Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Κριτική της καθεστωτικής κριτικής2

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ (ΤΑ ΝΕΑ 7/2)

Σε άρθρο μου που δημοσιεύτηκε σ΄ αυτή τη στήλη στις 15.11.2008 έθετα το ζήτημα της καθεστωτικής λογοτεχνικής κριτικής. Νομίζω ότι περιέγραψα με αρκετή σαφήνεια το περιεχόμενο που της δίνω· όχι δηλαδή με θεωρητικολογίες και ισοπεδωτικά ιδεολογήματα (του τύπου: κάθε κριτικός που γράφει σε εφημερίδα «του συστήματος» είναι καθεστωτικός), αλλά με την επισήμανση δια παραδειγμάτων μιας σειράς αντιλήψεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια ορισμένη ομάδα κριτικών. Συγκεκριμένα, καταλόγιζα σ΄ αυτή την ομάδα: α) τάση διείσδυσης σε όλα τα θεσμικά όργανα του χώρου του βιβλίου, συχνά με ολοφάνερα οπορτουνιστικό πνεύμα (βλ. π.χ. επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών ή παλινδρομήσεις του ίδιου κριτικού ανάμεσα στην επιτροπή των κρατικών βραβείων και σε επιτροπές άλλων, υποτίθεται διαφορετικής λογικής βραβείων)· β) σχηματισμό «καρτέλ» ανάμεσα σε αυτούς τους κριτικούς, ή ορισμένους από αυτούς, για την αποτελεσματικότερη προώθηση κάποιων συγγραφέων και τον παραγκωνισμό άλλων (ιδίως σε ψηφοφορίες για βραβεύσεις βιβλίων)· γ) μια αντίληψη για τον ρόλο τους (αποτυπωμένη ανάγλυφα στα ίδια τα θεωρητικά γραπτά τους) που αίρει τον κριτικό πάνω από το λογοτεχνικό κείμενο και τον κάνει από στενό συνομιλητή στεγνό δικαστή ή βαθμολόγο με τυποποιημένα κριτήρια· και δ) ευνοϊκή μεταχείριση μιας λογοτεχνίας εφησυχασμού, ιδιώτευσης και αυτάρεσκων παιγνίων, με αντίστοιχη αγνόηση, υποβάθμιση ή υπέρμετρα σκληρή αντιμετώπιση βιβλίων που είναι πιο ανοιχτά στον κόσμο, πιο φρέσκα στον προβληματισμό τους και αμφισβητούν κυρίαρχες ή εθιμικές δοξασίες. Δύο από τους εγκαλούμενους κριτικούς απάντησαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο. Ο ένας (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 28.11.2008) με μια έκθεση περί του τι κάνει, θεωρητικά, ένας κριτικός, λες κι αυτό ήταν το θέμα («απαντά όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς να απαντήσει ο καθεστωτικός κριτικός που περιγράφει ο Κούρτοβικ», σχολίασε κάποιος στο διαδίκτυο, ο οποίος μάλιστα κράτησε κατά τα άλλα ουδέτερη στάση)· ο άλλος (Αλέξης Ζήρας, στο τεύχος Ιανουαρίου 2009 του Διαβάζω ) με μια εξ ολοκλήρου προσωπική επίθεση εναντίον μου, η οποία, πέρα από τις χονδροειδείς και ψευδείς κατηγορίες της (υπάρχει απάντησή μου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού), αντιπαρερχόταν και αυτή τις δικές μου αιτιάσεις. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, δεν υπήρξε απάντηση. Αισθάνομαι πως αυτό συνέβη όχι επειδή τους αποστόμωσα με εκείνο το άρθρο, αλλά μάλλον επειδή θεωρούν ότι αυτά που εγώ βρίσκω σκανδαλώδη είναι ασήμαντα ή αυτονόητα, τόσο για τους ίδιους όσο και γενικότερα για τα ήθη του χώρου, άρα δεν αξίζει τον κόπο να τα συζητάμε. Νά εδώ ένας από τους λόγους που με ωθούν προς αυτή την εξήγηση: στην κατακλείδα της «ανοιχτής επιστολής» που μου απεύθυνε από το Διαβάζω, ο Αλέξης Ζήρας δέχτηκε ως υπόθεση εργασίας ότι δύο κριτικοί προσυνεννοούνται για να κατεδαφίσουν το βιβλίο ενός συγγραφέα που αντιπαθούν· και αμέσως επιτρέπει στον εαυτό του το απίστευτο σχόλιο «Ε, και λοιπόν;»!!! Μήπως όμως πρόκειται εδώ για εκφραστική αδεξιότητα, για ένα τυχαίο lapsus; Για να δούμε. Στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2007 έγινε στην Αθήνα ένα συνέδριο με θέμα «ΜΜΕ και λογοτεχνία», οργανωμένο από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης. Τα πρακτικά του εκδόθηκαν από τους διοργανωτές σ΄ έναν τόμο με τίτλο ΜΜΕ και λογοτεχνία - το παρόν και το μέλλον μιας συμπόρευσης. Στην τελευταία συνεδρία, που ήταν αφιερωμένη στην κριτική, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τους Αλέξη Ζήρα, Ελισάβετ Κοτζιά, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Παντελή Μπουκάλα. Εκεί, απεύθυνα στους τρεις πρώτους την ερώτηση με ποιο σκεπτικό δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε κάτι τόσο οξύμωρο όσο μια κριτική επιτροπή για το... Βραβείο Αναγνωστών. Ο Αλέξης Ζήρας απάντησε αυτολεξεί: «Εγώ να πω κάτι ελάχιστο: εγώ νομίζω ότι ήταν ένα ακόμη βραβείο. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι πέραν αυτού [...] Κοιτάξτε, τώρα δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι όλες αυτές οι διαδικασίες [οι επιλογές των υποψήφιων για βράβευση βιβλίων] έχουν κάτι το διαβλητό. Το ξέρετε. Δεν χρειάζεται να το πω εγώ, το ξέρουν όλοι» (σελίδες 267 και 268 των πρακτικών). Ο Ζήρας, δηλαδή, αφού προβάλει ως επιχείρημα ότι το Βραβείο Αναγνωστών είναι απλώς ένα ακόμη βραβείο (σαν να μας λέει: πώς ήταν, λοιπόν, δυνατό να λείπω από αυτό;), ομολογεί ότι δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια διαβλητή διαδικασία, γιατί «το ξέρουν όλοι» ότι έτσι γίνεται πάντα! Ούτε lapsus, λοιπόν, ούτε παρεξήγηση. Ο Ζήρας είναι σαφέστατος και συνεπής στην πεποίθησή του ότι οι «διαβλητές διαδικασίες» είναι ο κανόνας σ΄ αυτό τον χώρο, επομένως δεν χρειάζεται να ενοχλούμαστε και να απέχουμε από αυτές! Μια ιδιότυπη επιβεβαίωση των καταγγελιών μου προήλθε από την Ελισάβετ Κοτζιά, στην ειδική έκδοση για το βιβλίο στο φύλλο της Καθημερινής με ημερομηνία 14.12.2008. Αυτή ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα, αν και έμμεση, απόκριση στο άρθρο μου. Ούτε παραγγελία μου να ήταν! Η Ελισάβετ Κοτζιά, «προβάλλοντας αντίσταση», όπως γράφει, «στην καταναλωτική βουλιμία που συνήθως απαξιώνει το λογοτεχνικό βιβλίο με τη λήξη της τρέχουσας σεζόν», ξεχωρίζει και προτείνει δέκα μυθιστορήματα από την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας. Τι το κατακριτέο υπάρχει σ΄ αυτό; Απολύτως τίποτα. Θα μπορούσε κανείς μάλιστα να το επαινέσει, ως ιδέα. Οι επιλογές της κριτικού, βέβαια, είναι σε αρκετές περιπτώσεις παράξενες έως προκλητικές, αλλά αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της, οπότε ούτε εκεί βρίσκεται το σκάνδαλο. Πού βρίσκεται τότε; Στον κραυγαλέο, κανονιστικό υπότιτλο που δίνει η κριτικός στο κείμενό της και ο οποίος διαλαλεί ότι όσα ακολουθούν είναι «΄Οσα ξεχώρισαν από την ελληνική παραγωγή και άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου » (η έμφαση δική μου). Το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε, μη πιστεύοντας στα μάτια μας, αλλά έτσι ακριβώς το λέει. Η Ελισάβετ Κοτζιά, σαν να διαθέτει το εντελώς μοναδικό προνόμιο να παίρνει πληροφορίες από το μέλλον, αποφαίνεται ότι τα δέκα βιβλία που διάλεξε, ανάμεσά τους μυθιστορήματα της τελευταίας τριετίας- τετραετίας, άντεξαν ήδη στη δοκιμασία του χρόνου! Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ μια τόσο επιθετική, τόσο αλαζονική έκφραση καθεστωτικής νοοτροπίας, όπου ένας κριτικός αναγορεύει τις προσωπικές εκτιμήσεις του σε συντελεσμένη ετυμηγορία της αιωνιότητας! Περίμενα από τους κριτικούς αυτής της ομάδας να μου ζητήσουν εξηγήσεις για τον ισχυρισμό μου ότι η ίδια η κριτικογραφία τους είναι καθεστωτική· ότι πριμοδοτεί μια λογοτεχνία εφησυχασμού, ιδιώτευσης και ανώδυνου εστετισμού· ότι επιδαψιλεύει μονίμως επαίνους σε ισχυρούς συγγραφείς (ισχυρούς όχι μόνο λόγω της λογοτεχνικής φήμης τους, αλλά και, ίσως ακόμα περισσότερο, λόγω της θεσμικής εξουσίας τουςπανεπιστημιακοί, πρόεδροι ιδρυμάτων κ.λπ.)· ότι είναι γαντζωμένη σε μια ακαδημαϊκή, περιχαρακωτική αντίληψη για τη λογοτεχνία και αντιμετωπίζει με δυσπιστία έως εχθρότητα νεότερες τάσεις στο μυθιστόρημα, που το επανασυνδέουν με τη ζωή και τον στοχασμό, αποτυπώνοντας καινούργιους, κριτικούς προβληματισμούς με κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, οικολογικό κ.λπ. περιεχόμενο. Δεν μου ζήτησαν οι παραπάνω κριτικοί τέτοιες εξηγήσεις. ΄Ισως δεν τις χρειάζονταν, ίσως τις φοβούνταν. ΄Εστω και απρόκλητος, λοιπόν, θα δώσω εδώ μερικές από αυτές, με όση συντομία επιβάλλει η στενότητα του χώρου. Το ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα, απαξιωμένο παλαιόθεν από τους εν λόγω κριτικούς ως «παραλογοτεχνία», έχει γίνει το κατ΄ εξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας, και μάλιστα με έντονα διερευνητικό και κριτικό χαρακτήρα, δεν έγινε αποδεκτό ούτε καν αντιληπτό από αυτούς παρά μόνον όταν το είχαν αντιληφθεί και αποδεχτεί όλοι οι άλλοι (και όταν ο Μάρκαρης έγινε πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ!). Το ότι η λεγόμενη επιστημονική φαντασία, που τη θεωρούσαν και αυτή «παραλογοτεχνία», μπορεί να είναι το όχημα ή το πρόσχημα για πολύ σοβαρούς και σύνθετους προβληματισμούς, εκτός από προχωρημένη λογοτεχνία, είναι κάτι που δεν τους απασχόλησε ποτέ πριν ο Δοξιάδης και ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ προσεχτούν διεθνώς. Και αν σε αυτές τις δύο περιπτώσεις η πίεση των γεγονότων τούς ανάγκασε να κάνουν, μουδιασμένα, μια κάποια στροφή, σε πλήθος άλλες εμμένουν στην εχθρότητά τους προς ό, τι μυρίζει πραγματολογία, στοχασμό, πολιτικότητα με την ευρεία έννοια και απομακρύνεται από την «καθαρή λογοτεχνία», σύμφωνα με τον εκπληκτικό όρο που επινόησε η Ελισάβετ Κοτζιά για να εγκωμιάσει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά. Έτσι, ενώ δοξάζονται ξομπλιαστές ασημαντολογίες γύρω από τον ιδιωτικό μικρόκοσμο, υποτιμήθηκε ο αιρετικός, ποιητικός ιστορικός στοχασμός του Βασίλη Γκουρογιάννη· περιφρονήθηκαν τα πρώτα μυθιστορήματα του Μίμη Ανδρουλάκη, που, συνδυάζοντας με σπαρταριστό τρόπο μυθοπλασία και δοκίμιο, έφερναν στη λογοτεχνία μας έναν φρέσκο αέρα σύγχρονου προβληματισμού· αγνοήθηκε το πιο ώριμο μυθιστόρημα για την ελληνική τρομοκρατία, Η μανία με την άνοιξη του ΄Αρη Μαραγκόπουλου· προσπεράστηκε η ανατρεπτική σάτιρα του Νίκου Κουνενή, όπως παλιότερα του πρόωρα χαμένου Κώστα Κοντοδήμου· σνομπαρίστηκε ο τρυφερός, σπαρακτικός αναρχισμός του Σάκη Σερέφα· απορρίφθηκε με υποχονδριακή αυστηρότητα ένα από τα πιο πρωτότυπα, ζωντανά και οικουμενικής πνοής ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, οΜεγάλος Αμπάι του Μιχάλη Μοδινού. Θα μπορούσα να προσθέσω πλήθος άλλα παραδείγματα. Οι περιπτώσεις του Μοδινού και του Ανδρουλάκη υποδεικνύουν, ανάμεσα σε πολλές συναφείς, ένα άλλο γνώρισμα της καθεστωτικής κριτικής για την οποία μιλάω: την αλλεργία της σε «εξωγενείς» συγγραφείς, δηλαδή συγγραφείς που δεν ανήκουν στο εγχώριο, κλειστό λογοτεχνικό σινάφι και δραστηριοποιούνται κυρίως σε άλλους χώρους ή άλλες χώρες. ΄Ενας από αυτούς είναι ο Βασίλης Αλεξάκης, επειδή ζει τον περισσότερο καιρό στη Γαλλία και δημοσιεύει τα βιβλία του πρώτα εκεί. Το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα μ.Χ., δεν υπήρξε μόνο πολύ δημοφιλές· ήταν επίσης πολύ καλογραμμένο και πραγματευόταν με κριτική οξυδέρκεια, παρά την απλή (αλλά όχι απλοϊκή) γραφή του, το καίριο θέμα της «ελληνοχριστιανικής» ταυτότητας. Η καθεστωτική κριτική το αγνόησε και αυτό. Μόνον υπό έναν όρο μπορεί ένας εξωγενής συγγραφέας να γίνει αποδεκτός, και μάλιστα να υμνηθεί, από αυτούς τους κριτικούς: να διαθέτει (όπως και άλλοι) θεσμική δύναμη! ΄Οσο πιο κοντά μάλιστα βρίσκεται στην κορυφή της εξουσίας, τόσο ασφαλέστερη είναι η μόνιμη ευμένειά τους. ΄Ετσι, οι καθεστωτικοί κριτικοί, που κατά τα άλλα δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί της μοντερνιστικής αισθητικής τους, δεν δίστασαν να βραβεύσουν τον Νίκο Θέμελη για το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Ανατροπή, να συμπεριλάβουν το τρίτο, την Αναλαμπή, στα δέκα που «άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου» (βλ. Ελ. Κοτζιά στο πιο πάνω άρθρο της) και να επιφυλάξουν την αβρότερη μεταχείριση στα υπόλοιπα δείγματα της προωθημένης λογοτεχνίας του...

Δεν υπάρχουν σχόλια: