Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Κακουλίδης Γιώργος

Ο Νίκος Εμμανουηλίδης είναι ποινικός κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού. Μία 25η Μαρτίου μπαίνει στο κελί του ο ανακριτής και του ανακοινώνει ότι την επόμενη εβδομάδα μπορεί να κάνει χρήση της επταήμερης άδειάς του. Ο κρατούμενος αδιαφορεί αρχικά, αλλά τελικά κάνει χρήση της άδειας καθώς μαθαίνει ότι ένας παιδικός του φίλος, ο Έκτορας, ο τυφλός στοχαστής, συμβουλάτορας και συμπαραστάτης του στα δύσκολα, αυτοκτόνησε. Όταν ο Νίκος αρρώσταινε, ο Έκτορας του έλεγε ιστορίες «μαγικού ρεαλισμού», αφού παρότι ξεπηδούσαν από έναν κόσμο μαγικό «έβγαιναν αληθινές». Έτσι, το αφήγημα του Κακουλίδη: η λέσχη της στιγμής(εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη) κινείται μεταξύ πραγματικών ονείρων και ονειρικής πραγματικότητας. Οι ήρωες ζουν στα όρια, στα σύνορα, συγκεκριμένα στον ορίζοντα, εκεί όπου συναντάται η θάλασσα με τον ουρανό, ο χρόνος με τη στιγμή. Εκείνο, εξάλλου, που έδεσε τον Νίκο, τον Έκτορα και τους άλλους της παρέας τους ήταν η συνείδηση αυτής της συνάντησης που οδήγησε στη σύσταση της «Λέσχης της Στιγμής». Η ιστορία της Στιγμής και της «Λέσχης της Στιγμής» καταγράφηκε σ’ ένα «κίτρινο σχολικό τετράδιο» και παραδόθηκε δίκην πολιτικής παρακαταθήκης στον συγγραφέα και αφηγητή που μετέχει της παρέας και μας πληροφορεί πως «Η Λέσχη(της Στιγμής) γεννήθηκε στο καφενείο του Πρόγια, στην πλατεία Πλαστήρα» και είχε ως καταστατικό στόχο της την υπεράσπιση των στιγμών, αφού η ζωή είναι οι στιγμές της, αυτές «είναι οι μόνες που μας οδηγούν». Έτσι το «φάντασμα της στιγμής» άρχισε τη δεκαετία του ’60 να πλανάται πάνω από την Αθήνα!
Ο τυφλός Έκτορας μεγάλωσε ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Λέσχης της Στιγμής και αφού σπούδασε δημιούργησε ένα δικό του κύκλο όπου δίδασκε την «ελευθερία της στιγμής». Η αποδοχή στη Λέσχη είχε ως αναγκαίο όρο να μπορείς «να νιώθεις πως κάθε στιγμή, που είναι η μητέρα της ευγένειας, είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να υπερασπιστείς αυτή την έρημη ζωή. Ο κόσμος αγνοεί τις στιγμές του, τις πετά, νομίζει πως δεν είναι τίποτα…». Η σπείρα των διαδοχικών στιγμών παράγει «φύση», αυτή που όταν «έρχεται η τρομερή τελευταία ώρα του καθενός, του δίνει τη δύναμη να χαθεί». Εδώ βλέπουμε ότι η βίωση των στιγμών επανασυνδέει τον άνθρωπο με τη φύση (από την οποία αποσπάστηκε κατά την Αναγέννηση σύμφωνα με τον Κώστα Παπαϊωάννου). Υπό μία άλλη οπτική, τη λογοτεχνική της Ισμήνης Καπάνταη, ο ου-τόπος της δικαιοσύνης, της αγάπης και του θεωμένου έρωτα για τον Άλλον υπάρχει και βιώνεται για μια στιγμή, εκείνη τη στιγμή της άρσης, της μεγάλης άρνησης, του ξεσηκωμού, τότε που συστήνονται οι βιογραφίες και συντελείται η Ιστορία, τότε που η ζωή, όπως και ο θάνατος, αποκτούν το νόημά τους. Έτσι, περίπου, καταλήγει η ηρωίδα της Ισμήνης Καπάνταη, όταν προτρέπει τον αναζητητή της ιστορικής αλήθειας να δει με «χριστιανική αρετή» και «ευσπλαχνία» τους ήρωες των ηττημένων, τους τρελούς και τους αλαφροϊσκιωτους (Ζηλωτές), αυτούς στους οποίους όλοι οι αδικημένοι που εξανέστησαν χρωστούν τη βίωση της ανεπανάληπτης στιγμής του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» και γι’ αυτό το λόγο τους απονέμουν τον τίτλο του «άλατος της Γης». Η διαφορά στον Κακουλίδη είναι ότι αυτός δεν μιλάει μόνο για τη μία, τη μοναδική ενδεχομένως Μεγάλη Στιγμή της Καπάνταη, αλλά για όλες τις στιγμές(κυρίως τις μικρές), που είναι ιερές και τους αξίζει ένας λατρευτικός χώρος, όπως η εκκλησία στο Μπουένος Άιρες, όπου η ιεροτελεστία είναι ο χορός, το τάνγκο. Για να καταλάβετε ακόμα και ο καρκίνος οφείλεται σ’ ένα «κύτταρο που δε βρίσκει ούτε μια στιγμή δική του για ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί…». «Ζήστε όπως θέλετε…» λέει το καταστατικό της Λέσχης της Στιγμής, ή «Ζήστε όπως σας ταιριάζει» που θα έλεγε κι ο παλιός ποιητής Τζιάκομο Λεοπάρντι, αλλιώς θα είστε ένας «πεθαμένος εν ζωή».
Οι αλκοολικοί εργάτες, οι μητέρες που είναι τιναγμένες στον αέρα, γενικώς οι τρελοί είναι οι απελπισμένοι που θέλησαν να ζήσουν τις στιγμές τους και δεν τα κατάφεραν. Γι’ αυτό ο χημικός ζουρλομανδύας, τα χάπια επιχειρούν την αναχαίτιση των στιγμών. Η «γιορτή της στιγμής» (στο εστιατόριο του Φιλίπο) μοιάζει με την «τρελίτσα», που οι Άγγλοι θα ονομάσουν moral insanity και ο Φουκό «ηθική τρέλα: «Τρέλα που καθιστά οιονεί αόρατη την απουσία κάθε αλογίας» (κρυφή τρέλα).
Η «τρελίτσα» ή η κρυφή τρέλα είναι η αντιπυρά που σώζει από την πυρά, από την τρέλα και δεν είναι παρά το τελετουργικό βύθισμα στις φαντασιώσεις, εκεί όπου το τραγικό πρόσωπο, που είμαστε, βρίσκει «μέσα στην νύχτα τη σκοτεινή αλήθεια της μέρας» (στη μανιο-κατάθλιψη που κατά τον Γουίλλις δεν είναι ασθένεια), είναι «κρυφή φωτιά, που εντός της μάχονται φλόγες (μανία) και καπνός(μελαγχολία), είναι ο φορέας αυτού του φωτός και αυτής της σκιάς». Αλλά τι σημαίνει τρελίτσα και σε τι διαφέρει από την «αντικειμενική», μη συνειδητή τρέλα; Αν ο μη τρελός μέσω της συνειδητής «τρέλας» επιχειρεί μέσω του λυρισμού και της τελετουργίας να βρει μέσα στη νύχτα το σκοτάδι της ημέρας. Ο τρελός και ο τραγικός δεν διαλέγονται, δεν έχουν κοινή γλώσσα, όπως παλιότερα(κλασική εποχή). Τώρα η τρέλα δεν είναι το σημάδι ενός άλλου κόσμου αλλά σημάδι του τίποτε, κάτι που δεν υπάρχει. Γι’ αυτό ο εγκλεισμός είναι «μια πράξη εκμηδενισμού του μηδενός». Όλη αυτή η παρέκβαση για να υποστηρίξουμε ότι οι ήρωες του Κακουλίδη δεν είναι τρελοί(όπως πιθανόν να εκληφθούν) αλλά τραγικοί.
Οι ήρωες εδώ είναι έξ-υπνοι (εκτός ύπνου), αλλά σκέφτονται με όρους ονείρου. Εκείνο που τους σώζει από το θάμπωμα και τη νοητική νύχτα το καταμεσήμερο είναι η τρελίτσα και δη η συλλογική(η παρέα της Λέσχης), τουτέστιν η πράξη. Κανείς εδώ δεν είναι μόνος. Αυτή η συλλογικότητα είναι η ασπίδα μπροστά στο ρίσκο να κοιτάξεις τον ήλιο, τη Μέδουσα χωρίς να μαρμαρώσεις. Εδώ συμβαίνει ότι με τον Ντεκάρτ που «κλείνει τα μάτια και βουλώνει τα αυτιά του»(Φουκό) και προστατεύεται για να μην τυφλωθεί από τη γητειά, όπως τυφλώνεται ο τρελός, που κοιτάζοντας τον ήλιο και όντας τυφλωμένος «βλέπει» ό,τι φαντάζεται για να βλέπει καλύτερα την αληθινή διαύγεια του ουσιώδους φωτός. Η μαθηματική επιστήμη και η καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- θα γίνει «μία μάθηση του φωτός», που ό,τι περισσεύει θα το κόβει, θεωρώντας το παράλογο, σκοτεινό, μεταφυσικό, τρελό. Αυτό που κόβει ο χασάπης ο Προκρούστης, δηλαδή οι στιγμές μας, αρνούνται οι ήρωες του Κακουλίδη.
Τελικά η στιγμή είναι ο ψίθυρος του υπόρρητου, του χρόνου που ανασυντίθεται μέσα σε μια σιωπή που διασχίζεται από κραυγές. Εδώ η τρέλα είναι η κραυγή του τέλους και η δυνατότητα για μια νέα αρχή, είναι το διφορούμενο του χάους και της αποκάλυψης. Αλλά είναι και η επανακάλυψη της ελευθερίας που έχει λησμονηθεί. Εδώ, στις στιγμές, απελευθερώνονται όλα αυτά που η ηθική, η θρησκεία, η κοινωνία έχουν καταπνίξει. Η τρέλα της επιθυμίας, τα πιο αλόγιστα πάθη και οι παράλογοι φόνοι νομιμοποιούνται, είναι «σωφροσύνη και λόγος, αφού ανήκουν στην τάξη της φύσης». Εδώ ο άνθρωπος συντονίζεται με τη φύση του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: