Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

ΦΟΥΚΩ: η ιστορία της τρέλας

Η έκδοση της «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή» (Καλέντης, Αθήνα 2007, μετάφραση Πάρις Μπουρλάκης) του Φουκό είναι μία προσπάθεια σημαντική και εξαιρετικά δύσκολη που πρέπει να τύχει της ανάλογης προσοχής. Πρόκειται για ολόκληρο το έργο και όχι την επιτομή του που έχει ήδη εκδοθεί. Ο Φουκό κάνει μία μεγάλη διαδρομή από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, παρακολουθώντας τις απόψεις περί τρέλας και παρουσιάζοντας πλήθος στοιχείων για την αντιμετώπισή της από την κοινωνία και τον «εγκλεισμό».
Για τον ορισμό τη τρέλας παραθέτει την Εγκυκλπαίδεια που πρότεινε τον περίφημο ορισμό της σύμφωνα με τον οποίο τρέλα είναι «το να απομακρύνεται κανείς από το λόγο ‘’με την πεποίθηση και τη στέρεη πίστη πως τον ακολουθεί…»(σ. 322). Βέβαια, όλοι είμαστε «τρελοί», αλλά η «αληθινή» τρέλα συμβαίνει όταν «όλες οι εκκεντρικότητές μας, όλες οι αυταπάτες της φιλαυτίας και όλα τα πάθη μας φθάνουν μέχρι την Τύφλωση». Η ΤΥΦΛΩΣΗ είναι «το διακριτικό χαρακτηριστικό της τρέλας»(σ. 324), είναι «όλο το υπόβαθρο από πλάνες που είναι αχώριστο από την τρέλα» (μιλούσε με «το χαλαρό και ασύντακτο κείμενο ενός ονείρου, αφού γελιόταν»). Να είσαι έξ-υπνος (ξύπνιος, εκτός ύπνου) και να σκέφτεσαι με όρους ονείρου, νύχτας, τύφλωσης. Είναι ο θαμπωμένος λόγος. Το θάμπωμα είναι η νοητική νύχτα το καταμεσήμερο. Είναι σαν να στρέφεις τα μάτια σου στον ήλιο και όλα να θαμπώνουν να νυχτώνουν. Εδώ ο Φουκό αναφέρει τον Ντεκάρτ που «κλείνει τα μάτια και βουλώνει τα αυτιά του» (προστατεύεται για να μην τυφλωθεί από τη γητειά, όπως τυφλώνεται ο τρελός, που κοιτάζοντας τον ήλιο και όντας τυφλωμένος «βλέπει» ό,τι φαντάζεται) για να βλέπει καλύτερα την αληθινή διαύγεια του ουσιώδους φωτός». Στη σ. 327 ο Φουκό υπαινίσσεται το διαχωρισμό του ανθρώπου από τη φύση και τον «κόσμο» κατά την Αναγέννηση –Κ. Παπαϊωάννου-, όταν ο «κόσμος» (η φύση, το σύμπαν) γίνεται «ένας άκρως αφηρημένος νόμος, που σχηματίζει ωστόσο την ζωηρότερη και την πιο συγκεκριμένη αντίθεση, αυτήν της ημέρας με τη νύχτα… της διαύγειας και του ζόφου». Η μαθηματική επιστήμη και η καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- θα γίνει «μία μάθηση του φωτός», που ό,τι περισσεύει θα το κόβει, θεωρώντας το παράλογο, σκοτεινό, μεταφυσικό, τρελό (ΔΕΣ και Ε. Σάμπατο). Αυτός ο ακραίος διαχωρισμός της «μέρας από τη νύχτα», του «λόγου από το παράλογο» «αποκλείει κάθε διαλεκτική και κάθε συμφιλίωση», αποκλείει τα μισόφωτα, τις αποχρώσεις, το λυρισμό, την «άρρηκτη ενότητα της φύσης και το ασυμβίβαστο μοίρασμα της τραγικής ύπαρξης», αποκλείει την ΤΡΑΓΩΔΙΑ, που συντελείται μέσα σ’ αυτή την ενότητα του χρόνου, της μέρας και της νύχτας, (σ. 328). Όλα εδώ αντίθετα θα πρέπει να είναι ΦΩΣ ή ΣΚΟΤΑΔΙ, μέρα ή νύχτα (μανιχαϊσμός). Η αλήθεια περιχαρακώνεται, το ίδιο και η ΤΑΞΗ. Όμως, το φως και το σκοτάδι μένουν αντικρυστά, χωρίζουν και ενώνουν ένα πρόσωπο και το είδωλό του. Η ιερατική γλώσσα, οι οργιώδεις τελετουργίες στα δάση των ΗΠΑ είναι η τραγωδία και η ιερατική της γλώσσα, «το συγκεχυμένο ψιθύρισμα της τρέλα» που επανενώνει τα διαχωρισμένα, τα δήθεν αλληλοαποκλειόμενα, είναι η συνειδητή τρέλα, ΔΕΣ Δον Κιχότη αλλά και ότι «οι άγριοι δεν υπόκεινται στις διαταραχές των νοητικών λειτουργιών», 666! Η «τρελίτσα» που σώζει από την τρέλα δεν είναι παρά το τελετουργικό βύθισμα στις φαντασιώσεις (ΔΕΣ Ντολτό) εκεί όπου το τραγικό πρόσωπο, που είμαστε, βρίσκει «μέσα στην νύχτα τη σκοτεινή αλήθεια της μέρας» (στη μανιο-κατάθλιψη που κατά τον Γουίλλις δεν είναι ασθένεια, είναι «κρυφή φωτιά, που εντός της μάχονται φλόγες (μανία) και καπνός(μελαγχολία), είναι ο φορέας αυτού του φωτός και αυτής της σκιάς». Αλλά τι σημαίνει «τρελίτσα» (συνειδητό ρίσκο στα διανοητικά και συναισθηματικά όρια) και σε τι διαφέρει από την «αντικειμενική», μη συνειδητή τρέλα; Αν ο μη τρελός μέσω της συνειδητής «τρέλας» επιχειρεί μέσω του λυρισμού και της τελετουργίας να βρει μέσα στη νύχτα το σκοτάδι της ημέρας, ο τρελός «δεν συναντά στην ημέρα παρά την ασυνέπεια των μορφών της νύχτας, αφήνει το φως να σκοτεινιάζει από όλες τις αυταπάτες του ονείρου»(329). Ο τρελός και ο τραγικός δεν διαλέγονται, δεν έχουν κοινή γλώσσα, όπως παλιότερα(κλασική εποχή). Τώρα η τρέλα δεν είναι το σημάδι ενός άλλου κόσμου αλλά σημάδι του τίποτε, κάτι που δεν υπάρχει. Γι’ αυτό ο εγκλεισμός είναι «μια πράξη εκμηδενισμού του μηδενός».

Η τρέλα ως πληρότητα
«Η τρέλα πληροί με εικόνες το κενό της πλάνης και συνδέει τις φαντασιώσεις με την κατάφαση του ψευδούς. Άρα, κατά κάποιον τρόπο είναι πληρότητα, που ενώνει τα σχήματα της νύχτας με τις δυνάμεις της ημέρας, τις μορφές της φαντασίας με την δραστηριότητα του εν εγρηγόρσει πνεύματος, συνάπτει σκοτεινά περιεχόμενα με τις μορφές της διαύγειας. Όμως αυτή η πληρότητα δεν είναι άραγε το άκρον άωτον του κενού; Η παρουσία των εικόνων δεν προσφέρει, πραγματικά, παρά φαντασιώσεις ζωσμένες από νύχτα, σχήματα σημειωμένα στην κόχη του ύπνου, επομένως αποκομμένα από κάθε αισθητή πραγματικότητα…». Εδώ ο Φουκό ορίζει την τρέλα ως ένα έξ-υπνο όνειρο (ξυπνητό όνειρο), ως μία ολοκληρωμένη συνάφεια της νύχτας (ονείρου, φαντασιώσεων) με τη μέρα(πραγματικότητα). Αλλά να πως τα λέει ο ίδιος: «Η τρέλα, συνενώνοντας την όραση και την τύφλωση, την εικόνα και την κρίση, τη φαντασίωση και την γλώσσα, την ημέρα και τη νύχτα, κατά βάθος δεν είναι τίποτε, γιατί εντός τους ενώνει ό,τι το αρνητικό έχουν αυτά. Όμως το παράδοξό της είναι πως αυτό το τίποτε το εκδηλώνει, το καθιστά καταφανές σε σημάδια, σε λόγια, σε χειρονομίες. Λαβυρινθώδης ενότητα της τάξης και της αταξίας, του λογικού είναι των πραγμάτων και αυτού του μηδενός της τρέλας. Τούτο γιατί η τρέλα, αν δεν είναι τίποτε, δεν μπορεί να εκδηλωθεί παρά μόνο βγαίνοντας από τον εαυτό της και αν εμφανιστεί μέσα στην τάξη του λόγου, γενόμενη δηλαδή του αντίθετου του εαυτού της» (σ. 325). Συνεπώς, το μηδέν, το τίποτε της τρέλας είναι απόν και καθίσταται παρόν μέσω του λόγου. Η τρέλα που είναι άρνηση του λόγου μπορεί να συλληφθεί με το λόγο («έλλογη λαβή»), όταν μιλάει για τον εαυτό της, δηλαδή μέσω του λόγου, μέσω του παραληρήματος. Το παραλήρημα είναι η Ερμιόνη που (Ορέστης) παρεμβαίνει «σαν συγκροτητική μορφή του παραληρήματος». Το παραλήρημα είναι ο λόγος της τρέλας, είναι η εκφορά μιας αλήθειας από καιρό γνωστής μα καταγέλαστης (ΆΡΑ οι τρελοί είναι ΦΟΡΕΙΣ του ιστορικά αγνοημένου, περιφρονημένου, εξόριστου, ηττημένου, που κάποτε δικαιώνεται). Εδώ θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το τραγικό σαν τον προθάλαμο της τρέλας, που είναι το τελικό, ανεπίστροφο, αδιάκοπο κατασπάραγμα της καρδιάς (στις τραγωδίες του ΙΖ αιώνα η τρέλα έλυνε το δράμα, απελευθερώνοντας την αλήθεια και ανακτώντας το πραγματικό).

Η λογοτεχνία της τρέλας
Η τρέλα κατά την κλασική εποχή είχε εγκλειστεί «στις χώρες της σιωπής», έγινε το αντίθετο του Λόγου για να τον ορίσει θετικά, αλλά ακόμα και όταν μιλούσαν για την τρέλα, όταν «Αναγνώριζαν τη μυστική γλώσσα του παραληρήματος, εκφράζονταν γύρο από την τρέλα με λόγους αληθείς… ένα σώμα λόγων που παρέμενε εξωτερικό προς αυτήν. Μα τι, ‘’αυτοί είναι τρελοί’’.. Ο Ντεκάρτ μέσα στην κίνηση με την οποία πηγαίνει στην αλήθεια, καθιστά αδύνατο το λυρισμό της αλογίας» (σ. 662). «Ο Ανηψιός του Ραμώ» σήμανε την επανεμφάνιση της τρέλας στο πεδίο της γλώσσας («με την παράφρονα γραμματική των παραδόξων της») και της λογοτεχνίας. «Αυτό που λέει η τρέλα για τον εαυτό της είναι, για τη σκέψη και την ποίηση των αρχών του ΙΘ αιώνα, αυτό που λέει και το όνειρο μέσα στη αταξία των εικόνων του… Έτσι, στο σώμα λόγων που είναι κοινό στο παραλήρημα και το όνειρο, βρίσκονται ενωμένες η δυνατότητα ενός ΛΥΡΙΣΜΟΥ της ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ και η δυνατότητα μιας ΠΟΙΗΣΗΣ του ΚΟΣΜΟΥ, αφού τρέλα και όνειρο είναι συνάμα η στιγμή της άκρας υποκειμενικότητας και αυτή της ειρωνικής αντικειμενικότητας, η αντίφαση αίρεται και η ποίηση της καρδιάς, μέσα στην τελειωτική, παροξυμμένη μοναξιά του λυρισμού της, βρίσκεται να είναι μέσα από μια άμεση αντιστροφή, το αρχικό τραγούδι των πραγμάτων, και ο κόσμος, για πολύ καιρό σιωπηλός στο σάλο της καρδιάς, ξαναβρίσκει τις φωνές του» στη ρομαντική ποίηση μαζί με τον Χέλντερλιν: «Ρωτάω τα’ άστρα κι αυτά σωπαίνουν, ρωτάω την ημέρα και τη νύχτα, αλλά δεν απαντούν. Από το βάθος του εαυτού μου, όταν αναρωτιέμαι, έρχονται… ανεξήγητα όνειρα»(Υπερίων) (σ. 663).
Η τρέλα μιλάει τη γλώσσα του μεγάλου νόστου, όχι του επικού (οδύσσειες του πραγματικού) αλλά του λυρικού νόστου (η τρέλα είναι ένα είδος παιδικής ηλικίας, είναι η άμυνα, η μάλλον η άρνηση της φθοράς) που σε μια στιγμιαία έκλαμψη την καταυγάζει και την κατευνάζει, εκφράζοντας το «παράφρον μυστικό του ανθρώπου, ότι το έσχατο σημείο της πτώσης… είναι μια νέα αρχή». Μετά τον διαχωρισμό της Αναγέννησης του ανθρώπου από τη φύση ίσως η τρέλα είναι η αποκατάσταση της φύσης στον άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: