Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Δέκα αφηγήσεις κι ένα παραμύθι

Διαβάζω το βιβλίο που περιλαμβάνει τρεις νουβέλες και εφτά διηγήματα με τον τίτλο «Δίψα» (Καστανιώτης, 2009) του νομπελίστα Ίβο Άντριτς και θυμάμαι την κραυγή σ’ ένα συνέδριο συγγραφέων πριν χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία της Σέρβας Gaga Rositz όταν διαμαρτυρόταν γιατί οι πρώην συμπατριώτες της από τη Λιουμπλιάνα δεν της απηύθυναν ούτε ένα βλέμμα χαιρετισμού: «Κάποτε ήμασταν συμπατριώτες, τώρα δεν λέμε καλημέρα… Όταν τη χώρα μου τη βομβάρδιζαν «γενναία» οι χώρες των μεγάλων γλωσσών… φοβόμουν μη σκοτώσουν το «Λόγο»… πρέπει να σηκώσουμε πάλι τις γέφυρες που μας ενώνουν» έλεγε με δάκρυα, ακριβώς όπως οι ήρωες του Άντριτς ζύμωναν με δάκρυα και σάλιο τα πάθη τους. Παραδόξως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ένας άνθρωπος γεννημένος από Κροάτες, ο Άντριτς έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Σερβίας, ενώ ο Σελίμοβιτς, ένας Σέρβος μουσουλμάνος, έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Βοσνίας. Και των δύο συγγραφέων τα αγάλματα βρίσκονται σήμερα σε μία πλατεία του Σαράγεβο, χωρίς να κοιτάζονται, όπως παρατηρεί ένας Έλληνας ταξιδιώτης! Ποιος ξέρει αν αύριο θα χτιστεί μια νέα «γέφυρα του Δρίνου» για να γεφυρώσει τις χωρισμένες ψυχές; Στις νουβέλες του, πάντως, ο Άντριτς αναφέρεται στη Βοσνία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής και της αυστριακής κατοχής. Ο χρόνος προσδιορίζεται λίγο πριν και λίγο μετά τη συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1878) και συμφωνηθείσα προσάρτηση της Βοσνίας στην Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας(μέχρι το 1908). Στη νουβέλα «Η Μάρα η αγαπητικιά» γίνεται εκτενής περιγραφή της πολιτικής, θρησκευτικοκοινωνικής και εθνοτικής δομής της Βοσνίας. Εδώ αν και ήδη έχει διαμορφωθεί η αντίθεση μεταξύ «Τούρκων» (η επιβολή του δυτικοευρωπαϊκού βλέμματος είναι γεγονός) και χριστιανών, τα πράγματα μπερδεύονται είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα είτε από τη μετάφραση καθώς χάνονται οι αποχρώσεις. Ποιοι είναι οι χριστιανοί; Οι Ορθόδοξοι(Σέρβοι) ή οι Καθολικοί(Κροάτες); Ως γνωστόν το ορθόδοξο και το καθολικό ήταν δύο διαφορετικά αναγνωρισμένα «μιλέτ» στη δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμη, ποιοι ήταν Τούρκοι; Οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί(Οσμανλήδες) και Τούρκοι ή οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι; Οι διακρίσεις αυτές δεν υφίστανται στις αφηγήσεις. Πάντως, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η εθνότητα ήταν υποδεέστερης σημασίας από τη θρησκεία (οι Τούρκοι δεν ήταν πολλοί στην Οθωμανική Δυναστεία. Ως εθνότητα ήταν παραγκωνισμένη και οι Τούρκοι θεωρούνταν «χωριάτες και άξεστοι»). Επίσης, μέλη της άρχουσας τάξης («δούλοι σουλτάνου», όπως ο Βελής) ήταν όσοι δήλωναν πίστη στο σουλτάνο και είχαν γνώση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κώδικα και πρωτοκόλλου συμπεριφοράς(ήθη και έθιμα) και γνώριζαν την οθωμανική γλώσσα της άρχουσας τάξης. Οι υπόδουλοι-ραγιάδες ήταν οι χριστιανοί, οι εβραίοι αλλά και οι μουσουλμάνοι που μιλούσαν αραβικά( οι ραγιάδες μπορεί να ήταν και πλούσιοι, αλλά δεν γινόταν Οθωμανοί αν αποκτούσαν τους κώδικες της άρχουσας τάξης των Οσμανλήδων). Μετά από τις διευκρινίσεις αυτές, επιστρέφοντας στο βιβλίο του Άντριτς διαπιστώνουμε την αυτονόμηση του στρατού του Σουλτάνου από τον υπόλοιπο πληθυσμό καθώς ο στρατός αρπάζει το χορτάρι ακόμη και από τα χωράφια μπέηδων(13). Ομοίως, η αντίθεση των τοπικών μουσουλμάνων(Βόσνιων και Τούρκων) και των υπόλοιπων «ραγιάδων» δεν υφίσταται καθώς «εδώ δεν υπάρχουν πια άνθρωποι, μόνο πεινασμένοι φουκαράδες κι ακόμα πιο πεινασμένοι μπέηδες» (σελ. 39)! Όλοι, μα πιο πολύ οι φανατικοί μουσουλμάνοι είναι εναντίον των Σταμπολήδων (κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, την άρχουσα τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) αλλά και ενάντια στους «μουρτάτες», τους εξωμότες «που πουλάνε τη Βοσνία στους άπιστους(εδώ η αντίθεση αφορά τους χριστιανούς). Σε κάθε «μιλέτ»(τέσσερις πίστεις διακρίνει ο Άντριτς) υπάρχουν οι φανατικοί, όπως ο φανατικός ισλαμιστής τοπικός επικεφαλής των μουσουλμάνων Κάουκτζιτς, που στρεφόταν εναντίον της διοίκησης των Οσμανλήδων και ήταν υπέρ μιας «καινούργιας επαναστατικής αρχής»(μουλάδες). Από την άλλη πλευρά έχουμε τον Καθολικό παπά φρα-Γκργκο, έναν επίσης φανατικό αλλά χριστιανό. Μέσα σ’ όλα αυτά η Μάρα, άγουρη κόρη φούρναρη, γίνεται ορατή από τον βελή (στρατιωτικό διοικητή) που την ορέχτηκε και την έκανε μαιτρέσα του. Η μικρή δέχεται την περιφρόνηση (το βλέμμα των άλλων) της τοπικής χριστιανικής κοινωνίας στην οποία ανήκε και την φανατική οργή του καθολικού παπά. Τελικά, καταλήγει στους καθολικούς(Παμούκοβτς) όπου βρίσκει συμπόνια μόνο από τους υπηρέτες. Όμως πεθαίνει μαζί με το μωρό, τη «σπορά του Τούρκου». Το βλέμμα των άλλων νίκησε. Αντίθετα, η νύφη των Παμούκοβιτς Νεβένκα καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα των γυναικών της εποχής αναπτύσσοντας την εξυπνάδα αλλά και το θάρρος της. Η Μάρα είναι η στιγματισμένη πλευρά της Έστερ («Άλικο Γράμμα» Ν. Χώθορν), ενώ η Νεβένκα η σθεναρή και ανατρεπτική της πλευρά. Και η Νεβένκα ηρεμούσε με την προσευχή (θυμάστε τη Ζου τη μαύρη δούλα του Τρούμαν Καπότε;). Όμως η Νεβένκα δεν αποδεχόταν τη θέση της ως «θύμα που συναινεί», γι’ αυτό δεν δέχτηκε να έχει και τις ίδιες προσευχές με τους Παμούκοβιτς! «Έτσι, κάποια στιγμή αποφάσισε να βρει δικά της λόγια και να φτιάξει δικές της προσευχές, τις οποίες οι Παμούκοβιτς να μην μπορούν ποτέ να μάθουν και να τις χρησιμοποιήσουν»(σελ. 64). Με άλλα λόγια, η γυναίκα δημιουργεί μία ατομική «αντι-κουλτούρα», μια δική της πίστη και τελικά καταφέρνει να επιβληθεί. Αντίθετα, τόσο η Μάρα όσο και η Άνικα, κόρη φούρναρη επίσης, που μετεξελίχθηκε σε πόρνη, δεν κατάφεραν να επιβληθούν με τα όπλα της ομορφιά τους και γι’ αυτό βρήκαν το θάνατο. Εδώ έχουμε τις Γυναίκες που υποφέρουν, που διψούν για αγάπη, σαν τον ληστή Λαζάρ που υφίστατο το μαρτύριο της δίψας. Αλλά και οι άντρες διψούν το ίδιο όπως ο Γκέρζελεζ. Εδώ όμως η γυναίκα λειτουργεί ως διακύβευμα των κυνηγών-ανδρών και μόνο κατ’ εξαίρεση ως «μαγική αρχή» και κινούν αίτιο της ζωής του άντρα. Δεν θα επεκταθώ άλλο. Αξίζει να διαβάσετε αυτό το βιβλίο και ίσως κάποτε «Να βγούμε από τις λακκούβες μας, τους μικρόκοσμους, τις γλίσχρες ματαιοδοξίες μας και να συναντηθούμε έξω, στον μεγάλο κόσμο ξανά» όπως μου έλεγε η Γκάγκα, δείχνοντάς μου μέσα από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί την ομορφιά: «Κοίτα έξω την ομορφιά»…




