Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Καναβούρης Κώστας

Διαβάζω το βιβλίο της Λένας Διβάνη «τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω, κα άλλα αναπάντητα ερωτήματα»(Καστανιώτης) και στέκομαι στη σελίδα 21: «Ο μόνος ασφαλής δρόμος σ’ έναν κόσμο που αλλάζει μορφή τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνουμε πια να απορροφήσουμε τις αλλαγές, είναι η ευελιξία»! «Ευελιξία»! Ο χαμαιλέοντας το πρότυπο. Και ο Μισραχί. Αυτός που πρότεινε την ευελιξία, την εργασιακή ευελιξία. Όπως ο Ρεμπώ, που αφού απέτυχε ως ποιητής, έγινε έμπορος όπλων. Τι απέμεινε όμως από τον Ρεμπώ; Τα όπλα ή οι λέξεις; Και ακόμα σε τι συνίσταται η ανασφάλειά μας; Στον άλλο. Ο άλλος μας απειλεί. Ο άλλος είναι η κόλασή μας. Δεν προχωρώ πέρα από τη σελίδα 21. Θεωρώ τον Σαρτρ πολύ κοινότοπο γιατί πλέον ισχύει καθολικά. Εξάλλου, στο 22 καίγεσαι. Θα μιλήσουμε μια άλλη φορά για τον φονταμενταλιστικό φεμινισμό, για τα όντα που καίγονται από μίσος για τον άλλο. Παραπέμπω τη Διβάνη στη Σέλλινγκ. Εμείς, σήμερα, θα μιλήσουμε για τις εξαιρέσεις, για την τραγωδία των αγαπόντων, για όσους και όσες επιμένουν να καίγονται από Αγάπη, για εκείνους που εξακολουθούν να θεωρούν κίνητρο και νόημα της ζωής τον έρωτα, για τους ποιητές, για τους ταχυδρόμους, τους μεταφορείς (με την έννοια της λογοτεχνικής μεταφοράς) των λέξεων και των εγκλημάτων, αυτά που συντελούνται, αρχίζοντας από την ολοφράση «Σ’ αγαπώ». Μιλώ για τη «νουβέλα κι ένα δράμα» του Κώστα Καναβούρη που φέρει τον τίτλο «Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες» (Ηλέκτρα). Στη νουβέλα ο ποιητής, δηλαδή ο «μεταφορέας» παρακολουθεί το αίμα-μελάνι των λέξεων και των συναισθημάτων δύο γυναικών σ’ ένα άσυλο εγκαταλελειμμένων, καθυστερημένων παιδιών. Το μελάνι-αίμα ανακατεύεται με το ψυχρό αίμα των κυνικών, των αδιάβροχων εγκληματιών, αυτών που λησμόνησαν ν’ αγαπούν, εγκλείοντας την αγάπη στα άσυλα. Παραδόξως, την ίδια ώρα, που τα διαβάζω όλα αυτά, ένα παιδί στις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο λέει πως «δεν έχει τι να κάνει σ’ αυτό τον κόσμο». Να, λοιπόν, που βρίσκεται η αγάπη. Στις χωματερές παιδικών ψυχών, στα άσυλα. Εκεί υπάρχει η αγάπη. Ακριβώς όπως και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί υπήρχε ανθρωπιά. Κι αυτό οφείλεται στους de l’ un(Ζίζεκ), στις εξαιρέσεις του κανόνα(Πρίμο Λέβι), στους «υποδειγματικούς»(Βόνεγκατ), στους «είρωνες»(Κρίστεβα). Χάρη σ’ αυτούς, στον απάνθρωπο καιρό μας, συντηρείται η ανθρωπιά. Αλλά αυτοί, που μοιάζουν σαν την έσχατη μαγιά της ζωής, που διαλέγουν το κρεματόριο της αλληλέγγυας αγάπης από την ασφάλεια, αυτοί ή αυτές που έρχονται απ’ αλλού(μετανάστριες), φεύγουν πάλι γι’ αλλού, χάνονται, καίγονται πρώτες. Γι’ αυτούς/ες μιλά ο Καναβούρης, για τους έσχατους αγαπόντες της σημερινής κανιβαλικής μας εποχής. Αλλά και για τους κανίβαλους μιλά, για τις αμνήμονες «Μήδειες», αρσενικές και θηλυκές. Γιατί η μνήμη κατάντησε πια το μνήμα των συναισθημάτων, ο τάφος των ταυτοτήτων. Γι’ αυτό το ερώτημα «ποιοι ήμασταν;», μένει αναπάντητο. Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος; Την απάντηση θα φέρει ο «άγγελος του τρόμου». Φόβος. Μόνο Τρόμος. Σ’ αυτόν τον τρόμο επιχειρεί να απαντήσει η Λένα, που λέγαμε, προτείνοντας ασφάλεια και ευελιξία. Την ίδια στιγμή, όμως, ο ποιητής προτείνει τη μνήμονα Αγάπη εκείνων που ζουν στην κόλαση χωρίς να τη συνηθίζουν (Habitus, Μπουρντιέ), «που δεν παίζουν με τη λέξη της» και τους ευφημισμούς της. Να, λοιπόν, το παιγνίδι των ευφημισμών. Να πως συνηθίζεται η κόλαση(«Πότε συνήθισα και το μίσος και τον εαυτό μου και τον κόσμο, ούτε που το κατάλαβα»). Αυτή είναι η ιδεολογία της ευελιξίας και της «ευ-λεξίας», των «αθώων απατών» που έλεγε ο Γκαλμπραίηθ. Μόνο που δεν είναι και τόσο αθώες ούτε οι απάτες ούτε οι ψευδαισθήσεις όταν αθωώνουν εγκλήματα και εξορίζουν τον πόνο του εαυτού, όταν ακρωτηριάζουν τον εαυτό από αγάπη και τα ακρωτηριασμένα μέλη θάβονται στα άσυλα. Γιατί έτσι ο άνθρωπος έγινε πιο άγριος, πιο κανίβαλος. Από το φόβο του απέναντι στον εαυτό του. Γι’ αυτό φοβήθηκε ό,τι του μειώνει την ασφάλεια, ό,τι τον καθιστά ευάλωτο. Κι έτσι φοβήθηκε σαν τον μεγαλύτερο τρόμο την Αγάπη. Ό,τι του λειώνει του Εγώ και του ανοίγει το καύκαλο της ψυχής. Έτσι, η Αγάπη έγινε άγρια, ένας άγγελος του τρόμου, ένα «μαύρο καράβι». Και μόνο οι εξαιρέσεις πλέον, όπως οι δύο καθαρίστριες του ασύλου, μπορούν να πουν «Αλλά μήπως υπάρχει και τίποτα πιο μεγάλο από την αγάπη; Να τρομάζεις και να αγριεύεις. Να τρομάζεις και να αγαπάς. Μέχρι θανάτου. Κανένας δεν ξέρει. Και είναι καλλίτερα έτσι… Θα μας είχανε σταυρώσει αν ξέρανε πόσο πολύ αγαπήσαμε. Αν ξέρανε ότι δεν προδώσαμε. Μέχρι θανάτου δεν προδώσαμε». Η Αγάπη υπό διωγμό. Παράνομη. Επί ποινή σταύρωσης. Και οι άλλοι οι μισεροί, μήπως δεν ξέρουν; Ξέρουν απαντά ο Καναβούρης ή μάλλον: «όλο μαθαίνουν κι όλο δεν ξέρουν. Όλο μαθαίνουν κι όλο δεν θέλουν να ξέρουν. Καμιά φορά νομίζω ότι επίτηδες δεν θέλουν να ξέρουν…». Να λοιπόν, οι άνθρωποι του «Ως εάν», αυτοί που γνωρίζουν το ψεύδος και κάνουν πως δεν το ξέρουν, ζουν με το ψεύδος, ζουν χωρίς αγάπη, αλλά με χρησιμοθηρικό όφελος και βία(Ζίζεκ). Αυτή η ιδεολογία του μίσους, ή καλύτερα της απάθειας, της αδιαφορίας και του ανερωτισμού συνιστά την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής. Αλλά μήπως αυτό συμβαίνει γιατί δεν αντέχεται το βάρος της αγάπης; Εμείς «την αντέξαμε την αγάπη» αποφαίνονται οι δύο καθαρίστριες, δηλώνοντας συγχρόνως ότι και το βάρος της αγάπης συνηθίζεται. Το βάρος συνεπώς δεν υφίσταται, είναι μία δικαιολογία. Γι’ αυτό η ύβρις, το nefas είναι ακόμη πιο τραγικό. Ο Κώστας Καναβούρης γίνεται τραγικός ποιητής, όπως ο Χαίλντερλιν, και επιχειρεί να απαλλαγεί από την ύβρι, αντικειμενικοποιώντας το τραγικό, θέτοντάς το απέναντί του, αναγνωρίζοντάς το στα θεατρικά πρόσωπά του, προσωποποιώντας το. Η κάθαρση ή η αυτοκάθαρση θα συμβεί με την αποκατάσταση της Αγάπης. Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται σε μία ουτοπική(του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού-Τίρανα, Οδησσός) ή σε μία ουράνια αγάπη, εξάλλου «ο παράδεισος έχει μονάχα πεθαμένους». Μιλά για μία εκκοσμικευμένη αγάπη, που έχει ως αντίπαλο τα υπερφίαλα Εγώ, τη ματαιοδοξία των «ονομάτων», που εντέλει καταλήγουν σε «ομαδικούς τάφους» που «είχαν κάποτε σώμα και μπορούσαν ακόμα να προδώσουν τον εαυτό τους και ικανότητα να σκοτώσουν. Να σφάξουν». Εδώ σταματάει η ανάλυση με το ύφος που απαιτούν τα συναισθήματα, δηλαδή την ποιητική σύνθεση, και αναλαμβάνει να συνεχίσει ο θεατρικός λόγος, η αντικειμενοποίηση του τραγικού.. Οι δυο γυναίκες συζητούν. Πλένουν και ντύνουν τρυφερά –συγκλονιστική αποτύπωση- τον ετοιμοθάνατο Γιωργάκη, χαρίζοντάς του ένα γαλήνιο, προθανάτιο γαλήνιο χαμόγελο. Και το ερώτημα αμείλικτο: Τι διάολο είναι αυτή η ζωή για μία γυναίκα, που είναι «τιμωρημένη» ν’ αγαπά; Είναι ευχάριστη ή όχι; Η απάντηση αμφίσημη: «Αν έλεγα ναι, θα ήμουν ηλίθια. Αν έλεγα όχι θα ήμουν αχάριστη»! Ένα πραγματικά θαυμάσιο βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες.

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: