Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Μαντόγλου Αργυρώ: Όλα στο μηδέν

Ζει κανείς ή γράφει; Σύμφωνα με τον Πιραντέλο «ή ζει ή γράφεις». Η Αργυρώ Μαντόγλου επιχειρεί να γράψει, βιώνοντας τη δημιουργική της μοναχικότητα(που οι άλλοι αποκαλούν μοναξιά), καθιστάμενη η ίδια μέρος του συγγραφικού πειράματος. Έτσι γράφει ένα μυθιστόρημα σε δεύτερο πρόσωπο, όπου η συγγραφέας είναι η «άλλη γυναίκα» εντός της, δηλαδή η ηρωίδα, ο θηλυκός, «ανήλικος» εαυτός, η Αυγή, η οποία ομοίως συγγράφει αυτοπαρατηρούμενη διαρκώς και υφιστάμενη τις ερμηνείες του συγγραφικού Εγώ, του μεγάλου ή μικρού Άλλου(του αρσενικού εντός της, «ενήλικου» άλλου). Θαυμάσιο εύρημα, ριψοκίνδυνο και εντέλει επιτυχές, ανεξάρτητα από τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς ως προς τις απόψεις που διατυπώνονται. Αλλά πως μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, πως μπορούμε να σταθούμε απέναντι στο ανεστραμμένο είδωλό μας, απέναντι στον «καθρέφτη» που είναι το βλέμμα των άλλων; Η ηρωίδα, η Αυγή είναι το είδωλο, ή καλύτερα η μία εκ των πολλών εκδοχών της σημερινής γυναίκας(η Αυγή, η Ελλεάνα, και η Σίλια ή ακόμη τα διαφορετικά «φορέματα»-σημεία σύμφωνα με την καθεστηκυία συμβολική τάξη, ή ακόμα η ανήλικη, ευαίσθητη θηλυκή ψυχή που κατοικεί ένα ενήλικο σώμα) που αναζητά την ταυτότητα της σ’ έναν κόσμο «των σπασμένων γλωσσών και των εξανεμισμένων ταυτοτήτων». Πως τη βλέπουν οι άλλοι, οι οικείοι, η καταθλιπτική μάνα, η γυναίκα-φαλλός αδελφή, ο ομοφυλόφιλος πατέρας, η τοξικομανής του σεξ Σίλια και ο γκρουπιέρης-παίχτης, εραστής αλλά και ζιγκολό, ο Σταύρος; Το βλέμμα των Άλλων μας καθορίζει και μας καθρεφτίζει. Αλλά ποιο είναι το βλέμμα των άλλων σήμερα; Κυρίως, πως μπορείς να επικοινωνήσεις με τους άλλους και τον εαυτό σου, πώς να συνυπάρξεις, πώς να συναισθανθείς, πως να ερωτευθείς; Γυρίζουμε στο χάος, στην τύχη σαν την μπίλια της ρουλέτας κι όπου κάτσει. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν βρισκόμαστε στο μηδέν, η στιγμή της κρίσης, της ερωτικής ματαίωσης, των μικρών θανάτων, που προαναγγέλλουν την έσχατη ματαίωση. Τελικά, που βρίσκεται η αλήθεια; Και ποιος τα επινοεί όλα αυτά; Η Μαντόγλου αναφέρεται στη συμβολική τάξη. Αλλά μόνο από την πλευρά της τύχης, γιατί «όλα πάνω στη γη είναι καρποί της τύχης και της αναγκαιότητας»(Δημόκριτος). Της διαφεύγει δηλαδή, ή υποτιμά την αναγκαιότητα. Το δικός της βασίλειο είναι αυτό της τύχης και όχι της αναγκαιότητας. Η ηρωίδα είναι αστή, απελευθερωμένη από την ανάγκη. Ο ήρωας, ο νόθος γιος της πόρνης, ο Σταύρος, γκρουπιέρης και παίχτης, δεν μπορεί να ξεφύγει από το δικό του βασίλειο, τη δική του φυλακή, αυτή της ανάγκης. Προσπαθεί να ξεφύγει από το «μηδέν», που γίνεται θηλιά, ρισκάρει αλλά ηττάται. Ακόμη χειρότερα η ήττα του δεν τον λυτρώνει, αφού δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα της ίδιας ρευστότητας, της ίδιας δυνατότητας επανεκκίνησης από το μηδέν. Άλλοι έχουν πολλές και άλλοι μία ευκαιρία(ανισότητα). Αλλά ας δούμε την ιστορία.
Η ηρωίδα, η Αυγή εγκαθίσταται στην Αθήνα από το Λονδίνο και προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημά της. Όλα αρχίζουν την ημέρα των γενεθλίων της. Το 36 είναι το τελευταίο νούμερο της ρουλέτας και το βιολογικό «όριο» της γυναίκας σύμφωνα με την «προφητεία του Ινδού» και της αρχαίας προκατάληψης, δηλαδή ένας ορισμένος θάνατος. Αποφασίζει, λοιπόν, να περάσει αυτή τη βραδιά στο Καζίνο, όπου συναντά τον Σταύρο. Από εδώ αρχίζει η ιστορία του ερωτικού εθισμού και της εξάρτησης, του habitus, των δύο ανθρώπων. Και όπως ο τζόγος ανταλλάσσει «την πραγματικότητα με φαντασίωση», όπως η αδρεναλίνη λειτουργεί ως ναρκωτικό, ως λήθη, έτσι και ο έρωτας γίνεται εθισμός, ναρκωτικό, συρρικνωνόμενος στο σεξ, στην επικοινωνία των σωμάτων(μόνο μ’ αυτό «μιλάει» ο εραστής, ο γκρουπιέρης διαχειριστής ψυχών και εν ταυτώ παίχτης-πιόνι), «σ’ αγαπώ για το κορμί σου» θα πει ο εραστής. Αλλά εδώ υπάρχει και το «κοινό πάθος», ο τζόγος.
Ο άνθρωπος, η Αυγή εν προκειμένω, καθρεφτίζεται και δίνει λογαριασμό σ’ ένα άλλο βλέμμα (κυρίως σ’ ένα αιρετικό, «ονειροπόλο, φευγάτο», όπου προβάλλει τους δικούς της συμβολικούς κώδικες). Ο έρωτας θα τραφεί από την προβολή αλλά και τη συναντίληψη, το κοινό βλέμμα, το κοινό πάθος, το παιγνίδι με την τύχη, τον τζόγο. Ο αγαπώμενος είναι ένα τζογαδόρος. Αυτό το couple fusionnel, το ζεύγος της συγχώνευσης, της σύντηξης των δύο, θα υπάρξει ως «ζευγάρι-φυλακή», όπου ο ένας παραιτείται από τις επιθυμίες του. Ουσιαστικά πρόκειται για τη λιβιδική μετατόπιση σε κάτι Άλλο. Ο έρωτας απευθύνεται σ’ αυτό το μη κυρίαρχο μεγάλο Άλλο(ή αντι-άλλο) και ως κοινός καθρέφτης καθρεφτίζει από κοινού(γι’ αυτό ο έρωτας είναι απρόσωπος). Μόνο που η γυναίκα βγαίνει από αυτόν τον «κοινό καθρέφτη» του κοινού πάθους και ο άλλος μέσω της αποστασιοποίησης απομυθοποιείται, απογυμνώνεται. Δεν είναι πλέον παρά ένας «ανισόρροπος», που αδυνατεί να δεσμευθεί, να αφοσιωθεί στην ερωτική σχέση με άλλον τρόπο, δεν είχε τίποτ’ άλλο να μοιραστεί. Η γυναίκα αντίθετα θα συναντήσει την «άλλη γυναίκα» εντός της, «την αλήθεια σε δεύτερο πρόσωπο… το κρυφό της πρόσωπο». Από εδώ αρχίζει η διαδικασία της απελευθέρωσής της. Αλλά πριν θα πρέπει να γνωρίσει αυτά που την καθορίζουν και τα οποία αισθάνεται αλλά αγνοεί. Η αισθαντική γυναίκα θα γίνει συνειδητή, δαμάζοντας το άγνωστο, την κυρίαρχη συμβολική τάξη που την καθορίζει. Το χρήμα, η αρπαγή, ο κανιβαλισμός είναι η κυρίαρχη τάξη. Απέναντι, ο άντρας που θα γενικεύσει, βλέποντας τις γυναίκες ως «Βαμπίρ»(οι αρχέγονες αρσενικές φοβίες για τους οδοντωτούς κόλπους και τις γυναίκες-αλογάκια της Παναγίας), που θα έλκεται από τις γυναίκες «χωρίς κουλτούρα», μειώνοντας τη γυναίκα στην «υποκουλτούρα του σώματός της». Εδώ είναι το αδύνατο σημείο του μυθιστορήματος, αντί της ανάλυσης της συμβολικής τάξης και της διαμόρφωσης του φαντασιακού των δύο ηρώων έχουμε την φροϋδική προσέγγιση μέσω των διαφόρων συνδρόμων(Οιδιπόδειου-Ηλέκτρας). «Το βασίλειο της ανάγκης» δεν προσεγγίζεται. Κυρίως δεν αντιμετωπίζεται το γεγονός ότι η σύγχρονη ματαίωση δεν οφείλεται στη μη κατάκτηση, στην απώθηση, αλλά ακριβώς στην κατάκτηση που αποδεικνύεται πάντα κατώτερη των προσδοκιών(η διαμόρφωση του φαντασιακού στην καταναλωτική κοινωνία). Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η μη δέσμευση, η μη αφοσίωση είναι απόρροια της ρευστότητας των οικονομικών σχέσεων. Κανείς δεν μπορεί να ολοκληρώσει μία βιοαφήγηση, κανείς πλέον δεν είναι μόνο μία δουλειά ώστε να «είναι δουλειά του». Αντιθέτως, έχουμε συνεχείς «μηδενισμούς», μία διαρκή ρευστότητα. Γι’ αυτό η δυσπιστία απέναντι στον άλλο, στο άνοιγμα στον έρωτα, που θα τον καταστήσει ευάλωτο. Αλλά είπαμε η ηρωίδα της Μαντόγλου δεν κινείται στο βασίλειο της ανάγκης, αλλά μόνο της τύχης. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνεί η Αυγή με τη Σίλια(την πλούσια σύζυγο του ανάπηρου και ερωμένης -επί πληρωμή- του Σταύρου): «Έχουμε τα ίδια παπούτσια… ακριβώς τα ίδια παπούτσια». Πρόκειται για τα «κόκκινα παπούτσια», αυτά που «πριν από λίγα χρόνια δεν θα τολμούσε να βάλει…»(η δύναμη της μόδας). Εδώ έχουμε μία προσπάθεια αποτύπωσης της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, του συστήματος αξιών μεταξύ της ωφελιμίστριας Ελεάννας και της εμπειριοθηρεύτριας(με την καλή έννοια της μάθησης, που θέλει και τον Νίτσε και τον μπετατζή) με την «καλλιεργημένη στωικότητα» Αυγή. Η πρώτη έπαιζε το παιγνίδι της «απόστασης» από τους άλλους και τον ίδιο της τον εαυτό, όπου κρατάει τους άλλους σε απόσταση για να μην την καταβροχθίσουν, αλλά τελικά τους καταβροχθίζει η ίδια. Η απόσταση εδώ επιτυγχάνεται με την απομυθοποίηση, συρρίκνωση των άλλων. Η επιτυχημένη Ελεάννα θα κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στην Αυγή «Αν δεν συμμορφωθείς με τις κυρίαρχες τάσεις, αποβάλλεσαι»(«το μοβ στη μόδα»!). Η επαναφορά στη συμβολική τάξη ή εξοστρακισμός. Στη λογική της γυναίκας-φαλλού οι άντρες είναι «αξεσουάρ»(συμπληρώματα). Τελικά η ηρωίδα θα ξεφύγει μ’ ένα passage a l’ act.
Αλλά τι προτείνει η Μαντόγλου στη σύγχυση ταυτοτήτων και την «αόρατη εξουσία» (όπως η «αόρατη χείρα της αγοράς» του Ανταμ Σμιθ) της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, που ορίζει σαν πιόνια τα θύματα; Η διαπίστωση και η απάντηση βρίσκεται στη σελίδα 253. Τελικά, τίποτα δεν γίνεται. Το μόνο που απομένει είναι «πόνταρε και απόλαυσε το χαμό. Η ήττα είναι λυτρωτική». Άποψη σεβαστή, αλλά εντελώς απαισιόδοξη. Όμως όπως προείπαμε, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες, πρόκειται για ένα απολαυστικό μυθιστόρημα και κυρίως με ρίσκα(πονταρίσματα) που επιτυγχάνουν. Αξιοδιάβαστο, ασφαλώς, βιβλίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: