Αθηνά Παπανικολάου*: «γλυφό νερό»

 Διαδρομή

Έρχεται κάθε πρωί στο ίδιο σημείο. Στέκεται για λίγο και κοιτάζει το νερό. Βγάζει μια χάρτινη βαρκούλα από την τσέπη, την ρίχνει στο τρικυμισμένο του μυαλό κι αρχίζει το ταξίδι. Μετράει τα πεσμένα φύλλα απ’ τις φλαμουριές και τις ακακίες, τα σπρώχνει λίγο με το πόδι κι ύστερα  πάει κι έρχεται στις όχθες, πότε από τη μια μεριά, πότε από την άλλη, πιλαλάει μετρώντας  τις δρασκελιές του. Περπατάει και τρέχει μ’ έναν δικό του τρόπο, ανασηκώνει κάπως πιο ψηλά το δεξί πόδι σαν τα λελέκια στο βάλτο όταν ψάχνουν για τροφή. Αυτός όμως δεν στρέφει το λαιμό ποτέ στα χαμηλά, καρφώνει το βλέμμα του ψηλά, πέρα μακριά από τον κόσμο τούτο. Τις λίγες φορές που συναντήθηκαν τα μάτια μας, για δευτερόλεπτα δηλαδή, είδα μια τέτοια αστραπή, τέτοια φουρτούνα μαύρη, που τρόμαξα κι απέστρεψα διά παντός το βλέμμα. Τι αντικρίζει, ποιους βλέπει, τι φαντάσματα κι ονείρατα κουβαλάει, ως που φτάνει ο ουρανός του; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Κρατάει πάντα στο λυγισμένο αγκώνα του αριστερού χεριού μια υφασμάτινη τσάντα σαν κι αυτές που δίνουν τελευταία τα φαρμακεία να διαφημιστούν, με τόση χάρη την κρατά που θα τον ζήλευαν τα νεαρά κορίτσια. Τι έχει μέσα άραγε, υποθέσεις μόνο να κάνουμε μπορούμε.  Ίσως το κολατσιό, ίσως τα φάρμακά του, ίσως κάποια χαρτιά, ίσως και τίποτε. Αχαρτογράφητη ήπειρος, terra incognita, ποτέ δεν την αφήνει. Μιλάει μόνος του, χειρονομεί, εξαπολύει κατάρες, υψώνει τη δεξιά παλάμη, απειλεί θεούς και δαίμονες, κουνάει δασκαλίστικα τον δεξιό του δείχτη, μας νουθετεί, μαλώνει. Τίποτε δεν γίνεται σωστά μέσα στον κόσμο μας, τίποτε δεν εγκρίνει. Το καλοκαίρι, όταν στεγνώνουν οι κοίτες της ασφάλτου και το κέλυφος της πόλης τσουρουφλίζεται γερά, μαζί με τους παραθεριστές χάνεται κι αυτός. Με τις δροσιές του φθινοπώρου ξαναπιάνει χαράματα το πόστο στα φανάρια. Τον χαιρετούν οι οδηγοί των αστικών, κουνάει κι αυτός το χέρι του, τρέχει ξοπίσω τους, θηρευτής λεωφορείων. Πώς είσαι, τον ρωτούν με τ’ όνομά του, πού χάθηκες, πού ήσουν, είσαι καλά; Τους ξέρει όλους.

-Εεε θα βρέξει σήμερα, βάλατε λάστιχα καλά; Εεε για χιόνι το πάει ο καιρός. Εεεε θα ’ρθει η αστυνομία, θα πιάσει όλους τους κακούς. Άιντε καλό δρόμο, άιντε γειά τώρα...

Τελευταία, κακός πιστεύει πως είναι ο νεαρός από το Μπαγκλαντές που στην αντίπερα όχθη πουλάει τα χαρτομάνδηλά του. Αγριεύει ο δικός μας, κινείται απειλητικά, τον σπρώχνει, τον διώχνει απ’ το λημέρι του, γελάνε οι οδηγοί, τον συνδαυλίζουν κιόλας τα πειραχτήρια.

Ανοίγουν το παράθυρο, έι δεν βλέπεις, σου πήρε το χωράφι, κι άλλο τόσο μαυρίζει η ματιά και χάνεται σε βάθη αβυσσαλέα. Γελάει ο Ασιάτης, του λέει κάτι στα αγγλικά κι απομακρύνεται μη βρει και το μπελά του. Τότε αλλάζει, παραμερίζουν τα νερά, βυθίζονται οι βαρκούλες, έξοδος από την Αίγυπτο κι αυτός ο Μωυσής που οδηγεί το λαό του, ο δρόμος γίνεται βουνό που το ανέβηκε πρώτος, αγέραστος στην κορυφή κρατάει τις δέκα εντολές, περιγελάει τον χρόνο που τον προσπερνά όσο οι άλλοι ασπρίζουν. Εκεί στα φανάρια, στο βασίλειο του.

 Τριανταπέντε χρόνια αυτή η διαδρομή, τριανταπέντε χρόνια ν’ αναρωτιέμαι, ποια μάνα τον ξεπροβοδίζει κάθε πρωί και πού τον περιμένει.

*Artinews: Είναι μεγάλη η χαρά μας όταν οι φίλοι του artinews.gr εκδίδουν βιβλία. H "Διαδρομή" πρωτοδημοσιεύτηκε στο artinews.gr το Σεπτέμβριο του 2018 και είναι ένα από τα διηγήματα της Αθηνάς Παπανικολάου που ταξιδεύει και σε "έγχαρτη" πλέον μορφή στο "βιβλιο-κάραβο" που φέρει το όνομα "γλυφό νερό"(εκδόσεις ενύπνιο). Η Αθηνά γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1962. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και εργάστηκε ως φιλόλογος στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ως συντονίστρια εκπαίδευσης προσφύγων σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Ζει, γράφει και αγωνίζεται στη Θεσσαλονίκη.     



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς

Η δική μου Σιμόν Βέιλ

ΡΕΜΠΩ: Εγώ είναι ο άλλος