Βαγγέλης Κούτας: Το Βουνό της Σιωπής

 Το χωριό, πενήντα σπίτια όλα κι όλα μέσα σε ένα καλαμιώνα του βάλτου. Φτώχια και δυστυχία. Ένα 17χρονο παιδί επιχειρεί να ξεφύγει από την κόλαση. Φθάνει στην Αθήνα. Εξοντωτική δουλειά στο εργοστάσιο, μικρός μισθός, πείνα, ζωή σε μια χαμοκέλα, φοίτηση σε νυχτερινό γυμνάσιο. Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Η υγεία του έφηβου, ψυχική και σωματική, κλονίζεται. Αρρωσταίνει και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, καταλήγει στο κρεβάτι ενός σανατορίου. Φυματίωση. Ένα παιδί στην ηλικία της αθανασίας έρχεται αντιμέτωπο πρόωρα με το θάνατο. Δεν το λέει σε κανέναν. Ούτε στη μάνα του. Γιατί χειρότερος κι από το φόβο του θανάτου είναι ο φόβος του κοινωνικού στίγματος, η ρετσινιά του “χτικιού”, που πλήττει ολόκληρη την οικογένεια. Ακολουθεί η ταξική κοινωνική θέση. Η άνιση πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Οι διαφορετικές πτέρυγες, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του καθενός. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Ο φτωχός που πεθαίνει γιατί δεν έχει πρόσβαση στα ακριβά φάρμακα. 

Ο Βαγγέλης Κούτας αφηγείται την εμπειρία του στα 17 του χρόνια στο σανατόριο της Πεντέλης. “Το Βουνό της Σιωπής” είναι “Το Μαγικό Βουνό” του Τόμας Μαν. Αλλά τι σύμπτωση. Και ο Αλμπέρ Καμύ σε πολύ μικρή ηλικία βιώνει το φάσμα του θανάτου με τον ίδιο τρόπο. Παθαίνει και ο ίδιος φυματίωση το 1930, σε ηλικία 17 χρόνων. Και γράφει: «Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί η ψυχή (θα) λείπει. Αυτή η οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος».

“Φοβάσαι το θάνατο;” ρωτά τον συγκάτοικό του στο θάλαμο, ο Ζώης(Β. Κούτας). Αλήθεια, ποιο τάχα μπορεί να είναι το νόημα της ζωής ενός αυριανού νεκρού; Η υπεκφυγή-ελπίδα μιας άλλης ζωής ή η μεταθανάτια δικαίωση στο όνομα μιας μεγάλης ιδέας; Ούτε η αυτοκτονία ούτε η ελπίδα αλλά ούτε και τα άγονα παιχνίδια πάνω σε μεγάλες αθλιότητες, απαντά ο Καμύ. Η παράλογη συνείδηση πρέπει να ξεπεραστεί. Δεν υπαγορεύει αφ’ εαυτής κανένα κανόνα δράσης. Υποθάλπει, όμως, την ανταρσία. Αυτή τη γελοία λογική που θέτει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με ολόκληρη τη δημιουργία, πρέπει να την υποβοηθήσουμε, αποδεχόμενοι την ανυπαρξία λογικής στον κόσμο που μας περιβάλλει. «Ζην, σημαίνει να ζεις το παράλογο», να ζεις χωρίς επαύριο, να απολαμβάνεις τη στιγμή και με όλες σου τις αισθήσεις να απολαμβάνεις τον πλούτο του κόσμου. Αυτό συνέβαινε στο σανατόριο της Πεντέλης. Οι ασθενείς, χωρίς να το αναλύουν πολύ, όπως ο Καμύ, επιδίδονταν σ’ αυτό που θεωρούσαν ζωή.

Αργότερα, θα καταλάβουν ότι το ζήτημα είναι να ζεις σκεπτόμενος. Και «Σκέφτομαι σημαίνει ξαναμαθαίνω να βλέπω, να παρατηρώ, να κατευθύνω τη συνείδησή μου, να δημιουργώ με κάθε ιδέα και με κάθε εικόνα, όπως ο Προυστ, έναν τόπο προνομιακό… (Γιατί) Αυτό που δικαιώνει τη σκέψη είναι η ακραία συνείδηση» (Α. Καμύ: Ο Μύθος του Σίσυφου). Αυτό θα κάνει και ο Βαγγέλης Κούτας, αφηγούμενος τις βιωμένες μνήμες του, στο αξιοδιάβαστο βιβλίο του.

 *Ο Βαγγέλης Κούτας γεννήθηκε στη Βίγλα Άρτας το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε αριχτεκτονικό και ελεύθερο σχέδιο. “Το Βουνό της Σιωπής” είναι το ένατο βιβλίο του.

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η δική μου Σιμόν Βέιλ

Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς

Έρμαν Έσσε