Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Δάνδολος Στέφανος: Ο τελευταίος κύκνος

«Η εφηβεία είναι παράδεισος» λέει ο καθηγητής Στάππας, στο νέο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου «Ο τελευταίος κύκνος»(εκδόσεις Καστανιώτη). Όμως, «Ακόμα και η πιο ολόχρυση φαινομενικά εφηβεία είναι σφαγή» θα αντιτείνει ο Ζήνων Παλαιολόγος, κεντρικός ήρωας προηγούμενου βιβλίου. Με την τελευταία άποψη θα συμφωνήσει και η Ιόλη, η αφηγήτρια του «κύκνου». Σφαγή ή παράδεισος; Γιατί η ιστορία μιας παρέας (σχολικής), ενός κλασικού θεσμού κοινωνικής κοινωνικοποίησης, είναι γεμάτη από ακραία βία; Είναι η βία εγγενής στον άνθρωπο, όπως πιστεύουν πολλοί; Όχι λέει ο συγγραφέας. Και μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Παραδόξως, μάλιστα, το λογοτεχνικό κείμενο του Στέφανου Δάνδολου έρχεται σαν συνέχεια της παρουσίασης του βιβλίου του Χ. Ζιν το προηγούμενο Σάββατο, που απαντούσε στο ερώτημα της σχέσης του ανθρώπου με τη βία. Ο Χ. Ζιν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι κακός αλλά γίνεται. «Απ’ όλες τις πρόστυχες μεθόδους, τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να αποφύγουν να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν οι κοινωνικές και ηθικές επιδράσεις στο μυαλό των ανθρώπων, χειρότερη είναι η απόδοση της ποικιλίας των ανθρώπινων συμπεριφορών και χαρακτήρων σε έμφυτες, βιολογικές διαφορές» έλεγε και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η θέση του ψυχολόγου Έρικ Έρικσον που αποδίδει την ανθρώπινη συμπεριφορά στη «μάθηση και τον πολιτισμικό καθορισμό». Ακριβώς αυτό το πολιτιστικό περιβάλλον των νέων της γενιάς του 1980, μιας συγκεκριμένης σχολικής παρέας -χώρος (σχολείο, νότια προάστια), ανθρώπινες σχέσεις(τα «προάστια της μοιχείας» και η μεγάλη πληγή των διαζυγίων), ο ελεύθερος χρόνος, οι μουσικές(κυρίως αυτές)- και κυρίως η βίωσή του από τους νέους, για την ακρίβεια από τους έφηβους περιγράφονται θαυμάσια από τον Στέφανο Δάνδολο στον «Τελευταίο κύκνο». Πρωταγωνιστές: Μία πανέμορφη συμμαθήτρια, η βασίλισσα της τάξης, η Σου που έγινε Λολίτα(τελικά στα ψέματα) για να μοιάσει στην άφθαστη και μακρινή μητέρα της(η«μητέρα της Σου, που δεν είναι τόσο τρομερή μητέρα, αλλά σίγουρα είναι απ’ τις πιο τρομερές γυναίκες στον κόσμο –στη μητέρα της Σου λοιπόν χρωστάμε τον παράδεισο που ζούμε φέτος… Στη μητέρα της Σου χρωστάμε μόνο την κόλαση που γεννήθηκε στο μυαλό μας» σημειώνει ο Δάνδολος). Ο άλλος πρωταγωνιστής είναι ο Σμαρ, ο σκοτεινός πρίγκιπας, αυτός που αυτοκτόνησε, ένα απόγευμα, σταμπάροντας την ψυχή όλων των παιδιών. Και η «κακιά», η Μάγκυ και το φοβερό μίσος της. Αυτή που θα εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα. Τέλος, η Έστερ, ο τελευταίος κύκνος, καρπός του παθιασμένου έρωτα της Σου και του Σμαρ. Όλοι, όλες κι όλα(γιατί υπάρχουν και τα ουδέτερα) στροβιλίζονται σε συνεχείς κύκλους βίας (μέσα από συνεχείς ανατροπές κι αφηγηματικές επινοήσεις) που άλλοτε είναι εξωστρεφείς, στρέφονται εναντίον του άλλου και άλλοτε ενδοβάλλονται, καταλήγοντας ή στον μοναχισμό ή στην αυτοχειρία. Η Ιόλη, η αφηγήτρια(εδώ έχουμε μία ακόμα «ανατροπή») θα μιλήσει στο τέλος του μυθιστορήματος για «όλη την παθογένεια της βίας που σημάδεψε τη γενιά μου και κατέληξα στο ότι η αθωότητά μας απέπνεε μια άγρια ομορφιά απ’ την αρχή κιόλας, προτού μας σπαράξουν οι σκιές ανάμεσα στους γονείς μας κι οι σκιές ανάμεσα σ’ εμάς τους ίδιους. Ακόμα και τα παιγνίδια μας ήταν βίαια… είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα». Η περιπέτεια λοιπόν χωρίς όρια και φρένα, το πάθος και το κυνήγι της ηδονής, διακινδυνεύοντας ακόμη και το χαμό, όπως ταιριάζει στην εφηβεία και τον περιπετειώδη ρομαντισμό της. Και οι σκιές, οι πεθαμένοι μας, όσους σκοτώσαμε κι όσοι μας πλήγωσαν θανάσιμα, μα κυρίως οι πρώτοι, θα βαραίνουν σαν βραχνάς στα μυαλά και την ψυχή μας. Εδώ ο Δάνδολος κάνει μια δική του διαπίστωση, λέγοντας ότι «Είχαμε ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό τα βιώσαμε όλα με τέτοια υπερβολή. Επειδή όσο παθιασμένα είχαμε δεθεί, τόσο παθιασμένα θα χωρίζαμε». Αντίθετα, σήμερα, η Έστερ, το παιδί των δύο χαμένων κύκνων, έχει «πλέι στέισον, νιντέντο, υπολογιστές, ίντερνετ και ογδόντα τηλεοπτικά κανάλια…». Συνεπώς, εκείνο που κάνει πιο σκληρή τη βία είναι το αδιαμεσολάβητο, είναι η αμεσότητα, είναι όταν παιγνίδια γίνονται οι ίδιοι οι φίλοι μας(υποκείμενα και αντικείμενα συγχρόνως) κι εμείς μαζί. Γι’ αυτό και η αγάπη γίνεται βίαιη. Αυτό που σοκάρει είναι αυτή η βιαιότητα της αγάπης, για την ακρίβεια του έρωτα. Ο Δάνδολος διερωτάται γιατί συμβαίνει αυτό και καταλήγει στην απάντηση ότι ο παθιασμένος έρωτας θέλει τετ-α-τετ, θέλει γυμνή σάρκα, θέλει ίλιγγο και χάος, δεν θέλει φρένα και ενδιάμεσους απορροφητές των κραδασμών, θέλει τη γυμνή αλήθεια, σαν γυμνό μαχαίρι, που δεν μπήγετε στην καρδιά αλλά κατευθείαν στην ψυχή. Ο έρωτας είναι αιμοβόρος. Κι εδώ ο Δάνδολος συναντά τον Αξελό, που συνιστά τη φιλία αντί του έρωτα. Εκτός από αιμοχαρής, ο έρωτας και πιο συγκεκριμένα ο ανταγωνισμός παραμορφώνει τα πάντα. Γι’ αυτό εκείνο που όλοι νόμιζαν ως αλήθεια και υπέφεραν γι’ αυτό, δεν ήταν αλήθεια. Ο ανταγωνισμός κυριαρχεί παντού. Ο ανταγωνισμός και η διαμόρφωση των μεγάλων Εγώ είναι το πολιτιστικό περιβάλλον νέων και ενήλικων που διαμορφώνει τις ψυχές και τις ζωές τους. Ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών, ανταγωνισμός μεταξύ παιδιών και γονιών, ανταγωνισμός στις συζυγικές σχέσεις, στις κοινωνικές σχέσεις, προπάντων στις ερωτικές σχέσεις, ο κανιβαλικός ανταγωνισμός παντού, η βία παντού, σαν το σκουλήκι μες στο μήλο. Γι’ αυτό απέναντι στην μνησίκακη και μισερή αγάπη, απέναντι στον ανταγωνιστικό έρωτα των άκρων, ο Δάνδολος προτείνει «να ζήσεις την πιο όμορφη συντροφική αγάπη του κόσμου και να μείνεις μακριά από ακραία ένστικτα». Ναι, στη συντροφική αγάπη, όχι στον έρωτα, ο οποίος αντιμετωπίζεται με λακανικούς όρους, ήτοι ως ψυχική ασθένεια. Δεν αναφέρεται ανοιχτά ότι πρέπει να αλλάξει και το πολιτιστικό περιβάλλον, απλώς υπονοείται. Γιατί το μυθιστόρημα δεν είναι άμεσα πολιτικό. Για την ακρίβεια, ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για το εδώ και τώρα, γι’ αυτό προκρίνει τις λεγόμενες ομόλογες καταστάσεις, αυτές που λειτουργούν θεραπευτικά. Οι ομόλογες καταστάσεις, όπως είναι η αγάπη και η αφοσίωση στην Έστερ ως αγάπη και εξιλέωση για την αδικία προς τους γονείς της Σου και Σμαρ οδηγούν στη γιατρειά των τραυμάτων. Μια τέτοια κατάσταση είναι και το γράψιμο, ως εξωτερίκευση αυτών που κατατρώνε σαν σαράκι την ψυχή, το ίδιο και η μουσική(«μόνο στα τραγούδια μπορούμε να πνίξουμε κάθε σκέψη που μας σκοτώνει»).
Στο αξιοδιάβαστο αυτό βιβλίο, ο Στέφανος Δάνδαλος κινείται στα όρια, σχοινοβατεί, ανάμεσα στην εκλαΐκευση και την εμβάθυνση. Κατά τη γνώμη μας τα κατάφερε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: