροντα, που «ευνοεί την τέχνη του ψεύδους»), πόσο μεγάλη είναι η δεσμευτική ισχύς των συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων (σ.σ. ασυνέπεια υποσχέσεων και απαξίωση πολιτικής)…». Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι με τα κριτήρια του Μπόμπιο η σύγχρονη δημοκρατία αποκλίνει σοβαρά από το ιδανικό, όπως μεγάλη είναι και η απόκλιση της ηθικής από την πολιτική. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με την προκατάληψη και το ρατσισμό ως συναισθηματική στάση και ως ιδεολογία. Σχετικά με το ρατσισμό προτείνει το «σεβασμό των διαφορών» και όχι την «αφομοίωση». Αν και θεωρεί ότι μεταξύ των δύο άκρων μπορούν να συμβούν συμβιβαστικές διευθετήσεις. Εδώ παρουσιάζεται ως ριζική λύση ο «πολίτης του κόσμου» και η ανθρωπότητα ως «η πόλη όλων», πέρα από κάθε πατρίδα. Μέχρι να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται μια «οικουμενιστική εκπαίδευση» (σ.σ. να και πάλι ο Κοντ). Προς το παρόν, πάντως, «μια δημοκρατία δεν μπορεί να αποκλείει κανέναν». Αυτά είναι τα κεντρικά σημεία του ενός καλού βιβλίου που ασχολείται με ένα άκρως επίκαιρο ζήτημα αυτό της σχέσης ηθικής και πολιτικής και αξίζει να διαβαστεί παρά τις όποιες ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: