Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Καστρινάκη Αγγέλα

«Με βρήκε πάλι η καινούργια βδομάδα να κουβαλάω το ραγισμένο εγώ μου σαν φορτίο ασήκωτο». Τα λόγια ανήκουν στη Νίνα την ηρωίδα της Βασιλικής Πιτούλη («Δείπνο εκ προμελέτης», εκδόσεις Εμπειρία). Εδώ «τα δύο φύλα δεν πεθαίνουν χωριστά»(Νίτσε) καθώς η λύση επέρχεται δια του πραγματικού φόνου του αρσενικού φαλλοκράτη. Αντίθετα, στο μυθιστόρημα της Αγγέλας Καστρινάκη «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας» (ελληνικά γράμματα) η λύση είναι ο συμβιβασμός. Αλλά και εδώ υπάρχει φόνος, μόνο που είναι υπαινικτικός, συμβολικός, αφού ο άντρας(Μάριος) καταχωρίζεται στην κατηγορία των «ρομαντικών» και η γυναίκα(Μέλπω) των ειρώνων. Και τα δύο μέρη επιχειρούν να βρουν τον εαυτό τους μέσω του άλλου, μέσω του έρωτα, αλλά τελικά καταλήγουν ή μάλλον επιστρέφουν στην αλήθεια της «απόστασης» και από τον άλλο και από τον ίδιο τους τον εαυτό: «είμαστε σε θέση να παίρνουμε απόσταση από τον εαυτό μας, να τον βλέπουμε, να τον ζυγίζουμε… αυτή την απόσταση, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και ειρωνεία». Τελικά, τι είναι ο έρωτας; Ο έρωτας είναι η ταύτιση με τον εαυτό. Αντίθετα, η απουσία του σημαίνει την επιστροφή στην «απόσταση» από τον εαυτό. Βέβαια, η απόσταση από τον εαυτό είναι ίδιο των ανθρώπων, αλλά στην Καστρινάκη αυτό συμβαίνει με μία ιδιαίτερη ένταση. Η «ειρωνεία» κατά τη συγγραφέα σχετίζεται με την «απόσταση», από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι συγχρόνως υποκείμενο(Εγώ) και αντικείμενο(Αυτό) του εαυτού του(θέτει δηλαδή τον εαυτό απέναντι, στον καθρέφτη και τον παρατηρεί δίκην ξένου). Η συγγραφέας περιορίζεται στην «απόσταση» και ένα χιούμορ παρατηρούμενου εαυτού, τον αυτοσαρκασμό. Δεν προχωράει στην κατηγοριοποιήση των ξένων σε είρωνες και πιστούς, όπως κάνει η Κρίστεβα. Οι πρώτοι είναι αυτοί που διχάζονται ανάμεσα σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια και σε αυτό που δεν θα υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό γίνονται φανατικοί του κενού και του ουδέτερου, γίνονται «είρωνες» ελλείψει ψευδαισθήσεων. Οι «πιστοί» από την άλλη πλευρά είναι αυτοί που κάνουν την υπέρβαση πέρα από το πριν και το τώρα, προσδοκώντας με πεισματικό πάθος μια γη της επαγγελίας, όπου θα κατοικεί ένας έρωτας, μια επιτυχία, ένα παιδί. Η ουτοπία των ξένων είναι η συνάντηση, η φιλοξενία, ο στιγμιαίος κοσμοπολιτισμός, το συμπόσιο ως «το θαύμα της σάρκας και του πνεύματος». Είναι, επίσης, το συνενοχικό απόλυτο και το μίσος που προσπορίζει στον ξένο συνοχή απέναντι σ’ έναν κόσμο υπεκφυγών και ομοιωμάτων, «ψευδοσχέσεων» και ψευδοάλλων». Υπό την οπτική της Κρίστεβα ο κόσμος (ή ο καιρός) της Καστρινάκη είναι ο κόσμος της πίστης(ή της μη πίστης) και όχι ο ασυμβίβαστος κόσμος της ειρωνείας, είναι ο κόσμος των ομοιωμάτων και των υπεκφυγών.
Για την ιστορία, ένα ζευγάρι διανοουμένων αρχίζει να κάνει «διπλή ζωή». Ακριβώς επειδή είναι διανοούμενοι (ή καλλιτέχνες) όλα «παίζουν» με τις λέξεις και τις σκέψεις. Το σημείο G του έρωτα, της ηδονής και της απόλαυσης βρίσκεται στον εγκέφαλο(«Με το μυαλό χτίζεις, με το μυαλό γκρεμίζεις»). Αλλά το πρώτο διαζύγιο είναι αυτό μεταξύ σώματος και ψυχής(Αλλά μήπως και το σώμα δεν έχει ψυχή!). Εδώ τα υπερδιογκωμένα Εγώ («Τα θέλεις όλα, μονά ζυγά, δικά σου») χάνουν τον άλλο, δηλαδή τον έρωτα. Όταν τον βρίσκουν, αυτό συμβαίνει με τον μανδύα του απαγορευμένου, αφού η νομιμοποίηση απομαγεύει. Ο έρωτας, λοιπόν. Η εκφορά της ολοφράσης «Σ’ αγαπώ» (Ρ. Μπαρτ). Αλλά να και πάλι το ερώτημα: Τι είναι ο έρωτας; «Χημεία ή αλχημεία;», επιστήμη ή μαγεία; Αλχημεία λέει η Καστρινάκη. Αλλά η ειρωνεία είναι ότι ζούμε στον καιρό της επιστήμης, της χημείας, που όμως δεν ισχύει στα «ανθρώπινα».
Ο έρωτας είναι μία θέωση, ένα ενθουσιαστικό, ευτυχισμένο παραλήρημα. «Ανακάλυψα, τελικά,», λέει ο Μαρκές, «πως ο έρωτας δεν είναι μία ψυχική κατάσταση, αλλά ένα ζώδιο στο ζωδιακό κύκλο», μία μεταφυσική! Να, η αλχημεία. Όλα τ’ άλλα, όλη η ζωή χωρίς τον έρωτα, δεν είναι ζωή, αλλά μία νευρωτική προσομοίωση της ζωής. Κάνουμε ότι ερωτευόμαστε, παριστάνουμε τους ερωτευμένους, τακτοποιώντας τον «έρωτα» σε μία λογική τάξη και σ’ ένα από εκείνα τα «κουτάκια» όπου τοποθετούμε με καταναγκαστική εμμονή «το καθετί στη θέση του, κάθε υπόθεση στην ώρα της, κάθε λέξη στο ύφος της…». Κι εδώ ο έρωτας είναι μία υπόθεση του φαντασιακού. Αλλά ενώ στον Μαρκές ο έρωτας είναι άλαλος(η μικρή κορδελιάστρα-πόρνη), στην Καστρινάκη είναι φλύαρος και μόνο τα ηχοχρώματα των φωνών και των ολοφράσεων είναι οι πυροκροτητές του έρωτα. Γι’ αυτό εδώ ισχύει το δίλημμα του Χόρχε Σμπρούν: Talk or sex; Κι εδώ ένα ζευγάρι διανοουμένων -μία δικηγόρος κι ένας δημοσιογράφος- βιώνει με τον δικό του τρόπο την κωμωδία, την τραγωδία, την ιλαροτραγωδία του ερωτισμού. Οι αναφορές και οι αναγωγές στην «περίεργη» ερωτική σχέση του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου και φιλοναζιστή Χάιντεγκερ με την Εβραία και αριστερή Χάνα Άρεντ μέσω της αλληλογραφίας τους είναι συχνές, αλλά ο Σεμπρούν τις υπερβαίνει. Οι δύο εραστές είναι παντρεμένοι, όπως και οι Άρεντ –Χάιντεγκερ, όπως η Μέλπω και ο Μάριος. Ο Μπερνάρ όπως και ο Χάιντεγκερ, ή ο Μοράν, γράφει στη Φρανς ότι «ποτέ δεν θα μπορέσω να οικειοποιηθώ το δικαίωμα να σας θέλω για μένα, όμως δεν θα βγείτε πια από τη ζωή μου...», αλλά συγχρόνως αισθάνεται την επιθυμία να αλώσει, να «μπει», (σ)το σώμα των γυναικών, αλλά όχι στη ζωή τους. Στη πρώτη περίπτωση ο ερωτισμός αρκείται στη συνομιλία (Talk), ενώ στη δεύτερη επιθυμείται απλώς το sex. Κι εδώ όλα ξεκινούν μέσω των λέξεων, μέσω των ποιημάτων του Ρενέ Σαρ: «Ομορφιά, απόλυτή μου ευθεία, μέσ’ από τέτοιους άθλιους δρόμους, στο κατάλυμα μιας λάμπας κι ενός κλειστού κουράγιου, να ξεπαγιάζω, κι εσύ να ’σαι η γυναίκα μου τον Δεκέμβρη. Η ζωή που μου μέλλει είν’ η όψη σου την ώρα που κοιμάσαι». Η μουσική των λέξεων ανοίγει το κεφάλι της γυναίκας και μετά τον κόλπο της. Για εκείνη ο έρωτας είναι βουβός και η ποίηση τον κάνει να μιλάει. Εκείνος, όμως, μεταχειρίζεται την ποίηση με τον τρόπο που ένας ιππότης χρησιμοποιεί το σπαθί και κυρίως το δίχτυ του. Ο Μπερνάρ είναι ο κυνηγός που του αρκούν τα χείλη, οι γλώσσες και η τραχύτητα της ιδιοκτησίας, η τάξη της οποίας επιβάλλει μία γυναίκα για τη ζωή, ή το σπίτι, και μία εφήμερη για «το κενό των πέντε με επτά»! Αλλά και η Φρανς ακολουθεί το ανδρικό πρότυπο σύμφωνα με τη λοξή χειραφέτηση του καιρού. Κι εκείνη έχει έναν σύζυγο κι έναν εραστή. Αλλά είναι αυτή που θα διαγνώσει την παγίδα της ψευδούς ευτυχίας, η καλύτερα της δυστυχισμένης ευτυχίας. Η ηδονή, «ένα κοράλλι από σπασμούς» ήταν ο εραστής, ο Μπερνάρ. Αλλά αυτές οι στιγμές της ηδονής ήταν συγχρόνως σπαρακτικές «γιατί δεν συνιστούσαν μια μοιρασιά, μια μακρόπνοη τρυφερότητα, μια συνενοχή του καθημερινού». Όπως δείχνει και η Καστρινάκη το «καθημερινό» είναι που σκοτώνει την ερωτική τρυφερότητα. Παραδόξως, η συγγραφέας του «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας» δεν διακρίνει της αποχρώσεις, όπως ο Οκτάβιο Παζ. Ο τελευταίος δεν μιλάει για τον έρωτα, αλλά για τον ερωτισμό, τον οποίο θεωρεί αντίστοιχο της ποίησης. Όπως η ποίηση είναι η ερωτική διάσταση του λόγου, έτσι και ο ερωτισμός είναι «η ποιητική του σώματος». Ο ερωτισμός δεν είναι απλή ζωώδης σεξουαλικότητα, αλλά μια ιεροτελεστία και παράσταση, η ποιητική μεταφορά δηλαδή της σεξουαλικότητας και όπως όλες οι μεταφορές δηλώνει κάτι πέρα από την πραγματικότητα που τη δημιουργεί, κάτι νέο και εντελώς διαφορετικό από τους όρους που τον συνθέτουν. Η κινητήρια δύναμη τόσο της ερωτικής όσο και της ποιητικής πράξης είναι η φαντασία. Αυτή είναι που μεταμορφώνει το σεξ σε τελετουργία. Ο Παζ διακρίνει τον έρωτα αυτό καθεαυτό, τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα. Το σεξ είναι η πρωταρχική πηγή, ενώ ο ερωτισμός και ο έρωτας είναι δευτερογενείς μορφές του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ερωτισμός είναι αποκλειστικά ανθρώπινος. Πρόκειται για την κοινωνικοποιημένη σεξουαλικότητα που έχει μεταμορφωθεί από τη φαντασία και τη βούληση των ανθρώπων. Ο ερωτισμός είναι εφεύρεση, μία διαρκής παραλλαγή. Το σεξ είναι πάντοτε το ίδιο. Ο ερωτισμός αλλάζει με το κλίμα και τη γεωγραφία, τις κοινωνίες και την ιστορία, τα άτομα και τις ιδιοσυγκρασίες, καθώς επίσης και από τις περιστάσεις, την τύχη και την έμπνευση της στιγμής.
Επαπειλούμενοι από τη διαρκή εκκένωση του σεξουαλικού ενστίκτου, οι άνθρωποι εφηύραν ένα αλεξικέραυνο, τον ερωτισμό. Αμφίσημη εφεύρεση, όπως όλες οι ανθρώπινες επινοήσεις. Ο ερωτισμός είναι ρυθμιστής της ζωής και του θανάτου. Δυστυχώς, αυτές οι αποχρώσεις λείπουν από το μυθιστόρημα της Καστρινάκη, η οποία καταλήγει απλώς σ’ ένα ταξίδι «στην ξενότητα του άλλου» και του αποξενωμένου(αποστασιοποιημένου) εαυτού μας, με πυξίδα μία «ηθική του σεβασμού για το ασυμβίβαστο»(Κρίστεβα).

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: