Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Μπάρτλεμπυ κι απόκληροι

Τρία διηγήματα του Μέλβιλ, για την ακρίβεια μία νουβέλα και δύο διηγήματα, επιχειρεί να συνδέσει ο Μένης Κουμανταρέας(μεταφραστής) υπό τον τίτλο «τρεις απόκληροι». Συνδετικός ιστός, ή ένας από τους συνδετικούς ιστούς είναι «η σκληρότητα και η αναλγησία της κοινωνίας απέναντι στους απόκληρους της ζωής» σημειώνει ο μεταφραστής. Για κάποιους άλλους, όμως, συνδετικός ιστός είναι το γεγονός ότι βρίσκονται εκτός του συντεταγμένου κοινωνικού σώματος. Για τον λόγο αυτό, μάλιστα, μπορούν να εκφράσουν σύνολη την κοινωνία. Όμως, οι ήρωες του Μέλβιλ και κατ’ επέκταση του Κουμανταρέα δεν είναι ακριβώς «εκτός». Είναι οι «εντός» που έγιναν «εκτός», όσοι δηλαδή εξέπεσαν, όπως ο Τζίμυ Ρόουζ που φαλίρισε ή του Μπαρτλεμπυ που απολύθηκε λόγω αλλαγής της κυβέρνησης(σ.σ. για το ζήτημα των δημοσίων υπαλλήλων που άλλαζαν με την αλλαγή κυβερνήσεων μιλάει και ο Χώθορν, φίλος του Μέλβιλ, στο «Άλικο γράμμα»). «Εκτός» είναι εκείνοι που επιχειρούν να εισέλθουν εντός της δομημένης κοινωνίας, όπως οι μετανάστες, οι οποίοι συρρέουν κατά κύμματα στις ΗΠΑ, που είναι ένα έθνος μεταναστών. Οι ήρωες του Μέλβιλ είναι άντρες σημειώνει ο Κουμανταρέας στον πρόλογό του, αλλά δεν μας λέει γιατί. Εμείς, όμως, γνωρίζουμε ότι ο συγγραφέας του Μόμπυ Ντικ συμβούλευε «γράψε σαν άντρας και θα γράφεις σαν Αμερικανός»! Αντιθέτως, ο φίλος του, ο Ν. Χώθορν θεωρούσε ότι το μέλλον ανήκει στη γυναίκα(Άλικο γράμμα). Σε κάθε περίπτωση το Μπάρτλεμπυ είναι βιωματικό έργο, καθώς αναφέρεται στο μυθιστόρημα Pierre του Μέλβιλ, που απορρίφθηκε από τους εκδότες. Ο μελετητής του Μέλβιλ Harold Beaver γράφει (όπως παραθέτει ο Κουμανταρέας) πως στη νουβέλα αυτή έχουμε «μια παραβολή όσων συγγραφέων αρνούνται να γράψουν σύμφωνα με τη ζήτηση της αγοράς ή να συνθηκολογήσουν σε μια κοινωνία της οικονομίας».
Ο Μπάρτλεμπυ ήταν ένας νέος «πελιδνά άμεμπτος, θλιβερά σεβαστός, αθεράπευτα μόνος» που προσελήφθη ως «αντιγραφέας», αλλά του οποίου η απάντηση για κάθε εντολή του εργοδότη του πέραν της αντιγραφής ήταν η στερεότυπη άρνηση: «Θα προτιμούσα όχι». Η ανυπακοή, μάλιστα, αυτή, μια ιδιότυπη «παθητική αντίσταση», γινόταν με τέτοιο νηφάλιο αλλά και «παράλογο» τρόπο ώστε κλόνιζε τις «βασικές πεποιθήσεις» του εργοδότη(το ίδιο συνέβαινε και στο πολύ μεταγενέστερο μυθιστόρημα του Μπέλοου: «Το θύμα»). Ανυπάκουος ο υπάλληλος, αλλά «πάντοτε παρών» και προπάντων έντιμος! Η «θαυμαστή πραότητα» τού «θα προτιμούσα όχι»(Μπάρτλεμπυ), καθιστούν τον εργοδότη ανδρείκελο στα χέρια του, αφού υπέβαλε σ’ αυτόν τους όρους του και τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει μέχρι και την επαγγελματική του στέγη. Τελικά, ο Μπαρτλεμπυ θα πεθάνει στη φυλακή. Αλλά ποιος ήταν πριν; Ήταν «ένας κατώτερος υπάλληλος στο Γραφείο Ανεπίδοτων Επιστολών της Ουάσινγκτον, από το οποίο απομακρύνθηκε ξαφνικά ως συνέπεια μιας διοικητικής αλλαγής». Ακριβώς σαν το «ανεπίδοτο» μυθιστόρημα του Μέλβιλ. Και τα ανεπίδοτα γράμματα, είναι γράμματα νεκρά. Ο επίλογος για τον ταξινομητή των ανεπίδοτων επιστολών που τα ρίχνει στις φλόγες είναι εκπληκτικός. «Αγγελιαφόροι της ζωής, τούτα τα γράμματα σπεύδουν στο θάνατο»(θαυμάσια μετάφραση).
Τη διερεύνηση των αιτιών του λεγόμενου συνδρόμου του Μπάρτλεμπυ, από τον ομώνυμο ήρωα του Χέρμαν Μέλβιλ και της λογοτεχνίας «του όχι» επιχειρεί και ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας μέσα από έναν σχολιασμό «αθέατων λογοτεχνικών κειμένων» στο έργο του «Μπάρτλεμπυ και Σία». Οι λόγοι της άρνησης σύμφωνα με τον Μάτας είναι πολλοί. Ο Μάτας θεωρεί ότι το νεωτερικό θέαμα των συγγραφέων που παραλύουν μπροστά στις απόλυτες διαστάσεις της δημιουργίας και των «ανέφικτων» βιβλίων είναι κληρονομιά της αισθητικής του ρομαντισμού. Ομοίως, στο έργο του «Ο κριτικός ως δημιουργός» ο Όσκαρ Ουάιλντ εκφράζει την άποψη ότι «το να μην κάνεις απολύτως τίποτα(σ.σ. όπως ο Μπαρτλεμπυ), είναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο, το πιο δύσκολο και το πιο πνευματικό», προσθέτοντας πως «όταν δεν γνώριζα τη ζωή έγραφα», ορίζοντας με αυτό τον τρόπο τη λογοτεχνία ως υποκατάστατο της ζωής. Το απόλυτο, πάντως, θεωρείται το μαγικό κλειδί, καθώς η γραφή είναι μια δραστηριότητα υψηλού κινδύνου και ένα κείμενο, αν θέλει να είναι έγκυρο, οφείλει να ανοίγει νέους δρόμους και να επιχειρεί να αρθρώσει το ανείπωτο, ή αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Ο Μάτας χαρακτηρίζει τη «λογοτεχνία του όχι» ως την πιο ανατρεπτική και ελκυστική τάση της σύγχρονης λογοτεχνίας, καθώς, σήμερα, βρισκόμαστε υπό την πλήρη κυριαρχία της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της αναλώσιμης λογοτεχνίας. Η τάση αυτή αναρωτιέται «τι είναι γραφή» και από αυτή μπορεί να αναδυθούν οι δρόμοι για τη γραφή του μέλλοντος. Αλλά ποιοι είναι οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν στην άρνηση της γραφής, στην νηφάλια παθητική αντίσταση-ανυπακοή των Μπαρτλεμπυ; «Το να γράφεις σημαίνει, επίσης, να μη μιλάς. Σημαίνει να σωπαίνεις. Σημαίνει να ουρλιάζεις βουβά» σημειώνει η Μ. Ντιράς. Επίσης, η ταυτότητα, δηλαδή η επινόηση μιας ταυτότητας, όταν δημιουργηθεί προκαλεί την ανάγκη μη συνέχισης της γραφής(στο τέλος ο Μπ. Θα σταματήσει να γράφει, να είναι γραφιάς): «Νόμιζα ότι ήθελα να γίνω ποιητής αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα» λέει ένας ποιητής. Η άποψη του Βίτγκενσταϊν σύμφωνα με την οποία «για ό,τι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, πρέπει να σωπαίνει». Η αποτυχία ή ο φόβος της κρίσης του κοινού. Ο φόβος μπροστά στο δαιμονικό χάος κάθε απομονωμένης φωνής, κάθε γνώσης, κάθε πράγματος. Η απειλή που αισθάνεται κάποιος «από τις αδάμαστες φωνές και τα πλοκάμια τους, από το φύλλωμα των φωνών, από τις διακλαδιζόμενες φωνές, που καθώς περιπλέκονται μεταξύ τους, τον περιπλέκουν... φωνές δευτερολέπτων, φωνές χρόνων, φωνές που μπλέκονται στο δίχτυ του κόσμου, στο δίχτυ των ηλικιών, ακατάληπτες και αδιαπέραστες μέσα στη βρυχόμενη αλαλία τους».

1 σχόλιο:

storyteller είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα η δουλειά σου. Καλως σε βρήκα!