Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Τριανταφύλλου Σώτη: Άλμπατρος

Η κριτική για το Άλμπατρος που πολύ όψιμα δεν άρεσε στη φίλη μας τη Σώτη.

«Ο λογικός άνθρωπος προσαρμόζεται στον κόσμο. Ο παράλογος επιμένει να προσαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Άρα, η πρόοδος εξαρτάται από τον παράλογο άνθρωπο. Αυτή είναι μία από μόνο από τις αιτίες που ο θάνατος του Έντμουντ Γιάρροου μου προξενεί βαθειά θλίψη...», έγραψε στο συλυπητήριο σημείωμα που έστειλε στη Μόλλυ Γιάρροου ο Μπέρναρντ Σω, επανεντάσσοντας το παράλογο, πριν από τον Φουκώ, στο «λογικό» σύστημα της κοινωνίας. Τα όρια της λογικής και του παραλόγου, όπως καθορίζονται από τον συσχετισμό δύναμης των κοινωνικών τάξεων και όπως αυτά υπερβαίνονται από τα μέλη τους, είναι το μοτίβο του νέου μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ-Γιάρροου, ο αποστάτης της τάξης του, το «άλμπατρος» της Μόλλυς Γιάρροου, πραγματοποίησε επιτέλους το «βυρωνικό του ταξίδι» του και πέθανε, όπως ο ήρωάς του, στο Μεσολόγγι. Ο Έντμουντ θα μπορούσε να είναι ο Μπέρτραντ Ράσελ, θα μπορούσε να είναι ένας ακτιβιστής Μαρξ, μα πιο πολύ θα μπορούσε να είναι ένας εξωστρεφής Βίτγκενσταϊν της Πράξης.
Βρισκόμαστε στο 1880, την «εποχή μεταξύ των εποχών»: Η αυτοκρατορική Βρετανία της Βασίλισσας Βικτωρίας βρίσκεται στα όρια της ακμής και της παρακμής της· οι βικτωριανές, πουριτανικές αξίες κυριαρχούν· την ίδια στιγμή, όμως, το εργατικό και το γυναικείο κίνημα καθώς και το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας εισέρχονται στην πολιτική ημερήσια διάταξη. Η πρόβλεψη του Μαρξ ότι η επανάσταση θα επισυμβεί στην αναπτυγμένη βιομηχανικά Αγγλία καταδεικνύει την «ωρίμανση των αντιφάσεών» της. Οι νέοι διανοούμενοι του Λονδίνου αρνούνται την «κενή πόζα» τόσο της παρηκμασμένης κουλτούρας της αυλής της Βασίλισσας Βικτωρίας όσο και το νεοπλουτίστικο κιτς της ανερχόμενης αστικής τάξης. Πολλά μέλη της νεότερης γενιάς, υποφέρουν τρομερά από την ασυμφωνία του κόσμου όπως είναι και του κόσμου όπως θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τις δικές τους αρχές, και μεταξύ της νεύρωσης και της άρνησης προτιμούν τη δεύτερη. Ένας απ’ αυτούς ο Έντμουντ Μάθιουσελντ θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Καίημπριτζ, την προδιαγραμμένη στο «όνομα του πατρός» πορεία του, και θα μετουσιώσει την άρνησή του, αφού ξεφτιλίσει τους κανόνες και την κυρίαρχη «πολιτική ορθότητα» που εκπροσωπεί η τάξη του, σε ριζοσπαστική πολιτική αντίδραση, γι’ αυτό και θα αποκληρωθεί από τον πατέρα του. Όσοι από την τάξη του δεν επιτυγχάνουν αυτό το passage a l’ acte καταλήγουν στη νεύρωση των ροδόκηπων ή της ιππασίας, στην ηθική ακαμψία, που αντιστοιχεί και ενισχύεται από τις πουριτανικές αξίες, και στην αποχαύνωση. Απέναντι στις βικτωριανές αξίες θα βρεθεί ο μύθος και η πράξη του λόρδου Μπάυρον, πραγματικό ευαγγέλιο για τους αποστάτες της αστικής τάξης· απέναντι στη συντηρητική πολιτική θα σταθεί η ποίηση και ο παράφορος ρομαντισμός. Ανάλογες καταστάσεις λαμβάνουν, εξάλλου, χώρα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η jung wien αντιδρά το ίδιο στην αυλή των Αψβούργων και ο Βίτγκενστάιν χαρίζει την τεράστια πατρική του περιουσία στις αδελφές του, ενώ πηγαίνει εθελοντής στο στρατό, όταν ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Έντμουντ Μάθιουσελντ αντίθετα αποφεύγει τη στράτευσή του, καθώς ήδη είναι στρατευμένος στην πολιτική, αλλά το άλτερ έγκο του, ο ομοφυλόφιλος μαρκήσιος Νέλσον Τζαίημς αναγκάζεται να γίνει στρατιωτικός· συμμετέχει στον πόλεμο των Μπόερς· λιποτακτεί και εκτελείται.