Η Αρήτη της ροδιάς

«Θέλει η ομορφιά σιωπή και… φως…». Να και πάλι η ομορφιά μέσα από ένα παραμύθι-ποίημα της Κικής Δημητριάδου και σε υπέροχη εικονογράφηση του Νικόλα Ανδρικόπουλου (εκδόσεις Λιβάνη). Δεν απόλαυσα άλλοτε τόσο όμορφο παραμύθι. Μόνο στην ποίηση βρήκα τέτοια συγκίνηση. Αξίζει να το διαβάσετε στα παιδιά σας. Μα πάνω απ’ όλα αξίζει να το διαβάσουν οι… μεγάλοι και οι… βασιλιάδες. Μήπως και γίνουν λίγο πιο ανθρώπινοι. «…σιωπή, η ομορφιά κοιμάται κι αν βίαια ξυπνήσει θα χαθεί… σιωπή». Και η Γκάγκα και η Κική βλέπουν την ομορφιά και την τρυφερότητα να κοιμάται κάτω από μία ανθισμένη ροδιά. Θα μπορέσουμε να τη δούμε κι εμείς; Ίσως, αν απελευθερωθούμε από το βλέμμα των άλλων και χαθούμε στα μάτια ενός μικρού παιδιού, της Αρήτης, της Ρωξάνης, της

Δεν υπάρχουν σχόλια: