Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2021

Πιερ Μπουρντιέ

  Στην «Αντεπίθεση πυρών» (εκδόσεις Πατάκη), ο αείμνηστος Γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu, αποπειράται να απαντήσει σε ερωτήματα όπως, πώς είναι δυνατόν να αναχαιτιστεί η βίαιη επιβολή της πολιτικοοικονομικής κυριαρχίας της νεοφιλελεύθερης προοπτικής; Ποιες είναι οι νέες μορφές αντίστασης και ποιοι οι κοινωνικοί πρωταγωνιστές που θα μπορέσουν να συγκροτήσουν ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα ικανό να αντισταθεί στους μηχανισμούς μετατροπής της οικονομίας σε κοινωνική τεχνική κυριαρχίας, ή ποιός είναι ο ρόλος των διανοουμένων στην εποχή της κρίσης; Ο Bourdieu προκειμένου να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα, αναπτύσσει μια μαρξιστικής σύλληψης υλιστική, ολιστική θεωρία που επιχειρεί να συλλάβει στη διαλεκτική της ενότητα το σύνολο της πραγματικότητας και των εκφάνσεών της. Αδημοσίευτα κείμενα, συγκεντρώνονται στο βιβλίο αυτό για να δώσουν έναν δυνατό αντίλογο στη νεοφιλελεύθερη ρητορική. Στην εισαγωγή ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γράφει:  «Αναλύοντας μια σειρά από μηχανισμούς και κοινούς τό

Ρεμπώ...

  H ποίηση είναι η φαντασία τονούμενη, είναι ο έρωτας ως δόσιμο, ως δώρο, που μιλά. Γι’ αυτό σε κάθε έκδοση σε κάθε ευκαιρία αναθύμισης των ποιημάτων του Ρεμπώ θυμάμαι την περίφημη πια ρήση του «Εγώ είναι ο Άλλος». Προσοχή, όχι «εγώ ΕΙΜΑΙ ο Άλλος», αλλά «Εγώ Είναι ο Άλλος». Στον Ρεμπώ το Εγώ δεν αφομοιώνει τον Άλλο, δεν τον κάνει όμοιό του, δεν τον καταργεί, αντίθετα του δίνεται, γίνεται ο Άλλος. Με άλλα λόγια, ο Άλλος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο αλλά σαν υποκείμενο. Συνεπώς, εδώ έχουμε μία "διι-υποκειμενικότητα", όπως στους μη εξουσιαστικούς, στους ισότιμους έρωτες. Κάποτε αυτές οι απόψεις και οι ποιητές ήταν επικίνδυνοι. Το αποδεικνύει και η έκδοση των φακέλων της Αστυνομίας του Παρισιού που αφορούν στην παρακολούθηση των Ουγκώ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπρετόν, Κολέτ κ.ά.! Η έκδοση των εγγράφων δείχνει ότι κάποτε η πολιτική εξουσία φοβόταν τους ανθρώπους των γραμμάτων και τους παρακολουθούσε συστηματικά, συστήνοντας προς τούτο την «αστυνομία των συγγραφέων»! Τώρα, τα φόβητρ

Κέρουακ: Όλα είναι δρόμος

Εικόνα
  Μια ολόκληρη γενιά στις ΗΠΑ αποκλήθηκε beat generation. Ο όρος   beat   είναι αμφίσημος, υποδηλώνοντας αφ’ ενός τον κατατρεγμένο άνθρωπο (Beat down in life) και συγχρόνως τη θρησκευτική μακαριότητα (Beatitude). Το κείμενο της beat λογοτεχνίας και ίσως και της μπητ πρότασης για τη ζωή είναι το μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ «Στο δρόμο». Η απελπισία και η απογοήτευση βρίσκουν διέξοδο στο  «δρόμο» , στο ταξίδι χωρίς προορισμό και την περιπέτεια. Αν η ζωή είναι «κόντρα», τότε αφήνεσαι στο κύμα για να σε πάει όπου σε πάει: «περιφέρομαι μέσα στη ζωή, την αφήνω να με πηγαίνει», λέει ο Ντην. Το μυθιστόρημα ξεκινά με τη γνωριμία του Σαλ Παραντάις (Κέρουακ) και του Ντην Μόριαρτυ (Νήλ Κάσαντυ) τα Χριστούγεννα του 1946. Ακολουθεί το επεισοδιακό ταξίδι τους στο Μεξικό, τον Οκτώβριο του 1950  και τελειώνει με το γυρισμό του Σαλ στη Νέα Υόρκη. Τα τέσσερα μέρη του μυθιστορήματος αντιστοιχούν σε ισάριθμα ταξίδια του αφηγητή Σαλ (Κέρουακ), που διασχίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες τουλάχιστον τέσσερις φορές

Αθηνά Παπανικολάου*: «γλυφό νερό»

Εικόνα
  Διαδρομή Έρχεται κάθε πρωί στο ίδιο σημείο. Στέκεται για λίγο και κοιτάζει το νερό. Βγάζει μια χάρτινη βαρκούλα από την τσέπη, την ρίχνει στο τρικυμισμένο του μυαλό κι αρχίζει το ταξίδι. Μετράει τα πεσμένα φύλλα απ’ τις φλαμουριές και τις ακακίες, τα σπρώχνει λίγο με το πόδι κι ύστερα  πάει κι έρχεται στις όχθες, πότε από τη μια μεριά, πότε από την άλλη, πιλαλάει μετρώντας  τις δρασκελιές του. Περπατάει και τρέχει μ’ έναν δικό του τρόπο, ανασηκώνει κάπως πιο ψηλά το δεξί πόδι σαν τα λελέκια στο βάλτο όταν ψάχνουν για τροφή. Αυτός όμως δεν στρέφει το λαιμό ποτέ στα χαμηλά, καρφώνει το βλέμμα του ψηλά, πέρα μακριά από τον κόσμο τούτο. Τις λίγες φορές που συναντήθηκαν τα μάτια μας, για δευτερόλεπτα δηλαδή, είδα μια τέτοια αστραπή, τέτοια φουρτούνα μαύρη, που τρόμαξα κι απέστρεψα διά παντός το βλέμμα. Τι αντικρίζει, ποιους βλέπει, τι φαντάσματα κι ονείρατα κουβαλάει, ως που φτάνει ο ουρανός του; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Κρατάει πάντα στο λυγισμένο αγκώνα του αριστερού χεριού μια υφασμάτιν

Ίταλο Καλβίνο: Η διχοστασία του σύγχρονου ανθρώπου

Εικόνα
  Ο Ίταλο Καλβίνο περιγράφει στο εμβληματικό του έργο,  «Αόρατες πόλεις»,   την κόλαση που βιώνουμε σήμερα ως συνέπεια της καταστροφής της φύσης. Σ' αυτό ο συγγραφέας δεν καλούσε σε μια ευτυχισμένη προσαρμογή, αλλά να αναζητήσουμε "ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση", και σ' αυτόν (ή σ' αυτό) να "δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο".  Ο Καλβίνο ξεκινούσε, πάντα, από το άτομο, από τη "διχοστασία" που διέπει τον σημερινό άνθρωπο. Τη "σχιζοφρένεια" -την αλλοτρίωση- αυτή περιγράφει στο βιβλίο του  "Ο διχοτομημένος υποκόμης",  το οποίο καταλήγει ως εξής: «...Ο Μεντάρντο (σ.σ. ο υποκόμης) ξανάγινε ακέραιος άνθρωπος, ούτε καλός ούτε κακός, ένα μείγμα κακίας και καλοσύνης... Είχε όμως την εμπειρία του ενός και του άλλου μισού ανακατεμένες, και γι’ αυτό θα πρέπει να ήταν πολύ σοφός. Η ζωή του ήταν ευτυχισμένη... αλλά και η δική μας ζωή άλλαξε προς το καλύτερο. Ίσως περιμέναμε πως, από τη στιγμή που ο υποκόμης ξανάγινε
ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ (ΤΑ ΝΕΑ) Σε άρθρο μου που δημοσιεύτηκε σ΄ αυτή τη στήλη στις 15.11.2008 έθετα το ζήτημα της καθεστωτικής λογοτεχνικής κριτικής. Νομίζω ότι περιέγραψα με αρκετή σαφήνεια το περιεχόμενο που της δίνω· όχι δηλαδή με θεωρητικολογίες και ισοπεδωτικά ιδεολογήματα (του τύπου: κάθε κριτικός που γράφει σε εφημερίδα «του συστήματος» είναι καθεστωτικός), αλλά με την επισήμανση δια παραδειγμάτων μιας σειράς αντιλήψεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια ορισμένη ομάδα κριτικών. Συγκεκριμένα, καταλόγιζα σ΄ αυτή την ομάδα: α) τάση διείσδυσης σε όλα τα θεσμικά όργανα του χώρου του βιβλίου, συχνά με ολοφάνερα οπορτουνιστικό πνεύμα (βλ. π.χ. επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών ή παλινδρομήσεις του ίδιου κριτικού ανάμεσα στην επιτροπή των κρατικών βραβείων και σε επιτροπές άλλων, υποτίθεται διαφορετικής λογικής βραβείων)· β) σχηματισμό «καρτέλ» ανάμεσα σε αυτούς τους κριτικούς, ή ορισμένους από αυτούς, για την αποτελεσματικότερη προώθηση κάποιων συγγραφέων και τον παραγκωνισμό άλλ

Έρμαν Έσσε

  «Ζω μέσα στα όνειρά μου. Κι άλλοι άνθρωποι ζουν μέσα σε όνειρα, μόνο που δεν είναι τα δικά τους» έλεγε ο Έσσε. «Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του. Είναι το μοναδικό, συγκεκριμένο, πάντα σημαντικό και αξιόλογο σημείο όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με τρόπο ξέχωρο, μοναδικό. Για τούτο, κάθε ιστορία ανθρώπινη είναι σημαντική, αιώνια και ιερή. Για τούτο, κάθε άνθρωπος, ενόσω ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι μια ύπαρξη υπέροχη που της πρέπει υπέρτατη προσοχή. Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο.  Ήμουν κι ακόμα είμαι ερευνητής, μα δε γυρεύω πια στ' αστέρια ή στα βιβλία αυτό που ζητώ. Ακούω τους ψίθυρους μες στο αίμα μου. Δεν είναι μια ευχάριστη ιστορία η δική μου, δε διαθέτει τη γλυκιά αρμονία μιας ιστορίας που πλάθουμε με τη φαντασία μας. Όμοια όπως η ζωή όλων των ανθρώπων που σταμάτησαν να εξαπατούν τον εαυτό τους, έτσι κι η δική μου είναι παράλογη μαζί και χαώδης, έχει κάτι από τρέλα μαζί και όνειρα. Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος

Η δική μου Σιμόν Βέιλ

  Η Σιμόν Βέιλ, η πολιτικός, που πέθανε στις 30 Ιουνίου 2017, γεννήθηκε το 1927 και ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της γαλλικής δεξιάς, η οποία είχε περάσει στα 16 χρόνια της από το κολαστήριο του Άουσβιτς. Η άλλη Βέιλ, η δική μου Σιμόν Βέιλ, μπροστά στην οποία ο Σαρτρ και η Μπωβουάρ ωχριούσαν, γεννήθηκε το 1909 σ' ένα προάστιο του Παρισιού από γονείς Εβραίους, επίσης. Το 1931 σε ηλικία 22 ετών αποφοίτησε από την Ecole Normale Superieure και έγινε καθηγήτρια φιλοσοφίας. Η "άλλη", η δική μου Σιμόν Βέιλ ήταν χριστιανή και μαρξίστρια, και πέθανε μόλις στα 34 της χρόνια, το 1943, κάνοντας ουσιαστικά απεργία πείνας σε ένδειξη συμπαράστασης στους Γάλλους που λιμοκτονούσαν λόγω του πολέμου. Η Βέιλ σταμάτησε την από καθέδρας διδασκαλία της και πήγε δύο χρόνια (1934-35) ως απλή εργάτρια στα μεγάλα εργοστάσια(Ρενώ) για να γνωρίσει στο πετσί της την κατάσταση της εργατικής τάξης(συνδυασμός της κουλτούρας της εργατικής τάξης και της φιλοσοφίας). Ακολούθησε η συμμετοχή της στις διεθ

Λουίτζι Πιραντέλο: Ο γιος του Χάους

  Πρώτα, το "εν αρχή ην το Χάος". Ύστερα, το ποιητικό ξόρκι του Καζαντζάκη, που ήθελε να ξαπλώσει στη μέση του χάους και να το γονιμοποιήσει. Ακολούθησε το χάος ως «μαύρη ενέργεια» (dark energy) που σπρώχνει το σύμπαν προς τα έξω. Μετά, το μαγικό "χάος" των αδελφών Ταβιάνι. Και τέλος, το περιοδικό «Χάος» και ο Τίτος Πατρίκιος να μιλά για το ταξίδι του στο Κάος της Σικελίας, την πατρίδα του Πιραντέλο και του Καμιλέρι. Τώρα η συνάντηση με το χάος γίνεται μέσω της θαυμάσιας μυθιστορηματικής βιογραφίας του Λουίτζι Πιραντέλο που έγραψε ο συντοπίτης του Αντρέα Καμιλέρι. «Εγώ λοιπόν είμαι γιος του Χάους», γράφει σ’ ένα γράμμα του ο Πιραντέλο, «και όχι αλληγορικά αλλά στην κυριολεξία, γιατί γεννήθηκα σε μια αγροτική περιοχή που βρίσκεται κοντά σ’ ένα πυκνό δάσος που ονομάστηκε, στη διάλεκτό μας, Κάβουζου από τους κατοίκους του Τζιρτζέντι... διαλεκτική παραφθορά της αγνής αρχαίας ελληνικής λέξης Χάος...». Και συνεχίζει, «Ερχόμαστε στη ζωή με πολλούς τρόπους, με πολλές μορφές

Βαγγέλης Κούτας: Το Βουνό της Σιωπής

  Το χωριό, πενήντα σπίτια όλα κι όλα μέσα σε ένα καλαμιώνα του βάλτου. Φτώχια και δυστυχία. Ένα 17χρονο παιδί επιχειρεί να ξεφύγει από την κόλαση. Φθάνει στην Αθήνα. Εξοντωτική δουλειά στο εργοστάσιο, μικρός μισθός, πείνα, ζωή σε μια χαμοκέλα, φοίτηση σε νυχτερινό γυμνάσιο. Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Η υγεία του έφηβου, ψυχική και σωματική, κλονίζεται. Αρρωσταίνει και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, καταλήγει στο κρεβάτι ενός σανατορίου. Φυματίωση. Ένα παιδί στην ηλικία της αθανασίας έρχεται αντιμέτωπο πρόωρα με το θάνατο. Δεν το λέει σε κανέναν. Ούτε στη μάνα του. Γιατί χειρότερος κι από το φόβο του θανάτου είναι ο φόβος του κοινωνικού στίγματος, η ρετσινιά του “χτικιού”, που πλήττει ολόκληρη την οικογένεια. Ακολουθεί η ταξική κοινωνική θέση. Η άνιση πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Οι διαφορετικές πτέρυγες, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του καθενός. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Ο φτωχός που πεθαίνει γιατί δεν έχει πρόσβαση στα ακριβά φάρμακα.  Ο Βαγγέλης Κούτας αφηγείται την εμπε

Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς

Εικόνα
  Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πλέον σημαντικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους.  Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να εργαστεί σε εργοστάσιο βερνικιών για να συντηρήσει την οικογένειά του, αφού ο πατέρας του φυλακίστηκε για χρέη. Από την περιπέτεια αυτή άντλησε πολλές εμπειρίες για το κατοπινό του έργο. Μια απροσδόκητη κληρονομιά έβγαλε τον πατέρα Τζον Ντίκενς από την φυλακή και απάλλαξε τον έφηβο Κάρολο από τη δουλειά. Αφού πήγε άλλον ένα χρόνο στο σχολείο, έμαθε  στενογραφία  και έγινε ανταποκριτής εφημερίδας. Μέσα από το περιοδικό Bentley's άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα που έμελλε να γίνουν μεγάλες επιτυχίες.  Το 1846 ιδρύει την εφημερίδα Daily News και το περιοδικό Household Words, ενώ υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής αναμορφωτηρίου. Κυριότερα έργα του υπήρξαν τα Όλιβερ Τουίστ, Δαβίδ Κόπερφηλντ, Το παλαιοπωλείο, Ο Μάρτιν Τσάζελγουιτ, Το σκοτεινό σπίτι, Δύσκολοι καιροί, Οι μεγάλες προσδοκίες, κ.ά. Τα μυθιστορήματά του, εκδίδοντ

Ένα βιβλίο για τον δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε

  Στις 23 Μαΐου 1992, κοντά στην πόλη Capaci της Σικελίας, δολοφονήθηκε από τη μαφία ο δικαστής Τζιοβάνι Φαλκόνε. 29 χρόνια μετά, ένας άλλος Τζιοβάνι, ένα παιδί από το Παλέρμο γιορτάζει τα δέκατα γενέθλιά του. Αυτή τη μέρα διάλεξε ο πατέρας του για να του εξηγήσει γιατί, από όλα τα πιθανά ονόματα, ο Τζιοβάνι επιλέχθηκε γι’ αυτόν. Βήμα βήμα πατέρας και γιος εξερευνούν το Παλέρμο και την ιστορία του Τζιοβάνι Φαλκόνε, του δικαστή που είχε τη γενναιότητα να αντιταχθεί στην πανίσχυρη μαφία. Ο Τζιοβάνι ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του δεν μιλά για αφηρημένα πράγματα: η μαφία είναι παντού, ακόμα και μέσα στο σχολείο του, όπου εκφοβίζει και τρομοκρατεί τους συμμαθητές του και είναι ένας εχθρός που πρέπει να πολεμήσει αμέσως, χωρίς να περιμένει να μεγαλώσει… Αυτό είναι το βιβλίο Per questo mi chiamo Giovanni του Luigi Garlando. Ο Τζιοβάνι Φαλκόνε (Giovanni Falcone, 18 Μαΐου 1939 - 23 Μαΐου 1992) ήταν Ιταλός δικαστής ο οποίος είχε ως αντικείμενο την δίωξη της Σικελικής Κόζα Νόστρα. Δολοφονήθηκε από