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει «η ένδεια του καιρού» που αδυνατεί να ενδυθεί την «ορεινή πορεία» των ερωτημάτων και από την άλλη υπάρχει η νέα γνώση, η έλλογη διαύγαση των συμβαινόντων και η προσφυής ενθυμική βίωση, η εμπειρία. Στη Βρετανία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, που είναι ο κεντρικός «τόπος» του μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου, ένα μέρος των νέων μεγαλοαστικής προέλευσης θα προσπαθήσει να γεμίσει το «διψαλέο κενό του», ακολουθώντας τον παράφορο ρομαντισμό του Μπάυρον. Στόχος της ζωής και του αχαλίνωτου Εγώ θα γίνει η αίσθηση της ύπαρξης μέσω της διακινδύνευσης του ταξιδιού και της περιπέτειας καθώς και των ακόλαστων επιδιώξεων κάθε είδους. Αυτή θα είναι η απάντηση στον βικτωριανό πουριτανισμό και των πέντε Π της βρετανικής αυτοκρατορίας που είναι: «Περιέργεια, Πολιτική, Περιπέτεια, Πατριωτισμός, Πολιτισμός».
Η συγγραφέας, παράλληλα με τους «επάνω», ακτινογραφεί και τους «κάτω», τους ανθρώπους της απέναντι όχθης. Η Μόλλυ Γιάρροου καταφέρνει, από τη δική της πλευρά, να ξεφύγει από την τάξη των εξαθλιωμένων· μορφώνεται και λαμβάνει μέρος στο κίνημα για την ψήφο των γυναικών. Αλλά μεταξύ των ασυμφιλίωτων κομματιών, που χωρίζει ο Τάμεσης, υπάρχει ένας κοινός τόπος, η καρδιά του Λονδίνου, η χοάνη των ιδεών και του πολιτικού ακτιβισμού, το Σίτυ. Εκεί η Μόλλυ θα συναντηθεί με τον Έντμουντ Μάθιουσελντ, και θα παντρευτούν. Η «αβύθιστη» Μόλλυ είναι εξοικειωμένη με το θάνατο, ο ναρκισσισμός της είναι μηδενικός: «Δεν ήθελε να γίνει τίποτα, ήθελε να είναι αυτό που ήταν». Γι’ αυτό αγαπάει βαθιά, σαν τον Home Generique (τον Καθολικό Άνθρωπο) του Μαρξ (Ιρλανδικό ζήτημα). Αντίθετα, ο ναρκισσισμός του Έντμουντ, που σιχαίνεται τους μαρξιστές, επιθυμεί τον μισαλλόδοξο, «εκστατικό έρωτα» που θα είναι μόνο γι’ αυτόν· αποζητά την αποκλειστικότητα. Η Μόλλυ το μόνο που επιθυμεί είναι ότι «πρέπει να κάνει την απελπισία ανίκητη ελπίδα» και έτσι κάνει τον Έντμουντ, δίκην Τζ. Τζόυς, να παραληρεί από «έρωτα» και ζήλεια! Ο αποστάτης της τάξης του, ο Έντμουντ, παρά τους τροπισμούς του στέκεται απολιθωμένος, σαν τη νάγια την ορχούμενη, μπροστά στη ναρκισσιστική τελειότητα της νιότης του. Γι’ αυτό, τελικά, θα πεθάνει ματαιόδοξα σαν τον Μπάυρον στο Μεσολόγγι, «στο κέντρο της σιωπής και της βραδύτητας», γιατί ήθελε «ν’ αφήσει ένα γλυκό σημάδι πίσω του...».
Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι άφθαστος τεχνίτης, και δομεί μ’ εκπληκτικό τρόπο ένα σύνθετο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας άρεσε ιδιαιτέρως η άρνησή της να υπακούσει στην «επίσημη ορθογραφία» που έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Και μια διόρθωση: Το «άλμπατρος» μπορεί να είναι και ποίημα του Μπωντλαίρ, αλλά η συγγραφέας, όπως γράφει, το «δανείστηκε» από τον Κόουλριτζ

2 σχόλια:

ange-ta είπε...

γιατι σήμερα κριτική για το "Αλμπατρος"
Μετά απο μια δεκαετία;
Παίζει κάτι που δεν κατάλαβα;

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ είπε...

Αν διαβάσετε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης θα καταλάβετε. Η κριτική είναι παλιά, απλώς παρατίθεται γιατί τη σχολιάζει η Σώτη.