Ιάνης Ξενάκης

  "Ήταν ένα χρόνο πριν το θάνατο του Ιάννη Ξενάκη. Είχε τότε βραβευτεί για τη συνεισφορά του στη μουσική. Το βραβείο το παρέλαβε η κόρη του, Μα. Τον θαύμαζα πάντα. Κυρίως με ενθουσίαζε η αρμονική συνύπαρξη της πνευματικότητάς του με τη συμπαγή και ισορροπημένη συναισθηματική του νοημοσύνη. Γι’ αυτό επιχείρησα να έχω μία συνέντευξή του για την εφημερίδα στην οποία εργαζόμουν τότε. Βρήκα τον αριθμό του τηλεφώνου του σπιτιού του στο Παρίσι από τον φίλο του στην Ελλάδα Κώστα Μόσχο. Στο τηλέφωνο απάντησε η Φρανσουάζ, η σύζυγός του. Μου είπε ότι ο Ξενάκης «είναι άρρωστος και δεν μπορεί να μιλήσει», ότι είχε μια κρίση ζαχάρου και άλλα τέτοια. Ενεργοποιήθηκε η προκατάληψή μου για τον γαλλικό σνομπισμό και αισθάνθηκα ότι δεν ήθελε να έχει ο σύζυγός της επαφή με την Ελλάδα και τους συμπατριώτες του. Αλλά και ότι ήθελε να τον προστατεύσει από κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Ακούγεται φασαρία. Μετά σιωπή. Ξαφνικά στην τηλεφωνική γραμμή ακούγεται μια ανδρική φωνή: «Αλό». Του μίλησα αμέσως ελληνικά. Του είπα πως είμαι Έλληνας και ότι τηλεφωνώ από την πατρίδα και πως ήθελα να τον συγχαρώ για το βραβείο. «Ποιο βραβείο;» με ρώτησε με γλώσσα περίεργα αποσυντονισμένη. Ύστερα όλα χάθηκαν. Πλήρης ασυνεννοησία. Μόνο όταν τον ρώτησα πότε θα έρθει στην Ελλάδα μου απάντησε λογικά: «ναι, πότε;»!

Μετά έμαθα. Διάβασα και το βιβλίο που έγραψε η αφοσιωμένη μέχρι το τέλος Φρανσουάζ που τόσο ασυγχώρητα είχα παρεξηγήσει. Πρόκειται για τις σημειώσεις ενός τραγικού τέλους. Ένα τέλος που ήταν τόσο άδικο όσο και η τσακισμένη παιδική και νεανική ηλικία του Ιάννη Ξενάκη. Ένα αφήγημα χωρίς χρονολογική σειρά γιατί μιλάει «για μια ασθένεια που συνίσταται σε επαναλήψεις, που είναι φτιαγμένη από την αταξία μέσα στο χρόνο». Κι ανάμεσα, οι αναμνήσεις μιας ωραίας ζωής, με τις περιπετειώδεις συνήθειες και τον έρωτα για τη θάλασσα ενός αμιγώς μεσογειακού αλλά και καβαφικού Οδυσσέα, τον οποίο, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει πάντα το βόρειο ταμπεραμέντο μιας γυναίκας που «δεν αγαπούσε τη θάλασσα».

«Όταν αρχίσει κανείς να μαθαίνει πως να ζει, είναι ήδη πολύ αργά», έλεγε η Φρανσουάζ. Κι εκείνος απαντούσε ειρωνικά: «Και λοιπόν;», εισάγοντας το μεγάλο Τίποτα, της έσχατης ματαιότητας. Απαντήσεις που σε αφήνουν μετέωρο, εντελώς άχρηστο εσένα και τον τρόπο σκέψης σου. Ο Ξενάκης, αυτό το καταπληκτικό μυαλό, «χτυπήθηκε» ακριβώς στο δεξιό μπροστινό λωβό του εγκεφάλου: άνοια, άτυπο Αλτσχάιμερ, «χάσμα του παρασυμπαθητικού αδένος», κι άλλοι όροι για να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Έφυγε «χωρίς βούληση», αυτός που ήθελε να φύγει με το δικό του τρόπο, εκείνον τον ανεπιτυχή τρόπο του Κώστα Καρυωτάκη: «Όταν δεν θα μπορώ πια να εργαστώ, όταν δεν θα έχω τίποτ’ άλλο να πω, θα σας εγκαταλείψω... Θα πέσω στη θάλασσα και θα κολυμπήσω μέχρι να εξαντληθώ...», έλεγε.

