Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Περί Πάθους-Πελεγρίνης

Τι είναι το πάθος ή τα πάθη και ποια η σχέση τους με το λόγο; Αυτό το ερώτημα πραγματεύεται το βιβλίο του Θεοδόση Πελεγρίνη «Εγχειρίδιο Παθών»(Ελληνικά Γράμματα). Στο πρώτο μέρος του πονήματος γίνεται μία ιστορική αναφορά στην αντιμετώπιση των παθών από τη φιλοσοφική σκέψη, ενώ στο δεύτερο παρατίθεται ο βίος μεγάλων προσωπικοτήτων όπου συσχετίζονται τα πάθη τους με τις πράξεις και την εν γένει ζωή τους. Ο Πελεγρίνης ξεκινά από τον Καρτέσιο καθώς είναι ο πρώτος (στα «πάθη της ψυχής») που εκπόνησε μία συστηματική και αυτοτελή εργασία περί των παθών. Η εκκίνηση από τον Καρτέσιο δικαιολογείται γιατί η έρευνά του για τα πάθη είναι πρωτογενής στόχος και όχι δευτερογενής όπως συμβαίνει με άλλους φιλοσόφους. Παρόλα αυτά παρατίθενται όλες σχεδόν οι απόψεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα που καταγίνονται με τη σχέση των παθών και του λόγου. Έτσι, στην αρχαιότητα ο Πλάτων πρότεινε την υποταγή των παθών στο λόγο «για την ασφάλεια στη ζωή». Αντίθετα, στον Αριστοτέλη τα πάθη διαδραματίζουν «δημιουργικό ρόλο» υπό τον όρο της «μεσότητας» (επιλογή του μέσου μεταξύ δύο ακραίων παθών). Ακόμη περισσότερο το πάθος στο πλαίσιο της «ποίησης»(τραγωδία) μπορεί να είναι η κινητήρια δύναμη για τη βελτίωση της ύπαρξής μας ακόμη και με τη βίωση ακραίων παθών (έλεος και φόβος). Άρα, τα πάθη μπορεί να είναι δημιουργικά και καταστροφικά(υπό μία έννοια το «καταστροφικό» μπορεί να είναι δημιουργικό-Σουμπέτερ). Σε κάθε περίπτωση η κατάλληλη διαχείριση των παθών δια του λόγου μπορεί να μετατρέψει τα πάθη από αρνητικούς σε θετικούς παράγοντες. Το ερώτημα βέβαια είναι όχι μόνο τι είναι τα πάθη αλλά και τι ο λόγος, που υπό μία έννοια ορίζει (και περιορίζει) τα πάθη. Με άλλα λόγια ποιος είναι ο κυρίαρχος κάθε φορά λόγος που νομιμοποιεί κάποια πάθη και άλλα όχι; Παραδόξως, ο λόγος αυτός που είναι το «πνεύμα της εποχής» (κάθε εποχής), σύμφωνα με τον Χέγκελ, δεν ερευνάται. Όταν μάλιστα είναι γνωστό ότι η καταστροφή επέρχεται από τη σύγκρουση του κυρίαρχου λόγου (φερ’ ειπείν Κρέων) με το αντινομικό και ετερόδοξο πάθος(Αντιγόνη). Μάλιστα, ενδέχεται σε μία μελλοντική εποχή ο κυρίαρχος λόγος να ηττάται ιστορικά και ηθικά από το πρώην ετερόδοξο πάθος που πλέον ανταποκρίνεται στο νέο «πνεύμα εποχής». Εν άλλοι λόγοις, η ασυμβατότητα ενός πάθους (πχ η ομοφυλοφιλία του Ουάιλντ) με τον κυρίαρχο λόγο της πουριτανικής Αγγλίας οδηγεί στην καταστροφή. Άρα, το πάθος και τα πάθη πρέπει να αναλύονται στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό περιβάλλον τους και σε σχέση με το κυρίαρχο κάθε φορά λόγο. Η χριστιανική αντίληψη για τα πάθη είναι πολύ πιο πλούσια(βλέπε Σλαβόι Ζίζεκ). Εν προκειμένω, δεν αναλύεται η σχέση του πάθους με την πίστη και τη γνωστή λακανική «υπερ-απόλαυση» μέσω της θυσίας του πιστού. Ούτε ο διαστροφικός πυρήνας του χριστιανισμού. Η μετάβαση στον Αυγουστίνο και του ελέγχου των παθών δια της «βουλήσεως», η ταύτιση της βούλησης με την επιθυμία και η αγάπη υπό τη μορφή της λαγνείας και της στοργής περιγράφονται απλά(έως απλοϊκά) χωρίς την αναγκαία εμβάθυνση και τις αποχρώσεις. Μετά τον χριστιανισμό, επιστρέφουμε και πάλι στον Καρτέσιο και στη συνέχεια στον Χιούμ. Στον τελευταίο, τα πάθη είναι τα κίνητρα των πράξεών μας ενώ ο λόγος εστιάζει στην ανακάλυψη της αλήθειας. Συνεπώς, τα πάθη ή η ευχαρίστησή μας (το όφελος) μας κατευθύνουν όπως θα έλεγαν οι πραγματιστές του Τζέημς και του Ντιούι. Αναφέραμε τον Ντιούι γιατί είναι εκείνος από την τριάδα των ιδρυτών του Πραγματισμού που βασίσθηκε στον Χέγκελ, ο οποίος παραδόξως λείπει από την εξεταζόμενη μελέτη.
Όχι μόνο οι πράξεις του ανθρώπου(Χιούμ) αλλά η ίδια η ιστορία σύμφωνα με τον Χέγκελ πραγματοποιείται μέσω των παθών: «Τίποτα μεγάλο δεν ολοκληρώνεται, μέσα στον κόσμο, χωρίς τα πάθη». Το πάθος είναι η επιγενόμενη πράξη με σκοπό την επίτευξη των ίδιων συμφερόντων των «μεγάλων ανδρών», οι οποίοι, χωρίς να το γνωρίζουν, επιτελούν τους λογικούς σκοπούς της ιστορίας. Με άλλα λόγια το συμφέρον και η επιθυμία είναι τα μέσα που μετέρχεται το «Πνεύμα του κόσμου» για να πραγματώσει τους σκοπούς του και να ανυψωθεί στη συνείδηση. Οι ατομικές συνειδήσεις βρίσκονται, ακουσίως, στην υπηρεσία εκείνου το οποίο τις υπερβαίνει. Έτσι, αν και η ναπολεόντεια δικτατορία βρίσκεται, κατ’ αρχήν, στην υπηρεσία των εγωιστικών συμφερόντων του Ναπολέοντα, στη συνέχεια θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη της ελευθερίας, επειδή, χάρις σ’ αυτή, οι ιδέες της γαλλικής Επανάστασης θα διαδοθούν σε όλη την Ευρώπη. Αυτός είναι « ο δόλος του λόγου».
Μπορεί η παράλειψη του Χέγκελ στη μελέτη του Πελεγρίνη να είναι σημαντική, αλλά και ο Ουάιλντ αναφέρεται ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου τα πάθη των κατέστρεψαν. Όμως, παραγνωρίζεται ότι ο Ουάιλντ δρούσε σύμφωνα (δηλαδή όχι αντίρροπα) με τον δικό προσωπικό ηθικό κώδικα, αντίθετο βεβαίως με τον πολιτιστικό κώδικα της βικτωριανής Αγγλίας. Άρα, αντλούσε μία ισχυρή ευχαρίστηση από την πίστη του στον προσωπικό του ηθικό κώδικα, όπως κάθε ετερόδοξος. Για να το δούμε αυτό, ας εξετάσουμε τις απόψεις του ίδιου του Ουάιλντ, για τον οποίο η λογοτεχνία, ήτοι η vita contemplativa, «είναι η τέχνη εκείνη η οποία πληρέστερα καθρεφτίζει τον άνθρωπο στην απεριόριστη πολυμορφία του...». Ο Σαίξπηρ θα μπορούσε να δει τον Άμλετ και τον Ρωμαίο ή κάποιους που να τους μοιάζουν στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου, να γίνει ένας «ρεπόρτερ του πταισματοδικείου της λογοτεχνίας», αλλά όμως ο Άμλετ βγήκε από την ψυχή του και ο Ρωμαίος από το πάθος του. Εδώ έχουμε τη μετουσίωση του πάθους σε τέχνη. Και οι δύο ήρωες ήταν στοιχεία της φύσης του Σαίξπηρ στα οποία αυτός έδωσε ορατή μορφή, ήταν «παρορμήσεις δικές του που τον συντάραξαν» και πραγματώθηκαν «όχι στο κατώτερο επίπεδο της πραγματικής ζωής» αλλά «στο φανταστικό επίπεδο της τέχνης όπου ο Έρωτας μπορεί πράγματι να βρει την τέλεια πλήρωσή του στο Θάνατο...». Είναι πιο δημιουργικό να στοχάζεσαι από το να δρας, είναι πιο ολοκληρωμένη η «φανταστική ζωή» από «τη ζωή της δράσης» (Vita activa). Ο θεωρητικός βίος είναι το αληθινό ιδανικό, γιατί είναι πιο δύσκολο να μιλάς για κάτι από το να το κάνεις, ισχυρίζεται ο Όσκαρ Ουάιλντ. Κατά τη γνώμη του «η στοχαστική ζωή, η ζωή που έχει σκοπό της όχι το πράττειν αλλά το είναι, και όχι απλώς το είναι, αλλά το γίγνεσθαι, αυτό είναι που το κριτικό πνεύμα μπορεί να μας προσφέρει». Όταν ο άνθρωπος δρα είναι ένα ανδρείκελο, ενώ όταν περιγράφει είναι ένας ποιητής. Καταφερόμενος εναντίον των «φανατικών της ειλικρίνειας» και εισάγοντας τη σχετικότητα της αλήθειας ο Ουάιλντ θα πει πως «Ο άνθρωπος είναι ελάχιστα ο εαυτός του, όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Βάλε του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια»! «Ο καθένας μπορεί να κάνει ιστορία. Μονάχα ένας σπουδαίος όμως μπορεί να τη γράψει (...) Η πράξη... της συστηματικής εργασίας, γίνεται απλώς καταφύγιο των ανθρώπων που δεν έχουν να κάνουν τίποτα απολύτως... και κινείται από μια παρόρμηση για τη φύση της οποίας δεν έχει συνείδηση (...) Ο μόνος άνθρωπος που έχει περισσότερες αυταπάτες και από έναν ονειροπόλο είναι ο άνθρωπος της δράσης». Οι μεγάλες και ηρωικές πράξεις του Αχιλλέα, του Έκτορα, του Οδυσσέα δεν είναι παρά «σκιές» στο τραγούδι του Ομήρου. «Η δράση πεθαίνει τη στιγμή που συντελείται. Είναι μια τιποτένια συγκατάβαση στο γεγονός. Ο κόσμος πλάστηκε απ’ τον τραγουδιστή για τον ονειροπόλο»! Η vita contemplativa συνεπώς είναι για τον Ουάιλντ μια πίστη (ως αληθινή ζωή), απ’ όπου αντλούσε υπεραπόλαυση.
Συμπέρασμα, δεν πρέπει να εξετάζουμε τόσο τον Ουάιλντ όσο και τους άλλους έξω από το πνεύμα της εποχής τους. Ο Ουάιλντ ζει την εποχή που ο τρόπος έκφρασης της ψυχής μέσω του «Ρεαλισμού» εκπληρώθηκε και γι’ αυτό, όπως λέει ο ίδιος, «ξόφλησε», έχασε ως «καλλιτεχνικό ρεύμα» τη σαγήνη του, αυτό που ήταν κάποτε το «νέο ρίγος» (nouveau frisson). Το «νέο ρίγος» τώρα το δημιουργεί ο «Ρομαντισμός». Η ασίγαστη ματαιοδοξία του αχαλίνωτου «Εγώ», που προβάλλει ως μοναδικό στόχο στη ζωή την «Αίσθηση». Αυτό το νέο ρίγος δημιουργεί νέες ανάγκες που για να καλυφθούν οδηγούν σε νέες διακινδυνεύσεις, νέες μάχες, νέα ταξίδια και ακόλαστες αλλά παθιασμένες επιδιώξεις κάθε είδους. Ο Ουάιλντ θεωρεί ότι η «αγιότητα» και η «πίστη» έχουν δώσει στους ανθρώπους όση ενέργεια διέθεταν, γι’ αυτό στρέφεται στην αξόδευτη ενέργεια της Αμαρτίας. Αλλά «οι άνθρωποι καταριούνται τον αμαρτωλό», λέει, κι όμως « δεν είναι ο αμαρτωλός που είναι η ντροπή μας, αλλά ο ηλίθιος. Δεν υπάρχει καμιά άλλη αμαρτία απ’ την ηλιθιότητα». Όσο για τον Ονειροπόλο, «αυτός είναι εκείνος που μπορεί να βρει το δρόμου στο φεγγαρόφωτο και να τιμωρηθεί, επειδή βλέπει τη χαραυγή πριν από τους άλλους». Η αναφορά του Πελεγρίνη στον Ουάιλντ δεν τα συμπεριλαμβάνει όλα αυτά. Παρόλα αυτά το «Περί Παθών» είναι ένα αξιοδιάβαστο βιβλίο.
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: