Ποια ήταν η Κλεμάνς Σερπιέρη που ζωγράφισε ο Ν. Λύτρας;

 Την ερχόμενη Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021 η ελληνική κυβέρνηση θα γιορτάσει τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, έτσι όπως τη βλέπουν και τη «γράφουν» οι «από πάνω».

Σε αφιέρωμα της εφημερίδας «Το Βήμα»(21.3.2021) διαβάζουμε: «Αυτός ο πίνακας είναι σίγουρο ότι θα τραβήξει τα βλέμματα σαν μαγνήτης στη διάρκεια της σύντομης επίσκεψης προσωπικοτήτων (από την Ελλάδα και το εξωτερικό με αφορμή τα 200 χρόνια από την Εθνική Παλιγγενεσία)… στην Εθνική Πινακοθήκη…». Ο πίνακας είναι του Νικηφόρου Λύτρα και είναι προσωπογραφία της Κλεμάνς, συζύγου του Ι. Β. Σερπιέρη, που τον δώρισε στο ελληνικό κράτος. Αλλά ποιος είναι ο φιλότεχνος δωρητής; Ο αιματοβαμμένος ιδιοκτήτης των μεταλλείων Λαυρίου και συνέταιρος του Συγγρού.    

Ο ιταλικής καταγωγής Ι. Β. Σερπιέρης ήρθε στην Ελλάδα το 1863 και υπέβαλλε αίτηση καμίνευσης των «σκωριών» του Λαυρίου, χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση. Κατόπιν τούτου στρέφεται προς τον Γ. Παχύ, ο οποίος είχε λύσει ένα μέρος των γραφειοκρατικών προβλημάτων. Σερπιέρης και Παχύς ιδρύουν το 1864 την πρώτη μεταλλευτική-μεταλλουργική εταιρεία της Λαυρεωτικής με έδρα τη Μασσαλία, την «Roux et CO» με ιδρυτικά μέλη τον Helarion Roux,  που ενεργεί για λογαριασμό της τράπεζας Roux Fraissinet… (σ.σ. η τράπεζα ανήκε στην οικογένεια της γυναίκας του Σερπιέρη, Κλεμάνς, την οποία ζωγράφισε ο Νικηφόρος Λύτρας)… Ο Γ. Παχύς με τη σειρά του παντρεύτηκε την Αιμιλία Σκουζέ, της γνωστής φιλοβασιλικής οικογένειας, που κατείχε το «παλατάκι» στο Χαϊδάρι.

Με το βασιλικό διάταγμα 23/8/1867 παραχωρούνται στην συσταθείσα εταιρεία οι εκτάσεις της Καμάριζας και της Συντερίνης και με άλλο βασιλικό διάταγμα της 3/12/1868 επικυρώνεται η παραχώρηση των εκτάσεων. Ουσιαστικά πρόκειται για μία εύνοια του βασιλιά Γεωργίου Α΄ προς την «Εταιρεία», καθώς «Εκατοντάδες ‘’βασιλικά στρέμματα’’ χαρίστηκαν στον Σερπιέρη»[Κ. Μπέης, Ελευθεροτυπία, 9.8.1982]. Κι αυτό κατά την περίοδο που ο βασιλιάς συγκρούεται με την κυβέρνηση, παύοντας την κυβέρνηση Κουμουνδούρου. Αλλά και ο διάδοχος του τελευταίου, Επ. Δεληγιώργης, που εκείνη την εποχή διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο είτε ως πρωθυπουργός είτε ως υπουργός, είναι αντιμοναρχικός. Έτσι, το Λαύριο ως χώρος ανάπτυξης της ξένης επιχειρηματικής δραστηριότητας (και του βασιλιά) θα γίνει το πεδίο σύγκρουσης μοναρχικών και κοινοβουλευτικών(αντιβασιλικών), καθώς οι κυβερνήσεις θα επιδιώξουν να βρουν την εταιρεία να παραβιάζει τη σύμβαση με το Δημόσιο, επειδή τη θεωρούν φιλικά διακείμενη προς το βασιλιά.

Η οριστική λύση επήλθε με το νόμο της 17ης Ιανουαρίου 1877 και τη δημιουργία της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου(Γ.Ε.Μ.Λ.) με τον Συγγρό να κατέχει το 32%, και τους Σερπιέρη και Παχύ το 28%.

Η σύγκρουση για το… χρυσάφι του Λαυρίου εξήψε την φαντασία των Ελλήνων «νοικοκυραίων» της εποχής, δημιουργώντας την περίφημη «μεταλλομανία». Χρηματιστήριο, βέβαια, δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα, αλλά αντ’ αυτού λειτουργούσε το καφενείο «Η ωραία Ελλάς» (γωνία Ερμού και Αιόλου). Εκεί οι μικρομεσαίοι της εποχής επένδυσαν στις φήμες για το χρυσάφι που «έρρεε σαν ποτάμι» κάτω από το Λαύριο και σκόπιμα διέδωσαν οι άνθρωποι του Συγγρού. Όλοι έχασαν τα χρήματά τους, εκτός από αυτούς που ήταν στο μεγάλο κόλπο, ήτοι τους Συγγρό, Σερπιέρη, Παχύ, Στεφάνοβικ, Ροδοκανάκη, Σίνα, Ράλλη. Η πρώτη χρηματιστηριακή «απάτη» στην Ελλάδα ήταν γεγονός.

Εκτός από την καταλήστευση των μικρομεσαίων «νοικοκυριών», εκείνοι που κυριολεκτικά πλήρωναν με τη ζωή τους τα μεγαλεία και τα μεταλλεία των Συγγρού-Σερπιέρι-Παχύ ήταν οι εργάτες, που εργάζονταν σε βάθος 182 μέτρων. 1.800 εργάτες δούλευαν στα ορυχεία Λαυρίου σε εφιαλτικές συνθήκες. Στη μεγάλη απεργία της 8ης Απριλίου 1896 οι εργάτες βγήκαν στην επιφάνεια ζητώντας αύξηση του μεροκάματου και βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Σε επίσημη έκθεση αναφερόταν πως μόνο το 1892 υπήρξαν 36 θανατηφόρα δυστυχήματα (Γεώργιος Αναστασόπουλος, ό.π., τ. Β΄ σ. 695). Δηλαδή έχαναν τη ζωή τους τρεις εργάτες κάθε μήνα. Όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος (ό.π., σ. 35), η εταιρία «είχε φτιάσει το δεύτερο πάτωμα της Καμάριζας πλάι στη μηχανή, μια μαρμαρένια κάμαρα, κι εκεί κρύβονταν τα πτώματα των σκοτωμένων από τα φουρνέλα και τα βουλιμέντα. Τη νύχτα ο καροτσέρης Κάλιος Μάνθος, από τους σπιτικούς του Σερπιέρη, μαζί με άλλους πιστούς της Εταιρείας βγάζανε κρυφά τα πτώματα και τα πήγαιναν και τα παράχωναν στα πεύκα του Άη Κωνσταντίνου».

Η εταιρεία αρνήθηκε να συναντήσει την απεργιακή επιτροπή. Οι φύλακες ανοίγουν πυρ κατά των μελών της επιτροπής και σκοτώνουν δύο εργάτες(τους Καραφλιά και Βασιλακόπουλο). Οι απεργοί εξοργίζονται και με πέτρες, ξύλα και μεταλλεύματα επιτίθενται στους φύλακες, ανατινάζουν τις αποθήκες και τα γραφεία, και αφοπλίζουν τους χωροφύλακες. Ο Σερπιέρης και «οι μηχανικοί Ραμπού και Σπανζεράλ, καθ’ ων υπήρχε μήνις, ετράπησαν εις φυγήν, μεταφιεσθέντες…», γράφει η «Εφημερίς».

Αυτός ήταν ο Σερπιέρης, ο δωρητής του πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα, που θα… θαυμάσουν οι επισκέπτες της Εθνικής Πινακοθήκης την 24η Μαρτίου, γιορτάζοντας την Εθνική Παλιγγενεσία!

*Πληροφορίες από το βιβλίο "Το ματωμένο θέρος του 1882"

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η δική μου Σιμόν Βέιλ

Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς

Έρμαν Έσσε