Ο εκφυλισμός του εγκεφάλου αρχίζει με τον τρόπο που ξύνονται και καταστρέφονται ένα ένα τα αλλεπάλληλα στρώματα ενός παλίμψηστου, μέχρι που καταλήγει στην παιδική ηλικία. «Όλο και συχνότερα πιστεύει πως η Μεσόγειος είναι ο Δούναβης, το ποτάμι της παιδικής του ηλικίας... Αλλά εγώ ήθελα να πειστώ, ήθελα να τον βγάλω απ’ τους δρόμους της σύγχυσης», λέει η Φρανσουάζ, αρνούμενη να αποδεχθεί ως τετελεσμένη την κατάστασή του. «Του διηγούμαι μια παράσταση στις Μυκήνες, το βουνό των Ελλήνων θεών», είναι το δικό του έργο, αλλά εκείνος το αρνείται. Και μετά η αποδοχή του ανεπίστρεπτου που έφερε ένα είδος γαλήνης. Μπορούσαν τώρα να μιλάνε ακόμα, αλλά μόνο με το σώμα, μ’ ένα χαμόγελο, ένα τρυφερό σφίξιμο του χεριού. Και το τέλος, η ανακούφιση για τον υγιή, το τέλος μιας αναξιοπρεπούς «ζωής» για τον ασθενή. Αλλά τι είναι αξιοπρέπεια για τον άνοα; ίσως να ρωτούσε ο Ξενάκης.        

Πέρα, όμως, από αυτή την τραγική περίοδο της ζωής του Ιάννη Ξενάκη υπάρχει και η έντονη και υπέροχα δημιουργική ζωή, το πρωτοποριακό έργο του, η πνευματική του παρακαταθήκη...

Ο Ξενάκης γεννήθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας το 1922. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση και φυλακίστηκε από τις κατοχικές δυνάμεις. Στα Δεκεμβριανά τραυματίστηκε από όλμο, με αποτέλεσμα να χάσει το αριστερό μάτι του και να παραμορφωθεί το πρόσωπό του. Απειλούμενος με σύλληψη, το 1947 διέφυγε στο Παρίσι, από όπου του απαγορευόταν να ξαναγυρίσει, λόγω της ερήμην καταδίκης του σε θάνατο για λιποταξία. Στη Γαλλία εργάστηκε ως αρχιτέκτονας και, παράλληλα, συνέχισε τις σπουδές του στη μουσική, με σημαντικότερη την επαφή του με τον Ολιβιέ Μεσιάν. Την περίοδο 1947-1959 συνεργάστηκε με το διάσημο γάλλο αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ στο σχεδιασμό σημαντικών έργων. Το 1953 παντρεύτηκε τη Φρανσουάζ, δημοσιογράφο και συγγραφέα με την οποία απέκτησε μία κόρη.

Το πρώτο του μουσικό έργο-σταθμός, με το οποίο αποκηρύσσει τα προηγούμενα, είναι οι «Μεταστάσεις» (1954), για ορχήστρα, όπου αρχίζει να χρησιμοποιεί μαθηματικές και αρχιτεκτονικές έννοιες στη μουσική δομή, ερχόμενος σε αντίθεση με τον σειραϊσμό και την αντίληψη της γραμμικής κίνησης των μουσικών φθόγγων και προβάλλοντας την έννοια των ηχητικών επιφανειών: τις «ηχητικές μάζες» ή «γαλαξίες» όπως τις ονόμαζε. Ασχολήθηκε συστηματικά με τη μεταφορά στη μουσική των μαθηματικών «Νόμων των πιθανοτήτων», ενώ επινόησε τον όρο «Στοχαστική μουσική», που βασίζεται στην ιδέα ανάπτυξης του ηχητικού υλικού, με στατικούς μέσους όρους «προς ένα στόχο». Σαν βάση για τη μουσική του σύνθεση χρησιμοποίησε τουλάχιστον 15 μαθηματικές θεωρίες.

Ε, λοιπόν, ναι, αυτό είναι ο άνθρωπος, ένας δημιουργός. Και προπάντων μέρος της Φύσης. Ο Ξενάκης μπορεί να είχε ξεχάσει τα πάντα, ακόμα και τις μουσικές του συνθέσεις, αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ τα πουρνάρια που είχε φυτέψει με τα χέρια του στην Κορσική! 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΡΕΜΠΩ: Εγώ είναι ο άλλος

Ντίλαν Τόμας

Η «μετα-αλήθεια» της εξουσίας