Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2008

Ευσταθιάδη Μαρία

Κι εδώ, όπως και στον Σωτήρη Δημητρίου(το προηγούμενο Σάββατο), ανασύρονται τα «αρχειακά δεδομένα» της μνήμης. Αυτά που είναι καταχωνιασμένα και απωθημένα, αλλά είναι συγχρόνως και ασύνηδες «κατευθυντήριες αρχές ζωής». Η Μαρία Ευσταθιάδη στο «Κόκκινο Ξενοδοχείο» (εκδόσεις Κέδρος) μιλάει για τις «μικρές και τις μεγάλες ουλές», για τις πληγές, για ό,τι μας κατευθύνει: «Πάντοτε αυτό κάνουμε, μιλάμε γι’ αυτά μιλώντας για άλλα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Αυτά κρατούν τα αόρατα γκέμια». Εδώ η μορφή είναι διαλογική, θεατρική. Ένας εσωτερικός διάλογος, όπως και στην αφήγηση του Δημητρίου. Αλλά εδώ είναι ο Πατέρας που εξειδανικεύεται, ενώ η μητέρα μισείται. Εν προκειμένω, δεν είναι η αγάπη της μάνας που γίνεται η βελούδινη αλυσίδα των αντρών, αλλά το βλέμμα, αυτό που θέλει να σε δει, όπως εκείνη θέλει («…νοσταλγεί με σπαραγμό αυτό που δεν έγινα»). Απ’ αυτό το βλέμμα θέλει να απαλλαγεί «Η Φωνή» μαζί με τα «καλοραμμένα, καθωσπρέπει» ρούχα της μητέρας της, «τον τακτοποιημένο τον ψεύτικο

Δημητρίου Σωτήρης

"Σαν το λίγο το νερό" Όταν πέθανε είχε μια περίεργη αίσθηση του σώματός του. Ένιωθε. Ένιωσε την ψυχή του (ροή πνοής) και τον έπιασε μια «αλυπία» χωρίς να χάσει τη συνείδηση της εν ζωή ζωής (σύνδεση με τη μετά θάνατο) και κυρίως τη μνήμη του. Τα καταχωνιασμένα, τα απωθημένα βγήκαν στο φως. Όλες οι θύμησες έπρεπε να αναδυθούν, να λουστούν στο λαμπρό φως, προϋπόθεση για τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, για τη συμφιλίωση με το θάνατο. Ο αφηγητής στο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Σαν το λίγο το νερό» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) υπερίπταται, για να δει από ψηλά τον κόσμο και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του. Το πεθαμένο Εγώ υπερίπταται. Κοιτάζει κάτω, στη Γη, ανασύροντας τα «αρχειακά δεδομένα» του, την παρακαταθήκη των παιδικών αναμνήσεων, που εν ζωή κοιμούνταν στα βάθη της ψυχής, αλλά στην πραγματικότητα κατηύθυναν τη ζωή μέσα από τα απατηλά όνειρα ή τα δαντικά φαντάσματα. Με το θάνατο φαίνεται ότι αυτά τα φαντάσματα γίνονται ορατά. Και τότε καταλαβαίνει τις «αρχαϊκές κατευθυ

Η θέση μου για την καθεστωτική κριτική

Η κριτική του Δημοσθένη Κούρτοβικ για την «καθεστωτική κριτική» ανοίγει ξανά τη συζήτηση όχι μόνο για τα κριτήρια αξιολόγησης των «κριτικών βιβλίου» αλλά και για την ίδια τη λογοτεχνία. Παλαιότερα, ο ΔΚ είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «κάτω τα καλά βιβλία», καταγγέλλοντας ουσιαστικά τον μονοδιάστατα «διασκεδαστικό» χαρακτήρα (με την έννοια του σκορπίσματος) της εγχώριας λογοτεχνίας, την αδυναμία της να συνταράξει συθέμελα την ύπαρξη και να «αναστατώσει» τον αναγνώστη. Είναι κοινός τόπος ότι, σήμερα, βρισκόμαστε υπό την πλήρη κυριαρχία της «λογοτεχνίας του στομαχιού», της τεχνικά άρτιας, αλλά αναλώσιμης, αμμώδους και γαργαλιστικά γαλακτώδους λογοτεχνίας. Η τρομοκρατία της «λογοτεχνικής μόδας» και της αγοράς όπου λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει εδώ και τώρα, είναι τρομερή. Δεν υπάρχει χώρος για τη διατύπωση διερωτήσεων, κανείς δεν αντιμετωπίζει τη γραφή σαν μια δραστηριότητα υψηλού κινδύνου και το κείμενο ως κάτι που αν θέλει να είναι έγκυρο, οφείλει να ανοίγει νέους δρόμους και να επι

Καθεστωτική κριτική-Δημοσθένης Κούρτοβικ

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στη λογοτεχνία ως τεχνο-λογία της εξουσίας. Μια τέτοια λογοτεχνία όμως χρειάζεται και τη στήριξη μιας αντίστοιχης κριτικής, της "καθεστωτικής κριτικής", όπως σημειώνει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο κείμενό του στα ΝΕΑ, το οποίο και παραθέτω: "Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα. Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπ

Η αμερικανική μυθοψύχωση

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου «Ένας άνθρωπος σφηνωμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους ζει και πεθαίνει μόνος» Τη στιγμή που ένας αφροαμερικανός γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, ένας άλλος, που πέρασε από τα ίδια πανεπιστήμια, με ανάλογα διδακτορικά παραμένει ανάμεσα σε δύο κόσμους –τη χώρα προέλευσης, την Αιθιοπία, και τη χώρα υποδοχής, τις ΗΠΑ- εξόριστος και από τους δύο, ξένος και για τους δύο, αποκλεισμένος σε μια γειτονιά μαύρων της Ουάσινγκτον. Η παγκόσμια ιστορία της μοναξιάς και της ξενότητας που διαδραματίζεται σήμερα στην Αμερική και σε ολόκληρη της Δύση εκτυλίσσεται εδώ. Εδώ δεν έχουμε τους ανθρώπους της σχεδίας του Στήβενσον, αυτούς που πολιορκούν τη μυθική «γη της επαγγελίας», αλλά τους ανθρώπους της «γης της επαγγελίας», αυτούς που κατάφεραν να αποβιβαστούν στις ΗΠΑ και παρόλα αυτά εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένοι μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους. Γιατί στις ΗΠΑ υπάρχουν πολλοί αναβαθμοί ασφαλείας, ένα ολόκληρο σύστημα συμπεριλήψεων και αποκλεισμών. Στο πολυβραβευμένο βιβ

HOMO AMERICANUS-ΤΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ Έχουμε να κάνουμε με το πιο εντυπωσιακό και, από μια άποψη, το πιο αναπάντεχο ελληνικό δοκίμιο της χρονιάς. Πού- στην Ελλάδα, τη χώρα όπου ο αντιαμερικανισμός έχει μάλλον μεταφυσικό παρά πολιτικό χαρακτήρα (όπως για τους ίδιους τους Αμερικανούς οι αντίπαλοί τους), ένας συγγραφέας και δημοσιογράφος, από τους σκληρότερους μάλιστα επικριτές της Αμερικής μέσα από τη στήλη του στη Βραδυνή, αποδύεται σε μια τιτάνια προσπάθεια να κατανοήσει, μακριά από προκαταλήψεις και δαιμονοποιήσεις, ποια είναι τα στοιχεία που συγκροτούν την αμερικανική ταυτότητα. Και, για να μην αφήσει αφώτιστη καμιά πτυχή του θέματός του, για να διεισδύσει σε βάθη που δεν προσεγγίζονται με μόνον ένα αναλυτικό εργαλείο, επιστρατεύει κάθε μέσο που του φαίνεται πρόσφορο: όχι μόνο την ιστορία, την πολιτειολογία, την κοινωνιολογία, αλλά και τη θρησκειολογία, την ψυχανάλυση, τη λογοτεχνία. Η ιδιαιτερότητα της αμερικανικής νοοτροπίας εντυπωσιάζει και προβληματίζει τους Ευρωπαίους ήδη από τον καιρό του Χέγκε

ΡΕΜΠΩ: Εγώ είναι ο άλλος

Ο Αρθούρος Ρεμπώ είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση είναι η φαντασία τονούμενη, είναι ο έρωτας ως δόσιμο, ως δώρο, που μιλά. Γι’ αυτό σε κάθε έκδοση ποιημάτων του Ρεμπω θυμάμαι την περίφημη πια ρήση του «Εγώ είναι ο Άλλος». Προσοχή, όχι εγώ ΕΙΜΑΙ ο Άλλος, αλλά Εγώ Είναι ο Άλλος. Στον Ρεμπώ το Εγώ δεν αφομοιώνει τον Άλλο, του δίνεται, γίνεται ο Άλλος. Με άλλα λόγια, ο Άλλος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο αλλά σαν υποκείμενο. Συνεπώς, εδώ έχουμε μία διι-υποκειμενικότητα, όπως στους μη εξουσιαστικούς, στους ισότιμους έρωτες. Κάποτε αυτές οι απόψεις και οι ποιητές ήταν επικίνδυνοι. Το αποδεικνύει και η έκδοση των φακέλων της Αστυνομίας του Παρισιού που αφορούν στην παρακολούθηση των Ουγκώ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπρετόν, Κολέτ κ.ά.! Η έκδοση των εγγράφων δείχνει ότι κάποτε η πολιτική εξουσία φοβόταν τους ανθρώπους των γραμμάτων και τους παρακολουθούσε συστηματικά, συστήνοντας προς τούτο την «αστυνομία των συγγραφέων»! Τώρα, τα φόβητρα της εξουσίας έχουν γίνει οι κολαούζοι της και «ουροβόροι», όπ

HOMO AMERICANUS

ΣΚΑΛΙΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 19/7/2008) «…Στην Ευρώπη οι «κάτω», συμπεριλαμβανομένων και των αποκλεισμένων, είχαν ομοιογένεια και μπορούσαν πάντα να συστήνουν συμπαγή ενότητα, ένα «Εμείς» μέσω της πολιτικής άμβλυνσης των επιμέρους διαφορών, καθώς και να εκφράζουν τα αιτήματα της «καθ’ όλου» κοινωνίας, στρέφοντας τη σύγκρουση εναντίον του βασικού αντιπάλου, που ήταν όσοι ήλεγχαν το πανίσχυρο «κέντρο»-κράτος. Εδώ υπάρχει, μεταξύ άλλων, και η απάντηση γιατί στις ΗΠΑ δεν αναπτύχθηκε ένα ισχυρό κίνημα της Αριστεράς, εν αντιθέσει με την Ευρώπη…» Πέντε αιώνες ζωής δεν είναι πολλοί. Για ένα κράτος. Για μια χώρα. Για ένα λαό. Για έναν πολιτισμό. Ακόμα λιγότεροι είναι οι τρεις αιώνες που διαδραματίζει ενεργό ρόλο. Ένας αιώνας είναι ελάχιστος στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά αρκούσε για να πιστοποιήσει μια νέα ταυτότητα: την αμερικανική. Αλλά τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός το 2008; Ποια είναι τα «ιδρυτικά» συστατικά σου; Και ποιες οι υποθήκες σου για τ

Μπόμπιο Νορμπέρτο

Εσχάτως, συζητήθηκε εκτεταμένα το ζήτημα της σχέσης «ηθικής και νομιμότητας». Αλλά και διαχρονικά γίνονται διάφορες πολιτικές επικλήσεις σε ηθικές αρχές και αξίες, που κάποιοι άλλοι, όμως, τις αποκαλούν στείρες και συντηρητικές ηθικολογίες. Αυτή τη σχέση ηθικής και πολιτικής αναλύει ο μακαρίτης Νορμπέρτο Μπόμπιο στο τελευταίο βιβλίο του «Εγκώμιο της πραότητας και άλλα κείμενα περί ηθικής» (εκδόσεις Πατάκη). Οι διερωτήσεις του Μπόμπιο όπως κωδικοποιούνται από τη Σώτη Τριανταφύλλου στον ενδιαφέροντα πρόλογό της στο βιβλίο είναι: «Τι πρέπει να θεωρείται παραβίαση ενός οικουμενικού ηθικού κώδικα; Γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα; Τι είναι τελικά ‘’κράτος’’; Γιατί απέτυχαν οι ‘’ανθρωπιστικές’’ πολιτικές όπως εκείνη του ιστορικού συμβιβασμού; Ποια είναι η διαφορά της πολιτικής ‘’πραότητας’’ από εκείνη που κηρύσσουν οι παπάδες (προτείνοντας ως σύμβολο τον αμνό); Γιατί η πραότητα βρίσκεται στο έλεος της πολιτικής;». Η τελευταία διερώτηση έχει σχέση με την α-πολιτική διάσταση της «πραότητας»(

Στάλιν

Δύο μυθιστορήματα, ένα του Γιούρι Ντομπρόφσκι: «η επιστήμη της άχρηστης γνώσης»(εκδόσεις Κέδρος) και ένα του Martin Cruz Smith: «Το φάντασμα του Στάλιν» (εκδόσεις Bell), που μεταφράστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα, διαπραγματεύονται το σταλινικό φαινόμενο. Το πρώτο(πρώτη έκδοση 1970) αναφέρεται στις σταλινικές διώξεις τη δεκαετία του 1930 στη Ρωσία και ανατέμνει τους μηχανισμούς του σταλινικού βαθέως κράτους (το κράτος εν προκειμένω ήταν ταυτισμένο με το μοναδικό εν λειτουργία κόμμα). Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε θύμα αυτής της περιόδου και «κάτοικος» των γκουλάγκ. Το δεύτερο μυθιστόρημα είναι πρόσφατο και έχει ως πεδίο δράσης την μετα-σοβιετική Ρωσία των μαφιών, των υπερπατριωτών, των κομμουνιστών και ενός πολιτικού συστήματος που χρησιμοποιεί το πολιτικό μάρκετινγκ και Αμερικανούς επικοινωνιολόγους. Οι τελευταίοι μετά από τις αναγκαίες σφυγμομετρήσεις διέγνωσαν ότι η προσωπικότητα που εξακολουθεί να δονεί θετικά ή αρνητικά τους Ρώσους είναι ο Στάλιν. Έτσι, σκηνοθέτησαν με όλες τις

HOMO AMERICANUS-ΑΥΓΗ

Του Παναγιώτη ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 445 «Από εδώ κι εμπρός οι Αμερικανοί θεωρούν κανονικά ότι αποτελούν τον νέο ‘περιούσιον λαόν’, ότι η αυτοκρατορία τους είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της χριστιανο-σύνης, ότι το κράτος και ο στρατός του είναι τα όργανα του Θεού εναντίον των εχθρών του, των απίστων». Κι όμως: όσο αληθοφανές κι αν ηχεί το χωρίο, στην πραγματικότητα δε γράφτηκε για τις ΗΠΑ κι ούτε αναφέρεται στη μετασοβιετική παγκόσμια επικράτησή τους. Αλλάξτε τη λέξη «Αμερικανοί» και θα διαβάσετε αυτούσιο ό,τι στην πραγματικότητα έγραψε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ για τους Βυζαντινούς, στη σελίδα 41 του βιβλίου της Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας (εκδ. Ψυχογιός).Χρειάστηκαν λοιπόν τόσες πνευματικές αφυπνίσεις, τόσες κοινωνικές εξεγέρσεις, τόσοι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, τόσα δικαιϊκά συστήματα, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε, αλλά αρκεί η αλλαγή μιας λέξης για να αντιληφθούμε ότι σε ορισμένα πράγματα δ

HOMO AMERICANUS - Ελευθεροτυπία

Στάθης-Ναυτίλος Ενα εξαιρετικό βιβλίο κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες, το «Homo Americanus - Τα χαρακτηριστικά της Αμερικανικής ιδιαιτερότητας», γραμμένο από τον εκλεκτό συνάδελφο (και φίλο) κ. Γιώργο Παπασωτηρίου, δημοσιογράφο στη «Βραδυνή». Για τους περισσότερους από τους Ευρωπαίους, ανάμεσά τους και τους Ελληνες, οι Αμερικανοί είναι εν πολλοίς οι μεγάλοι «άγνωστοι». Ακριβώς με αυτές τις ιδιομορφίες του νεοπαγούς αυτού έθνους ασχολείται το βιβλίο, εξετάζοντας τι συνιστά την ιδιοπροσωπία των Αμερικανών, τι συνθέτει την ταυτότητά τους, τι αντιθέσεις διαπερνούν το σώμα του λαού, ποιες είναι οι κυρίαρχες δομές και ποια στοιχεία εξηγούν τις επιλογές της κοινωνίας τους, και κατά τη διαχρονία και κατά τη συγκυρία. Κατ' αντίθεσιν με τα εν εσχάτοις κρατούντα στα ελληνικά γράμματα, ο συγγραφέας δεν κατατρύχεται από την προσπάθεια να προσαρμόσει στη θεωρία του (όποια κι αν είναι αυτή) τα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνά του, αλλά καταλήγει στα συμπεράσματά του μόνον ύστερα από την απόδει

Κατσουλάρης εναντίον Σταμάτη

Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μην πληγεί από τον τυφώνα ή τον κατά Χέγκελ «άνεμο της εποχής» της. Έτσι, στον καιρό των οικονομικών και πολιτικών «σκανδάλων» επιχειρεί και αυτή να αναπαράξει τον εαυτό της μέσω διαφόρων σκανδαλισμών, καθώς δεν δύναται αλλιώς. Αναφέρομαι στην κατηγορία για «λογοκλοπή» του κριτικού και συγγραφέα Κώστα Κατσουλάρη εναντίον του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη(«Βίλα Κομπρέ»). Προσπαθώντας να εξηγήσω τη συγκεκριμένη περίπτωση, διέκρινα στην επιφάνεια του υποτιθέμενου σκανδάλου να «επιπλέει» ένα αστυνομικού χαρακτήρα ερώτημα που αφορά τα (από πολλούς άλλους ρημαγμένα) πνευματικά δικαιώματα. Πιο κάτω, στα μεσαία βάθη, τίθεται το δίλημμα του λογοπλόκου(ως μυθοπλάστη) ή του λογοκλόπου(ως διακειμενιστή). Τέλος, στα μεγάλα βάθη είδα να «σέρνεται» σαν γοβιός στον αρμόβουρκο το υπαρξιακό ερώτημα αν λογοτεχνία είναι να αποκαλύπτεις ή να αποκαλύπτεσαι. Ποια σχέση, όμως, έχουν όλα αυτά με την υπόθεσή μας; Ένας μυθιστοριογράφος διαπράττει έγκλημα καθοσίωσης όταν «κλέβει» κάποιον

Μάτεσις Παύλος

Συνάντηση στο Βοξ. Κάθεται στο ίδιο τραπέζι κοντά στο τζάμι. Με συγχωρεί μεγαλοθύμως για την καθυστέρηση. Δηλώνει εξόριστος. Χωρίς περιουσία, χωρίς προστάτες, χωρίς άγκυρα. Αναφέρεται στους προσωκρατικούς, στον Όμηρο, τον Παρμενίδη, τον Αναξίμανδρο, ό,τι «αυτός που είναι στην πάνω πλευρά της Γης και αυτός που είναι στην κάτω, είναι και οι δύο πάνω». Μου λέει για την καταστροφή της ελληνικής φόρμας, για τη «Μητέρα του σκύλου» που διασκευάστηκε και παίζεται σε θέατρο της Πράγας, για την ελληνική σιωπή απέναντι στο έργο του. Μία ισχυρή σιωπή που, όμως, κάποτε σπάει από νέα παιδιά, όπως οι ερασιτέχνες του Ταύρου. Διαπιστώνει ότι δεν του υποβάλλουν πολιτικές ερωτήσεις και με τρόπο άμεσο τοποθετείται αυτοβούλως. «Έχει δημιουργηθεί ρήγμα» λέει «μεταξύ του πολίτη (η λέξη «λαός» είναι ταλαιπωρημένη πολιτικώς και την παραλείπω) και των τριών Αρχών που κυβερνούν τον πολίτη. Ρήγμα με τη θρησκεία-εκκλησία (ένας μητροπολίτης βρίσκεται στον Κορυδαλλό για κλοπές). Ρήγμα με τη Δικαιοσύνη (λειτουργοί τη