Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Χ. Ζιν και Ντάριο Φο

Xoward Zinn
Από την Ιστορία στην πράξη
Εκδόσεις Αιώρα

Το βιβλίο περιλαμβάνει την ομιλία του Χ. Ζιν στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο και δύο συνεντεύξεις. Στην ομιλία ο Ζιν αναφέρεται στην «ταραγμένη σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και στα δικαιώματα και καθήκοντα του πολίτη». Με παράδειγμα δε τη χώρα του τις ΗΠΑ διερωτάται αν αυτές είναι δημοκρατικές ή όχι. Κοντολογίς, στις ΗΠΑ συμβαίνει ότι και με την αρχαία Ελλάδα, όπου τονίζουμε τη Δημοκρατία αλλά ξεχνούμε τη δουλεία. Και επειδή στον Ντάριο Φο μιλήσαμε για τους ξεχωριστούς, για εκείνους που είναι εκτός του κανόνα, εδώ ο Ζιν μιλάει για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, για την υπακοή στο κράτος μέχρι θανάτου. Μόνο που το κράτος αντιμετωπίζει διαφορετικά, άνισα και χωρίς ισονομία τους πλούσιους και τους φτωχούς. Με άλλα λόγια η αμερικανική δημοκρατία βασίζεται στους τύπους, στην ύπαρξη των νόμιμων θεσμών και διαδικασιών και όχι στην ουσία των αποφάσεων. Συνεπώς, δεν μπορείς να διαμαρτύρεσαι για την άδικη απόφαση γιατί όλα έγιναν με νόμιμο τρόπο. Η αδικία άρα ενδύεται το μανδύα της νομιμότητας κι έτσι κάποιος δικάζεται όχι γι’ αυτό που έκανε αλλά γι’ αυτό που είναι(φτωχός ή αμφισβητίας του καθεστώτος). «Έχουμε λοιπόν τους θεσμούς της δημοκρατίας, έχουμε τις νόμιμες διαδικασίες, θα προσθέσουμε στο Σύνταγμα μία Χάρτα Δικαιωμάτων που θα μιλάει για ελευθερία του λόγου και για το δικαίωμα να δικάζεσαι από ενόρκους και το δικαίωμα να έχεις νομική εκπροσώπηση, οπότε αυτό είναι δημοκρατία». Τελικά, στις ΗΠΑ υπάρχει δημοκρατία, αλλά μία δημοκρατία της Γουόλ Στριτ, για τη Γουόλ Στριτ, της Γουόλ Στριτ». Μόνο σε δύο περιπτώσεις έχουμε στις ΗΠΑ στιγμές δημοκρατίας, οπότε ψηφίζονται και νόμοι υπέρ των μη προνομιούχων. Πρόκειται για τη δεκαετία του 1930 μετά το κραχ και τη δεκαετία του 1960. Αλλά για περισσότερα στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του ακτιβιστή και ακαδημαϊκού.


Ντάριο Φο

«Ο έρωτας και η ειρωνεία» του Ντάριο Φο κυκλοφόρησε το 2007 στην Ιταλία και περιλαμβάνει τέσσερις ιστορίες. Η πρώτη ιστορία τιτλοφορείται «Ελοΐζα». Πρόκειται για τη σχέση της ορφανής, δεκαεξάχρονης Ελοΐζας, ανηψιάς του αβά της Νοτρ Νταμ, με τον πανεπιστημιακό καθηγητή της θεολογίας και παιδαγωγό της Αμπελάρντο. Ο τελευταίος μαθαίνει στη νεαρή τον βαρύ συμβολισμό του ονόματός της, καθώς «Ελοΐζα είναι το όνομα μιας περίφημης βασίλισσας της Αστουρίας, για την οποία λένε πως ερωτεύτηκε τον αδελφό της χωρίς να ξέρει ποιος είναι». Η Ελοΐζα του Ντάριο Φο θαυμάζει την εκπληκτική διδασκαλία του Αμπελάρτνο και την ικανότητά του να αποδεικνύει ότι «υπήρχε πάντα αντίλογος σε κάθε κανόνα, μια άλλη αλήθεια κι ύστερα μια άλλη ακόμα… και ότι η κάθε λογική μπορούσε να αποδειχθεί παράλογη και η τρέλα, λογική». Ο δάσκαλος αναστάτωνε τη μαθήτρια μιλώντας της «για τη διδυμοτοκία του αρσενικού και του θηλυκού», για το αρρενοθήλυ, που ο Θεός έκοψε τους αόρατους δεσμούς, ξεχωρίζοντάς τους σε άρρεν και θήλυ. Η κίνηση αυτή του Θεού αποκλήθηκε «τομή της λησμονιάς», αφού τα ξεχωριστά φύλλα ένιωθαν ότι τους έλλειπε κάτι αλλά δεν μπορούσαν να το προσδιορίσουν. Μάλιστα, για να γεμίσουν το μεγάλο κενό άρχισαν να εργάζονται με ζήλο. Συνεπώς, η εργασία, η εκτροφή ζώων ου μην και… αιχμαλώτων, η καλλιέργεια της γης, το κτίσιμο υποδομών, εργαλείων παραγωγής και μεταφορικών μέσων συνδέονται σύμφωνα με τον Ντάριο Φο με το μεγάλο σεξουαλικό κενό, που ο Φρόυντ αποκάλεσε λίμπιντο! Ώσπου τα δύο φύλλα ξανασυναντήθηκαν, ακυρώνοντας την τομή της λησμονιάς. Η γοητεία που ασκούσε ο δάσκαλος στη μαθήτρια οφειλόταν στο γεγονός ότι της αποκάλυπτε «την άγνωστη μαγεία των πραγμάτων». Το μεγάλο σοκ όμως προέκυψε όταν της είπε πως ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, «ακόμα και την αμαρτία». Ο Θεός συνεπώς είναι ο δημιουργός του διαβόλου. Σύμφωνα δε με τη διαλεκτική του Αμπελάρντο «μόνο του το καλό δεν μπορεί να αποκαλυφθεί παρά μονάχα στο σκότος του κακού»(το καλό αποκαλύπτεται χάρη στο κακό). Ομοίως, σύμφωνα με τον Ευκλείδη «το κάθε πράγμα, για να υπάρξει, έχει ανάγκη από το αντίθετό του… οι σκιές… καταφέρνουν να αναδείξουν τη λαμπερή παρουσία των πραγμάτων και το ίδιο το φως».
Ο Ντάριο Φο μιλάει για τους «αυθεντικούς ήρωες», όπως ο Βόνεγκατ για τους «υποδειγματικούς» και ο Ζίζεκ για τις εξαιρέσεις(de l’ un). Πρόκειται για εκείνους που αντιστέκονται στο πνεύμα και τις συμβάσεις της εποχής, που υπερβαίνουν τα όρια(Χάιντεγκερ) και πηγαίνουν την ανθρωπότητα μπροστά. Στην τελευταία ιστορία οι «ξεχωριστοί», οι ήρωες είναι αυτοί που έχουν ως πρώτο κανόνα να είναι «εκτός κανόνα», να χαίρεσαι τη ζωή, να οργανώνεις μεγάλες γιορτές, να τραγουδάς, να χορεύεις, να κάνεις έρωτα(Ρεμπώ) και να γελάς, «Κι ύστερα να μάθεις να βλέπεις ειρωνικά κάθε γελοιότητα…». Προπάντων, να είσαι ικανός να γελάς και να κάνεις τους άλλους να γελούν. Για τον Ντάριο Φο(όπως και για τον Καμί) οι Έλληνες ήταν ξεχωριστοί χάρη στην «απελπισμένη πάλη τους», την ξεροκεφαλιά τους. Αντίθετα, οι χριστιανοί τα εναπέθεσαν όλα στο Θεό, που προβλέπει τα πάντα(ντερμινισμός και μοιρολατρεία).
Θαυμασμός, σαγήνη, ομορφιά κι ο έρωτας, που γεννιέται, καταλήγει στο κλάμα ενός μωρού! Η Ελοΐζα και ο Αμπελάρντο παντρεύονται. Αλλά οι ανταγωνιστές θα εκμεταλλευτούν το γάμο για να επιτεθούν στον Αμπελάρντο(αυτό αποκαλεί ο Φο «ειρωνεία»). Ακόμη χειρότερα, «Μια νύχτα τέσσερα καθάρματα(όργανα του θείου της Ελοΐζα, που ήταν αποδέκτης της φρικτής κοινωνικής ειρωνείας) μπήκαν στο δωμάτιο όπου ο Αμπελάρντο κοιμόταν μόνος…» και τον ευνούχισαν, κρεμώντας τον από τους όρχεις. Το μωρό του έρωτα Αμπελάρντου και Ελοΐζας, άρα, δεν θα έλθει ποτέ. Πάνω απ’ όλα όμως, για τους δύο άντρες τον αβά-θείο και τον σύζυγο-καθηγητή οι όρχεις ήταν το σύμβολο του εγωισμού και του αντρισμού! Το τελικό θύμα όμως θα είναι το κορίτσι, αφού ο ευνουχισμένος Αμπελάρντο, ο γοητευτικός δάσκαλος θα αποδειχθεί απάνθρωπα εγωιστής, αφού θα ζητήσει τη θυσία του κοριτσιού με τον εγκλεισμό της σε μοναστήρι. Στο μοναστήρι η Ελοΐζα θα γράφει αλλά θα κατατρύχεται από τις ερωτικές της φαντασιώσεις: «Ακόμα και στη μέση μιας Θείας Λειτουργίας, όταν η προσευχή πρέπει να είναι εντελώς καθάρια, τα πρόστυχα φαντάσματα της ηδονής κυριεύουν βίαια τη μελαγχολία μου και την κάνουν να παραπαίει σε ένα ηδονικό παιχνίδι, έτσι ώστε τελικά να αφιερώνομαι περισσότερο στην ποταπότητα παρά στην προσευχή»! Στις άλλες τρεις ιστορίες δεν «παίζει» τόσο ο έρωτας όσο το γεγονός ότι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτές είναι ξεχωριστά, δηλαδή ήρωες, συνειδητοί ή όχι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: